27 Νοε 2006

"Μάκβεθ(Μτφρ)" - Ουίλλιαμ Σαίξπηρ(Κώστας Καρθαίος) (1926)

Mάλκομ : Πολύς καιρός δε θα χρειαστεί να λογαριάσω
τα όσα χρωστώ στου καθενός σας την αγάπη
και να ξοφλήσω μ' όλους. Θάνηδές μου
και ξαδέρφια μοτ, εδώ κι εμπρός ας είστε κό-
μηδες -
οι πρώτοι που με τέτοιο αξίωμα στη χώρα μας
τιμήθηκαν ποτέ. Ό,τι απόμεινε ακόμα
να γίνει, ό,τι καινούριο πρέπει πάλι
με τον καιρό να φυτευτεί : - να 'ρθούνε
και πάλι στην πατρίδα οι φίλοι μας,
που 'χαν ξεφύγει από τα βρόχια του τυρράνου,
και να τιμωρηθούνε οι άθλιοι εκείνοι μπράβοι
του πεθαμένου αυτού κακούργου και της μαύρης
σατανικής βασίλισσάς του, που όπως φαίνεται
έδωσε η ίδια βίαιο τέλος στη ζωή της -
αυτά, κι ό,τι άλλο μένει ακόμα για να γίνει,
με τη βοήθεια εκείνου που βοηθά από πάνω,
οπόταν κι όπου, κι όπως πρέπει, θα το κάνω.
Τώρα όλοι ένα θερμό "ευχαριστώ" δεχτείτε
και σας καλώ στη στέψη μου, στο Σκον, να 'ρθείτε.

(Σάλπιγγες. Φεύγουν όλοι.)

"Πρόκειται για την καλύτερη ελληνική απόδοση του σαιξπηρικού αριστουργήματος "Μάκβεθ". Μια πολυτελής έκδοση των Εκδόσεων "Πατάκη" και της Ρένας Καρθαίου, κόρη του σπουδαίου έλληνα μεταφραστή και ποιητή Κ. Καρθαίου (Κωνσταντίνος Λάκωνας). Αρχικά ο Δ. Βικέλας το 1882, ο Μ. Δαμιράλης στα τέλη του 19ου αιώνα και στη συνέχεια οι Αγγ. Βλάχος (1905) και Κ. Θεοτόκης (1923) μετέφρασαν αυτό του έργο. Το 1926 -κατα παραγγελία της μεγάλης θεατρίνας Μαρίκας Κοτοπούλη- ο απόστρατος συνταγματάρχης αλλά και ήδη φτασμένος μεταφραστής και ποιητής Κ. Καρθαίος, ανέλαβε να κάνει μια εκ νέου μετάφραση που έμελλε να μείνει στα θεατρικά χρονικά. Η συγκεκριμένη μετάφραση εκδόθηκε πρώτα το 1938 και στη συνέχεια το 1950 από το "Γραφείο Πνευματικών Υπηρεσιών" στην Αθήνα. Πρώτα από τις Εκδόσεις "Βασιλείου" το 2001 και στη συνέχεια από τις Εκδόσεις "Πατάκη" το 2003 διασώζεται σήμερα.
Όσον αφορά το έργο του "Μάκβεθ" έχει αποδοθεί στον κινηματογράφο αρκετές φορές. Οι σημαντικότερες : "Macbeth"(Orson Welles - 1948), "Kumonosu Jo"(Akira Kurosawa - 1957), "The Tragedy of Macbeth"(Roman Polanski - 1971).

K. Καρθαίος

(από το site των Διάφανων Κρίνων)

Ποιητής και μεταφραστής (πραγματικό όνομα Κωνσταντίνος Λάκωνας). Το 1900 αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων ως αξιωματικός του Πεζικού και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία και την Αυστρία. Έμεινε επίσης δυο χρόνια στο Βερολίνο και το Παρίσι. Επιστρέφοντας διορίστηκε καθηγητής Ανωτέρων Μαθηματικών και Πυροβολικής στο Σχολείο Υπαξιωματικών, όπου δίδαξε ως το 1912. Πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους ως αξιοματικός του Επιτελείου, θέση που διατήρησε ως το 1917, οπότε, στο Διχασμό, εξορίστηκε ως αντιβενιζελικός στη Θήρα και την Κέα. Επανήλθε στο στράτευμα το Νοέμβριο του 1920 και το 1922 μετά τη Μικρασιατική καταστροφή αποστρατεύτηκε με το βαθμό του συνταγματάρχη.
Στα γράμματα ο Καρθαίος εμφανίστηκε το 1917 με τη μετάφραση Η μπαλάντα της φυλακής του Όσκαρ Ουάιλντ. Το 1920 δημοσίευσε τη μετάφραση του Δον Κιχώτη (α΄ μέρος) του Θερβάντες και τον επόμενο χρόνο την πρώτη συλλογή ποιημάτων του Τα τραγούδια του νησιού μου και οι κηφησιότικες μελωδίες. Στην περίοδο 1919 - 20 διατέλεσε αρχισυντάκτης στο περιοδικό Ο Νουμάς, όπου τότε δημοσίευσε, όπως και αργότερα, πολλές μεταφράσεις του, αλλά και ποιήματα, διηγήματα και σημειώματα για την ξένη λογοτεχνική κίνηση στην οποία ήταν ενημερωμένος. Είχε μεταφράσει επίσης Κλάιστ, Λόπε ντε Βέγκα, Καλντερόν, Ταγκόρ, Σαλακρού και από το Σαίξπηρ: Μακβέθ, Ριχάρδο Β΄ και Γ΄ , Οθέλλο, Ιούλιο Καίσαρα και Ρωμαίο και Ιουλιέττα.
Το 1935 ο Καρθαίος διορίστηκε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου, όπου αργότερα έγινε διευθυντής δραματολογίου και τέλος πρόεδρος της επιτροπής δραματολογίου. Το 1935 υπήρξε επίσης διευθυντής του περιοδικού Νεοελληνικά Γράμματα (α΄ περίοδος) και αργότερα, στη δεύτερη περίοδο (οπότε διευθυντής ήταν ο Δημ. Φωτιάδης), έγραφε, από το 1939 ως τον Οκτώβριο του 1940, τα «Σημειώματα του παρατηρητή», (όπως νωρίτερα στο περιοδικό Πνευματική Ζωή και στη Νέα Εστία), στο οποίο έκρινε διάφορες γλωσσικές αστοχίες και πρότεινε συγκεκριμένες λύσεις, συνήθως εύστοχες. Υπήρξε επίσης μέλος της επιτροπής για τη σύνταξη της Νεοελληνικής Γραμματικής (1941) του Μανόλη Τριανταφυλλίδη.
Από το ποιητικό έργο του Καρθαίου ξεχωρίζει η συλλογή του Sotto Voce(1940) με χαμηλόφωνα και συμπαθητικά ποιήματα, στα οποία κυριαρχεί το ερωτικό και ανθρώπινο στοιχείο. Κυρίως όμως πρέπει να εξαρθεί το μεταφραστικό του έργο, που φανερώνει τη γλωσσική του ευαισθησία και τη γενικότερη καλλιέργειά του.

Άλλες ποιητικές συλλογές : "Τα τραγούδια του νησιούμου" & "Οι Κηφισιώτικες Μελωδίες"(1921), "Ο κήπος του Μελχισεδέκ"(1955).

Τον γνωρίσαμε στο δεύτερο δίσκο των Διάφανων Κρίνων "Κάτι Σαράβαλες Καρδιές", με το εξαιρετικό ποιήμα "Βάλτε Να Πιούμε", το οποίο θεωρείται από τις κορυφαίες μελοποιήσεις σε ροκ στίχο που έχουν γίνει στην Ελλάδα :

Τα όνειρα που βυζάξαμε με της καρδιάς μας το αίμα
πέταξαν και χαθήκανε μες της ζωής το ρέμα.
Μα τάχα εμείς παντοτινά τ' άφθαστα θα ζητούμε
Βάλτε να πιούμε

Τα περασμένα σβήσανε, το τώρα δε θα μείνει

τροφή των χοίρων έγιναν και οι πιο λευκοί μας κρίνοι
μα τάχα πρέπει τους νεκρούς αιώνια να θρηνούμε;
Βάλτε να πιούμε

Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει
Ελάτε οι ταξιδιάριδες να πιούμε συναγμένοι
στο περιγιάλι το φαιδρό κι ας γλεντοτραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε

Τάχατε κι όποιος δε μεθά κι όποιος δεν τραγουδήσει
κι όποιος στ' αγκάθια περπατά μια μέρα δεν θ' αφήσει
τ' αγαπημένο μας νησί που έτσι γερά πατούμε
Βάλτε να πιούμε

Πες μας που πάει ο άνθρωπος τον κόσμο σαν αφήνει
πες μας που πάει ο άνεμος, που πάει η φωτιά σαν σβήνει
σκιές ονείρων είμαστε, σύννεφα που περνούμε
Βάλτε να πιούμε

Στο ξέχειλο ποτήρι μας είναι όλα εκεί γραμμένα
Καπνοί 'ναι τα μελλούμενα κι αφρός τα περασμένα
καπνός κι αφρός το γέλιο μας κι εμείς που τραγουδούμε
Βάλτε να πιούμε

Ακουσε δε βιαζόμαστε να φύγουμε βαρκάρη
μα σαν είναι ώρα γνέψε μας, δε σου ζητούμε χάρη
μα όσο να φύγεις πρόσμενε κι αν θέλεις σε κερνούμε
Βάλτε να πιούμε " Ν.Ι.Π.