15 Δεκ 2006

"Οι Περιπέτειες του Τζο Άρνες 2 -> Μια Αλκοολική Περιπέτεια Στην Αθήνα" - Μια Ιστορία του Ν.Ι. Πουλάκου (11/10 - 15/12/2006)


"Και ήταν ο δαίμονας του ονείρου μου, ο πιο ωραίος άγγελος. Λαμπύριζαν τα νικητήρια μάτια σαν ατσάλι. Κι οι ματωμένες φλόγες της δάδας που φώτιζαν τη βαθιά κρύπτη της ψυχής." (Antonio Matsado)
Έρημος δρόμος. Βρώμικος. Υγρή ατμόσφαιρα. Πολύ ζέστη. Μια παρέα μεθυσμένων μιγάδων γελάνε, βρίζουν, κλωτσούν έναν παράξενο τύπο στη γωνία ενός μπαρ. Ένας απ' αυτούς, του πετά φτηνό αλκοόλ και απειλεί να τον κάψει. Βαριούνται τελικά. Φεύγουν κοροϊδεύοντας.
Τα φώτα στους δρόμους σβήνουν. Αρχίζει και ξημερώνει στην πιο βρώμικη πλευρά της πόλης της Αθήνας. Οι πρώτοι πλανόδιοι ξεκινούν την περιπλάνησή τους. Κάποιος ρακένδυτος περιεργάζεται τον τύπο με τα μαύρα, που εξακολουθεί να κείτεται στην γωνία του μπαρ. Εκείνος αντιδρά. Κοιτάζει τον ζητιάνο με απόγνωση. Τι βλέμμα! Του δίνει μισό δολλάριο και του κάνει νόημα να φύγει.
Ο Τζο ανασηκώνεται με ότι δύναμη του έχει απομείνει. Δεν αντέχει άλλο αυτή τη κατάσταση. Φαίνεται στο βλέμμα του. Έτσι όπως κοιτάζει τους περαστικούς την ώρα εκείνη. Έτσι όπως τον κοιτάζουν κι εκείνοι όμως... Άλλο ένα βράδυ σ' αυτό το κακόφημο μπαρ, γεμάτο μεσκάλ, αψέντι, μαύρο ουίσκι. Όλα νοθευμένα κι όλα στο στομάχι του, στο μυαλό του. Για τις παραισθήσεις του, για τίποτε άλλο. Για να νομίζει ότι είναι ένας ευπρεπής δημοσιογράφος της Νέας Υόρκης και όχι ένας περιπλανώμενος αρθογράφος σε παλιοφυλλάδες της Α. Ευρώπης, της Ασίας και κάθε λογής υπανάπτυκτων πολιτικά και κοινωνικά χωρών. Αλκοόλ και παραισθησιογόνα χάπια για να σκέφτεται τους έρωτές του, την γυναίκα που αγάπησε, τις γυναίκες που μίσησε. Μια αντίδραση που αδυνατεί να την εφαρμόσει στα λογικά του. Κάθε βράδυ πίνει για να μη σκέφτεται που έχει καταντήσει τον εαυτό του για μια γυναίκα, για ένα καπρίτσιο, για έναν εγωισμό, για μια παραπάνω επαναστατική φιλοδοξία πάνω σ' αυτή τη σάπια από ιδέες κοινωνία, στην οποία ζει!

“Θάνατος ή σιωπή. Κύριε, και μόνο σαν πεθάνω θ’ ακούς τον οδυρμό μου, άκου και τη σιωπή μου : ας είμαι ακόμα ζωντανός και ρωτάω.” (Hose Antonio Idalgo)

Η πρόταση από την "Φωνή της Αθήνας" ήταν άκρως δελεαστική. Ελεύθερο ρεπορτάζ, με οχτακόσια ευρώ και με σπίτι πληρωμένο. Ήταν ένα καλό πακέτο, σε μια ταραγμένη χώρα όμως! Ας όψεται για όλα αυτά, ο καλός του φίλος Μίλτον Γκας. Του χρωστάει αληθινή χάρη. Ο Μίλτον, ένας Καναδός με αυτοκαταστροφικές τάσεις βίαιων συμπεριφορών ενίοτε. Τον είχε γνωρίσει στην κάλυψη του εμφυλίου πολέμου μιας βαλκανικής χώρας λίγα χρόνια πριν και κόλλησαν αμέσως. Για περίπου δύο μήνες που διήρκησε η αποστολή, μεθούσαν στα ίδια μπαρ και ασελγούσαν στα ίδια γυναικεία κορμιά. Αυτή η αλληλοεκτίμηση παρέμεινε όλα αυτά τα χρόνια παρόλο που οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Τζο πήγε να κυνηγήσει το αμερικάνικο όνειρο -μάταια όμως-, απ' την άλλη εκείνος παρέμεινε στον χώρο της Ανατολικής Ευρώπης γνωρίζοντας εξ αρχής την μοίρα του, όσο μπορεί να την γνωρίζει κάποιος.
Εκείνο το ηλεκτρονικό του μήνυμα λοιπόν, ήταν κάτι σα νέκταρ για τον Τζο τον περασμένο Σεπτέμβρη...Ήταν ένα μουντό πρωινό και ο Τζο, καθισμένος σε ένα κακόφημο καφέ του Ταλίν, αποφάσισε νωχελικά να ελέγξει μετά από μήνες την αλληλογραφία του στον μοναδικό ηλεκτρονικό υπολογιστή που υπήρχε εκεί. Είχε ήδη δύο εβδομάδες άνεργος, όταν τον πέταξαν με τις κλωτσιές από το περιοδικό που δούλευε και τρεις μέρες τώρα έμενε και στον δρόμο. Και ενώ τα λεφτά του τελείωναν του εμφανίζεται σαν θείο δώρο το μήνυμα του Μίλτον : "Tζο σε περιμένω στην πρωτεύουσα της Ελλάδας. Αν δεν έχεις βρει κάτι καλύτερο πάρε οποιοδήποτε μέσο και έλα. Σε περιμένω. Θέλουμε ελεύθερο ρεπόρτερ για όλες τις δουλειές. Καλός μισθός. Κάλεσε με στο...". Ο Τζο αναπήδησε από την χαρά του. Ότι λεφτά του είχαν απομείνει τα ήπιε επιτόπου. Έγινε λιώμα στη στιγμή και έφυγε αμέσως για το αεροδρόμιο. "Στα τσακίδια η ευπρεπής καριέρα", σκέφτηκε, "άλλη μια περιπέτεια ξεκινά, καιρός για δράση", μονολόγησε. Το κλασσικό παραλήρημά του όταν παύει να ονειροπολεί, μόλις ξεκίνησε.. μέχρι την επόμενη φορά που θα ξαναμεθύσει και θα σκέφτεται πάλι τη ζωή που πάντα ονειρευόταν.

“Έλεγες «θα πεθάνουμε σ’ αυτή τη γη, μια μέρα». Έκλαιγες κι ακουμπούσες το νερό με τα χέρια. Ύψωνες την υγρή αμμουδιά στα μάτια, σπαρμένα με ικετευτικούς καπνούς, που ακολουθούσαν τις τρυφερές υπάρξεις.” (Manuel Alvarez Ortega)

Ο Τζο Άρνες έφευγε από τα γραφεία της εφημερίδας. Προηγουμένως ο αρχισυντάκτης του του είχε αποδώσει τα εύσημα, για το ρεπορτάζ που του είχε παραδώσει. «Ήταν πραγματικά μια μεγάλη κάλυψη», του είπε. Ο ίδιος απόρησε. Το κείμενο ήταν προχειροφτιαγμένο. «Δεν πίεσα τον εαυτό μου στο παραμικρό», μονολογούσε «αν μ’ αυτή τη προσπάθεια έχω τον θαυμασμό, φαντάσου..». Οι σκέψεις του έγιναν γρήγορα καπνός. Σε λίγη ώρα είχε συνάντηση με τον Μίλτον Γκας, στο αίθριο του καλύτερου ξενοδοχείου της πόλης. Είχε βρει ένα σημείωμά του, που του είχε αφήσει στο γραφείο στην εφημερίδα : «Τζο, μη χάσεις με τίποτα το απόψινο μεγάλο πάρτυ στο υπαίθριο χώρο του ξενοδοχείου Χίλτον! Σε περιμένω στο αίθριο, στις 9. Μίλτον».
Η επίσκεψη στο δωμάτιό του ήταν αναγκαία. Ένα καλύτερο μπάνιο, ένα καλύτερο σιδέρωμα στα μοναδικά ρούχα που του ‘χαν μείνει ώστε να παρουσιαστεί ευπρεπής στο Χίλτον, ήταν επιβεβλημένα. «Τι ξενοδοχείο! Τι κόσμος θα παραβρίσκεται εκεί!», σκέφτεται, «η πλήρης αντίθεση με την υπόλοιπη πόλη. Η δύναμη του καπιταλισμού σε όλης του μεγαλείο». Καθώς ετοιμαζόταν, αρωματίζοντας μια πιο γοητευτική ύπαρξη, σαφώς ανανεωμένη, απ’ εκείνη του πρωινού, χτυπά η πόρτα. «Τζο, Τζο, άνοιξε γρήγορα», ακούγεται δυνατά. «Ποιος να είναι», σιγοψυθιρίζει. Ανοίγει την πόρτα. Μπαίνουν τρέχοντας ο Βαγκ και ο Τζιμ, δυο καλοί φίλοι από το παρελθόν που έχει να τους δει χρόνια. Ήταν λαχανιασμένοι και καταϊδρωμένοι. «Κλείσε γρήγορα τη πόρτα», του φωνάζουν. «Τι έγινε, ρε παιδιά», λέει ο Τζο, «που μπλέξατε πάλι;». Και κάπου εδώ ξεκινά η μεγαλύτερη αλκοολική περιπέτεια του Τζο Άρνες, στο κέντρο της Αθήνας.

«Στο μονοπάτι οδεύουν οι ξωμάχοι, του γυρισμού την ώρα αυτή την άγια, με το αίμα χαλασμένο από το βάρος καλοκαιριών, ανοίξεων και χειμώνων» (Miguel Hernandez)

Όταν τα πράγματα κάπως ηρέμησαν μες στο δωμάτιο του Τζο, όλοι έμειναν για λίγο αμίλητοι. Είχε να δει καιρό αυτούς τους παλιόφιλούς από τα ένδοξα χρόνια της χολέρας, τον Βαγκ και τον Τζιμ. Δυο ελεεινά τομάρια, που πάντοτε πίστευαν ότι η ζωή είναι ένα φτερό στον άνεμο. Για αυτό και ζούσαν πάντα το τώρα, με όλο τους το είναι. «Γύρευε που έμπλεξαν πάλι», σκεφτόταν ο Τζο. «Τι έγινε, ρε μάγκες, τι φοβερό μπουκάρισμα ήταν αυτό; Καλά, που μάθατε ότι είμαι Αθήνα; Eσεις τι γυρεύετε εδώ;», και ένα σωρό ακόμα ερωτήσεις-απορίες.
Η ώρα είχε ήδη φτάσει εννιά, και οι τρεις φίλοι μιλούσαν ακατάπαυστα, έχοντας καταναλώσει τρία μπουκάλια μπέρμπον, σαν τότε στο Λονδίνο όντας δούλοι της υψηλής κοινωνίας της μαφίας. Ο Τζο είχε ξεχάσει το ραντεβού του με τον Μίλτον και το ιλουστρασιόν πάρτυ του Χίλτον. Έτσι κι αλλιώς, τα ρούχα του ήδη είχαν τσαλακωθεί και όλη του η παρουσία βρομοκοπούσε αλκοόλ. Είχαν να ιδωθούν οι τρεις τους χρόνια και είχαν να διηγηθούν πολλές περιπέτειες , όλο αυτόν τον καιρό. «Λοιπόν Τζο, κατά τις δέκα μας περιμένουν κάτι μαυρούλες και ένα καλό κρασί στον Λάζαρο, ψήνεσαι;”, τον ρώτησε ο Τζιμ κλείνοντας του το μάτι πονηρά. «Καλά και το ρωτάς;», του αποκρίθηκε. «Φύγαμε κιόλας…»
Η ώρα είχε αγγίξει τις δώδεκα, και στο μαγαζί του Λάζαρου, κάπου στα δυτικά της πόλης, επικρατούσε πανικός. Τρεις μαντραχαλάδες φώναζαν, τραγουδούσαν, έπιναν σα ζώα και προκαλούσαν κάθε άλλον θαμώνα.. Ήταν μεθυσμένοι αλλά και απίστευτα γοητευτικοί με τις αιθέριες υπάρξεις δίπλα τους. Ο Λάζαρος, ένα απόβλητο της παλαιάς Αθήνας –μαυραγορίτης στον πόλεμο της χολέρας-, τους γούσταρε, και γι’ αυτό τους πότιζε μέχρι να σκάσουν..

«Βλέπετε το παράθυρο; το βλέπετε ανοιχτό στη γαλήνη αύρα τ’ ουρανού; Εκείνος το’ θελε έτσι…» (Ricardo Molina)

Εξάρχεια. Τρεις η ώρα το βράδυ. Τρια μεθυσμένα ρεμάλια, με τσαλακωμένα ρούχα τραγουδούσαν αγκαλιασμένοι, τρεκλίζοντας. Το κρασί του Λάζαρου, τους είχε προκαλέσει μια ανεξήγητη ευτυχία στα πονεμένα μυαλά τους. Από ώρα τους είχαν παρατήσει και οι μαυρούλες. Μάλλον θα προτιμούσαν κάτι διαφορετικό, παρά την παρέα πιωμένων ξένων τυχοδιωκτών της όποιας γυναικείας αγκαλιάς.
Κάποιος θαμώνας στο κρασάδικο του Λάζαρου, τους έχει πει για ένα υπόγειο στην αναρχική πλατεία της Αθήνας, όπου γίνονται καλές φάσεις. Ούτε καν το σκέφτηκαν. Κατευθυνθήκαν αμέσως εκεί. Το πώς έφτασαν βέβαια είναι μια άλλη ιστορία. Ας είναι καλά μερικές πιτσιρίκες με ατίθασα μαλλιά, που τους συνόδευσαν μέχρι εκεί, γελώντας μαζί τους. Ο Τζιμ πάντως, έκανε και το χρέος του με τη μια από δαύτες. Για τους άλλους δύο ούτε λόγος. Όταν μπήκαν στο μαγαζί, ο Τζο διαπίστωσε, πως δεν είναι άλλο από το στέκι του, όλα αυτά τα βράδια στην Αθήνα. Εκεί που κατανάλωνε το αψέντι και το μεσκάλ και πήγαινε τύφλα, κάθε πρωί στην εφημερίδα. Ήξερε λοιπόν τα λημέρια. Ήρθε η ώρα να δείξει στους παλιόφιλούς του τι γίνεται εδώ.
Εκείνη η βραδιά θα έμενε χαραγμένη για καιρό στο μυαλό των περίοικων της πλατείας. Από το υπόγειο μπαρ ακούγονταν φωνές, τραγούδια αλλά και απίστευτα σπασίματα. Με πρωτοστάτη τον Τζο, το ποτό έρεε άφθονο, οι γυναίκες αλλά και παλιοί γνωστοί, μαζεμένοι γύρω τους, συμμερίζονταν το απίστευτο κέφι τους και συμμετείχαν σ’ αυτό. Ήταν η απόλυτη ευτυχία μερικών ανθρώπων, που δεν ήξέραν τι θα τους ξημέρωνε αύριο.
Ξαφνικά όμως όλα άλλαξαν. Ο Τζο έχασε το μυαλό του, τον κόσμο γύρω του. Άρχισε να φωνάζει, τσακωνόταν με όλους. Μάταια ο Βαγκ και ο Τζιμ προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν. Οι υπόλοιποι έμειναν άφωνοι. Κι οι λιγοστοί έφυγαν από το μαγαζί του κέντρου της Αθήνας. Το ίδιο και οι φίλοι του. Δεν άντεχαν να τον βλέπουν σε αυτή την κατάσταση.
Ξημέρωνε. Τώρα έκλαιγε. Καθόταν σε μια γωνιά, έξω από το μπαρ, τύφλα από το ποτό και σκεφτόταν τη τύχη του. Τη μοίρα. Μερικοί μιγάδες, τον κορόιδευαν και τον ενοχλούσαν. Ο ζητιάνος που τον περιεργαζόταν έγινε ο καλύτερός φίλος του εκείνη τη στιγμή. Τι έγινε τελικά; Που κατέληξε; Ήρθε καιρός να γυρίσει πίσω, στον τόπο που ΠΡΕΠΕΙ ν’ ανήκει!

«Θα γυρίσουμε αλλαγμένοι… γιατί οι ζωές μας είναι κλωστές που σπάνε εύκολα!»

Υ.Γ. : Η ιστορία αφιερώνεται στον Βαγγέλη και στον Δημήτρη και σ' εκείνο το βράδυ του Απριλίου του 2005.

Υ.Γ. 1 : H ιστορία δημοσιεύτηκε σε πέντε συνέχειες στο Περιοδικό Centro, τη περίοδο 11/10 - 15/12/2006.