31 Δεκ 2006

"It's a Good Year, a damn' Good Year, Babe!" - Kαλή χρονιά το 2007









Με το υστερόγραμμα μ' είχες κακομάθει
κι εγώ σε κυνηγούσα με τη ρίμα.
Πάει το παιγνίδι, σκόλασε, τι κρίμα,
κι είσαι ένα ρόδο πια χωρίς αγκάθι.
Τον άνθρωπο σαν τι να τον αλλάζει
κι η γνώμη μας αλλάζει με το χρόνο;
Ξαπλώνομαι όπου να 'ναι και στυλώνω
το βλέμμα στ' ουρανού το λείο ατλάτζι.
Πολύ με παίδεψ' ο έρωτας, παρότι
θα μ' έλεγε κανείς ψυχή γαλήνια
σίδερα έκαιγαν μέσα μου, καμίνια
πέρσι και πρόπερσι, όλη μου τη νιότη.
Μα έχοντας πια ξεφύγει από τα βρόχια,
τη φύση τώρα χαίρομαι, το σπίτι
και μυστικά ζηλεύω το ζευγίτη
που πάει να σπείρει με τα πρωτοβρόχια.
(Τέλος Της Εποχής, Γιώργος Κοτζιούλας)
*Τέλος του χρόνου, ανασκόπηση κάποιων πραγματικά ωραίων αλλά και συνάμα άσχημων στιγμών. Όλα τα κρατάμε.. Όλα μας κάνουν καλύτερους ανθρώπους! Και η μοίρα ορίζει πάντα το τέλος.. ποτέ ο χρόνος! Αυτός μόνο αλλάζει.." Ν.Ι.Π.

30 Δεκ 2006

(...) - N.I.Π. Ε'


Τριγυρνώ σα χαμένος
σε κάποια πολύβουη πόλη
εσύ κι εγώ
μεθυσμένος από έρωτα
εκδικώντας
την αγάπη μου
με μια πόρνη πολυτελείας
που κοιμάται με ψυχές
του άλλου κόσμου
κι εσύ
κι εγώ
διακοπές στο άγνωστο εγώ μας
μισημένοι
απ' αυτούς τους ανθρώπους
χυμένοι
στη ματαιότητα μιας αλλοτινής μαγείας
29.12

27 Δεκ 2006

"Εαυτούληδες" - Γιάννης Σκαρίμπας


Ως ωραία ήταν μου απόψε η λύπη,
ήρθαν όλα σιωπηλά χωρίς πάθη
και με ήβραν —χωρίς κανέν' να μου λείπει—
τα λάθη.

Κι ως τα γνώρισα όλα-μου γύρω — μπραμ-πάφες
όλα κράταγαν, τρουμπέτες και βιόλες
—ΕΑΥΤΟΥΛΗΔΕΣ που με βλέπαν, oι γκάφες-
μου όλες.

A!... τι θίασος λίγον τι από αλήτες
μουζικάντες μεθυσμένους και φάλτσους,
έτσι ως έμοιαζαν — με πρισμένες τις μύτες—
παλιάτσους.

Και τι έμπνευση να μου δώσουν τη βέργα
μπρος σε τρίποδα με κάντα μυστήρια,
όπου γράφονταν τ' αποτυχημένα-μου έργα—
εμβατήρια!

Α... τι έμπνευση!... Μαιτρ του φάλτσου 'γώ πάντα,
με τη βέργα-μου τώρα ψηλά —λέω— με τρόμους
νά, με δαύτη-μου να παρελάσω τη μπάντα
στούς δρόμους.

Kι ως πισώκωλα θα παγαίνω πατώντας,
μες σε κόρνα θα τα βροντούν και σαντούρια
οι παλιάτσοί-μου — στον αέρα πηδώντας —
τα θούρια...

(Εαυτουλήδες, Συλλογή "Εαυτούληδες", 1950)

*Ένα ποιήμα όλο νόημα.. από έναν σπουδαίο έλληνα ποιητή του α' μισού του 20ου αιώνα!" Ν.Ι.Π.

26 Δεκ 2006

"Exterminator!" - William S. Burroughs (1973)




τα πατίνια μου στον τοίχο
γυαλάδα κομμένων ποδιών φέγγει το βυσσινί ορίζοντά του
έχει χαριτωμένο πρόσωπο παλιόπαιδου
ενοικιάζονται δωμάτια βρώμικα δάχτυλα
σφύριξε στη σκιά
"Περίμενέ με στην παρακαμπτήριο"
ποτάμι... χιόνι... κάποιος θαμπός ξεθώριασε σ' έναν καθρέφτη
λεπτούργημα αληγών ανέμων
κρύο κάτασπρο σαν δαντέλα που κυκλώνει τις πιπεριές
η ταινία τελείωσε
έσβησε η μνήμη όταν οι φωτογραφίες τους ανεμοδαρμένοι
κάβοι με μολυσμένο νερό κάτω απ' τα δέντρα στην ομίχλη
σκιά αγοριών τα ξημερώματα στα χωράφια με τις πηγουνιές
σαλεμένα μυαλά στο παγωμένο δωμάτιο γαρύφαλα
τρεις αμπούλες μορφίνης το τεκνάκι σούρουπο χασκογελάει
ανάμεσα στα σκέλια του κιτρινισμένα δάχτυλα γαλάζια
αστέρια καυλωμένα αγόρια του ύπνου πάγωσαν όνειρα
γιατί είμαι έφηβος δώσε κι από δω σάρκα και κόκαλα
το κράτησα πολύ καιρό μάλιστα κύριε oui oui
μαλακίες τελευταίος χάρτης... λίμνη... λίμνη... κανό... ξέπασε καταιγίδα
ντάλα καλοκαίρι πνευστά μιμούνται τροπικά γιουχαΐσματα
απ' τον Παναμά νύχτα καταπίνει νεκρά δάχτυλα
εσύ εσύ ο ίδιος παντού ολόγυρα κι ίσως αγορίστικο δέρμα
ανοίγει και φαίνεται κάτι άλλο στο Λονγκ Άιλαντ
τα σκυλιά είναι ήσυχα.

(Σαλεμένα Μυαλά)
*Ουίλιαμ Μπάροουζ : ο θαυμαστός κόσμος της ακραίας αμερικανικής λογοτεχνίας του β' μισού του 20ου αιώνα. Ο εκ των θεμελιωτών της φημισμένης μπήτνικ λογοτεχνίας, που επηρρέασε τόσους και τόσους συγγραφείς αυτά τα πενήντα και χρόνια. Στην παρούσα φάση διαβάζουμε το "Exterminator!" ή ελληνιστί "Απολυμαντής!", μια συλλογή τριάντα διηγημάτων που έγραψε ο Μπάροουζ κατά την τρίτη δεκαετία της συγγραφικής του και συγκεκριμένα το 1973. Πρώτα οι Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος το 1982 και στη συνέχεια οι Εκδόσεις Απόπειρα το 1987 το έφεραν και στην Ελλάδα. Σε μετάφραση του Νίκου Μπαλή.
Βιογραφία Ουίλιαμ Μπάροουζ(2/1914 - 8/1997)
(από www.altfactor.gr, αφιέρωμα στα μέσα του '80)
Ο Burroughs γεννήθηκε στο Σαιν Λιούις το 1914 και αποφοίτησε από το Χάρβαντ το 1936, διπλωματούχος της Αγγλικής λογοτεχνίας. Αρχίζει να γράφει από νωρίς, τα γραπτά του όμως δεν βγαίνουν στη δημοσιότητα. Σε ηλικία τριάντα ετών κολλάει στη «Μεγάλη Αρρώστια» επί δεκαπέντε χρόνια. Τελικά βρίσκεται στην Ταγγέρη σ' ένα πανάθλιο δωμάτιο. «Είχα ένα χρόνο να πλυθώ ή να αλλάξω ρούχα ή να τα βγάλω, το μόνο που έκανα ήταν να χώνω τη βελόνα στο γκρίζο, ινώδες δέρμα που χαρακτηρίζει το τελευταίο στάδιο του εθισμού. Ποτέ δεν καθάριζα το δωμάτιο. Τα κουτιά από τις αμπούλες και τα σκουπίδια ήταν μαζεμένα σε σωρούς στο δωμάτιο. Το φως και το νερό ήταν κομμένα γιατί δεν τα είχα πληρώσει. Δεν έκανα απολύτως τίποτα. Κοίταζα την άκρη του ποδιού μου επί οκτώ ώρες. Μόνο όταν τέλειωνε η επίδραση της πρέζας άρχιζα να κινούμαι. Αν ερχόταν κανείς - πράγμα σπάνιο καθόμουν εκεί χωρίς να με ενδιαφέρει που είχε μπει στο οπτικό μου πεδίο - ένας γκρίζος χώρος που ξεθώριαζε όλο και περισσότερο - ούτε αν θα έμενε ή θα έφευγε. Αν πέθαινε εκείνη τη στιγμή, θα συνέχιζα να κοιτάζω το πόδι μου, και μετά θα έψαχνα τις τσέπες του...» Κάποια στιγμή ανακαλύπτει πως τα λεφτά του τελειώνουν. Φεύγει και' ευθείαν για το Λονδίνο, όπου θεραπεύεται από τον εθισμό με απομορφίνη. Η απομορφίνη είναι ένα παράγωγο της μορφίνης από την επεξεργασία της με θειικό οξύ, που δεν είναι καθόλου εθιστικό. Ως τώρα το χρησιμοποιούσαν σαν εμετικό. Δρα στον οπίσθιο λοβό του εγκεφάλου, ρυθμίζει το μεταβολισμό και επαναφέρει την κυκλοφορία του αίματος στο φυσιολογικό επίπεδο καταστρέφοντας το ενζυματικό σύστημα του εθισμού σε τέσσερις - πέντε μέρες. Αμέσως μετά η θεραπεία διακόπτεται και επαναλαμβάνεται μόνο σε περίπτωση υποτροπής.
Στο μεταξύ, το 1953 κυκλοφορεί το Junky, με τη μεσολάβηση του Άλανν Γκίνσμπεργκ, με το ψευδώνυμο Ουίλιαμ Λη. Αυτό και το Queer (που εκδόθηκε πολύ αργότερα) αναφέρονται με σχετικά συμβατικό στυλ στα δυο θέματα που κυριαρχούν σ' όλο το έργο του Burroughs τον εθισμό και την ομοφυλοφιλία. Από εκείνη την εποχή τα κείμενά του που κυκλοφορούν δι' αλληλογραφίας ασκούν τεράστια επιρροή στους μπητ συγγραφείς της δεκαετίας του πενήντα, κυρίως στον Αλαν Γκίνσμπεργκ και τον Τζακ Κέρουακ και του εξασφαλίζουν μια αντεργκράουντ φήμη και αναγνώριση. «Ξυπνώντας από την Αρρώστια», βρέθηκε μ' ένα σωρό λεπτομερείς σημειώσεις, χωρίς να θυμάται ακριβώς πώς και πότε τις έγραψε. Είναι το άμορφο υλικό από το οποίο σχηματίζεται το Naked Lunch, το γνωστότερο βιβλίο του, που μεταλλάσσεται με τα χρόνια σ' ολόκληρο το έργο του. Πρωτοκυκλοφορεί στο Παρίσι το 1959 και στις ΗΠΑ το 1962. Το 1966 δικάζεται με το νόμο περί ασέμνων και αθωώνεται. Στην υπεράσπιση, μεταξύ άλλων και ο Γκίνσμπεργκ και ο Νόρμαν Μέηλερ.
Το Naked Lunch είναι μια εφιαλτική σάτιρα με πολλά στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, τις δυστοπίες της «Freeland» και της «Interzοne», υπερβολικές βιολογικές υποθέσεις κλπ. Είναι όμως και πολύ περισσότερα απ' αυτό. Το σημαντικότερο είναι το στυλ του, που είναι κυριολεκτικά σύγχρονο και αναπόσπαστα δεμένο με το θέμα. Η διήγηση καταργείται με τη συνηθισμένη της γραμμική μορφή. Όλα τα στοιχεία του δράματος βρίσκονται συμπυκνωμένα σε κάθε παράγραφο και συγχρόνως απλωμένα σ' όλο το βιβλίο. Για να το πετύχει αυτό ο Burroughs χρησιμοποιεί την τεχνική των cut-ups, δηλαδή το κόψιμο, ανακάτεμα και συρραφή κομματιών ενός ή περισσοτέρων κειμένων ή μεμονωμένων φράσεων. Αυτή η τεχνική έχει μια ντανταϊστική βάση (Ο Τριστάν Τζαρά είπε: «Η ποίηση είναι για τον καθέναν». Και ο Αντρέ Μπρετόν τον είπε μπάτσο και τον έδιωξε από το κίνημα). Το αποτέλεσμα όμως είναι μια σειρά από κωδικοποιημένα μηνύματα που μεταδίδονται στο υποκείμενο τον αναγνώστη στην προκειμένη περίπτωση - άμεσα, χωρίς τη μεσολάβηση του συνειδητού, και επιδρούν πάνω του δυνατότερα, σχεδόν ψυχαναγκαστικά.
Το cut-υρ έχει πολλές φορές τη δύναμη να γεννά νέες ιδέες από την συνέργια των συνδυασμένων λέξεων. O Burroughs δεν σταματά σ' αυτό. Κάνει κάποιου είδους cut-υρ στις ιδέες, δανείζεται ιδέες από κάθε μορφή λαϊκής κουλτούρας - ταινίες, κόμικς, γουέστερν, επιστημονική φαντασία, γκάγκστερς, εφημερίδες - και από τις νεότερες επιστημονικές ανακαλύψεις και τις τεχνολογικές εφαρμογές, τις συνδυάζει με τον πιο απίθανο τρόπο και το αποτέλεσμα είναι μια εντελώς νέα και πρωτότυπη ιδέα, ή, για τους πιο συντηρητικούς, μια φοβερά δυνατή μεταφορά πάνω στα παιχνίδια ελέγχου - της εξουσίας, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των παρα-θρησκευτικών οργανώσεων κλπ. -, τον ολοκληρωτισμό, τον καπιταλισμό των πολυεθνικών, την ιατρική ψυχιατρική τυραννία, τον πόλεμο, τον εθισμό, ή ό,τι άλλο.
Το Naked Lunch το ακολούθησαν τα The Soft Machine (1961), The Ticket That that Exploded (1962), Nova Express (1964), The Wild Boys (1971), Exterminator! (1973). Πολλοί χαρακτήρες, καταστάσεις και ιδέες μετακινούνται ελεύθερα από το ένα βιβλίο στο άλλο, σαν σε ένα Δαντικό ταξίδι στην κόλαση, συνουσιάζονται μεταξύ τους με μιαν υπεράνθρωπη σεξουαλικότητα, απαγχονίζονται εκσπερματώνοντας α λα Σαντ, η σάρκα τους καταβροχθίζεται από ζώα, έντομα ή καννιβάλους, μεταλλάσσεται από αποτροπιαστικές ασθένειες, η πρέζα και οι άλλες εξωτικές και μη ουσίες συνδυάζονται με σοδομισμούς και νεκροφιλίες, ο συγχωνευμένος έρωτας - θάνατος, δημιουργούν «μια νέα μυθολογία για την διαστημική εποχή».
Αυτή η μυθολογία, και περισσότερο αυτό το στυλ που την εκφράζει και την αντιπροσωπεύει δεν ήταν δυνατόν να περάσουν απαρατήρητα από τους υπόλοιπους διαμορφωτές σύγχρονων μυθολογιών και λογοτεχνικών στυλ της εποχής μας, τους συγγραφείς επιστημονικής φαντασίας. Πράγματι, ο Burroughs, μαζί με τον Ναμπόκωφ, τον Dali και άλλους σουρρεαλιστές ζωγράφους και λογοτέχνες ήταν από τις μεγαλύτερες επιρροές που δημιούργησαν το λεγόμενο «νέο κύμα» στην επιστημονική φαντασία, όπως πρωτοεμφανίστηκε στην Αγγλία τη δεκαετία του εξήντα, κυρίως από το περιοδικό New Worlds που διηύθυνε τότε ο Michael Moorcock. Ο Moorcock, ο Brian Αldiss, ο J.G.Ballard, ο Barrington Bayley, ο Langdon Jones από την Αγγλία και ο Norman Spinrad, ο Thomas Dish, ο John Sladek από την Αμερική κ.ά. ακολούθησαν, o καθένας με τον τρόπο του, αυτή τη νέα άποψη για τη μορφή στη λογοτεχνία.
Μ' έναν παρόμοιο τρόπο γύρω στο '76-'77 μέσα από το τέλμα της ροκ σκηνής αναδύθηκε ένα παρόμοιο «νέο κύμα» στο μουσικό χώρο, ανάλογα επηρεασμένο από τις καινοτομίες του Burroughs αλλά και τον ίδιο προσωπικά, καθώς από το 1966 που δάνεισε τον τίτλο του τρίτου του βιβλίου στο συγκρότημα Soft Machine ο Burroughs εμφανίζεται συχνότατα με ροκ συγκροτήματα, από τους Gong μέχρι πρόσφατα με την Laurie Anderson και Throbbing Gristle και πολλούς άλλους.
Φέρνοντας τα πάνω - κάτω στο πέρασμά του, ο Burroughs συνεχίζει την αλλόκοτη πορεία του, αφήνοντας πίσω του ένα σωρό γραπτά που έχει γράψει μόνος του, σε συνεργασία με άλλους ή που έχουν παραχθεί με τη μέθοδο του cut-υρ από τα γραπτά ή τα λόγια άλλων, μερικούς δίσκους με τραγούδια - απαγγελίες, απαγγελίες, ή πειραματικές εφαρμογές αλλόκοτων θεωριών. Τα βιβλία του, τα φυλλάδια που έχουν εκδώσει διάφοροι αντεργκράουντ εκδότες και τα άπειρα γράμματά του είναι τόσα πολλά που κάνουν ανέφικτη κάθε προσπάθεια για μια ολοκληρωμένη βιβλιογραφία του. Το μεγαλύτερο μέρος των βιβλίων του έχουν εκδοθεί στην Αμερική από τις εκδόσεις City Lights. Το πιο σημαντικό από τα τελευταία του βιβλία είναι το Cities of the Red Night (1981), από τα πιο γραμμικά τον μυθιστορήματα, ένα πυρετώδες όνειρο όπου το παράξενο είναι το φυσιολογικό, και οι εθισμένοι ήρωες ταξιδεύουν στα περιβάλλοντα του χώρου και του χρόνου με το στυλ του τσαντλερικού ντετέκτιβ ή μέσα από μαγικές επικλήσεις στους Σκοτεινούς Αγγέλους που έχουν βγει κατ' ευθείαν από το Νεκρονομικόν του παράφρονα Αραβα Αβδούλ αλ-Χαζρέδ. Τελευταία έχει στηθεί μια βιομηχανία γύρω από το όνομα του Burroughs. Εδώ και χρόνια συζητιέται το γύρισμα του Naked Lunch σε ταινία, η εκδοτική εταιρεία Picador κυκλοφόρησε το Α William Burroughs Reader με σχολιασμένα αποσπάσματα από το έργο του, ο τίτλος του βιβλίου του Blade Runner πουλήθηκε για την ταινία του Ridley Scott, ο ίδιος περιοδεύει και δίνει διαλέξεις διαφημίζοντας τα βιβλία του... Πριν λίγα χρόνια είχε ανοίξει ένα γραφείο ταξιδιών που πουλούσε εισιτήρια για τη Σελήνη και τον Αρη (προς 1.285 δολάρια)...
Παρ' όλα αυτά θα ήταν άδικο να συμπεράνουμε πως o Burroughs έχει πέσει στην παγίδα των εμπορικών κυκλωμάτων και κάνει τα πάντα για να αυξήσει το εισόδημά του. Είναι ένας άνθρωπος που έχει φτάσει τα 75, είχε μια ζωή πλούσια σε εμπειρίες, άλλες δυσάρεστες και άλλες ευχάριστες, άλλες ενδιαφέρουσες και άλλες εξωτικές, συνέβαλε όσο κανείς άλλος στη δημιουργία ενός λογοτεχνικού κινήματος, διατύπωσε πρωτότυπες θεωρίες που ίσως αποδειχθούν επαναστατικές, και συνεχίζει ακάθεκτος το δρόμο του, στα χνάρια του αποφθέγματος του Χασάν ιμπν Σαμπάχ, του ιδρυτή του Τάγματος των Δολοφόνων, που τόσο του αρέσει να επαναλαμβάνει: «Τίποτε δεν είναι αληθινό. Ολα είναι επιτρεπτά».
&
(από τις Εκδόσεις Πολύχρωμος Πλανήτης)
" Ν.Ι.Π.

"Οι Ονειροπόλοι" - Γιώργος Μυλωνογιάννης


Νικημένοι... Και όμως δεν δώσαμε μάχη
μήτε καν στον ορίζοντα φάνηκ' εχθρός,
ενώ θα πρεπε να μαστε πάντοτε μπρος,
σε σκιές και σε φάσματα στρέφουμε ράχη...
Η δειλία χαράζει το κάθε μας βήμα
κι όλοι ζούμε με τ' όνειρο κάποιας φυγής,
μας πειράζει στα μάτια το φως της αυγής,
τραγουδάμε το χάρο, ποθούμε το μνήμα.
Μεθυσμένοι... Χωρίς ούτε στάλα να πιούμε,
τη φωτιά μας δε σβήνει κανένα πιοτό,
θα 'ρθει ώρα να βρούμε τη λήθη σ' αυτό,
τώρα όμως δεν ξέρω και μεις τι ζητούμε...
Στο μεθύσι μας πάνω πιστεύουμ' αλήθεια
ότι γίναμε κι όλας καινούριοι Θεοί,
τη ζωήν, ως τη ζουνε οι άλλοι θνητοί
τη χλευάζουμε σαν μια χυδαία συνήθεια...
Γελασμένοι... Δεν το 'χαμε πριν καταλάβει,
πως μια μέρα θα 'ρχόνταν αυτός ο καιρός,
που κι ο ύστατος φίλος θα ήταν νεκρός...
Η ζωή δεν προσφέρει, ζητάει να λάβει.
Διαρκώς αυταπάτες και πάντα στο χέρι
λίγα πούπουλα, θύμηση μόνο σκληρή
της χαράς που πετάει και φεύγει ιλαρή
στον ορίζοντα πέρα, λευκό περιστέρι...
*Ποιήμα μελωποιημένο από τον Θάνο Ανεστόπουλο, σε κάποιο unplugged live του (στον "Αέρα" πέρυσι τον Γενάρη αν δεν κάνω λάθος), από έναν λυρικό ποιητή του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, του χανιώτη Γιώργου Μυλωνογιάννη." Ν.Ι.Π.

25 Δεκ 2006

"Με Ρωτούν Οι Χειμώνες" - Διάφανα Κρίνα (2006)


Με ρωτούν οι χειμώνες, τα σκυλιά μες στο κρύο
Με ρωτούν τα μελτέμια που με κόψαν στα δύο
Με ρωτούνε τα φεγγάρια κι οι νεκροί γαλαξίες
Με ρωτούνε τα σκιάχτρα κι οι σκιές στις γωνίες
Αν κουράστηκα να σέρνω εδώ κι εκεί τη ζωή μου
Αν ακόμα ανασαίνω, αν κοχλάζει η ζωή μου
Που γυρίζω τις νύχτες και τι ψάχνω να βρω
Αν αυτό το ναυάγιο εκεί στην άκρη είμαι εγώ
Ω, Ω, Ω, ΩΩΩ
Μα εγώ στήνω γιορτές για τους ανθρώπους που χάνουν
Καταπίνω φωτιές, μοιράζω τα υπάρχοντά μου
Μπαίνω αλλόφρων από εξόδους κινδύνου
Καθώς όλοι τρέχουνε μακριά να ξεφύγουν
Τραγουδάω τη λύπη τη χαρά τη συγνώμη
Γιατί ξέρω πως τίποτα δε χάθηκε ακόμη
Μα εγώ στήνω γιορτές για τους ανθρώπους που χάνουν
Καταπίνω φωτιές, μοιράζω τα υπάρχοντά μου
Ω, Ω, Ω, ΩΩΩ
Κι όταν σβήνουν τα φώτα, μου σφίγγεις το χέρι
Και μου λες «τι θα γίνω αν χαθείς»
Μη φοβάσαι μωρό μου, πάνω λάμπουν τα αστέρια
Εδώ κάτω λάμπουμε εμείς
Ω, Ω, Ω, ΩΩΩ
Μας προσμένουν σαν στοιχειά που διψάνε για στάχτη
οι άγριες χαρές, τα πιο υπέροχα πάθη,
νυσταγμένες μελωδίες στου μυαλού μας το βάθη
οι παλιές μας οι φοβίες, τα ολοκαίνουργια λάθη.
μας προσμένουν οι μεγάλοι κι οι απέραντοι δρόμοι
μας προσμένουν κι όλα αυτά που δεν ήρθαν ακόμα
Μας προσμένουν σαν στοιχειά που διψάνε για στάχτη
οι πιο άγριες χαρές, τα πιο υπέροχα πάθη.
Ω, Ω, Ω, ΩΩΩ
*Καινούριο τραγούδι από Διάφανα Κρίνα. Μελωδικό, υπέροχο. Στίχοι που θυμίζουν.. τη καλοκαιρινή περιπέτεια(φώτο).. τότε που σκεφτόσουν τους χειμώνες!" Ν.Ι.Π.

24 Δεκ 2006

"Τι Είναι Ποίηση" - Ομιλία του Γιώργη Παυλόπουλου (αναδημοσίευση από e-missos.gr)


Τι είναι ποίηση...


"Αν ένα πουλί μπορούσε να πει με ακρίβεια τι τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, και τι είναι αυτό που το κάνει να τραγουδάει, δεν θα τραγούδαγε".


Κυρίες και Κύριοι

Φίλες και Φίλοι

Παραλλάζοντας αυτή τη σημείωση του Πωλ Βαλερύ, η οποία παραπέμπει αμέσως στον Ποιητή και στην Ποίηση, θα λέγαμε: "Αν ένας ποιητής μπορούσε να πει με ακρίβεια τι γράφει, γιατί γράφει και τι είναι αυτό που τον κάνει να γράφει, δεν θα έγραφε".Κι εγώ τώρα δεν ξέρω να σας πω τι είναι Ποίηση και γιατί γράφω ποιήματα. Πολύ περισσότερο δεν ξέρω να σας πω σε τι μας βοηθάει η Ποίηση και ποιος είναι ο σκοπός της.Το μόνο που ξέρω είναι πως ο Ποιητής ήταν πάντα ένας αφοσιωμένος της Ζωής. Είτε τον γεμίζει χαρά, είτε τον θλίβει η Ζωή, είτε τον πάει στον Ουρανό, είτε τον κατεβάζει στην Κόλαση, αυτός μένει πάντα ο αφοσιωμένος της.Τη μυστήρια αγάπη του για τη Ζωή δεν έχει άλλο τρόπο να την εκφράσει: γράφει ποιήματα. Νομίζω ότι προσπαθεί να εκφράσει κυρίως αυτό που κρύβει η ζωή.


'Οπως ο έρωτας κρύβει αυτό που μας κάνει ερωτευμένους.Η Ποίηση λοιπόν είναι πράξη ερωτική; 'Η μήπως πράξη απόγνωσης; 'Η μήπως και τα δύο; Πράξη ερωτική και συνάμα πράξη απόγνωσης.Για την ποιητική πράξη έχουν γραφτεί πολλά και διάφορα. Και από τους ιδιους τους τεχνίτες και από τους θεωρητικούς. Πολλές φορές οι Ποιητές προσπάθησαν να διατυπώσουν τον ανύπαρκτο ορισμό της Ποίησης, σα να κοίταζαν σ' έναν καθρέφτη όπου δεν έβλεπαν το πρόσωπό τους, αλλά το απόλυτο κενό.Σταχυολογώ πρόχειρα:

Η ποίηση είναι η αναζήτηση του ανεξήγητου

Στήβενς

Η ποίηση αρχίζει πάντα, όταν κάποιος που πρόκειται να γίνει ποιητής, διαβάζει ένα ποίημα.

Μίλτον

Η ποίηση μας δημιουργεί την εντύπωση, όχι πως ανακαλύψαμε κάτι καινούργιο, αλλά πως θυμηθήκαμε κάτι που είχαμε ξεχάσει.

Μπράντλεϋ

Η ποίηση είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Καρυωτάκης

Η ποίηση είναι ένας φασιανός που χάνεται στους θάμνους

Στήβενς

Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα.

Σεφέρης

Η ποίηση υπαγορεύεται από ένα δαιμόνιο, αν και θα ήταν υπερβολή να το χαρακτηρίσει κανείς αγγελικό.

Ζεζλάβ Μίλοζ

Η ποίηση είναι έκφραση, αν ένας στίχος είναι έκφραση, αν καθένα από τα μέρη που απαρτίζουν ένα στίχο, κάθε μία λέξη, είναι εκφραστικά μόνα τους.

Κρότσε

Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε αλλά ο καλύτερος τοίχος να κρύψουμε το πρόσωπό μας.

Αναγνωστάκης

Η ομορφιά καραδοκεί.Αν είμαστε ευαίσθητοι, θα την αισθανθούμε μέσα στην ποίηση όλων των γλωσσών.

Μπόρχες

Η ποίησις είναι ανάπτυξις στίλβοντος ποδηλάτου.

Εμπειρίκος

Η ποίηση αρχίζει με την επίγνωση εκ μέρους μας όχι της Πτώσης, αλλά του ότι πέφτουμε.

Μπλουμ

'Οταν διαβάζουμε ένα καλό ποίημα, φανταζόμαστε πως κι εμείς θα μπορούσαμε να το έχουμε γράψει, πως το ποίημα προϋπήρχε μέσα μας.

Μπόρχες

Η ποίηση ένα πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό.

Πλάτων

Η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση. Δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα.

Έλιοτ

Η ποίηση είναι η πιο πυκνή μορφή προφορικής έκφρασης.

Πάουντ

Η ποιότητα ενός μεγάλου ποιητή είναι πανταχού παρούσα και πουθενά ορατή σαν μία ξεχωριστή συγκίνηση.

Κόλεριτζ ή Ντε Κουίνσυ

Αν κάποιος μάθει καλά ελληνικά, μπορεί να βρει σχεδόν "ολόκληρη την ποίηση" στον Όμηρο.

Πάουντ

Είναι παράξενο πως γράφει κανείς ποιήματα.

Σεφέρης

Οι ποιητές όλων των εποχών έλαβαν μέρος στη συγγραφή ενός Μεγάλου Ποιήματος αενάως εν εξελίξει.

Σέλλεϋ

Στην ίδια την ουσία της ποίησης υπάρχει κάτι το απρεπές: Φανερώνονται πράγματα που δεν ξέραμε πως τα κρύβαμε μέσα μας και τρομάζουμε σα να είχε ξεπηδήσει μια τίγρης και στεκόταν μπροστά μας στο φως τινάζοντας την ουρά της.

Σέσλαβ Μίλοζ

Όλη η ποίηση είναι ποίηση πειραματική.

Στήβενς

Η ποίηση είναι η αιτία που φθείρει το κάθε τι από το μη είναι στο είναι.

Πλάτωνας

"Διο ευφυούς η ποιητική εστιν ή μανικού. Τούτων γαρ οι μεν εύπλαστοι οι δε εκστατικοί εισίν".(Η τέχνη της ποίησης είναι έργο του προικισμένου μάλλον παρά του μανικού καλλιτέχνη, γιατί ο πρώτος είναι ο επιδέξιο μιμητής, ενώ ο δεύτερος κατέχεται από ενθουσιασμό και του λείπει η ψυχική ηρεμία).

Αριστοτέλης


Ο κατάλογος είναι ανεξάντλητος όπως ανεξάντλητες είναι οι άπειρες αισθήσεις που μας υποβάλλει η Ποίηση. Θα σταματήσω εδώ. Και θα τον κλείσω με μια φράση του Πεσόα:


Ο άνεμος φυσάει

έτσι όπως τον άκουσε ο Όμηρος

ακόμα κι αν δεν υπήρξε ποτέ


Ανέφερα τον Πεσόα, αλλά δεν σας αποκάλυψα τα ονόματα εκείνων που έγραψαν αυτούς τους στοχασμούς για την Ποίηση. Καλύτερα έτσι.'Ισως αυτός ο τρόπος μας φέρνει πιο κοντά σε Κείνον που αποσβύνοντας ολοένα το πρόσωπό του μέσα στο έργο του, γίνεται ο άλλος, γίνεται οι άλλοι, γίνεται ο Κανένας. Θέλω να πω μας φέρνει πιο κοντά στον Ποιητή και στο Ποίημα.Και τι είναι τελικά το Ποίημα; 'Ισως είναι το νόμισμα που σφίγγει στα δόντια του ο Ποιητής για να μπει στη βάρκα του Θανάτου. Με αυτό θα πληρώσει για το μέγα θαύμα που αξιώθηκε και που δεν είναι άλλο από την ίδια τη ζωή.Έχω γράψει τούτο το χαϊ-κου:


'Ολοι χωράμε

οι ζωντανοί κι οι νεκροί

σ' ένα ποίημα


Αλλά και όλη η μνήμη του κόσμου χωράει μέσα στην Ποίηση.'Η τουλάχιστον αυτή τη μαγική εντύπωση μας δίνει η τέχνη της Ποίησης. Πως όσα έχουν χαθεί και κείνα που θα έρθουν και θα περάσουν και θα χαθούν θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση.Θα μείνουν για πάντα μέσα στην Ποίηση "όσα κι αν είναι λίγα αυτά που σταματιούνται" όπως θα έλεγε ο Αλεξανδρινός.


(Διαβάστηκε από τον ίδιο τον ποιητή Γιώργη Παυλόπουλο στην εκδήλωση του περιοδικού "Γράμματα και Τέχνες" που έγινε προς τιμήν του στο "Σπίτι της Κύπρου" στις 8/12/1997. Αναδημοσιεύεται από το τεύχος 83 του περιοδικού "Γράμματα και Τέχνες" (Φεβρουάριος - Μάρτιος 1998))

23 Δεκ 2006

(...) - N.I.Π. Δ'


Κρυώνω
όταν ξερνώ
τσιγάρο και ποτό
και ο θάνατος δίπλα μου
χαμογελά
χαιρέκακα θαρρώ.
Αργοσβήνω
όταν ξερνώ
υγρά κι έρωτα
κι ο χάρος με τη μάσκα του
οδηγεί τη βάρκα
μόνος επιβάτης της εγώ.
Πεθαίνω
το νιώθω
το προβλέψανε οι άρρωστοι
συμβουλάτορες
της αιώνιας ξεφτίλας.
23.12

22 Δεκ 2006

"Ο Έρωτας σε 2 Πράξεις" - Αθηνά Πολυκανδριώτη (22/12/06)


Πράξη 1η

Δύο άνθρωποι στα κρεβάτια τους, μακριά ο ένας από τον άλλον αργά τη νύχτα κάνουν σκέψεις..

Α. Μακάρι να μη σε ήθελα τόσο πολύ θα ήμουν περισσότερο ο εαυτός μου, ή μήπως αυτός είναι ο εαυτός μου, δεν ξέρω καν τι γίνεται μέσα μου όταν είμαι μαζί σου.. χάνω εμένα ή με βρίσκω?

Γ. Μακάρι να γινόμουν αίμα ολόκληρη και να κυλούσα μέσα σου, σαν αρρώστια να ενωθώ μαζί σου

Α. Δεν ξέρω.. ξέρω μόνο ότι κάθε νύχτα γυρίζω σπίτι και γράφω όλα όσα δεν σου λέω.. όχι δεν είναι εγωισμός.. ούτε ανασφάλεια είναι, να.. αυτό.. φοβάμαι οτι μπορεί να ανατραπούν όλα εάν μιλήσω, εάν σ’ αφήσω να με κοιτάξεις..

Γ. Οι σκέψεις μου κόκκινες σκέψεις χαμένες στην αίσθηση σου, υπόγεια αίσθηση χαμένη στο μαύρο μυστικισμό σου, ποτέ δεν κατάφερα να τον αποκωδικοποιήσω, θα ΄θελα για μια νύχτα να αφουγκραστώ τις σκέψεις σου, αφού δεν κατάφερα να γευτώ τη ψυχή σου..

Α. Ίσως είμαι σκληρός κάποιες φορές, έτσι είμαι, κυνικός.. όχι ρεαλιστής είμαι, τις γυναίκες τις ερεθίζει στην αρχή, αλλά κάποτε τις κουράζει, νομίζω πως είδα την απογοήτευση στα μάτια σου.. σίγουρα με βαρέθηκες και εσύ, ίσως και να με σιχάθηκες.

Γ. Κάθε νύχτα γυρίζω σπίτι και γλύφω τις πληγές μου, μόνη μου στο σκοτάδι.. εγώ και τα ουρλιαχτά μου, με πονάει αυτός ο κόσμος μη με πονάς και 'συ αγάπη μου..

Α. Τι φταίει που η πραγματικότητα μου κρύβει την αλήθεια μου; Και εσύ.. εσύ θα μπορούσες να την ανακαλύψεις.. αλλά δεν θες, είσαι και εσύ σαν τις άλλες.. ευκαιριακά διαθέσιμη.

Γ. Θέλω να σε πλησιάσω, να ζωγραφίσω μέσα σου, να είμαι για σένα.. μόνο για σένα, όχι δεν θες.. εάν ήθελες θα το είχα καταλάβει, στο κρεβάτι σου μόνο εκεί είμαι όχι στη ζωή σου..

Α. Ναι βέβαια.. ευκαιριακά διαθέσιμη, αναμφίβολα, είσαι τόσο μικρή, με έχεις γιατί σε διασκεδάζω και ίσως σε γοητεύω ελαφρώς με τις εμπειρίες μου

Γ. Ναι αναμφίβολα μόνο στο κρεβάτι σου, ικανοποιείται η ματαιοδοξία σου, επιβεβαιώνετα ο ανδρισμός σου, μέχρι εκεί.. ίσως σε ιντριγκάρει και το ότι είμαι αρκετά νεότερη

Α. Νιώθω τόσο γελοίος, σαν πρωταγωνιστής σε άρλεκιν δεν ταιριάζει στο τρόπο ζωής μου, ούτε στην ιδεολογία μου για τις σχέσεις, μήπως χάθηκαν οι γυναίκες; Τελείωσε..

Γ. Πρέπει να τελειώσει, κουράστηκα να προσπαθώ να γίνομαι καλύτερη, για ποιον;
Για κάποιον που πως το είχε πει.. είναι συνειδητά ανώριμος.. και αυτό δεν θα αλλάξει.. Τέλος

Μετά από μια βδομάδα σε κάποιο μπαρ της Αθήνας τα ίδια πρόσωπα καθισμένα απέναντι ο ένας στον άλλον στο ίδιο τραπέζι

-Δεν μιλάς πολύ..
-Μπορεί να μην έχω να πω πολλά ακόμη
-Εξαντλήσαμε όλα τα θέματα;
-Ίσως..
-Μη μου χαμογελάς έτσι..
-Πως έτσι; Πάντα έτσι σου χαμογελάω..
-Εφόσον άλλαξε η κατάσταση εκλαμβάνω αλλιώς και το χαμόγελο..
-Ωραία και εσύ λοιπόν μη με κοιτάς έτσι..
-Πως έτσι;
-Έκφυλα..
μη γελάς..
-Εάν σταματήσω να σε κοιτάω έτσι δεν θα υπάρχει λόγος να σε ξαναδώ..
-Ωραία γιατί δεν θα με ξαναδείς έτσι και αλλιώς..
-Το έχεις ξαναπεί αυτό..
-Απόψε το εννοώ..
-Και τι άλλαξε απόψε δηλαδή;
-Κουράστηκα..
-Κουράστηκες τι; Να με βλέπεις; Να με ακούς; Να με..
-Κουράστηκα να είμαι η παλλακίδα σου..
-Πολύ ωραίος όρος.. οι παλλακίδες στην αρχαιότητα είχαν εξέχουσα θέση, το ξερες; Η Ασπασία του Περικλή για παράδειγμα ήταν απλά η παλλακίδα του..
-Γελάς; Ναι αλλά ήταν του Περικλή όχι του Παναγιωτακη..
-Παναγιωτάκη.. τόσο πολύ ξεπέσαμε;
-Μάτια μου όλα μάταια, ωραίες οι αμπελοφιλοσοφίες αλλά κουράζουν, κυνηγώ όλα όσα αποφεύγεις..
-Προσπάθησες να αλλάξεις κάτι και δεν τα κατάφερες;
-Τι εννοείς; -Τίποτα..
-Μίλα μου..
-Έχεις δίκιο είμαστε πολύ διαφορετικοί..

Δεν μιλάνε για λίγα λεπτά

-Έχεις βρεί κάτι άλλο;
-Μπορεί
-Αυτό είναι λοιπόν..
-Γίνεσαι βλάκας..
-Γίνεσαι μικρή..
-Γίνεσαι λίγος..
-Γίνεσαι περιττή..
-Θα φύγω..
-….
-Φεύγω
-Μείνε..
-Γιατί?
-Σε θέλω..
-Πες σ’ έχω ανάγκη..
-Σε θέλω..
-Πές σε χρειάζομαι
-Σε θέλω..
-Πες σ άγαπώ
-Σε θέλω..
-Σε αποχαιρετώ..
Πράξη 2η
Σκοτεινό δωμάτιο αργά τη νύχτα, μια γυναίκα στέκεται όρθια στο παράθυρο, και ένας άντρας κείτεται απαθέστατα στο κρεβάτι..

Τι γεύση έχω;
Τι γεύση έχει η αφή μου;
Τα όνειρα μου
Τι γεύση έχει ο ιδρώτας μου;
Το πάθος μου;
Η αυτοκαταστροφή μου;
Δε μιλάς.. ποτέ δεν μιλάς, μόνο μ’ ακούς
Σ’ αρέσει που παραληρώ, ναι.. σ’ αρέσει
Σου προκαλεί την ίδια αίσθηση που αφήνουν τα νύχια μου μπηγμένα στη σάρκα σου..

Γελάς;
Θα σου ρουφήξω το χαμόγελο
Θα σου βγάλω ένα ένα τα δόντια
Όπως ο Πόε στη Βερενίκη του..
Ναι.. και μετά..
Μετά θα πάψει να με φυλακίζει η λάμψη του,
Η αψεγάδιαστη κατανομή του,
Θα πάψω να ποθώ τις δαγκωματιές του..
Ναι ναί αναμφίβολα θα πρέπει να στο ξεριζώσω..
Ούτε καν κουνήθηκες..
Ώστε σ΄ αφήνουν ανεπηρέαστο οι απειλές μου;
Κάθεσαι εκεί ώρες τώρα, ασάλευτος βουτηγμένος στο έρεβος σου..

Κοιτάζομαι στο καθρέφτη
Άγρια η όψη μου..
Κάποτε ήμουν όμορφη
Οι άντρες κοιμόντουσαν στο στήθος μου
Και πάλευαν να αφουγκραστούν τα όνειρα μου
Μα εγώ.. εγώ τα φύλαγα για σένα ..
Για σένα μ’ ακούς;
Και 'συ μου τα πήρες και τα φυλάκισες στη σιωπή σου..
Στο μαύρο μυστικισμό σου..
Μα τώρα πια φυλάκισα και ‘γω τη σιωπή σου!
Ναι ναί.. τη κληροδότησα στην αιωνιότητα..

Η γυναίκα χαμογελάει βιαία και ξεσπά τελικά σε τρανταχτά γέλια
Το βλέμμα της συνάντα το ρολόι του τοίχου και το πρόσωπο της σκοτεινιάζει και πάλι..

Χάνομαι στη λήθη μου..
Κάθε μέρα και πιο κοντά..
Κοιτάζω τους δείχτες και θρηνώ τα απανθρακωμένα χρόνια μου..
Χρόνια χαμένα απ’ τη ζωή μου
Γερασμένη μα τόσο νέα..
Τα χέρια μου άγρια
Ζαρωμένα χέρια
Οι φλέβες τα κοσμούν σαρκαστικά..
Πότε ήταν η τελευταία φορά που τα θυμάσαι σαγηνευτικάl
Κόκκινα νύχια..
Γοητευτική ελαφρότητα
Απαλές κινήσεις..
Τα θαύμαζες θυμάσαιl
Τα κοίταζες και χανόσουν στην ελεγεία τους..
Τα φιλούσες και γευόσουν τη ποιητικότητα τους..
Μαράθηκαν και αυτά, σα τη ψυχή μου..
Συμφωνείς;

Μίλα επιτέλους! Μου 'κλεψες χρόνια, ψυχή και όνειρα
Και συνεχίζεις να μου φτύνεις στη μούρη τη γαμημένη σιωπή σου;

Θυμάσαι κάποτε.. ξύπνησα αργά τη νύχτα ουρλιάζοντας..
Θρηνώντας πως το παιδί μου.. το παιδί μας.. δεν υπάρχει πια
Και 'συ στεκόσουν και με κοίταζες σαδιστικά ανέκφραστα,
Μετά.. γύρισες τη πλάτη, και σιωπή..
Το επόμενο πρωί.. το μόνο που θυμάμαι είναι
Ένα κατακκόκινο χρώμα παντού και μια μπλέ υστερική σειρήνα ασθενοφόρου

Μίλα επιτέλους! Μου 'κλεψες χρόνια, ψυχή και όνειρα

Σε σιχαίνομαι μου βρομίζεις το χώρο
Μπορώ να μυρίσω την αθλιότητα σου στην ατμόσφαιρα..

Όχι δεν θα μείνω άλλο σ’ αυτό το άδοξο κατηγορητήριο
Βαρετός και μίζερος ο ρόλος του κατήγορου
Σήμερα θα είμαι ο δικαστής..
Και σε καταδικάζω εις θάνατον
Σ' ένα επιβαλλόμενο αναξιοπρεπή θάνατο..
Χωρίς θρήνους και χωρίς μνήμες
Ναι.. σε διαγράφω..
Είσαι νεκρός!
Νεκρός και μόνος..

Και αν κλαίω τώρα πάνω απ’ το σώμα σου
Είναι επειδή αντικρίζω την αγάπη μου μέσα του
Πόση αγάπη μου φυλάκισες.. πόση αγάπη μου έκλεψες..
Και μένα? Εμένα μου έμεινε μόνο αυτή.. αυτή η αλμυρή κόκκινη γέυση..
Συνοδεία προς την αιωνιότητα..

Γεύση αίματος έχει η αφή μου..
Γεύση αίματος έχει η συναίσθηση μου..
Γεύση αίματος έχουν τα όνειρα μου..
Γεύση αίματος έχει η συνείδηση μου..
Γεύση αίματος θα έχω όσο ζώ
"Για κάποια πράγματα που γράφονται είναι κακό ή άδικο να μιλάς! Σ' εκείνο το σημείο η ομιλία είναι περιττή. Αξία έχουν οι λέξεις.. Ναι οι λέξεις! Η Αθηνά μας γάμησε και πάλι μετά από πέντε μήνες, με τις υπέροχες λέξεις της.." Ν.Ι.Π.

"Carmen" - Prosper Merimee (1847)



Αυτά μου φαίνεται πως είναι πάνω κι από αρκετά για να εντυπωσιάσω τους αναγνώστες της Κάρμεν με τις φτωχές μου σπουδές στην τσιγγάνικη γλώσσα. Θα κλείσω με μια παροιμία που μου φαίνεται ότι ταιριάζει απόλυτα στην περίσταση: "En retudi panda nasti abela macha", δηλαδή, "Όποιος κρατά το στόμα του κλειστό, τις μύγες δεν τις τρώγει".


"Από τις πιο διάσημες γαλλικές νουβέλες του 19ου αιώνα που γράφτηκαν, από τον σπουδαίο γάλλο συγγραφέα Προσπέρ Μεριμέ. Έχει γίνει γνωστή κυρίως λόγω της μεταφοράς της στην όπερα λίγα χρόνια μετά την δημοσίευσή της από τον Ζωρζ Μπιζέ. Έχει μεταφερθεί στην τηλεόραση και στον κινηματογράφο άπειρες φορές, με τελευταία μια αξιόλογη ισπανική παραγωγή του 2003. Η διάσημη, λοιπόν, ιστορία της ισπανίδας τσιγγάνας και του εραστή της, έτσι όπως την διηγήθηκαν στον Μεριμέ, σε ένα ταξίδι του στην Ισπανία γύρω στο 1832, και την έγραψε μέσα σε 8 μέρες, έχει κάνει το γύρο του κόσμου κι έχει αγαπηθεί πολύ.
Κρατάμε στα χέρια μας μια τελευταία ελληνική έκδοση από τις Εκδόσεις Το Ποντίκι, προηγουμένως όμως είχε εκδοθεί από τον Οίκο Καστανιώτη το 2000.

Βιογραφικό Προσπέρ Μεριμέ

Ο Προσπέρ Μεριμέ γεννήθηκε το 1803 στο Παρίσι και πέθανε στις Κάννες το 1870. Ο πατέρας του ήταν ζωγράφος. Θεωρείται από τους σημαντικότερους γάλλους λογοτέχνες του 19ου αιώνα, με τα περισσότερα έργα του να μεταφέρονται εδώ και τρεις αιώνες σε θέατρο, κινηματογράφο και τηλεόραση. Μετά την έκδοση της "Κάρμεν" δε ξαναδημοσίευσε κανένα άλλο γραπτό του. Σπούδασε νομικά, όμως έγραφε από νεαρή ηλικία. Μέχρι τα 22 του χρόνια είχε γράψει έξι θεατρικά έργα ενώ το 1825 γράφει το "Το Θέατρο της Κλάρα Γκαζύλ", που τον καθιέρωσε ως μια από τις προεξέχουσες μορφές του ρομαντικού κινήματος. Ακολουθούν το "La Jacqerie" το 1828 και το "Χρονικό της Βασιλείας του Καρόλου ΙΧ" το 1829. Την διετία 29-30 δημιουργεί έξι θεατρικά έργα. Τότε ξεκινά και την δημοσιουπαλληλική καριέρα του, ως γενικός επιθεωρητής των ιστορικών μνημείων(ως το 1860) ενώ στη συνέχεια ταξιδεύει σε όλη την Ευρώπη και ασχολείται με την συγγραφή ιστορικών δοκιμίων και ταξιδιωτικών σημειώσεων αρχαιολογικού χαρακτήρα. Από το 1844 ήταν μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας ενώ το 1854 ονομάζεται γερουσιαστής και διακρίνεται στην Αυλή του Βασιλιά Ναπολέοντα ΙΙΙ." Ν.Ι.Π.

20 Δεκ 2006

"Υπεραστικό Μεθύσι" - Charles Bukowski (1987 - Ελληνική Συλλογή Διηγημάτων)


αγάπη είναι να ζήσουμε και να γεράσουμε μαζί


το κορίτσι μου ήλιος στο χαλί

η αγάπη είναι απλώς αποτέλεσμα μιας τυχαίας συνάντησης

Νιώθω σαν κουτί σαρδέλες, είπε.
Νιώθω σαν τσιρότο, είπα.
Νιώθω σαν σάντουιτς με τόνο, είπε.
Νιώθω σαν φέτα τομάτα, είπα.
Νιώθω σαν να 'ρχεται βροχή, είπε.
Νιώθω σαν να 'χει σταματήσει το ρολόι, είπα.
Νιώθω σαν να 'ναι ξεκλείδωτη η πόρτα, είπε.
Νίωθω σαν να πρόκειται να εισέλθει κανένας ελέφαντας, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να πληρώσουμε το νοίκι, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρούμε καμιά δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις καμιά δουλειά, είπε.

Δε νιώθω πως πρέπει α δουλέψω, είπα.

Νιώθω σαν να μη νοιάζεσαι για μένα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε έρωτα, είπα.
Νιώθω σαν να 'χουμε παρακάνει έρωτα, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να κάνουμε κι άλλο, είπα.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις δουλειά, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να βρεις εσύ δουλειά, είπα.
Νιώθω σαν να θέλω ένα ποτό, είπε.
Νιώθω σαν να θέλω ένα ουίσκι, είπα.
Νιώθω σαν να 'πρεπε να τελειώσουμε το κρασί, είπε.
Νιώθω πως τώρα είσαι σωστή, είπα.
Νιώθω σαν να κλατάρω, είπε.
Νιώθω σαν να μου χρειάζεται ένα μπάνιο, είπα.
Νιώθω σαν να σου χρειάζεται ένα μπάνιο, είπε.
Νιώθω σαν να πρέπει να μου τρίψεις την πλάτη, είπα.
Νιώθω σαν να μη μ' αγαπάς, είπε.
Νιώθω σαν να σ' αγαπώ, είπα.
Νιώθω αυτό το "πράγμα" μέσα μου, είπε.
Νιώθω αυτό το "πράγμα" μέσα σου, είπα.
Νιώθω σαν να σ' αγαπάω τώρα, είπε.
Νιώθω σαν να σ' αγαπάω περισσότερο απ' όσο εσύ, είπα.
Νιώθω υπέροχα, είπε, θα ουρλιάξω.
Νιώθω σαν να μπορούσα να το κάνω αιωνίως, είπα.
Νιώθω πως μπορείς, είπε.
Νιώθω πως έρχεται, είπα.
Νιώθω πως έρχεται, είπε.
(Ένας Άντρας και μια Γυναίκα στο Κρεβάτι, στις 10 το Βράδυ)

"Τσαρλς Μπουκόφσκι. 'Η απλά ένας μύθος του β' μισού του 20ου αιώνα στην αμερικάνικη λογοτεχνία. Δεν θα βάλω χαρακτηρισμούς. Δε θα καταθέσω υμνολόγια. Είναι περιττό. Το έχουν κάνει τόσοι και τόσοι.
Μια (ελληνική) ιστορική συλλογή ποιημάτων και διηγημάτων από τις Εκδόσεις Απόπειρα το 1987, όντας ακόμη εν ζωή ο Μπουκόφσκι. Οι συλλογές απ' όπου αντλήθηκαν είναι : "Mockingbird Wish Me Luck"(1972), "Burning In Water, Drowing In Flame : Selected Poems"(1974), "Love Is Dog From Hell"(1977), "Hot Water Music"(1983). Επιμέλεια-μετάφραση από τον γνωστό έλληνα ποιητή-μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα.

Βιογραφικό Τσαρλς Μπουκόφσκι

(από την ελληνική Βικιπαιδεία)

Τα παιδικά και τα σχολικά του χρόνια

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι γεννήθηκε στις
16 Αυγούστου του 1920, στη γερμανική πόλη Άντερναχ (Andernach). H μητέρα του ήταν Γερμανίδα και ο πατέρας του ένας Πολωνο-Αμερικάνος στρατιώτης, ο οποίος ήταν μέρος της στρατιωτικής δύναμης που είχε μείνει στη Γερμανία μετά τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η οικογένεια μετανάστευσε στο Λος Άντζελες, όταν ο Τσαρλς ήταν μόλις δύο ετών, ένα μέρος που τον επηρέασε πάρα πολύ στα γραπτά του.
O πατέρας του Τσαρλς αναφέρεται συχνά κι από τον ίδιο ως αρκετά βίαιος και κλειστόμυαλος άνθρωπος. Προσπαθούσε να είναι απόλυτα νομοταγής, και άποπειράθηκε να εμφυτεύσει στον γιο του τα δικά του ιδανικά, ώστε εκείνος να γίνει ένα παραγωγικό και ωφέλιμο μέλος της κοινωνίας. Συχνά ήταν άνεργος και έβγαζε τον πόνο και την αγωνία του πάνω στον Τσαρλς, δέρνοντάς τον επανειλημμένα μέχρι τα δέκα του χρόνια. Το αποτέλεσμα ήταν ο Μπουκόφσκι να αρχίσει να νιώθει την εγκατάλειψη και την απομόνωση, και να μένει συνειδητά άπραγος με την έννοια της εναντίωσης, όχι μόνο απέναντι στον πατέρα του, αλλά και σε ολόκληρη την κοινωνία. Ο πατέρας του Τσαρλς τον επηρέασε πάρα πολύ στη ζωή του αλλά και στα γραπτά του. Είναι βασικός χαρακτήρας στη θεματολογία του, και γράφει γι' αυτόν ακόμα και στα τελευταία του ποιήματα στο κρεβάτι ενός νοσοκομείου, λίγο πριν πεθάνει.
Κατά τα σχολικά του χρόνια, ο Μπουκόφσκι διάβασε πολύ. Όταν αποφοίτησε, γράφτηκε στο κολέγιο του Λος Άντζελες για να σπουδάσει
δημοσιογραφία και λογοτεχνία, ώστε να γίνει συγγραφέας. Ένα χρόνο μετά, η μητέρα του έγινε έξαλλη όταν ανακάλυψε κάποια κείμενά του, με τα οποία και τάισε τη μηχανή κουρέματος του γκαζόν. Ο Μπουκόφσκι έφυγε από το σπίτι του και έζησε σαν αλήτης ταξιδεύοντας προς την Ατλάντα. Εκεί έμεινε σε μια παράγκα όπου τρεφόταν καθημερινά με σοκολάτες. Αναγκάστηκε να γυρίσει, όμως, κάποια στιγμή σπίτι του, κάτι που θα έκανε συχνά τα επόμενα χρόνια όταν δε θα είχε πουθενά αλλού να πάει.

Μια περίοδος ασωτίας

Όταν η Αμερική πήρε μέρος ενεργά στον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι φίλοι του και κυρίως ο πατέρας του, τον πίεσαν να καταταγεί στο στρατό. Ο Μπουκόφσκι δεν ένιωθε πως ήθελε να πάει στον πόλεμο, κι έτσι ξεκίνησε μια ζωή περιφερόμενου άστεγου. Τον Αύγουστο του 1944 κρίθηκε ακατάλληλος για να εκτίσει τη στρατιωτική του θητεία[1] και αργότερα κατέληξε για λίγο καιρό στη Νέα Υόρκη, όπου την περίοδο του πολέμου και σε ηλικία 24 ετών, δημοσίευσε το πρώτο του διήγημα "Aftermath of a Lengthy Rejection Slip" στο περιοδικό Story Magazine. Η Νέα Υόρκη δεν τον κέρδισε, όμως, και σύντομα έφυγε για πιο φιλόξενα μέρη.
Δυο χρόνια αργότερα,άλλο ένα διήγημά του, το "20 Tanks From Kasseldown", θα δημοσιευθεί στο Portfolio IΙΙ. Ο Μπουκόφσκι απογοητεύτηκε από τη αργή διαδικασία εκδόσεων των έργων του, και σταμάτησε το γράψιμο για περίπου μία δεκαετία. Έζησε σε διάφορες πόλεις των
Η.Π.Α, αλλά κυρίως στο Λος Άντζελες. Την περίοδο αυτή, έκανε μια σειρά από απίθανες και περίεργες δουλειές, ενώ κοιμόταν σε φτηνά, ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στις αρχές της δεκαετίας του '50, έπιασε προσωρινά δουλειά στο ταχυδρομείο ως ταχυδρόμος, αλλά την παράτησε μέσα σε λιγότερο από δύο χρόνια. Το 1955 μπήκε αιμορραγώντας εσπευσμένα στο νοσοκομείο απόρων, έχοντας "κερδίσει" ένα έλκος στομάχου, που παρά λίγο να τον σκοτώσει.

Ένας μεγάλος συγγραφέας γεννιέται

Όταν βγήκε από το νοσοκομείο, ο Μπουκόφσκι ξεκίνησε να γράφει ποίηση. Αν και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο αυθεντικούς και με σημαντικότατη επιρροή μεταπολεμικούς ποιητές, ο Μπουκόφσκι δεν έτυχε αναγνώρισης στην Αμερική, ούτε σε μεγάλα περιοδικά, ούτε στην ακαδημία. To 1957 παντρεύτηκε την Μπάρμπαρα Φράι (Barbara Frye), η οποία εξέδιδε το ποιητικό περιοδικό Harlequin και άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του Μπουκόφσκι. Ο γάμος τους κράτησε περίπου δύο χρόνια. Μετά το διαζύγιο, ο Μπουκόφσκι ξαναγύρισε στο πιοτό, στην ποίηση, αλλά και στο ταχυδρομείο ως ταμίας, μια θέση την οποία κράτησε για πάνω από δώδεκα χρόνια.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή "Flower, Fist and Bestial Wail" εκδόθηκε το 1959 σε ένα φυλλαδιάκι σε 200 αντίτυπα. Λίγο αργότερα, ο Jon Edgar Webb ο οποίος εξέδιδε το περιοδικό "The Outsider", εντυπωσιάστηκε από τα ποιήματα του Μπουκόφσκι και άρχισε να δημοσιεύει δουλειές του. Αφιέρωσε ένα ολόκληρο τεύχος στον Μπουκόφσκι με τίτλο "Outsider of the Year", και τελικά αποφάσισε να εκδόσει μια συλλογή της ποίησης του Μπουκόφσκι. Ο Μπουκόφσκι άρχισε να αποκτά φήμη σε underground περιοδικά και εφημερίδες, ενώ ξεκίνησε και μια στήλη στην εφημερίδα "Open City" του Λος Άντζελες, με το όνομα "Σημειώσεις ενός πορνόγερου" ("Notes of a Dirty Old Man"). Τα κείμενα της στήλης αυτής εκδόθηκαν αργότερα σε ξεχωριστό βιβλίο.
Ο Μπουκόφσκι απέκτησε μεγάλη φήμη στο εξωτερικό, και κυρίως στη Γερμανία, όπου μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του '70, ήταν ο πιο πετυχημένος Αμερικανός συγγραφέας εκεί. Φήμη απέκτησε ακόμη στη Γαλλία, αλλά και σε άλλα μέρη της Ευρώπης, όχι όμως και στις Η.Π.Α., όπου το κοινό δεν τον αποδέχθηκε, εκτός από ένα περιορισμένο αριθμό φανατικών οπαδών του. Ο ίδιος ο Μπουκόφσκι φερόταν προκλητικά, και βοήθησε να γίνει το όνομά του διαβόητο, προκαλώντας συνεχώς αρνητικές κριτικές εναντίον του.


100$ Για μια ζωή

Το 1969, ο Τζον Μάρτιν (John Martin), εκδότης των Black Sparrow Press, δίνει 100$ το μήνα στον Μπουκόφσκι για το υπόλοιπο της ζωής του, ώστε να ασχοληθεί μόνο με τη συγγραφή. Ο Τσαρλς παραιτείται σε ηλικία 49 ετών από το ταχυδρομείο για να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Όπως εξήγησε κι ο ίδιος αργότερα σε ένα γράμμα: "Έχω μία από τις δύο επιλογές -- να παραμείνω στο ταχυδρομείο και να τρελαθώ... ή να μείνεω εκεί έξω, να το παίξω συγγραφέας και να πεθάνω της πείνας. Αποφάσισα να πθάνω της πείνας.". Σε λιγότερο από ένα μήνα, έγραψε το πρώτο του βιβλίο που ήταν το Ταχυδρομείο (Post Office), το οποίο εκδόθηκε το 1971.
Το 1976 ο Μπουκόφσκι γνώρισε την Λίντα (Linda Lee Beighle), ιδιοκτήτρια ενός εστιατόριου. Δυο χρόνια αργότερα, το ζευγάρι μετακόμισε από την περιοχή του ανατολικού Χόλλυγουντ όπου ο Μπουκόφσκι είχε ζήσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, στην κοινότητα του San Pedro, τη νοτιότερη περιοχή του Λος Άντζελες. Παντρεύτηκαν το 1985.
Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι, πέθανε από λευχαιμία στις 9 Μαρτίου 1994, στο San Pedro της California, στην ηλικία των 73 ετών, λίγο καιρό αφότου είχε τελειώσει το τελευταίο του βιβλίο "Αστυνομικό" (Pulp). Πάνω στον τάφο του είναι γραμμένες οι λέξεις "Μην Δοκιμάσεις" (Don't Try). Σύμφωνα με τη γυναίκα του, το νόημα των παραπάνω λέξεων έχει να κάνει με τις παρακάτω φράσεις: "Εάν σπαταλάς όλη σου την ώρα προσπαθώντας, τότε το μόνο που πράττεις είναι να προσπαθείς. Γι' αυτό μην προσπαθείς. Πράξε" ("If you spend all your time trying, then all you're doing is trying. So don't try. Just do").


Το Έργο του

O Μπουκόφσκι έκανε τα πρώτα του βήματα μέσα από μικρά περιοδικά στα τέλη του '50, και συνέχισε κατ' αυτόν τον τρόπο μέχρι τις αρχές του '90. Τα ποιήματα και τα διηγήματά του εκδόδηκαν αργότερα από τις Black Sparrow Press, σαν συλλογικοί τόμοι της δουλειάς του. Ήταν πραγματικά ένας πολύ παραγωγικός συγγραφέας. Έγραψε χιλιάδες ποιήματα, εκατοντάδες διηγήματα και έξι μυθιστορήματα, με αποτέλεσμα να εκδοθούν πάνω από 50 βιβλία του. Ακόμα και τώρα, 10 χρόνια μετά το θάνατό του, συνεχίζουν και εκδίδονται βιβλία του με ανέκδοτο υλικό.

Επιρροές

Σημαντική επιρροή στο έργο του άσκησαν οι Άντον Τσέχοφ (Anton Chekhov), Knut Hamsun, Έρνεστ Χέμινγουεϊ (Ernest Hemingway), Τζον Φέιντ (John Fante), Λουί-Φερντινάντ Σελίν (Louis-Ferdinand Céline), Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Fyodor Dostoyevsky), D.H. Lawrence και άλλοι, στους οποίους και αναφερόταν συχνά. Πολύ μεγάλη επιροή είχε επίσης πάνω του και το Λος Άντζελες, και ήταν ένα από τα αγαπημένα του θέματα. Σε μια συνέντευξη που έδωσε το 1974, είχε πει χαρακτηριστικά: "Μένεις σε μια πόλη όλη σου τη ζωή, και καταλήγεις να ξέρεις κάθε δρόμο. Γνωρίζεις ολόκληρο το χωροταξικό σχέδιο της πόλης. Έχεις μια εικόνα του που βρίσκεσαι. ... Από τότε που μεγάλωσα στο Λ.Α., είχα πάντα τη γεωγραφική και πνευματική αίσθηση ότι ήμουν εδώ. Είχα αρκετό χρόνο να μάθω την πόλη. Δεν μπορώ να δω άλλο μέρος εκτός από το Λ.Α."

Θεματολογία

Τα έργα του Τσαρλς Μπουκόφσκι είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία αυτοβιογραφικά, αν και ακόμη κι αυτά, περιέχουν αρκετά φανταστικά στοιχεία. Έχοντας ζήσει περίπου μια δεκαετία στο περιθώριο, μέσα από απορία, αλκοολισμό και συνεχείς καβγάδες, συνέλεξε ένα τεράστιο ποσό εμπειριών, τις οποίες και άρχισε να αποτυπώνει σιγά σιγά στα γραπτά του. Η φιγούρα του πατέρα του φαίνεται πως τον καταδιώκει συνεχώς, αποτυπώνοντας άλλοτε μίσος και αηδία προς το πρόσωπό του, κι άλλοτε μια ανθρώπινη κατανόηση, αναγνωρίζοντας τις συνθήκες που δημιούργησαν την προσωπικότητα του πατέρα του.
Η εγκατάλειψη, ο πόνος, η φτώχεια, η απελπισία, εκφράζονται όλα μέσω των πρώιμων έργων του Μπουκόφσκι. Οι άνθρωποι που καταστράφηκαν επειδή δεν τους δόθηκε μια ευκαιρία, ή επειδή απλά δεν μπορούσαν να κάνουν κάτι καλύτερο στις ζωές τους. Αλκοολικοί, άστεγοι, πόρνες, άνθρωποι που ζουν την κάθε στιγμή, χωρίς να περιμένουν τίποτα από το αύριο. Ο Μπουκόφσκι κατάφερε να διεισδύσει στις ψυχές αυτών των ανθρώπων, και να παρουσιάσει τα ταλέντα τους, τις προσωπικότητές τους, την ανθρωπιά τους. Με τρόπο λυρικό και όχι επιθετικό, κατακρίνει τους πολιτικούς, τους στρατιωτικούς και τον πόλεμο, το αμερικάνικο όνειρο και ολόκληρη την κοινωνία. Μετά τη σχετική αναγνώρισή του και την εξέλιξη της κοινωνικής του κατάστασης, ο Μπουκόφσκι αλλάζει λίγο και τη θεματολογία του. Παύει να μιλά μόνο για ιστορίες χαμένων ανθρώπων. Συναναστρεφόμενος με διαφορετικούς ανθρώπους, διανθίζει τα έργα του με σαρκαστικά σχόλια για την καινούρια του ζωή, ωριμάζοντας και μαλακώνοντας λίγο το ύφος του.


Κριτική

Από τη στιγμή του θανάτου του, ο Μπουκόφσκι έχει γίνει θέμα πάμπολλων άρθρων κριτικής απέναντι στη ζωή και το έργο του. Αν και αγαπήθηκε από πολλούς απλούς ανθρώπους και έγινε σύμβολο για ανθρώπους με ανικανότητες ή προβλήματα αλκοολισμού, οι ακαδημαϊκοί κριτικοί έχουν δώσει ελάχιστη σημασία στα γραπτά του. Θεωρείται όμως από πολλούς ως ένας πολύ σπουδαίος ποιητής, με μεγάλη επιρορή. Οι Ζαν Ζενέ (Jean Genet) και Ζαν-Πολ Σαρτρ (Jean-Paul Sartre) τον είχαν χαρακτηρίσει ως τoν "μεγαλύτερο ποιητή" της Άμερικής.

Βιβλιογραφία

Σε παρένθεση και με έντονη γραφή εμφανίζεται ο ελληνικός τίτλος του έργου, εφ' όσον έχει εκδοθεί

Flower, Fist and Bestial Wail (1960)
Longshot Pomes for Broke Players (1962)
Run with the Hunted (1962)
It Catches My Heart in Its Hand (1963)
Grip the walls (1964)
Cold Dogs in the Courtyard (1965)
Confessions of a Man Insane Enough to Live with Beasts (1965)
Crucifix in a Deathhand (1965)
All the Assholes in the World and Mine (1966)
The Genius of the Crowd (1966)
Night's work (1966)
At Terror Street and Agony Way (1968)
Poems Written Before Jumping out of an 8 Story Window (1968)
A Bukowski Sampler (1969)
Days Run Away Like Wild Horses Over the Hills (1969)
If we take (1969)
Notes of a Dirty Old Man (1969) --- (Σημειώσεις ενός Πορνόγερου Ι και ΙΙ)
Another Academy (1970)
Fire Station (1970)
Post Office (1971) --- (Το Ταχυδρομείο)
Erections, Ejaculations, Exhibitions and General Tales of Ordinary Madness (1972) --- (Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας)
Me and your sometimes love poems (1972)
Mockingbird, Wish Me Luck (1972)
South of No North (1973) --- (Ιστορίες μιας Θαμμένης Ζωής)
Burning in Water Drowning in Flame: Selected Poems 1955-1973 (1974)
55 beds in the same direction (1974)
Factotum (1975) --- (Άνθρωπος για Όλες τις Δουλειές)
The Last Poem & Tough Company (1976)
Scarlet (1976)
Art (1977)
Love is a Dog from Hell (1977)
Legs, Hips and Behind (1978)
Women (1978) --- (Γυναίκες)
You Kissed Lilly (1978)
A Love Poem (1979)
Play the Piano Drunk Like a Percussion Instrument Until the Fingers Begin to Bleed a Bit (1979)
Shakespeare Never Did This (1979)
Dangling in the Tournefortia (1981)
Ham on Rye (1982) --- (Τοστ Ζαμπόν)
Horsemeat (1982)
The Last Generation (1982)
Bring Me Your Love (illustrated by Robert Crumb) (1983)
The Bukowski/Purdy Letters (1983)
Hot Water Music (1983) --- (Πόλη των Αγγέλων) και (Βρώμικος Κόσμος)
Sparks (1983)
Going Modern (1984)
Horses Don't Bet on People and Neither Do I (1984)
One For The Old Boy (1984)
There's No Business (illustrated by Robert Crumb) (1984)
War All the Time: Poems 1981-1984 (1984)
Alone In A Time Of Armies (1985)
The Day it Snowed in L.A. (1986)
Gold In Your Eye (1986)
Relentless As The Tarantula (1986)
The Wedding (1986)
You Get So Alone at Times It Just Makes Sense (1986)
Luck (1987)
The Movie "Barfly" (1987)
Beauti-Ful (1988)
The Movie Critics (1988)
Roominghouse Madrigals: Early Selected Poems 1946-1966 (1988)
Hollywood (1989) --- (Ηollywood)
If You Let Them Kill You They Will (1989)
Red (1989)
We Ain't Got No Money Honey (1989)
Darkness & Ice (1990)
Not Quite Bernadette (1990)
Septuagenarian Stew: Stories and Poems (1990)
This (1990)
In The Morning And At Night (1991)
In The Shadow Of The Rose (1991)
People Poems (1991)
Last Night of the Earth Poems (1992)
Now (1992)
Three Poems (1992)
Between The Earthquake (1993)
Run with the Hunted: A Charles Bukowski Reader (1993)
Screams from the Balcony: Selected Letters 1960-1970 (1993)
Those Marvelous Lunches (1993)
Pulp (1994) --- (Αστυνομικό)
Confession Of A Coward (1995)
Heat Wave (1995)
Living on Luck: Selected Letters 1960s-1970s, Volume 2 (1995)
Shakespeare Never Did This (augmented edition) (1995)
Betting on the Muse: Poems & Stories (1996)
The Laughing Heart (1996)
Bone Palace Ballet (1997)
A New War (1997)
The Captain Is Out to Lunch and the Sailors Have Taken Over the Ship (1998)
To Lean Back Into It (1998)
Reach for the Sun: Selected Letters 1978-1994, Volume 3 (1999)
The Singer (1999)
What Matters Most Is How Well You Walk Through the Fire (1999)
Open All Night (2000)
Popcorn In The Dark (2000)
Beerspit Night and Cursing: The Correspondence of Charles Bukowski and Sheri Martinelli 1960-1967 (2001)
The night torn mad with footsteps (2001)
Pink Silks (2001)
The Simple Truth (2002)
Sifting Through The Madness for the Word, The Line, The Way: New Poems (2003) --- (Να Περιφέρεσαι στην Τρέλα)
as Buddha smiles (2004)
The Flash of Lightning Behind the Mountain: New Poems (2004) --- (Η Λάμψη της Αστραπής Πίσω από το Βουνό)
Slouching Toward Nirvana (2005)
Come On In!: New Poems (2006)


Στα Ελληνικά κυκλοφορούν επίσης και ποιητικές συλλογές με επιλεγμένα ποιήματα από διάφορες ποιητικές συλλογές του Τσαρλς Μπουκόφσκι, με τίτλους

Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος από την Κόλαση
Αγωνίας και Τρόμου Γωνία
Υπεραστικό Μεθύσι

Ταινίες

Μπουκόφσκι Bukowski (1973) - ένα ντοκιμαντέρ διάρκειας μιας ώρας με παραγωγό τον Taylor Hackford για την εκπαιδευτική τηλεόραση KCET στο Λος Άντζελες (κέρδισε το Silver Reel Award στο San Francisco Film Festival).
Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας (Tales of Ordinary Madness) (1981) - ο Ben Gazzara παίζει τον Charles Serking, ένα χαρακτήρα χαλαρά συνδεδεμένο με τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του Μπουκόφσκι, Χένρι Τσινάσκι (Henry Chinaski). Η αργή και δύσκαμπτη ταινία δεν είχε ποτέ απήχηση, και ο Μπουκόφσκι - αν και ήταν φίλος με τον Gazzara - κακολόγησε την ερμηνεία του ηθοποιού.
H ταινία Barfly (1987) με πρωταγωνιστή τον Μίκι Ρουρκ και γραμμένο από τον ίδιο τον Μπουκόφσκι, βασιζόταν στη ζωή του, με το βασικό χαρακτήρα να είναι το alter-ego του, Χένρι Τσινάσκι. Το μυθιστόρημα Hollywood βασίστηκε στις δοκιμασίες της κατασκευής της ταινίας.
Τον ίδιο χρόνο όπου το Barfly έκανε ντεμπούτο (1987), βγήκε και η βελγική ταινία "Τρελή Αγάπη" (Crazy Love), σκηνοθετημένη από τον Dominique Deruddere. Βασισμένη στο διήγημα του Μπουκόφσκι, The Copulating Mermaid of Venice, California, και σε κομάτια του "Τοστ Ζαμπόν" (Ham on Rye), η ταινία εξιστορεί τη ζωή ενός άντρα, προβάλλοντας τρεις διαφορετικές βραδιές διασκορπισμένες μέσα σε 20 χρόνια. Η Τρελή Αγάπη μνημονεύτηκε από τον Μπουκόφσκι ως η αγαπημένη του κινηματογραφική διασκευή δουλειάς του.
To 1988, ο Γάλλος σκηνοθέτης Patrick Bouchitey σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους Lune Froide (Ελληνικός τίτλος: Κρύο Φεγγάρι). Η ιστορία είναι μια ερμηνεία του διηγήματος The Copulating Mermaid of Venice, California. Προσαρμόστηκε έπειτα σε μια μεγαλύτερη έκδοση το 1991, με τον ίδιο τίτλο, αλλά και περιλαμβάνοντας αυτή τη φορά κομμάτια από το βιβλίο Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας.
Ένα ντοκιμαντέρ με τον τίτλο Bukowski: Born Into This βγήκε στους αμερικανικούς κινηματογράφους στις 9 Ιουλίου, 2004, με γενικά καλές κριτικές. Ο ηθοποιός Σον Πεν όπως και οι μουσικοί Τομ Γουέιτς και Μπόνο, φίλοι και θαυμαστές του Μπουκόφσκι, εμφανίζονται στην ταινία.
Μια διασκευή του μυθιστορήματος, "Άνθρωπος για Όλες τις Δουλειές" Factotum, γυρίστηκε στη Μινεσότα το 2004. Σκηνοθετήθηκε από τον Bent Hamer, και ο Matt Dillon παίζει το ρόλο του Χένρι Τσινάσκι.
Μια διασκευή του διηγήματος του Μπουκόφσκι, Bring Me Your Love, γυρίστηκε στη Νέα Υόρκη το 2006. Σκηνοθετήθηκε από τον ανεξάρτητο φιλμοπαραγωγό Gui Teixeira." Ν.Ι.Π.

(...) - N.I.Π. Γ'


Κάποτε μου είχαν μιλήσει
για τόσους δα ανθρώπους
από τα χρόνια της χολέρας
Κοιμήθηκα μαζί τους
ο θάνατός τους βρώμαγε σαπίλα
κι η ανάσα τους μίλαγε
μια γλώσσα ξενική
Δε τους φοβήθηκα όμως
σιχάθηκα κι απαρνήθηκα
κάθε τους ιδέα
Εκείνοι βέβαια συνέχισαν
και συνεχίζουν
άθικτοι
από τη παρακμή
20.12

19 Δεκ 2006

(...) - N.I.Π. Β'


Ακούστε
δε θ' αντέξω για πολύ
αυτόν τον διασυρμό τους
Κουφός είμαι στον ίσκιο τους
τυφλός και στον αχό τους
Γιατί εκείνοι φώναζαν
έριζαν τον διάβολο
και πρόσταζαν
Δεν ήξεραν φαίνεται.
Θα τα ξαναπούμε όμως
από μακριά
ακούγονται διάδοχοι
19.12

18 Δεκ 2006

"Σ' Αγαπώ... Και Μου Λύπης" - Θάνος Ανεστόπουλος (2006)



Θυμήσου τα πρώτα γράμματα και τις ρωγμές μου
Θυμήσου τα πρώτα λόγια μου μες στις σιωπές μου
Θυμήσου τα πρώτα λόγια μου μες στις σιωπές μου
Θυμήσου τα πρώτα γράμματα και τις ρωγμές μου
Αυτό που με γοήτευε το γέλιο σου κι ένα τραγούδι
Θυμήσου το ακούμπισμα της πένας στο χαρτί
Η αυγή με βρίσκει μοναχό
γράμμα σου για να προσμένω
Η αυγή με βρίσκει μοναχό
Να νοσταλγώ τη τρυφερότατη φωνή σου
Γραμμένη να γκρεμίζει και τη ψυχή μου
Να πονεί
Τώρα όμως φεύγω
Τρέμω
Αντίο
Σ' αγαπώ και μου λύπης
Σ' αγαπώ και μου λύπης
Σ' αγαπώ και μου λύπης

(στίχοι : Θάνος Ανεστόπουλος)

"Καινούριο τραγούδι, καινούριοι στίχοι από τον Θάνο Ανεστόπουλο. Για την αξιολογότατη παράσταση "Σ' Αγαπώ... Και Μου Λύπης"." Ν.Ι.Π.

17 Δεκ 2006

"J' Accuse" - Emile Zola (13/I/1898)



Κατηγορώ τον αντισυνταγματάρχη Πατύ ντε Κλαμ, γιατί υπήρξε ο σατανικός δράστης της δικαστικής πλάνης..
Κατηγορώ τον στρατηγό Μερσιέ γιατί, το λιγότερο από πνευματική ανεπάρκεια, έγινε συνένοχος του μεγαλύτερου ανομήματος του αιώνα.
Κατηγορώ τον στρατηγό Μπιγιό, γιατί είχε στα χέρια του αναμφισβήτητες αποδείξεις της αθωώτητας του Ντρέιφους και τις έπνιξε..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Μπουαντέφρ και τον στρατηγό Γκονζ, γιατί υπήρξαν συνένοχοι του ίδιου εγκλήματος..
Κατηγορώ τον στρατηγό ντε Πελλιέ και τον ταγματάρχη Ραβαρί, γιατί έκαμαν μια εγκληματική προανάκριση, με την πιο τερατώδη μεροληψία..
Κατηγορώ τους τρεις γραφολόγους Μπελόμ, Βαρινιάρ και Γουάρ, γιατί συνετάξανε ψεύτικες εκθέσεις απατεώνων..
Κατηγορώ το υπουργείο Στρατιωτικών και το Επιτελείο, γιατί έκαμαν στις εφημερίδες ιδιαίτερα στην ΑΣΤΡΑΠΗ και στην ΗΧΩ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ, μια βδελυρή και απαράδεκτη εκστρατεία για να παραπλανήσουν τη κοινή γνώμη..
Κατηγορώ, τέλος, το πρώτο Στρατοδικείο γιατί παραβίασε το δίκαιο..
"Η "Υπόθεση Ντρέιφους" συγκλόνισε τον κόσμο και ιδιαίτερα τη Γαλλία, στα τέλη του 20ου αιώνα. Ο μεγάλος γάλλος συγγραφέας του 19ου αιώνα και θεμελιωτής του νατουραλισμού Εμίλ Ζολά πήρε θέση και συνέταξε το "Κατηγορώ" του, το οποίο έμεινε στην ιστορία ως μια υπέρτατη πολιτικοιστορική πράξη υπέρ της δικαιοσύνης. Τελικά ο Ζολά διώχθηκε, κλείστηκε στη φυλακή και σαν σύμβολο της δικαιοσύνης το 1902.
Οι "Εκδόσεις Γκοβόστη" εξέδωσαν το 1994 μια καλή συλλογή γύρω από το "Κατηγορώ" του Ζολά και την "Υπόθεση Ντρέιφους". Περιλαμβάνει 60 σελίδες γύρω από το χρονικό της Υπόθεσης του γαλλοεβραίου λοχαγού Άλφρεντ Ντρέιφους, το περίφημο "Κατηγορώ" του Εμίλ Ζολά, την δικαστική κλήση εναντίον του, την επιστολή του στο Υπουργείο Στρατιωτικών και τέλος την απολογία του. Στη συνέχεια παραθέτονται μια σειρά κειμένων υπέρ του Ζολά : από τον επικείδειο του Ανατόλ Φρανς, τη Βίβλο Τιμής και Θαυμασμού, τον απόηχο της κοινής γνώμης της εποχής, άρθρα της εποχής από διακεκριμένους ανθρώπους των γραμμάτων καθώς και κείμενο το Μαρσέλ Προυστ." N.I.Π.
Βιογραφία Εμίλ Ζολά
Γάλλος συγγραφέας. Ο κυριότερος εκπρόσωπος του νατουραλισμού. Γεννήθηκε το 1840 και από τα 18 και μετά έζησε στο Παρίσι. Σιγά-σιγά άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα σε εφημερίδες και περιοδικά, ενώ τα πρώτα του βιβλία ήταν τα Παραμύθια στη Νινόν και Η εξομολόγηση του Κλαύδιου. Παράλληλα δούλευε στον εκδοτικό οίκο Hachette τον οποίο εγκατέλειψε γρήγορα γιά να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Ο Εμίλ Ζολά είχε ενεργό συμμετοχή στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα της Γαλλίας. Αξίζει να σημειώσουμε, την περίφημη ανοικτή επιστολή Κατηγορώ με την οποία υπερασπιζόταν τον λοχαγό Ντρέυφους και για την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους. Η θεωρία του γιά το νατουραλισμό διατυπώνεται από τον ίδιο στο μυθιστορηματικό κύκλο Ρουγκόν-Μακάρ που περιγράφει την ιστορία μιάς οικογένειας για πέντε γενεές. Τα σημαντικότερα του κύκλου είναι η Νανά, Το αμάρτημα του αββά Μουρέ, Η κοιλιά του Παρισιού. Πέθανε το 1902 από αναθυμιάσεις μέσα στο διαμέρισμα του και την κηδεία του παρακολούθησε πλήθος κόσμου. Το έργο του Ζολά έχει μείνει ζωντανό, αγαπήθηκε από όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα έχει μεταφραστεί πολλές φορές.

15 Δεκ 2006

"Οι Περιπέτειες του Τζο Άρνες 2 -> Μια Αλκοολική Περιπέτεια Στην Αθήνα" - Μια Ιστορία του Ν.Ι. Πουλάκου (11/10 - 15/12/2006)


"Και ήταν ο δαίμονας του ονείρου μου, ο πιο ωραίος άγγελος. Λαμπύριζαν τα νικητήρια μάτια σαν ατσάλι. Κι οι ματωμένες φλόγες της δάδας που φώτιζαν τη βαθιά κρύπτη της ψυχής." (Antonio Matsado)
Έρημος δρόμος. Βρώμικος. Υγρή ατμόσφαιρα. Πολύ ζέστη. Μια παρέα μεθυσμένων μιγάδων γελάνε, βρίζουν, κλωτσούν έναν παράξενο τύπο στη γωνία ενός μπαρ. Ένας απ' αυτούς, του πετά φτηνό αλκοόλ και απειλεί να τον κάψει. Βαριούνται τελικά. Φεύγουν κοροϊδεύοντας.
Τα φώτα στους δρόμους σβήνουν. Αρχίζει και ξημερώνει στην πιο βρώμικη πλευρά της πόλης της Αθήνας. Οι πρώτοι πλανόδιοι ξεκινούν την περιπλάνησή τους. Κάποιος ρακένδυτος περιεργάζεται τον τύπο με τα μαύρα, που εξακολουθεί να κείτεται στην γωνία του μπαρ. Εκείνος αντιδρά. Κοιτάζει τον ζητιάνο με απόγνωση. Τι βλέμμα! Του δίνει μισό δολλάριο και του κάνει νόημα να φύγει.
Ο Τζο ανασηκώνεται με ότι δύναμη του έχει απομείνει. Δεν αντέχει άλλο αυτή τη κατάσταση. Φαίνεται στο βλέμμα του. Έτσι όπως κοιτάζει τους περαστικούς την ώρα εκείνη. Έτσι όπως τον κοιτάζουν κι εκείνοι όμως... Άλλο ένα βράδυ σ' αυτό το κακόφημο μπαρ, γεμάτο μεσκάλ, αψέντι, μαύρο ουίσκι. Όλα νοθευμένα κι όλα στο στομάχι του, στο μυαλό του. Για τις παραισθήσεις του, για τίποτε άλλο. Για να νομίζει ότι είναι ένας ευπρεπής δημοσιογράφος της Νέας Υόρκης και όχι ένας περιπλανώμενος αρθογράφος σε παλιοφυλλάδες της Α. Ευρώπης, της Ασίας και κάθε λογής υπανάπτυκτων πολιτικά και κοινωνικά χωρών. Αλκοόλ και παραισθησιογόνα χάπια για να σκέφτεται τους έρωτές του, την γυναίκα που αγάπησε, τις γυναίκες που μίσησε. Μια αντίδραση που αδυνατεί να την εφαρμόσει στα λογικά του. Κάθε βράδυ πίνει για να μη σκέφτεται που έχει καταντήσει τον εαυτό του για μια γυναίκα, για ένα καπρίτσιο, για έναν εγωισμό, για μια παραπάνω επαναστατική φιλοδοξία πάνω σ' αυτή τη σάπια από ιδέες κοινωνία, στην οποία ζει!

“Θάνατος ή σιωπή. Κύριε, και μόνο σαν πεθάνω θ’ ακούς τον οδυρμό μου, άκου και τη σιωπή μου : ας είμαι ακόμα ζωντανός και ρωτάω.” (Hose Antonio Idalgo)

Η πρόταση από την "Φωνή της Αθήνας" ήταν άκρως δελεαστική. Ελεύθερο ρεπορτάζ, με οχτακόσια ευρώ και με σπίτι πληρωμένο. Ήταν ένα καλό πακέτο, σε μια ταραγμένη χώρα όμως! Ας όψεται για όλα αυτά, ο καλός του φίλος Μίλτον Γκας. Του χρωστάει αληθινή χάρη. Ο Μίλτον, ένας Καναδός με αυτοκαταστροφικές τάσεις βίαιων συμπεριφορών ενίοτε. Τον είχε γνωρίσει στην κάλυψη του εμφυλίου πολέμου μιας βαλκανικής χώρας λίγα χρόνια πριν και κόλλησαν αμέσως. Για περίπου δύο μήνες που διήρκησε η αποστολή, μεθούσαν στα ίδια μπαρ και ασελγούσαν στα ίδια γυναικεία κορμιά. Αυτή η αλληλοεκτίμηση παρέμεινε όλα αυτά τα χρόνια παρόλο που οι δρόμοι τους χώρισαν. Ο Τζο πήγε να κυνηγήσει το αμερικάνικο όνειρο -μάταια όμως-, απ' την άλλη εκείνος παρέμεινε στον χώρο της Ανατολικής Ευρώπης γνωρίζοντας εξ αρχής την μοίρα του, όσο μπορεί να την γνωρίζει κάποιος.
Εκείνο το ηλεκτρονικό του μήνυμα λοιπόν, ήταν κάτι σα νέκταρ για τον Τζο τον περασμένο Σεπτέμβρη...Ήταν ένα μουντό πρωινό και ο Τζο, καθισμένος σε ένα κακόφημο καφέ του Ταλίν, αποφάσισε νωχελικά να ελέγξει μετά από μήνες την αλληλογραφία του στον μοναδικό ηλεκτρονικό υπολογιστή που υπήρχε εκεί. Είχε ήδη δύο εβδομάδες άνεργος, όταν τον πέταξαν με τις κλωτσιές από το περιοδικό που δούλευε και τρεις μέρες τώρα έμενε και στον δρόμο. Και ενώ τα λεφτά του τελείωναν του εμφανίζεται σαν θείο δώρο το μήνυμα του Μίλτον : "Tζο σε περιμένω στην πρωτεύουσα της Ελλάδας. Αν δεν έχεις βρει κάτι καλύτερο πάρε οποιοδήποτε μέσο και έλα. Σε περιμένω. Θέλουμε ελεύθερο ρεπόρτερ για όλες τις δουλειές. Καλός μισθός. Κάλεσε με στο...". Ο Τζο αναπήδησε από την χαρά του. Ότι λεφτά του είχαν απομείνει τα ήπιε επιτόπου. Έγινε λιώμα στη στιγμή και έφυγε αμέσως για το αεροδρόμιο. "Στα τσακίδια η ευπρεπής καριέρα", σκέφτηκε, "άλλη μια περιπέτεια ξεκινά, καιρός για δράση", μονολόγησε. Το κλασσικό παραλήρημά του όταν παύει να ονειροπολεί, μόλις ξεκίνησε.. μέχρι την επόμενη φορά που θα ξαναμεθύσει και θα σκέφτεται πάλι τη ζωή που πάντα ονειρευόταν.

“Έλεγες «θα πεθάνουμε σ’ αυτή τη γη, μια μέρα». Έκλαιγες κι ακουμπούσες το νερό με τα χέρια. Ύψωνες την υγρή αμμουδιά στα μάτια, σπαρμένα με ικετευτικούς καπνούς, που ακολουθούσαν τις τρυφερές υπάρξεις.” (Manuel Alvarez Ortega)

Ο Τζο Άρνες έφευγε από τα γραφεία της εφημερίδας. Προηγουμένως ο αρχισυντάκτης του του είχε αποδώσει τα εύσημα, για το ρεπορτάζ που του είχε παραδώσει. «Ήταν πραγματικά μια μεγάλη κάλυψη», του είπε. Ο ίδιος απόρησε. Το κείμενο ήταν προχειροφτιαγμένο. «Δεν πίεσα τον εαυτό μου στο παραμικρό», μονολογούσε «αν μ’ αυτή τη προσπάθεια έχω τον θαυμασμό, φαντάσου..». Οι σκέψεις του έγιναν γρήγορα καπνός. Σε λίγη ώρα είχε συνάντηση με τον Μίλτον Γκας, στο αίθριο του καλύτερου ξενοδοχείου της πόλης. Είχε βρει ένα σημείωμά του, που του είχε αφήσει στο γραφείο στην εφημερίδα : «Τζο, μη χάσεις με τίποτα το απόψινο μεγάλο πάρτυ στο υπαίθριο χώρο του ξενοδοχείου Χίλτον! Σε περιμένω στο αίθριο, στις 9. Μίλτον».
Η επίσκεψη στο δωμάτιό του ήταν αναγκαία. Ένα καλύτερο μπάνιο, ένα καλύτερο σιδέρωμα στα μοναδικά ρούχα που του ‘χαν μείνει ώστε να παρουσιαστεί ευπρεπής στο Χίλτον, ήταν επιβεβλημένα. «Τι ξενοδοχείο! Τι κόσμος θα παραβρίσκεται εκεί!», σκέφτεται, «η πλήρης αντίθεση με την υπόλοιπη πόλη. Η δύναμη του καπιταλισμού σε όλης του μεγαλείο». Καθώς ετοιμαζόταν, αρωματίζοντας μια πιο γοητευτική ύπαρξη, σαφώς ανανεωμένη, απ’ εκείνη του πρωινού, χτυπά η πόρτα. «Τζο, Τζο, άνοιξε γρήγορα», ακούγεται δυνατά. «Ποιος να είναι», σιγοψυθιρίζει. Ανοίγει την πόρτα. Μπαίνουν τρέχοντας ο Βαγκ και ο Τζιμ, δυο καλοί φίλοι από το παρελθόν που έχει να τους δει χρόνια. Ήταν λαχανιασμένοι και καταϊδρωμένοι. «Κλείσε γρήγορα τη πόρτα», του φωνάζουν. «Τι έγινε, ρε παιδιά», λέει ο Τζο, «που μπλέξατε πάλι;». Και κάπου εδώ ξεκινά η μεγαλύτερη αλκοολική περιπέτεια του Τζο Άρνες, στο κέντρο της Αθήνας.

«Στο μονοπάτι οδεύουν οι ξωμάχοι, του γυρισμού την ώρα αυτή την άγια, με το αίμα χαλασμένο από το βάρος καλοκαιριών, ανοίξεων και χειμώνων» (Miguel Hernandez)

Όταν τα πράγματα κάπως ηρέμησαν μες στο δωμάτιο του Τζο, όλοι έμειναν για λίγο αμίλητοι. Είχε να δει καιρό αυτούς τους παλιόφιλούς από τα ένδοξα χρόνια της χολέρας, τον Βαγκ και τον Τζιμ. Δυο ελεεινά τομάρια, που πάντοτε πίστευαν ότι η ζωή είναι ένα φτερό στον άνεμο. Για αυτό και ζούσαν πάντα το τώρα, με όλο τους το είναι. «Γύρευε που έμπλεξαν πάλι», σκεφτόταν ο Τζο. «Τι έγινε, ρε μάγκες, τι φοβερό μπουκάρισμα ήταν αυτό; Καλά, που μάθατε ότι είμαι Αθήνα; Eσεις τι γυρεύετε εδώ;», και ένα σωρό ακόμα ερωτήσεις-απορίες.
Η ώρα είχε ήδη φτάσει εννιά, και οι τρεις φίλοι μιλούσαν ακατάπαυστα, έχοντας καταναλώσει τρία μπουκάλια μπέρμπον, σαν τότε στο Λονδίνο όντας δούλοι της υψηλής κοινωνίας της μαφίας. Ο Τζο είχε ξεχάσει το ραντεβού του με τον Μίλτον και το ιλουστρασιόν πάρτυ του Χίλτον. Έτσι κι αλλιώς, τα ρούχα του ήδη είχαν τσαλακωθεί και όλη του η παρουσία βρομοκοπούσε αλκοόλ. Είχαν να ιδωθούν οι τρεις τους χρόνια και είχαν να διηγηθούν πολλές περιπέτειες , όλο αυτόν τον καιρό. «Λοιπόν Τζο, κατά τις δέκα μας περιμένουν κάτι μαυρούλες και ένα καλό κρασί στον Λάζαρο, ψήνεσαι;”, τον ρώτησε ο Τζιμ κλείνοντας του το μάτι πονηρά. «Καλά και το ρωτάς;», του αποκρίθηκε. «Φύγαμε κιόλας…»
Η ώρα είχε αγγίξει τις δώδεκα, και στο μαγαζί του Λάζαρου, κάπου στα δυτικά της πόλης, επικρατούσε πανικός. Τρεις μαντραχαλάδες φώναζαν, τραγουδούσαν, έπιναν σα ζώα και προκαλούσαν κάθε άλλον θαμώνα.. Ήταν μεθυσμένοι αλλά και απίστευτα γοητευτικοί με τις αιθέριες υπάρξεις δίπλα τους. Ο Λάζαρος, ένα απόβλητο της παλαιάς Αθήνας –μαυραγορίτης στον πόλεμο της χολέρας-, τους γούσταρε, και γι’ αυτό τους πότιζε μέχρι να σκάσουν..

«Βλέπετε το παράθυρο; το βλέπετε ανοιχτό στη γαλήνη αύρα τ’ ουρανού; Εκείνος το’ θελε έτσι…» (Ricardo Molina)

Εξάρχεια. Τρεις η ώρα το βράδυ. Τρια μεθυσμένα ρεμάλια, με τσαλακωμένα ρούχα τραγουδούσαν αγκαλιασμένοι, τρεκλίζοντας. Το κρασί του Λάζαρου, τους είχε προκαλέσει μια ανεξήγητη ευτυχία στα πονεμένα μυαλά τους. Από ώρα τους είχαν παρατήσει και οι μαυρούλες. Μάλλον θα προτιμούσαν κάτι διαφορετικό, παρά την παρέα πιωμένων ξένων τυχοδιωκτών της όποιας γυναικείας αγκαλιάς.
Κάποιος θαμώνας στο κρασάδικο του Λάζαρου, τους έχει πει για ένα υπόγειο στην αναρχική πλατεία της Αθήνας, όπου γίνονται καλές φάσεις. Ούτε καν το σκέφτηκαν. Κατευθυνθήκαν αμέσως εκεί. Το πώς έφτασαν βέβαια είναι μια άλλη ιστορία. Ας είναι καλά μερικές πιτσιρίκες με ατίθασα μαλλιά, που τους συνόδευσαν μέχρι εκεί, γελώντας μαζί τους. Ο Τζιμ πάντως, έκανε και το χρέος του με τη μια από δαύτες. Για τους άλλους δύο ούτε λόγος. Όταν μπήκαν στο μαγαζί, ο Τζο διαπίστωσε, πως δεν είναι άλλο από το στέκι του, όλα αυτά τα βράδια στην Αθήνα. Εκεί που κατανάλωνε το αψέντι και το μεσκάλ και πήγαινε τύφλα, κάθε πρωί στην εφημερίδα. Ήξερε λοιπόν τα λημέρια. Ήρθε η ώρα να δείξει στους παλιόφιλούς του τι γίνεται εδώ.
Εκείνη η βραδιά θα έμενε χαραγμένη για καιρό στο μυαλό των περίοικων της πλατείας. Από το υπόγειο μπαρ ακούγονταν φωνές, τραγούδια αλλά και απίστευτα σπασίματα. Με πρωτοστάτη τον Τζο, το ποτό έρεε άφθονο, οι γυναίκες αλλά και παλιοί γνωστοί, μαζεμένοι γύρω τους, συμμερίζονταν το απίστευτο κέφι τους και συμμετείχαν σ’ αυτό. Ήταν η απόλυτη ευτυχία μερικών ανθρώπων, που δεν ήξέραν τι θα τους ξημέρωνε αύριο.
Ξαφνικά όμως όλα άλλαξαν. Ο Τζο έχασε το μυαλό του, τον κόσμο γύρω του. Άρχισε να φωνάζει, τσακωνόταν με όλους. Μάταια ο Βαγκ και ο Τζιμ προσπαθούσαν να τον συγκρατήσουν. Οι υπόλοιποι έμειναν άφωνοι. Κι οι λιγοστοί έφυγαν από το μαγαζί του κέντρου της Αθήνας. Το ίδιο και οι φίλοι του. Δεν άντεχαν να τον βλέπουν σε αυτή την κατάσταση.
Ξημέρωνε. Τώρα έκλαιγε. Καθόταν σε μια γωνιά, έξω από το μπαρ, τύφλα από το ποτό και σκεφτόταν τη τύχη του. Τη μοίρα. Μερικοί μιγάδες, τον κορόιδευαν και τον ενοχλούσαν. Ο ζητιάνος που τον περιεργαζόταν έγινε ο καλύτερός φίλος του εκείνη τη στιγμή. Τι έγινε τελικά; Που κατέληξε; Ήρθε καιρός να γυρίσει πίσω, στον τόπο που ΠΡΕΠΕΙ ν’ ανήκει!

«Θα γυρίσουμε αλλαγμένοι… γιατί οι ζωές μας είναι κλωστές που σπάνε εύκολα!»

Υ.Γ. : Η ιστορία αφιερώνεται στον Βαγγέλη και στον Δημήτρη και σ' εκείνο το βράδυ του Απριλίου του 2005.

Υ.Γ. 1 : H ιστορία δημοσιεύτηκε σε πέντε συνέχειες στο Περιοδικό Centro, τη περίοδο 11/10 - 15/12/2006.

14 Δεκ 2006

(...) - N.I.Π. Α'


Πάνω απ' τις στέγες των σπιτιών
απλώνεται το χάος άδικων ψυχών
Τα ίχνη των ανθρώπων τους
απόβλητα μεθυσμένης πολιτείας
Οι πράξεις των πάνε!
Χάθηκε το μήνυμα
Και κλαίνε τώρα στις ποδιές τους
ψυχοραγώντας στο τίποτα
Έτσι λοιπόν αφήστε με
να θρηνήσω την απώλεια της νιότης
και της καλοσυνής του χαμού τους
14.12