4 Απρ 2007

"Ποιήματα" - Guillaume Apollinaire (1982 - Ελληνική Έκδοση Ποιημάτων)


Σ' έσφιξα στο στήθος μου σαν περιστέρι που μια παιδούλα
πνίγει άθελά της
Σ' έκανα δική μου μ' όλη την ομορφιά σου
Μιαν ομορφιά πλουσιότερη και από όλα τα
Κοιτάσματα χρυσού της Καλλιφόρνιας τον καιρό
Του πυρετού του χρυσού
Ικανοποίησα τον σαρκικό πόθο μου απ' το χαμόγελό σου
από τα βλέμματά σου από το τρεμούλιασμά σου
Έκανα δική μου είχα στη διάθεσή μου την υπερηφάνεια σου
Όταν σε κρατούσα σκυμμένη και βάστηξες
Τη δύναμή μου και τη βία μου
Πίστεψα πως όλα θα τά 'παιρνα μα ήταν πλάνη
Κι απομένω σαν τον Ιξίωνα
Μετά την ερωτική πράξη του στο φάντασμα του σύννεφου
Που έμοιαζε μ' αυτή την Ήρα την αήττητη Ήρα
Και ποιος μπορεί να πιάσει ποιος μπορεί ν' αρπάξει
Σύννεφο ποιός μπορεί ν' ακουμπήσει το χέρι του
Σ' έναν κατοπτρισμό και απατάται όποιος νομίζει
Πως μπορεί να γεμίσει τα χέρια του με γαλανό του ουρανού
Πίστεψα πως πήρα όλη την ομορφιά σου
Κι είχα μόνο το σώμα σου
Αλίμονο το σώμα δεν έχει Αιωνιότητα το σώμα λειτουργεί
Μόνο για να προσφέρει ηδονή
Μα δεν προσφέρει αγάπη
Κι είναι μάταιο τώρα
Να προσπαθώ ν' αδράξω το πνεύμα σου
Ξεγλιστρά ξεγλιστρά
(...)

(Αγάπη Απαξίωση Κι Ελπίδα)

(...)
Προφήτες αναδύονται για να μιλήσουν
Στη γαλανή γραμμή των μακρινών βουνών
Θα γνωρίσουνε με βεβαιότητα τα πράγματα
Που οι σοφοί ισχυρίζονται τάχα πως γνωρίζουν
Και θα μας μεταφέρουν όπου αυτοί θέλουν

Ο πόθος είναι η μεγαλύτερη δύναμη
Έλα να σε φιλήσω πάνω στο μέτωπο
Ω πανάλαφρη σαν τη φλόγα
Βαστάς ολάκερο τον πόνο
Όλη τη ζέστη κι όλη τη λάμψη

Θα 'ρθει καιρός και θα σπουδάσουμε
Το άπαντο του πόνου
Μια εποχή όχι θάρρους
Μήτε και αυταπάρνησης
Ούτε θα κάμουμε το κατά δύναμη
(...)

(Λόφοι)

Το στόμα μου θα είναι βάραθρο με θειάφι καυτό
Θα βρεις το στόμα μου κόλαση αποπλάνησης κι απόλαυσης
Οι άγγελοι του στόματος μου θα θρονιαστούν στην καρδιά σου
Οι στρατιώτες του στόματός μου θα σου επιτεθούν αιφνιδιαστικά
Οι παπάδες του στόματός μου θα λιβανίζουν την ομορφιά σου
Η ψυχή σου θα πάλλεται σαν μια περιοχή σεισμού
Τα μάτια σου θα έχουν τότε φορτωθεί όλον τον έρωτα
Της ανθρωπότητας συσσωρευμένον από πρωτόγονα χρόνια
Το στόμα μου θα είναι μια στρατιά αντίπαλή σου
Μια απειθάρχητη στρατιά αλλάζοντας καθώς ένας
Ταχυδακτυλουργός το σχήμα και τον αριθμό της
Η ορχήστρα και η χορωδία του στόματός μου θα ψάλλει
Την αγάπη μου θα σου τη μουρμουρίζει από μακριά

Κι εγώ όρθιος με μάτια καρφωμένα στο χρονόμετρο
Θα ορμήσω για έφοδο

(Τομεάρχης)

*18 ποιήματα του σπουδαιότερου ποιητή σουρρεαλιστή του 20ου αιώνα, του γάλλου Guillaume Apollinaire. Μια ελληνική συλλογή από τις Εκδόσεις Γνώση στα 1982 και τον έλληνα μεταφραστή και ποιητή της διασποράς Νίκο Σπάνια(παρακάτω βιογραφικό του). Επιπρόσθετα ένας περιεκτικός 15σέλιδος πρόλογος του μεταφραστή για τον Wilhelm-Apollinaris de Costrowitski ή Guillaume Apollinaire, νόθο τέκνο Πολωνής μητέρας και Ιταλού πατέρα ιερατικού μέλους του Βατικανού, που αποτέλεσε έναν θρύλο στη προπολεμική Γαλλία των αρχών του 20ου αιώνα.

Βιογραφικό Guillame Apollinaire
(από την ελληνική Βικιπαιδεία)

Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ (26 Αυγούστου 1880 - 9 Νοεμβρίου 1918) ήταν Γάλλος ποιητής, συγγραφέας και κριτικός τέχνης.
Ο Γκιγιώμ Απολλιναίρ γεννήθηκε στις 26 Αυγούστου του 1880 στη Ρώμη της Ιταλίας. Ήταν νόθο τέκνο Πολωνέζας μητέρας και Ιταλού πατέρα. Η μητέ­ρα του Αντζέλικα ντε Κοστροβίτσκι ήταν μια ανυπότα­κτη γυναίκα ελευθερίων ηθών που είχε πάθος να παίζει στο καζίνο. Γεννημένη στο Νοβογκρόντεκ ( τώρα στη Λευκορωσσία) είχε αριστοκρατική καταγωγή από την Σλάχτα (Szlachta). Ο πατέρας του εξακολουθεί να παραμένει ά­γνωστος, κατά μία εκδοχή ήταν ιερωμένος υψηλότατης βαθμίδας στο Βατικανό. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ήταν επίσκοπος, ενώ κυκλοφορούσαν και φήμες ότι επρόκει­το και για τον ίδιο τον Πάπα. Πιθανότερη εκδοχή είναι πατέρας του να είναι ο Francesco Flugi d'Aspermont, Ιταλο-Ελβετός αριστοκράτης. Σε κάθε περίπτωση ο πατέρας του εξαφανίστηκε πολύ νωρίς από τη ζωή του. Ο Απολλιναίρ κρατούσε κρυφή την καταγωγή του και νεότερος υποκρινόταν ότι ήταν Ρώσος πρίγκιπας.
Μεγάλωσε στο
Μονακό και στη Γαλ­λική Ριβιέρα, όπου η μητέρα του έπαιζε σε καζίνο και χαρτοπαικτικές λέσχες και του έμαθε Γαλλικά και άλλες γλώσσες. Ήταν καλοφαγάς, με δυνατή φωνή και είχε έντονη προσωπικότητα και ευρεία μόρφωση. Εγκαταστάθηκε στο Παρίσι σε ηλικία είκοσι ετών και ξεκίνησε την ενασχόληση με τη λογοτεχνία δημοσιεύοντας ποιήματα σε διάφορα περιο­δικά. Το 1903 ίδρυσε το πρώτο δικό του περιοδικό, La revue immoraliste. Αρθρογράφησε σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά ως κριτικός τέχνης.
Στο
Παρίσι συνδέθηκε με την κοινότητα των μποέμ καλλιτεχνών της Μονμάρτρης και αργότερα του Μονπαρνάς. Υπήρξε πολύ δημοφιλής στους καλλιτεχνικούς κύκλους και σχετίστηκε με σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Πάμπλο Πικάσο, ο Ζωρζ Μπρακ, ο Μαξ Ζακόμπ, ο Αντρέ Σαλμόν, ο Αντρέ Μπρετόν, ο Ρενέ Νταλίζ, ο Ζαν Κοκτώ, ο «Τελώνης» Ρουσσώ, ο Αντρέ Ντεραίν, ο Πιερ Ρεβερντί, ο Αλφρέ Ζαρύ, ο Μπλαιζ Σαντράρ, ο Ερίκ Σατί, ο Οσίπ Ζαντκίν, ο Μαρκ Σαγκάλ, ο Μαρσέλ Ντυσάν και η Μαρί Λωρενσέν, που υπήρξε και ερωμένη του. Δημιούργησε παράλληλα και έχθρες, όπως με τον ελληνικής καταγωγής Ζαν Μωρεάς, του οποίου την ποίηση θεωρούσε ξεπερασμένη. Ήταν εκείνος που οργά­νωσε το Κυβιστικό δωμάτιο 41 στο Salon des Independants το 1911. Την ίδια χρονιά έγινε μέλος της Ομάδας Πιτώ (Puteaux Group), ενός κλάδου του κυβιστικού κινήματος.
Στις
7 Σεπτεμβρίου του 1911 είχε εμπλοκή μαζί με τον Πικάσο στην υπόθεση κλοπής της Μόνα Λίζα. Και οι δύο κατηγορήθηκαν (αδίκως) για κλοπή και συννελήφθησαν από την αστυνομία. Ο Πικάσο αφέθηκε ελεύθερος την ίδια μέρα, ενώ ο Απολλιναίρ ελευθερώθηκε μετά από πέντε ημέρες. Ο τρομοκρατημένος Απολλιναίρ έγραψε ποιή­ματα απελπισίας από τη φυλακή και περιέπεσε σε μελαγχολία. Η σύντομη κράτηση του ήταν ένα ισχυρό σοκ που τον στιγμάτισε τραυματικά. Αμαυρώθηκε σοβαρά η φήμη του και η αξιοπιστία του. Στις 13 Σεπτεμβρίου 1911, η εφημερίδα «Paris Soir» ανέφερε ότι ο Απολλιναίρ είναι ο «αρχηγός διεθνούς σπείρας που έχει έρθει στη Γαλλία με σκοπό να ξαφρίσει τα μουσεία μας».
Δημοσίευσε τις ποιητικές συλλογές L' enchanteur pourrissant (1909) (η πρώτη του ποιητική συλλογή), Le bestiaire (
Το συναξάρι των ζώων) (1911) και το Alcools (1913), το οποίο και τον καθιέρωσε ως ποιητή. Το 1907, ο Απολλιναίρ έγραψε την γνωστή ερωτική νουβέλα «Έντεκα Χιλιάδες Βέργες (Les Onze Mille Verges). Επίσημα απαγορευμένη στην Γαλλία μέχρι το 1970, κυκλοφορούσε ευρέως σε διάφορες παράνομες εκτυπώσεις για πολλά χρόνια. Ο Απολλιναίρ ποτέ δεν παραδέχτηκε δημοσίως ότι είναι δική του. Μια άλλη ερωτική νουβέλα που του αποδίδεται είναι «Οι περιπέτειες ενός νεαρού Δον Ζουάν» (Les exploits d'un jeune Don Juan), στις οποίες ο 15χρονος ήρωας γίνεται πατέρας τριών παιδιών από διάφορα μέλη του περιβάλλοντος του, συμπεριλαμβανομένης και της θείας του. Το βιβλίο διασκευάστηκε το 1987 σε ταινία, καθώς επίσης και σε κόμικ.
Το 1914 είχε έναν σύντομο δεσμό με τη
Λουίζ ντε Κολινύ και κατόπιν με τη δασκάλα Μαντλέν Παζ, την οποία αρραβωνιάστηκε. Κατατάχθηκε ως εθελοντής στον γαλλικό στρατό και πολέμησε στο μέτωπο της Καμπανίας ως το 1916, οπότε και τραυματίστηκε στο κεφάλι από θραύσμα σε έκρηξη όλμου, ενώ διάβαζε σε ένα χαράκωμα. Επέστρεψε με άδεια αναρρώσεως στο Παρίσι, όπου κυκλοφορούσε με μπανταρισμένο το κεφάλι και φορώντας την στρατιωτική του στολή με τα παράσημα. Η διάθεση του «βάρυνε» και άρχισε να αναπτύσσει έναν πατριωτισμό για τη Γαλλία, της οποίας οραματίζεται την νίκη στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Αυτές οι τάσεις του, καθώς και η αμφίεσή του, αποτελούσαν συχνά στόχο πειραγμάτων.
Σε αυτές τις συνθήκες, το
1917 έγραψε το θεατρικό έργο Οι μαστοί του Τειρεσία, με το οποίο παρακινούσε τους Γάλλους να κάνουν παιδιά για την πατρίδα τους. Στην εισαγωγή του θεατρικού εισήγαγε τον όρο σουρεαλισμός, τον οποίο χρησιμοποίησε επίσης για το πρόγραμμα της παράστασης μπαλέτου Parade του Ζαν Κοκτώ και του Ερίκ Σατί, που έκανε την πρεμιέρα του στις 18 Μαΐου του 1917. Τον ίδιο χρόνο εξέδωσε και ένα καλλιτεχνικό μανιφέστο: L'Esprit nouveau et les poètes.
Πέθανε από ισπανική γρίππη την 9η Νοεμ­βρίου του
1918, στο διαμέρισμα του στην Σεν-Ζερμέν, έξι ημέρες πριν τελειώσει ο πόλεμος με τον οποίο είχε τόσο παθιαστεί. Στην κηδεία του παρευρέθηκαν ο Πικάσο και άλλοι εκπρόσωποι της μποέμ καλλιτεχνικής ζωής του Παρισιού. Το 1918 εκδόθηκαν μετά θάνατον οι πειραματικές εντυπώσεις του από τον πό­λεμο, με τον τίτλο Καλλίγραμμα (Calligrammes). Ο όρος calligrammes αργότερα καθιερώθηκε για να περιγράψει αυτό το είδος της απεικόνισης ενός ποιήματος, που υιοθετήθηκε και από άλλους ποιητές, κυρίως του υπερρεαλισμού.
Αν και δεν βραβεύτηκε ποτέ εν ζωή, ο Απολλιναίρ θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές του 20ου αιώνα. Έλαβε μέρος σε όλα τα κινήματα της γαλλικής αβάν-γκαρντ των αρχών του 20ού αιώνα και ήταν εμβληματική φιγούρα της μποέμ ζωής του Παρισιού. Το έργο του παρουσιάζει έντονη πολυμορφία. Τα ποιητικά του έργα επηρεασμένα εν μέρει από τον Συμβολισμό, αντιπαραβάλλουν το παλιό και το καινούργιο, συνδυάζοντας παραδοσιακές φόρμες με μοντέρνες τεχνικές. Το έργο του θεωρείται ακόμα πρόδρομο του σουρεαλισμού. Τα ποιήματά του παρουσιάζουν ιδιόμορφη χρήση των σημείων στίξης, ενώ με τα «Καλλίγραμμα» εισάγει ένα νέο είδος ποίησης στο οποίο συμβάλλει και η τυπογραφία και το γραφιστικό στήσιμο της σελίδας.
Εκτός από τη ενασχόλησή του με την ποίηση, δημοσίευσε τολμηρά ερωτικά βιβλία, υπήρξε πρωτοπόρος του
θεάτρου του παραλόγου και εισήγαγε το 1913 τον όρο «κυβισμός» με τη μελέτη του «Κυβιστές ζωγράφοι», την πρώτη θεωρητική μελέτη για τον κυβισμό. Ήταν ακόμα αυτός που δημιούργησε τον όρο «σουρεαλισμός», καθώς επίσης και τον όρο «ορφισμός» για να περιγράψει την τάση για απόλυτη αφαίρεση στα έργα του Ρομπέρ Ντελωναί, της Σόνιας Ντελωναί και άλλων.
Το κριτικό του έργο, αν και κατακρίθηκε για τον έντονο συναισθηματισμό του και την έλλειψη κριτικής όσον αφορά τις ζωγραφικές τεχνικές, ήταν από τα λίγα που υποστήριξαν τα σύγχρονα κινήματα ζωγραφικής και τις εκθέσεις των ανεξάρτητων, πράγμα για το οποίο χλευάστηκε έντονα στην εποχή του.
-Ο Πικάσο, που ζωγράφισε πολλές φορές τον Απολλιναίρ, σε μία προσω­πογραφία του τον απεικονίζει ως αρχιεπίσκοπο με ιερα­τικά άμφια, ποιμαντορική ράβδο, μίτρα και αρχιεπισκο­πικό δαχτυλίδι. Ο λόγος γι’ αυτό είναι οι φήμες για την ταυτότητα του πατέρα του.
-Στο μικρό καμπαρέ
Λαπέν Αζίλ (Lapin Agile) της Μονμάρτρης συντελέστηκε μία φάρσα εις βάρος του Γκιγιώμ Απολλιναίρ. Ο ζωγράφος Ντορζελέ και άλλοι πολέμιοι της κριτικής του, έδεσαν στην ουρά ενός γαϊδάρου με το όνομα Λολό μία βούρτσα την οποία βουτούσαν σε μπογιά, και άφησαν έτσι τον γάιδαρο να «ζωγραφίσει» έναν πίνακα. Ο πίνακας στη συνέχεια εκτέθηκε στο Salon des Independants ως "ιμπρεσιονιστικός" με τον τίτλο "Και ο Ήλιος Βασιλεύει Πάνω από την Αδριατική" και ήταν υπογεγραμμένος με το ψευδώνυμο "Joachim-Raphael Boronali". Ο Απολλιναίρ εκθείασε τον πίνακα, μαζί με άλλους κριτικούς και έγινε έτσι στόχος έντονων κοροϊδιών.

Ποιήματα

Πρωτότυποι γαλλικοί τίτλοι:
Le Bestiaire (
1911)
Alcools (
1913)
Impendere Amori (
1917)
Calligrammes (
1918)
Il y a (
1925)
Poèmes à la Marraine (
1948)
Le Guetteur mélancolique (
1952)
Poèmes à Madeleine (
1952)
Poèmes à Lou (
1955)

Ελληνική βιβλιογραφία (πρώτες εκδόσεις):
Ποιήματα, εκδ. Νεφέλη
Ποιήματα, εκδ. Καστανιώτη
Ποιήματα, εκδ. Γνώση
Το Συναξάρι των Ζώων ή Ορφέως Ακολουθία, εκδ. Διάττων

Πεζογραφία

Πρωτότυποι γαλλικοί τίτλοι:
L'Enchanteur pourrissant (
1909)
L'Hérésiarque et Cie (
1910)
Le Poète assassiné (
1916)
La Femme assise (
1920)
L'Histoire romanesque (
1914-1918): La Fin de Babylone, Les trois Don Juan, La Femme blanche des Hohenzollern.

Ελληνική βιβλιογραφία (πρώτες εκδόσεις):
Η καθιστή γυναίκα, εκδ. ΕΡΜΕΙΑΣ
Οι Βοργίες στη Ρωμη (με τον Ρενέ Νταλίζ), εκδ. Ενάλιος

Θεατρικά

Πρωτότυποι γαλλικοί τίτλοι:
Les Mamelles de Tirésias (
1917)
Couleur du temps (
1918)
Casanova (
1952)

Ελληνική βιβλιογραφία (πρώτες εκδόσεις):
Οι μαστοί του Τειρεσία, εκδ. Αιγόκερως

Αμφισβητούμενα έργα

Πρωτότυποι γαλλικοί τίτλοι:
Les Onze mille verges (Οι έντεκα χιλιάδες βέργες)
Les Exploits d'un jeune Don Juan (Οι περιπέτειες ενός Δον Ζουάν) (
1911)

Ελληνική βιβλιογραφία (πρώτες εκδόσεις):
Τα κατορθώματα ενός μικρού Δον Ζουάν, εκδ. Γαβριηλίδης
Τα κατορθώματα ενός Δον Ζουάν, εκδ. ΔΙΩΝΗ
Οι έντεκα χιλιάδες βέργες ή Οι έρωτες ενός Οσποδάρου, εκδ. Ερατώ
Οι έντεκα χιλιάδες βέργες ή Οι έρωτες ενός οσποδάρου, εκδ. Εξάντας

Δοκίμια, κριτικές

Πρωτότυποι γαλλικοί τίτλοι:
Méditations esthétiques-Les Peintres cubistes (
1913)
Articles, chroniques, échos, préfaces de catalogue (
1902-1918)
La Phalange nouvelle (
1908)
Les Poèmes de l'année (
1909)
Les Poètes d'aujourd'hui (
1909)
L'Antitradition futuriste (
1913)
L'Esprit nouveau et les poètes (
1917)

Ελληνική βιβλιογραφία (πρώτες εκδόσεις):
Οι κυβιστές ζωγράφοι: Αισθητικοί στοχασμοί, εκδ. ΝΕΦΕΛΗ

Βιογραφικό του μεταφραστή Νίκου Σπάνια
(από το περιοδικό "Οδός Πανός" τ. 58, 11/1991, Μιχάλης Μοίρας)

O Μπωντλαιρικός Νίκος Σπάνιας, αυτός ο «δαιμονόπληκτος» καί προικισμένος ποιητής της ξενιτιάς, γεννήθηκε στήν Αθήνα τό 1924, από γονείς Ζακυνθινούς. Σπούδασε μουσική καί ξένες γλώσσες. Αποφοίτησε από τό Γυμνάσιο τού Πειραιά καί κατόπιν παρακολoύθησε μαθήματα στήν Ανωτάτη Eμπορική Σχολή. Eκανε τή μετάφραση τού δράματος τού Tennessee Wi1liams "O Γυάλινος Κόσμος" καί, μέ υποτροφία της Αμερικανικής Κυβέρνησης, ήρθε στίς Η.Π.Α. στίς 6 Σεπτεμβρίου 1952 καί φοίτησε στό Πανεπιστήμιο τού Ohio. Αρίστευσε ανάμεσα σέ 1.250 ξένους καί Αμερικανούς στή «Σύγχρoνη Αμερικανική Λογοτεχνία». Επίσης αποφοίτησε από τήν American Academy οf Dramatic Arts της Νέας Υόρκης. Ύστερα, ήρθε μιά σειρά από ελεύθερα επαγγέλματα: δημοσιογράφος, μεταφραστής, ταμίας, σωφέρ, πλασιέ, σκηνοθέτης, μπάρμαν, φορτηγατζής σέ νταλίκα, μάγερας τρία χρόνια σέ γαλλικό καί ιταλικό εστιατόριο. Σκηνοθέτησε πολλά αμερικάνικα θεατρικά έργα πού ανέβηκαν σέ διάφορες σκηνές. Εξέδωσε τίς ποιητικές συλλογές "Ποιήματα της Τρίτης Λεωφόρου" (Νο. 1, 2, 3) καί αλλες στήν Αθήνα καί μετέφρασε Rimbaud, Andre Gide καί αλλους Ευρωπαίους καί Αμερικάνους λογοτέχνες καί ποιητές. 'Εγραψε αρθρα γιά τό θέατρο, τόν κινηματογράφο καί τήν ποίηση.Όταν τόν πρωτογνώρισα, τό 1975, έμενε στούς 51 Δρόμους, στό κέντρο τού Μανχάταν, στό κτίριο 245 West Art. 211. Εκείνον τόν καιρό, συζούσε μέ τόν Chris, τόν oποίο αποκαλούσε θετό γιό του. O Σπάνιας, επανειλημμένα μού μίλησε γιά τή ζωή του, μού είπε ότι τόν Chris (πολωνικής καταγωγής), τόν είχε γνωρίσει σ' ένα γραφείο κοινωνικής περίθαλψης. Διάβαζε τους "New Υork Times" καί τού έκανε εντύπωση γιατί τό γραφειο ήταν γεμάτο από αγράμματους Μαύρους καί Πορτορικάνους. Πρίν τό πιοτό, ό Chris ήταν ένα ωραίο παιδί 21 χρόνων. Ο Σπάνιας τόν αγαπούσε πολύ και τού εΙχε μεγάλη αδυναμία.Άρχισε λοιπόν, νά μού μιλάει γιά τό παρελθόν του. Κάποτε, πού ζούσε στό Χάρλεμ, σωστότερα στό Ισπανικό Χάρλεμ, τό Εl Βarrio όπως τό λένε οι Πορτορικάνοι (πoύ ήταν φτηνά τά νοίκια καί εύκολο τό ψωνιστήρι), έζησε δώδεκα χρόνια. Στό σπίτι του έρχονταν τότε κι έμεναν πολλοί φιλοξενούμενοι, μα κανένας απ' όλους αυτούς δέν τόν αγάπησε όπως ό Chris. Εκείνη τήν περίοδο, εγραψε καί τά "Ποιήματα τής Τρίτης Λεωφόρου". Μού έλεγε, ότι τίς νύχτες σεργιάνιζε στήν 42η Οδό μήπως καί βρει κανένα ομορφόπαιδο. Τότε ζούσε μέσα σ' έναν καθημερινό εφιάλτη τρέλας καί πυρετού. Kυλιόταν στά κρεβάτια μέ τούς νεαρούς, έπαιρνε ναρκωτικά κι έκανε μιά βίαιη καί πολυποίκιλη ζωή ανάμεσα σέ ναρκωμανείς. Είχε μάλιστα ερωτευτεέ ένα γαλανομάτη Γερμανοεβραίο. (Αργότερα εκείνος τον εγκατέλειψε, φεύγοντας απ' τό σπίτι). Συζούσανε σ' ένα σεσημασμένο διαμέρισμα τό 4C (τό αριθμόγραμμα τού διαμερίσματος του στο Ισπανικό Χάρλεμ), πού 'χε τύχει νά γίνει καί άσυλο γιά τόν κάθε αδέσποτο νέο.Εκείνη τήν περίοδο, ο Σπάνιας ήθελε νά γνωρίσει προσωπικά τόν Άλλεν Γκίνσμπεργκ, πού κατοικούσε τότε στή δυτική πλευρά του Γκρίνουιτς Βίλλατζ, όχι μακριά από τό σπίτι τού ‘Ωντεν (άλλο κέντρο διερχομένων, κι αυτό). Ο Ελληνοαμερικανός ποιητής Θεοδόσης Άθας, τόν όποιο αγαπούσε κι εκτιμούσε ο Σπάνιας, είχε βαλθει νά μεταφράζει μέ πεισμα κι ευσυνειδησία στά ελληνικά τό "Ουρλιαχτό" τού Γκίνσμπεργκ. Ο Γκίνσμπεργκ γνωστός σάν ομοφυλόφιλος ποιητής πού 'παιρνε ναρκωτικά, είχε κάνει μεγάλη εντύπωση στό Σπάνια πού τόν θαύμαζε γιά τήν ποίησή του. Έλεγε μάλιστα, ότι σ' αυτό τόν παράλογο κόσμο πού ζούμε, ο καθένας έχει τίς αδυναμίες του καί τά τρωτά του σημεία.Οί λογοτεχνικές σχέσεις λοιπόν, τού Σπάνια μέ τόν Άθα, εκεί στή βουερή Τρίτη Λεωφόρο, ήταν παράξενες, αβρές κι άλλοτε είχαν μιά δεσποτική έπαρση. Πολλές φορές όμως πού ξέσπαγαν σέ καυγά (κι αυτό γινόταν από τίς αγεφύρωτες διαφορές πού είχαν - αν καί υπήρχε αμοιβαία αγάπη μεταξύ τους), ό Θεοδόσης Άθας τόν αποκαλούσε «Σταφιδοκλέφτη καί κλεφτοκοτά της Ζακύνθου», «Τρανό διαφθορέα της νιότης, πατριώτη εγωιστή, φιλόθρησκο θεομπαίχτη, φιλορθόδοξο αδικητή, αυταπάρνητο πλεονέχτη, λαοπλάνο καί ονειδιστή, πλάνο της χήρας - μά προπαντός τού ορφανού - μεγαλόσχημο υποκριτή» καί άλλα πολλά. Ο Νίκος Σπάνιας, όμως, ήταν τέτοιος άνθρωπος; Μπορεί. Εγώ ωστόσο, πού τόν γνώρισα από κοντά, διαπίστωσα, ότι μπορεί μέν νά είχε όρισμένα από τά παραπάνω, αλλά ήταν επίσης κι ένας άνθρωπος πάντα πρόθυμος καί ξέχειλος συναισθηματικά, ενας ποιητής ζωντανός, εγκάρδιος, διψασμένος διαρκώς νά μάθει γιά πρόσωπα καί πράγματα πού αφορούσαν τήν Ελλάδα.Εκείνα τά δύσκολα χρόνια, πού ζούσε στήν Τρίτη Λεωφόρο, μετέφραζε καί τό ποιητικό έργο τού Ρεμπώ "Μιά Εποχή στήν Κόλαση". Ξενυχτούσε, μετέφραζε, έγραφε πυρετωδώς καί δέν κοιμόταν σχεδόν καθόλου, παρά βυθιζόταν σ' ένα τρικυμιώδες άγχος καί σέ μιά παράφορη νευρική ύπερένταση πού τόν συνέτριβε ψυχή τε καί σώματι. Όταν κάποτε γινόταν ψυχικό ράκος, έπεφτε στό κρεβάτι του κατάκοπος. Ξαφνικά, πεταγόταν επάνω καί ξανακαθόταν στό γραφείο του, γράφοντας πάλι από τήν αρχή ορισμένα ποιήματα. Ήταν πολύ αυστηρός καί μοχθούσε νά βρεί τίς κατάλληλες λέξεις πού θά ταίριαζαν στήν έλληνική μετάφραση, γιά νά μην αλλοιώνεται τό νόημα.Κάποια περίοδο, συζούσε στό 4C μ' έναν Πορτορικάνο πού τόν λέγανε Enrique (παρατσούκλι: Κούκο) Alvarado, στόν οποίο αφιέρωσε τό ποίημα: Amor, no te vayas sin mi, πού περιέχεται στό βιβλίο "Ποιήματα της 3ης Λεωφόρου" (αρ. 3). Πολλές φορές μέ τόν "Κούκο" ξαφρίζανε τά μεγάλα καταστήματα Macy, Bimbels, Bloomingdale, Alexander κ.α.Μαζί του έπαιρνε ναρκωτικά - κυρίως ηρωίνη. Τά ναρκωτικά, όπως ισχυριζόταν ο ίδιος, τά πήρε γιά νά εξουδετερώσει αυτήν τήν Difficulte d' etre... Υποστήριζε μάλιστα, πώς η έπίδρασή τους είναι ευεργετική καί οι τυχόν δυσκολίες καί συγκρούσεις οφείλονταν στήν ισχύουσα νομοθεσία. Εν πάση περιπτώσει, γιά νά μήν πολυλογώ, η υγεία του εκείνη τήν εποχή είχε κλονιστεί σοβαρά από τήν κατάχρηση ναρκωτικών... Ώσπου κάποτε, ήρθε αντιμέτωπος μέ τό θάνατο. Καί νά πώς συνέβη τό κακό: Τόν καιρό εκείνο, δούλευε μπάρμαν κι έβγαζε πολλά λεφτά κι ο Άθας, πού δέν είχε φράγκο, ήταν φιλοξενούμενός του, όπως κι ο Κώστας Ταχτσής. Είχανε ένα λυκόσκυλο πού τό λέγανε Lobo (ισπανικά: λύκος) καί μάδαγε τό τρίχωμά του. Όταν ο Εnrique ήταν έτοιμος νά τόν τρυπήσει του έπεσε ή σήριγγα απ' τά χέρια στό χαλί καί κόλλησε μιά τρίχα απ' τό μαλλί του σκύλου στήν αιχμή τής βελόνας. Τήν τράβηξε μέ τά βρώμικα δάχτυλά του καί μολύνθηκε ή οπή καί έπαθε πνευμονικό οίδημα.Στό νοσοκομείο ο Σπάνιας πάλεψε καρτερικά μέ τό θάνατο. Μάλλον κατάφερε κι επέζησε. Ο Άθας από πολύ καιρό πρίν τόν ικέτευε νά κόψει τά ναρκωτικά, γιατί θά τόν κατέστρεφαν. Μόλις ο Σπάνιας βγήκε απ' τό νοσοκομείο, πήρε μιά μεγάλη απόφαση καί τά σταμάτησε. Μερικοί από τούς φίλους του πίστεψαν ότι ο Άθας ήταν έκείνος πού τόν επηρέασε καί τόν παρακίνησε νά τά κόψει. Αλλά ή αλήθεια δέν ήταν αυτή. Στήν πραγματικότητα, ο ίδιος ο Σπάνιας αποφάσισε ν' αλλάξει τρόπο ζωής. Όταν, τέλος, πέθανε ο Θεοδόσης Άθας, ο Νίκος Σπάνιας στίς 26 του Μάη 1974, διάβασε στήν κηδεία του έναν επικήδειο πού ο ιδιος εlχε γράψει. Από τότε, ανέλαβε ο ίδιος, μέ τό φιλολογικό ψευδώνυμο Ζαννής Ζακυνθινός, τό ραδιοφωνικό πρόγραμμα: "Ελληνική Φωνή τής Νέας Υόρκης" τό οποίο προηγουμένως επιμελείτο ο Άθας.Ο Νίκος Σπάνιας υπήρξε ένας από τούς σημαντικότερους ποιητές τής πνευματικής ομογένειας, μέ μεγάλο ταλέντο, πού ξεχώριζε διακριτικά. Η παρουσία του στά ελληνικά γράμματα, ανάμεσα στούς ομογενείς τής ελληνικής παροικίας της Νέας Υόρκης, ήταν σημαντική καί τού έδινε μιά λαμπρή υπόσταση καί μεγάλο κουράγιο γιά καινούργιες πνευματικές έξορμήσεις.Ο Νίκος Σπάνιας, υπήρξε ο Έλληνας ποιητής της ξενιτιάς. Όλοι, όσοι τόν γνωρίσαμε, θά τόν θυμόμαστε νά πλανιέται ανάμεσά μας ή μνήμη του σάν τό «Μεθυσμένο Καράβι» τού Ρεμπώ, πού ταξιδεύει μέσα στό χρόνο...

Ποιήματά του :

Αν

Αν ο καιρός ήταν κουρέλι
Αν ήταν η περίσταση πιο βολική
Αν η συγκατάβαση φορούσε ένα λευκό σεντόνι
Αν ήταν το καφενείο δροσερό σαν ενυδρείο
Αν ο καφές δεν ήταν τέλεια πικρός
Αν δεν ήταν πράσινο και μαύρο το φαρμάκι
Αν οι σφαίρες του μπιλιάρδου δεν έκαναν κρα-κρα σαν πολυβόλο
Αν ο σερβιτόρος δεν είχε βρώμικα νύχια
Αν η ταμίας δεν έτριβε τ’ απόκρυφά της
Αν οι τριβάδες έπεφταν σ’ ένα κρεβάτι βότσαλα
Αν ο ωραίος έφηβος δεν έφευγε μόλις άναψε το τσιγάρο

Αν ήσουν ό,τι δεν ήσουν
Αν ήμουν ό,τι δεν ήμουν

Γράμμα στο Μιχάλη Κατσαρό

Οι κούρκοι κρώζουν
μια χρυσή και οργυαία φτερούγα αετού
πάνω απ’ το κεφάλι μου είσαι σύ.
Όρνεο και Ποιητής,
αρτοποιός και μέθυσος –
Μικκύλος («Παναγιά μου ένα παιδί!»).
Οι ελαφροί δεν θα μας λένε ελαφρούς
αλλά ελαφρόμυαλους,
δηλαδή πως πια δεν τά ‘χουμε τετρακόσια.

Σου γράφω από ένα εβραίικο τσαρδί
της Νέας Υόρκης ή Νεοβόρακου,
Με μεγαλήγορο πομφολυγώδες ύφος,
ενόσω οι Νέγροι έξω απ’ το παραθύρι μου
(επί τόπων επιχολέρων)
βγάζουν ωρυγές ενθουσιασμού
(έξω απ’ το παραθύρι μου).
Τι έγινε η ταχύπτερη φήμη φίλε μου
Θυμάσαι; μου ψιθύριζες «Νίκο μου! Νίκο!»
όταν εγώ πάντα λουτροχαρής
και τσίτσιδος γύριζα το κεφάλι αλλού
επιζητών κυρίως τα ψεκτά σε όσα παρατηρούσες.
Έσβησε η σπίθα της ζωής
όμως οι δυο μας στη Σταδίου κάποτε
είμαστε φρενίτις σχεδόν ερωτική
φθάνουσα μέχρι παραφροσύνης
μεθώντας από κέφι και αντικρύζονταςτο υψηρεφές μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.

Δειλός εγώ
Δεν κατεβαίνω να σε δω
Κι η δείλη εσκοτίσθη..." Ν.Ι.Π.