9 Μαΐ 2007

"Ιωάννα, ω! Ξαφνικέ μου Έρωτα" - Μικρό Πεζό του Ν.Ι. Πουλάκου (Πάσχα του 2007)

(το πεζό έχει δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό "Περί-γραφής",
δείτε το στο παρακάτω link
"Σου γράφω μεσ' από παράθυρα κλειστά,
εγώ που γιόρτασα πολύ με τους απέξω,
κι ένα που έστειλες απόψε για να παίξω
αγάπης φάντασμα, τί κόσμο συνιστά;"
(Δ. Καψάλης, Μέρες Αργίας)

Καθώς θα βλέπω το αεροπλάνο να προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο, εκείνο το μακρινό απομεσήμερο της Άνοιξης, θα σ’ έχω στο μυαλό μου, έτσι στα σκούρα ντυμένη, με τα ερωτικά σου μαύρα μάτια, τα έντονα φρύδια να σου δίνουν μια μορφή ιέρειας, τ’ ανέμελα μαλλιά σου να μπλέκονται με θράσος στο λευκό σου προσωπάκι, το άβαφο, το ατημέλητο έτσι όπως το λάτρεψα από τη πρώτη στιγμή. Θα σκέφτομαι να μου χαμογελάς από μακριά, θα τρέξεις να με αγκαλιάσεις, θα μου διηγηθείς ιστορίες από την Ουρουγούαη κι εγώ θα σε κοιτάω μόνο, θα σε ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ! Τα χέρια σου θα μου χαϊδεύουν τα μαλλιά, θα μ’ αγκαλιάσεις, θα σ’ αγκαλιάσω, θα με φιλήσεις, θα σε φιλήσω με πάθος, όπως ο Δρ. Στήβεν την Άννα υπό τους ήχους της μελωδίας του Πράισνερ στο «Μοιραίο Πάθος» που τόσο σου αρέσει. Θα μου πιάσεις το χέρι, θα σε κοιτάω ακόμα. Θα μου πεις «σε λατρεύω», θα ριγεί το κορμί μου, η καρδιά μου θα πάλλεται, θα τρέχω και θα φωνάζω τ’ όνομά σου. Θα ‘ρθεις κοντά μου, θα είμαστε μαζί για καιρό, στο κρεβάτι του δωματίου με τις γρίλιες, με θέα τον Λυκαβηττό, θα σου αναλύω τη θεωρία των ενωμένων κορμιών, τι άλλο θα θέλουμε; -ευτυχία θα είναι αυτό!

«Έρωτας είναι ο χωροχρόνος μετρημένος από την καρδιά, Μαρσέλ Προυστ», έγραφε το περιτύλιγμα της σοκολάτας, που της έδωσε εκείνο το βροχερό απόγευμα του Μάρτη. Ο Τζο είχε ερωτευτεί την ηρωΐδα του Πόε, την αγαπημένη του Λυγεία, μοιραίο το τέλος της σ’ εκείνο το μικρό διήγημα του αμερικανού poet του 19ου αιώνα, μοιραία και για κείνον η σχέση τους. Εκείνη του χαμογέλασε και τον αγκάλιασε. «Τι τρυφερό!» σκέφτηκε ψιθυριστά. Πήγαν αμέσως στο κρεβάτι. Έκατσαν εκεί όλο το βράδυ. Ξημερώματα ο Τζο, ανακαθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, γυμνός, με την Λυγεία δίπλα του να κοιμάται τόσο γλυκά, κοιτάζει το ξέφωτο του ουρανού, που μπαίνει από τις σχισμές του κλειστού παραθύρου. Σκέφτεται, θυμάται και συνάμα ονειρεύεται..

Ήταν απόγευμα Σαββάτου. Σ’ ένα άναρχο σαλόνι λίγοι φίλοι μαζεμένοι συζητούν, κάπως καταπονημένοι από την κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας. Στα πόδια του Τζο είναι ξαπλωμένη η Λυγεία. Μια νέα, όμορφη, ταλαντούχα κοπέλα γεμάτη δίψα για ζωή, για έρωτα, για ποίηση και λογοτεχνία. Την είχε ερωτευτεί αμέσως. Μια κουβέρτα τους σκεπάζει, κουκουλώνονται, πειράζονται, φιλιούνται κάπως φοβισμένα. Χαμογελούν, ξεκινά το παιχνίδι λοιπόν.

Εκείνη στην άκρη του παραθύρου κοιτάζει τον πολύβουο δρόμο, τα αμάξια περνούν, καπνίζει, δε χαμογελά. Είναι γυμνή. Το κρεβάτι ξέστρωτο. Αναποδογυρισμένα τα μαξιλάρια. «Σε λατρεύω», της λέει στο αυτί. Εκείνος την πλησιάζει. Την αγκαλιάζει. Καπνίζει από το τσιγάρο της. Γυμνός, ανεπαίσθητα τρυφερός πάνω της. Δε χαμογελά, κοιτάζει κι αυτός τον δρόμο. Το φεγγάρι ξεπροβάλει. Ο ουρανός μουντός, μελαγχολικός, καταπραΰνει αμφιβολίες ερωτικές. Τους ησυχάζει. Του εξομολογείται σκέψεις της, βιώματα του παρελθόντος. Την κοιτάζει και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Νομίζει ότι θα την αγαπήσει κάποτε.

Στο μπαρ ο κόσμος πολύς. Ο Τζο μόνος του. Πίνει. Πίνει τα ποτά που του φέρνει. Δουλεύει, αγχώνεται. «Έχει ντυθεί ωραία απόψε», σκέφτεται. Περνά από μπροστά του, του δίνει ένα γρήγορο φιλί. Φεύγει χαμογελώντας. Εκείνος κατεβάζει το κεφάλι του, χαράζεται μια νότα χαράς στο πρόσωπό του. Πίνει τη τελευταία γουλιά του ποτού του. Ανάβει τσιγάρο. Η Λυγεία έρχεται δίπλα του, θέλει να ξαποστάσει δίπλα στον άντρα που της δίνει την ευτυχία που επιζητά καιρό. Τον αγκαλιάζει. Φεύγει. Μετά από λίγο του φέρνει άλλο ένα ποτό…

Από το πρώτο βράδυ τον κοίταζε, λες και ήθελε να ρουφήξει από κείνον, ότι τον περιβάλει. Καθόντουσαν στο κρεβάτι. Έβλεπαν τη ταινία της σχέσης τους. «-Αντώνη, γιατί πρέπει να χωρίσουμε; -Μα γιατί λες ότι θα χωρίσουμε. Θα βλεπόμαστε έτσι; -Ναι.. θα βλεπόμαστε, πότε πότε! Πάω μια βόλτα. –Να ‘ρθω μαζί σου; -…», η ηρωΐδα του «Ξαφνικού Έρωτα» φεύγει, ο ήρωας την αναζητά, και η Βιτάλη σιγοψιθυρίζει «έλα λίγο, μόνο για λίγο, ζω και ξαναζώ..». Είναι αγκαλιασμένοι. Φιλιούνται με πάθος. Της λέει «Ω, ξαφνικέ μου Έρωτα». Τον κοιτάζει. Τον λατρεύει. Το ξέρει.

Περπατάνε στο δρόμο. Εκείνη σιωπηλή παρατηρεί τους μορφασμούς του προσώπου του. Εκείνος κοιτάζει μπροστά. Κάνει πως δε βλέπει, ότι τον κοιτάζει επίμονα, ερωτικά. Η Λυγεία της καρδιάς του, όπως είχε γράψει σ’ ένα ποίημα του , είναι δική του και την θέλει όσο τίποτα. Της κόβει ένα λουλούδι. Της το δίνει. Το παίρνει στα χέρια της, το βάζει στην αγκαλιά της. Της αρέσει. Του αρέσει που της αρέσει. Χαμογελά και όλη η πόλη φωτίζεται από αυτό το χαμόγελό της.

Ακούνε μουσικές όταν κάνουν έρωτα. Μπάρυ Ουάιτ στον πρώτο οργασμό. Μπίλυ Χόλιντέυ εκείνο το βράδυ μετά την εξομολόγηση. Του βάζει αγαπημένα της κομμάτια. Του μεταφράζει. Του αρέσει να την βλέπει μελαγχολική, ερωτική, να σιγοτραγουδά κοιτάζοντας τον. Ο έρωτας είναι μια μουσική δωματίου…

Ο Τζο την θέλει παράφορα. Η Λυγεία τον κορνιζάρει στο μυαλό της, στη καρδιά της, στη ψυχή της. Θέλει να τον βλέπει κάθε μέρα παντού μπροστά της. Ένα πρόσωπο, ένα σώμα, ένας άνθρωπος. Ο Τζο και η Λυγεία είναι ερωτευμένοι. Ο Τζο ζει με την αναπνοή της, η Λυγεία ζει με την αναπνοή του. Έρωτας θα ΄ναι, θεέ μου, θα την αγαπήσω σα τη μούσα του Ελύτη και τον ερωτικό λόγο του Ρίτσου.

Όταν σε είδα να μπαίνεις στην αίθουσα αναμονής κάτι βρόντηξε μέσα μου. Λες να είναι το βλέμμα σου, το σχήμα των ματιών σου πάνω μου, η έκσταση στη κορύφωση αυτού του πρόσκαιρου αποχωρισμού;
Θα βλέπω το αεροπλάνο να προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο και θα σκέφτομαι την ηρωΐδα των διηγημάτων μου. Λυγεία τ’ όνομά σου και η καρδιά μου καρτερά τη ματιά σου, σ’ εκείνο το απομεσήμερο της Άνοιξης.
Παραδινόμαστε στον έρωτα γιατί μας αφήνει μια αίσθηση του άγνωστου. Από κει πέρα δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Τέλος.


"Να 'ξερες μόνο τι σου λέω! Μια στιγμή πριν μ' αφανίσει
κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατό μου.
Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε α δω
το σώμα μου να χάνεται σ' ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου."
(Γ. Μπλάνας, Νύχτα)