27 Σεπ 2007

"122 Ποιήματα" - Ναζίμ Χικμέτ (1985 - Ελληνική Έκδοση Ποιημάτων)


Δε χύνουν δάκρυ
μάτια που συνηθίσαν να βλέπουνε φωτιές
δε σκύβουν το κεφάλι οι μαχητές
κρατάν ψηλά τ' αστέρι
με περηφάνεια
δεν έχουμε καιρό να κλαίμε τους συντρόφους
το τρομερό σας όμως κάλεσμα
μες στη ψυχή μας
κι οι δεκαπέντε σας καρδιές
θε να χτυπάνε
μαζί μας
το σιγανό σας βόγγισμα
σαν προσκλητήρι
χτυπά στ' αφτιά μας
σαν τον αντίλαλο βροντής.

Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε
σου 'ναι γραφτός ο δρόμος
της συντριβής
και δε μπορείς να μας λυγίσεις
σκοτώνοντας τ' αδέρφια μας της μάχης
και να το ξέρεις
θα βγούμε νικητές
κι ας είναι βαριές μας
οι θυσίες.
Μαύρη εσύ θάλασσα γαλήνεψε
τα κύματά σου
και θα 'ρθει η μέρα η ποθητή
η μέρα της ειρήνης
της λευτεριάς σου
ω ναι θα 'ρθει
η μέρα που θ' αρπάξουμε τις λόγχες
που μες στο αίμα το δικό μας
έχουνε βαφτεί.

(Στους Δεκαπέντε Συντρόφους - 1921)

ζω στη φεγγοβολή
που προχωράει
ολόγιομα τα χέρια μουμε πόθους
κι ο κόσμος είναι όμορφος πολύ
μοσκοβολάει.

Τα μάτια μου λιμπίστηκαν
τα δέντρα
τα δέντρα που γιόμισαν ελπίδες
και ντύθηκαν τη πράσινη στολή
το λιόχαρο δρομάκι προχωράει
σ' ολόδροσο χαλίκι απ' το φεγγίτη με καλεί
στις πράσινες νησίδες.

Κι ούτε μυρίζομαι τα φάρμακα
τ' αναρρωτήριο πια δε βρωμάει-
θ' ανοίξουν τα γαρούφαλα
η ώρα η καλή-

Τι τάχα αν είσαι φυλακή;
Να μη λυγάς!
αυτό είν' όλο.
Δεν είναι άλλη συμβουλή.

(Αυτό 'ναι - 1948)

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ' άσπρο γαρούφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ' το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρούφαλο
που 'ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ' τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρούφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο που 'πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ' απ' τη θανατική καταδίκη.

(Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο - 1952)

*Ένας μεγάλος αριστερός ποιητής του 20ου αιώνα, μια ιστορική μετάφραση του σπουδαίου έλληνα μεταφραστή αλλά και ποιητή Άρη Δικταίου στα 1985 από τις Εκδόσεις Ζαχαρόπουλοι Αφοί. Μια επιλογή 122 ποιημάτων από το σύνολο της βιβλιογραφίας του ταλαιπωρημένου από τις εξορίες και τις φυλακίσεις τούρκου ποιητή Χικμέτ, καλύπτοντας τη χρονική περίοδο από τα 1919 έως τα 1962, χρονολογία θανάτου του ποιητή στη Μόσχα. Πέρα από ποιήματα, περιλαμβάνονται και επιστολές του. Η έκδοση περιλαμβάνει επίσης πρόλογο και εισαγωγικό σημείωμα για τον Ναζίμ Χικμέτ του Δικταίου και ένα άρθρο του μεταφραστή στο περιοδικό "Ο Αιώνας μας" στα 1950.

Βιογραφικό Ναζίμ Χικμέτ
(από το περιοδικό Περι-γραφής)

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Γενάρη 1902. Ο πατέρας του Χικμέτ Ναζίμ Μπέης, υπηρετούσε στο Υπουργείον Εξωτερικών, έκανε μάλιστα για λίγο και Πρόξενος στο Αμβούργο κι όταν απολύθηκε έκανε τον διαχειριστή σε κινηματογραφικές αίθουσες. Η μητέρα του, Αϊσέ Τζελιέ Χανούμ, ήτανε ζωγράφος.
Ο μικρός Ναζίμ ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στη Κωνσταντινούπολη κι ύστερα γράφτηκε στη Ναυτική Σχολή Χάλκης, το 1918, κάτω από τη διοίκηση του Κεμάλ Πασά. Ο διοικητής του, άκουσε και θαύμασε το ποίημά του "Λόγια Ενός Αξιωματικού Του Ναυτικού", που 'χε γράψει στα 12. Όταν αποφοίτησε μπήκε στο πολεμικό σκάφος Hamidiye ως εκπαιδευόμενος αξιωματικός καταστρώματος. Ωστόσο, η σταδιοδρομία του στο Ναυτικό σταμάτησεν απότομα, γιατί αρρώστησεν από πλευρίτη στη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας (1919) και δεδομένου ότι δε μπόρεσε ν' ανακτήσει την υγεία του, απαλλάχτηκε σαν άτομο μ' ειδικές ανάγκες (1920).
Ανέλαβε καθηγητής στην Ανατολία, στο γυμνάσιο Bolu, για σύντομο διάστημα (1921). Ενδιαφέρθηκε ζωηρά για τη ρωσική επανάσταση, πήγε στη Μόσχα και μελέτησεν οικονομία και κοινωνικές επιστήμες στο εκεί πανεπιστήμιο (1922-1924). Εκεί συναντά τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη κι επηρεάζεται απ' αυτόν. Η επαναστατική τούρκικη ποίηση έχει τον "πατέρα" της. Όταν επέστρεψεν αρχίζει να δουλεύει σε μιαν εφημερίδα της Σμύρνης. Στη Τουρκία όμως το κεμαλικό κίνημα μισεί την αριστερή παράταξη και ξεκινά διώξεις και συλλήψεις. Έτσι αναγκάζεται να ξαναφύγει κρυφά για τη Μόσχα. Ο Μαγιακόφσκη τονε ξαναμαγεύει και μην αντέχοντας για πολύ να 'ναι μακριά από τη πατρίδα, γυρίζει κρυφά, χωρίς διαβατήριο.
Συλλαμβάνεται κι εισπράττει τη πρώτη καταδίκη για τα επαναστατικά του φρονήματα. Μπαίνει στη φυλακή Hopa για 3 μήνες (1928). Έπειτα, εγκαθίσταται στη Κωνσταντινούπολη κι εργάζεται σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και σε κινηματογραφικά στούντιο. Εκδίδει τα πρώτα βιβλία ποίησης και γράφει συνεχώς (1928-1932). Συλλαμβάνεται ξανά το 1931, αλλά στο δικαστήριο, απο κατηγορούμενος, γίνεται κατήγορος κι αναγκάζονται να τον αθωώσουν. Την επόμενη χρονιά τονε ξαναπιάνουν και καταδικάζεται 5 χρόνια φυλακή, όμως αφήνεται λεύτερος λόγω της αμνηστείας για τον εορτασμό των πρώτων 10 ετών της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Εργάστηκε ως αρθρογράφος και συντάκτης σε περιοδικά κι εφημερίδες με το ψευδώνυμο Orhan Selim (1933). Μα η αντίδραση που ξέρει πια με ποιον έχει να κάνει, του στήνει προβοκάτσια το 1934. Μηνύεται επειδή έκανε δήθεν, προπαγάνδα στους σπουδαστές της Στρατιωτικής Ακαδημίας. Δικάζεται "κεκλεισμένων των θυρών", χωρίς συνήγορο και καταδικάζεται συνολικά, σε 35ετή φυλάκιση, μα κατορθώνει να τη μειώσει στα 28 χρόνια και 4 μήνες σύμφωνα με τα άρθρα 68 κι 77 του τουρκικού ποινικού κώδικα (1938). Μπαίνει στα φοβερά μπουντρούμια της φυλακής στη Προύσα.
Οι διανοούμενοι ξεκινούν μεγάλην εκστρατεία για να πείσουν την ηγεσία να τον αμνηστεύσει. Αρχίζει απεργία πείνας στη φυλακή (1950). Τελικά, η υπόλοιπη ποινή, του χαρίζεται, μετά 13 χρόνια φυλακής. Δε μπορούσε να βρει δουλειά, μήτε να εκδόσει βιβλία, λόγω που 'χεν οριστεί ως άτομο μ' ειδικές ανάγκες κι είχε σταματήσει τη στρατιωτική του θητεία. Διάταγμα που ουσιαστικά είχε κείνον για στόχο. 50 χρονών πια, άρρωστος και σε τρομερά δύσκολη θέση, φοβούμενος παράλληλα τυχόν απόπειρα κατά της ζωής του, αποδέχεται τη συμβουλή του γνωστού, σύγχρονου, θεατρικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Refik Erduran κι αυτοεξορίζεται. Με ρουμάνικο σκάφος, διαπλέει τη Μαύρη θάλασσα και περνά στη Ρωσία και πιο συγκεκριμένα στη Μόσχα.
Από κει πηγαίνει στο Βερολίνο, όπου μέσα σε μια κατάμεστην αίθουσα με πάνω από 500 άτομα, δίνει ένα αγωνιστικό ρεσιτάλ και καταχειροκροτείται σαν ελεύθερος πλέον αγωνιστής ποιητής. Χωρίς να σταματήσει να γράφει, περνά την υπόλοιπη ζωή του, στη Μόσχα.
Στις 3 Ιουνίου 1963 ο Ναζίμ Χικμέτ πεθαίνει και θάβεται στη Μόσχα, σ' ηλικία 61 ετών.