30 Σεπ 2007

"Συμπαιγνία" - Γιώργος Μπλάνας (Διήγημα)

Στις 17 Ιουλίου, του έτους 194., ημέρα Τετάρτη, η οικιακή βοηθός Καλομοίρα Μωραΐτη, το γένος Λαγού, ετών 22 και ήδη μητέρα ενός κοριτσιού τριών ετών, ανακάλυψε στην πιο απόκρημνη -ας πούμε- ακτή της μικρής, αλλά καθόλου χαρτογραφημένης καρδιάς της, την ιδέα πως ο Θεός μπορεί να είναι εντελώς ανήμπορος μπροστά στην συμπαιγνία των ανθρώπων με τον θάνατο.

Υποπτεύομαι πως ο αναγνώστης ήδη χαμογελά με την αυταρέσκεια του σύγχρονου, πλήρως ενημερωμένου για τις εξελίξεις στην επικράτεια των ιδεών, ανθρώπου. Ασφαλώς θα θεωρεί το ψυχολογικό αυτό συμβάν ως επουσιώδες, κοινότοπο ή τουλάχιστον παρωχημένο, δεδομένου ότι η ιδέα ενός πάνσοφου και παντοδύναμου θεού, ακολούθησε προ πολλού τον ιδιοκτήτη της στο μουσείο της προϊστορίας του δυτικού -τουλάχιστον- πολιτισμού. Ας μην βιαστεί όμως να εγκαταλείψει στη χάρτινη μοίρα της την ηρωίδα. Η ιστορία της, όπως η ιστορία κάθε ανθρώπου, έχει το δικό της ενδιαφέρον, ένα ενδιαφέρον που δεν ενδιαφέρεται για τις ιδέες παρά μόνο στον βαθμό που ενδιαφέρονται εκείνες για την ευημερία του ατόμου.

Πραγματικά, η ένταση με την οποία εισέβαλε η εν λόγω ιδέα στην καρδιά του κοριτσιού ήταν τέτοια, ώστε μόνον από τύχη δεν στάθηκε καταστροφική για την απλή και αδέξια στις πολύπλοκες σκέψεις ύπαρξή του. Η ευτυχής παρουσία ορισμένων υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων, δημιούργησε έναν διαισθητικό ορίζοντα -όπως ίσως θα έλεγε κάποιος Γερμανός καθηγητής της φαινομενολογίας- εντός του οποίου η κατά τα άλλα τρομερή υποψία πήρε τη μορφή μιας μάλλον ήπιας μελαγχολίας.
Πρώτα πρώτα ήταν απόγευμα, η ώρα εκείνη που οι ψυχές -ιδίως οι νεαρές και πιο ευαίσθητες στα άδολα, μα εξαιρετικά γοητευτικά, τεχνάσματα της φύσης- καταφεύγουν στην προαιώνια αίσθηση πως ο κόσμος βρίσκεται γύρω μας με τον τρόπο του σπιτιού μας. Ο ουρανός είναι οπωσδήποτε μια στέγη και οι πρασινάδες τοίχοι. Τα αρώματα διαθέτουν τη θαλπωρή των περιποιημένων από τα χέρια της μητέρας ασπρόρουχων και το διακριτικό φως μοιάζει να έχει μόλις δραπετεύσει από την σκιά που ρίχνουν σε κάποιο εξερευνημένο γωνιά προς γωνιά δωμάτιο τα μισόκλειστα πατζούρια του μοναδικού παραθύρου του.

Τέτοιες ώρες, κάθε σκέψη, όσο οδυνηρή κι αν είναι, ακινητεί στην δροσιά της μίας και μόνης βεβαιότητας, που θέλει το γεγονός της ύπαρξης παιδί μιας στοργικής απεραντοσύνης. Ακόμα και η νεότητα, με την αδεξιότητα του μαθητευόμενου πραγματισμού της, δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτήν την αίσθηση.

Έπειτα, η Καλομοίρα πολύ απείχε από εκείνο το σημείο της θρησκοληψίας, όπου οι ψυχές υποκαθιστούν την αδυναμία τους να φιλοξενήσουν οτιδήποτε τις υπερβαίνει με κάποιο είδος εξουσίας που τις συντρίβει, απαγορεύοντας κάθε περεταίρω σκέψη, συναίσθημα, επιθυμία. Ο θεός, για την ηρωίδα μας, είχε όλα τα καλά και κακά χαρακτηριστικά των ανθρώπων στους οποίους χρωστούσε τη ζωή της. Κυρίως, την αποφασιστικότητα με την οποία ξεχνούσαν τους φόβους τους για να την προστατεύσουν. Συχνά διέκρινε κάποιο είδος ρόδινου άγχους στα πρόσωπά τους και μία ή δύο φορές έφτασε στο σημείο ν’ αμφιβάλει για το μέγεθος της αγάπης τους. Ωστόσο, από τον καιρό που έγινε μητέρα, ανακάλυψε πως η ταραχή εκείνη δεν προερχόταν από την ενεργοποίηση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης των αγαπημένων της, αλλά από την αγωνία για την αποτελεσματικότητα της βοήθειας που της πρόσφεραν.

Ασφαλώς, αυτή η ανακάλυψη δεν έγινε με τους όρους που μόλις χρησιμοποιήσαμε, αλλά με τους όρους μιας ακόμα ήπιας μελαγχολίας. Το γεγονός πως είχε φτάσει ζωντανή στην κυρίως Ελλάδα από την σφαγμένη γη της, διασχίζοντας χιλιόμετρα ματωμένης στεριάς και μίλια φλεγόμενης θάλασσας, τρεφόμενη αποκλειστικά με τρόμους, πατρικά χάδια κι ένα απερίγραπτα επίμονο κομμάτι σοκολάτας, που είχε αγοράσει η μητέρα της από κάποιον Γάλλο στρατιώτη στα προάστια της Σμύρνης, την έκανε ν’ απορρίψει από πολύ νωρίς τη δυνατότητα αυτού που οι θεολόγοι ονομάζουν θεία πρόνοια, όχι όμως και τη δυνατότητα ενός δημιουργού.
Αυτό το «οικογενειακής» φύσεως περίεργο πλάσμα, που αργότερα το συσχέτιζε περισσότερο με τους ζητιάνους, τους ανήμπορους, τα παιδιά και τους μοναχικούς αγίους των φτηνών εικόνων, που πουλούσαν οι καλόγεροι, παρά με τους καλοθρεμμένους παπάδες των εκκλησιών, ευθυνόταν οπωσδήποτε για τη δημιουργία του κόσμου και έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Οπωσδήποτε, ο θεός της ήταν παντοδύναμος, αλλά δεν διέθετε ένα οργανωμένο σχέδιο διακυβέρνησης του κόσμου. Άφηνε τους ανθρώπους να κάνουν το δικό τους, επεμβαίνοντας το κατά δύναμη, όταν και όπου έκρινε πως κινδύνευε κάποιος αθώος.

Η αυτοσχέδια αυτή θεολογία βάθυνε και εν πολλοίς δυνάμωσε, όταν συνάντησε τον πατέρα του παιδιού της. Ο νεαρός Αλέκος, γιος αρχαιοφύλακα και γνωστός μποέμ της παραθαλάσσιας πόλης, στα περίχωρα της οποίας παραθέριζε το αφεντικό της Καλομοίρας, ο περιβόητος δικτάτωρ Πάγκαλος, ήταν εξαιρετικά δραστήριο μέλος της οργάνωσης των τροτσκιστών κομμουνιστών, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ασήμαντη επιρροή διέθεταν, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Ως κομμουνιστής των πρώτων ηρωικών χρόνων του κοσμοϊστορικού κινήματος, αλλά και ως οπαδός των ιδιόρρυθμων ιδεών του Λέοντος Τρότσκι, ο Αλέκος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί εξαιρετικά καλλιεργημένος, επιτήδειος γνώστης της φιλοσοφίας -τουλάχιστον του διαλεκτικού υλισμού- και λάτρης του λαϊκού στοιχείου. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό του δεν ήταν το πλέον ακίνδυνο για τους ταραγμένους καιρούς που ζούσε. Αν οι πολιτικές ιδέες του μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τον οδηγήσουν στο τάφο από τα βασανιστήρια σε κάποιον σταθμό της χωροφυλακής ή στο νοσοκομείο από κάποιο ύπουλο χτύπημα ορθόδοξου κομμουνιστή με αιχμηρό αντικείμενο –κατά προτίμηση φαλτσέτα υποδηματοποιού- η τάση του προς τις γνήσιες λαϊκές απολαύσεις, οι οποίες συμπεριλάμβαναν το φουστάνι, τις φυτικής προελεύσεως παραισθητικές ουσίες και τα απόμερα μουσικά καταστήματα, καθώς και η στενή φιλία που διατηρούσε με ορισμένους κάθε άλλο παρά ακίνδυνους τραγουδοποιούς της περίφημης «Σχολής του Πειραιά», θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν τα ίδια αποτελέσματα. Εν πάση περιπτώσει, ο ιδιόρρυθμός μέχρι εντυπωσιασμού νεαρός βοήθησε το αναλφάβητο κορίτσι, που αγάπησε και παντρεύτηκε, να αναπτύξει τις πλέον αντισυμβατικές ιδέες του. Οι Ίωνες -από τον τόπο των οποίων είχε έρθει, όπως είπαμε ήδη, η Καλομοίρα- ήταν μεν ατίθασοι και εκ φύσεως αντικομφορμιστές, δεδομένου ότι έπρεπε πάντα να ανθίστανται στα κύματα της Ανατολής που τους κύκλωναν, αλλά και από την αλαζονεία του κράτους της κυρίως Ελλάδας, πλην όμως δεν αναγνώριζαν μεγαλύτερο αγαθό από την οικογένεια. Έτσι, η Καλομοίρα μοιράστηκε με τον Αλέκο τις κομμουνιστικές ιδέες του, αλλά φρόντισε ώστε να ενσωματώσει σ’ αυτές όλα τα στοιχεία της παράδοσης, που θα μπορούσαν να προσφέρουν σε μια μητέρα κάποια ανακούφιση από τις συνεχείς αγωνίες για το παιδί της. Ένας θεός όχι παντοδύναμος αλλά αρκετά αποφασιστικός στον βαθμό που παρέμενε ζωντανός μέσα της -κατά το πρότυπο του μακαρίτη πατέρα της- και μια στρατιά αγίων πολλές φορές ισχυρότερων από τον θεό, αποτελούσαν τη δική της ενστικτώδη ερμηνεία της λαϊκής θρησκείας των Ιώνων. Και ο Αλέκος δεν έχανε ευκαιρία να επαινεί αυτήν την ερμηνεία, δεδομένου ότι ο εν λόγω θεός θύμιζε περισσότερο έναν επαναστάτη, που αγωνιά συνεχώς για τη μοίρα του λαού, παρά έναν συμπαντικό δικτάτορα κατά το πρότυπο της Εκκλησίας.

Καθόταν, λοιπόν, η Καλομοίρα τώρα σ’ ένα πεζούλι, έξω από το αναρρωτήριο των Φυλακών Αβέρωφ, ένα μικρό οίκημα στο δάσος που φιλοξενούσε το Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος και ανάσαινε το άρωμα των πεύκων και άφηνε τα μουδιασμένα από τη μελαγχολία βλέφαρά της στα χάδια των απογευματινών σκιών και δεν προέβαλε την παραμικρή αντίσταση στην υποψία της για την αδυναμία του θεού της. Στην πραγματικότητα, όλα γύρω της εκκρεμούσαν και η αίσθηση αναμονής ακύρωνε κάθε δεδομένο, συμπεριλαμβανομένων των μεταφυσικών βεβαιοτήτων. Αύριο μεθαύριο, όλα θα έπαιρναν τον δρόμο τους. Ο πόλεμος ήδη πλησίαζε προς το τέλος του. Οι Γερμανοί τα μάζευαν σιγά σιγά, έστω και αν η αγριότητά τους μάλλον εντεινόταν παρά υποχωρούσε μπροστά στο φάσμα της ήττας. Οι πεινασμένοι, οι εξευτελισμένοι, οι σακατεμένοι ακόμα και οι νεκροί οι ίδιοι θα ξεχνούσαν τον μεγάλο τρόμο του θανάτου. Ο Αλέκος θα αποφυλακιζόταν, το παιδί θα μεγάλωνε...

Δύο αρνήσεις κάνουν μία κατάφαση και, όπως ισχυρίστηκε ο Πλάτων –αν και όχι Γερμανός φιλόσοφος- οι αμαθείς, αγνοί, νόες γνωρίζουν εν αγνοία τους τόσα μαθηματικά όσα ένας έμπειρος μαθηματικός. Ένας αδύναμος θεός μέσα σ’ έναν ασαφή κόσμο είναι μια χαρά θεός: καθόλου αδύναμος, καθόλου αδιάφορος για τα πλάσματά του. Τουλάχιστον μοιράζεται με αυτά τη μοίρα τους.

(Συνεχίζεται)
[Το διήγημα "Συμπαιγνία" είναι μια ευγενική παραχώρηση για το "Βακχικόν" από τοη ποιητή-μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα.]