8 Οκτ 2007

Ελένη Κονδύλη : Οχτώ Ποιήματα

Πάντοτε κάποιος μιλάει ανάμεσά μας
Έχει μια φλογέρα που την παίζει με τα κύματα
Στ’ άγγιγμα της καινούργιας μέρας
γυρνάει στοιχειώνει χείλια και μάτια
χίλια κομμάτια οι σκιές της νύχτας
κάποιος μιλάει από μας
τόσο πικρά
τόσο γλυκά
που ξέχασα κείνο τ’ όνειρο
κι είπα
η μέρα καλή για σήμερα, μου αρκεί...

Άραγε πού θα πάνε τα σύννεφα σήμερα κι οι βροντές
πού θα πάνε τα ακατονόμαστα αδέρφια μας τόσα τσουβάλια γεμάτα καταιγίδες και όνειρα –
Πλησιάζουμε. Μιλάνε τα καραούλια της καρδιάς τα’ άστρα που ταξιδεύουν
φωνάζει κάποιος
η φωνή του υφάντωσε τη γύμνια του
ένας από μας μίλησε
και μίλησε μαζί του η κορφή του λόφου
κι η μυρουδιά του κάθε χόρτου
και τα φαντάσματα της αρχαίας πέτρας
που κατοικούνε νοικοκυρούλες
σ’ ένα μεγάλο απάγκιο ανάμεσα σε μας και τη φτώχεια μας.
**
Του συνέστησαν ανάπαυση γιατί τα νι είναι βιταμίνες στην υπόταξη.
Μια περίληψη του χτες ήταν η ζωή του.
Ένας φυματικός βήχας, ένας βήχας τσιγάρου, ένας ψαλτικός αντίλαλος, ένα ισοκράτημα απαλό σαν τίποτα. Μια ηχώ, υπαρξιακή.
Βαδίζω στις πολυθρόνες ανάμεσα, στην τεράστια αίθουσα αναμονής μου.
Κάθε πολυθρόνα μ' απολιθώνει σ' ένα ξένο κοίταγμα, έχει μάτια παντού, έχει μάτια δυνατά και κλειστά.
Του συνέστησαν ανάπαυση, κι αυτός υπάκουσε,
Έσυρε το ρολόι από την τσέπη, έφερε το χρόνο πίσω, και έζησε.
Τώρα κοιτάζει τα περισσεύματα του άρτου και της ζωφόρου. Σ' ένα λονδρέζικο μαγαζί κουλτούρας, σε μια παράσταση πολιτισμού. Φοράει τα ρούχα
Του Έλιοτ, ντύνεται τη φλυαρία του σεφέρη καθώς γράφει, ανοίγει κονσέρβες στους πολιτοφύλακες των ιδανικών του, φοράει ζαρτιέρες στις γυναίκες που τον κοιτάζουν, έτσι νεκρό, στα βλέμματά τους να περιφέρεται.
Και δαγκώνει το σήμερα σα δηλητήριο
Και απαγχονίζεται.
**
Η τελευταία φορά που σε κοίταξα:
Φορούσες μαύρα μάτια
Και διάβαζες ένα βιβλίο-ανησυχία, του πεσόα όχι, ήταν πιο ήπια η γραφή του.
Η γραφή του προχώραγε στους δρόμους με θηλυκά τακούνια χτυπώντας χαριτωμένα τα πλήκτρα της,
Λες και μου έγνεφε να φύγω μακριά, δεν ήξερα πια ποιος είσαι.
Είσαι κάποιος ή είσαι τίποτα.
Μάλλον τίποτα, γιατί πώς αλλιώς θα σε σκεφτόμουνα, με τα γράμματα συσσωρευμένα σαν καλώδια μπαταρίας και τις ανύπαρκτες ιδέες σου σαν ερινύες που Εγώ θα εκδικηθώ.
Κάθισα τότε έξω. Στο φως ενός τεράστιου ήλιου, και τον είδα, σαν επιστημονικό λαμπτήρα που φέγγει στο νεκροτομείο σου.
Νεκρό σε είδα, με τα μάτια καρφωμένα στο παραπέτασμα της φαντασίας, με την αγάπη σου κρεμασμένη σαν ψόφιο σκύλο στον παράδεισο, ξέρεις εσύ, πώς το λέω, ξέρεις.
Εγώ δεν ξέρω.
Ποιητές που σώζουν περιοδικά και ξέρουν πως ούτως ή άλλως έχουν πεθάνει, ξέρεις…
Την κατηφόρα έχω πάρει. Μόνη μου, κανείς δε με σπρώχνει.
Την πόρτα έχω κλείσει εδώ και λίγα χρόνια, κανείς μαζί μου σ' αυτή την κάθοδο. Σταθερά προχωράω, έτσι, ξέρω, πως δεν υπάρχεις.
Τα μάτια σου μόνο ώρες-ώρες σα φώτα, κι ας είναι μαύρα. Μαύρα της νοσταλγίας, μαύρα της απορίας, μαύρα της αποξένωσης, μαύρα της απελπισίας.
Τα συναισθήματα δικά μου είπαμε, κανενός άλλου. Μονάχη είμαι να κουβαλάω ό,τι εγώ, και κανένας άλλος, δεν έχει.
Κι απαγορεύω να μου μιλήσει κανένας. Γι' αυτό σε βάφτισα παιδί των πουλιών.
Δεν καπνίζω: -έχετε φωτιά;
-Θα πλέξω ένα κόμπο το σκοτάδι να το ρουφήξω σαν παρανάλωμα. Κι εκεί θα χορτάσω.
**
Σου είπα να ‘ρθεις
να μ’ αγγίξεις με την πλούσια σάρκα σου
όμοια ροδάκινο
σαν το σφάζουνε στο μεσημεριανό τραπέζι

Σου είπα να ‘ρθεις
να σταματήσεις στην πόρτα της ματιάς μου
έτσι απλός
όμοιος ένα ποτάμι κισσό
όμοιος ένα ξεχασμένο απόγευμα στο βάθος της νύχτας

Σου είπα να ΄ρθεις
ν’ αγγίξεις τη φωνή μου
γριά κουρελιάρικη στο κατώφλι της ερημιάς

Δε σου είπα ποτέ να ‘ρθεις
έτσι ένας ξένος με τα μάτια στις τσέπες
και τα χέρια κλειστά
όμοιος Γεργεσηνός μετά το θαύμα
**
Ό,τι κι αν πεις
Σήμερα ο θάνατος του Σαχτούρη
Ό, τι κι αν πεις,
Θα σε δεχτώ στο βάθος.
ένα πηγάδι στον κήπο, κοιτιέμαι κει σαν κανείς δε με κοιτά, πέφτω σαν κανείς δε με βλέπει
Χάνομαι κεί κάθε πρωί, γυρνώ τη νύχτα ξεστομίζοντας λέξεις των άλλων
Φοβάμαι πως δεν έχω πιάσει ακόμη την άκρη ανάμεσα σε σένα και τον άλλο σου καθρέφτη να καθρεφτίζομαι,
Σαν κορυφαίος αρουραίος
Που ξέρει πως τον περιμένει μοβόρος θάνατος.
Μοβόρος θάνατος και πρέπει να ειρηνέψω μαζί σου.
Με λάθη τα σωθικά μου γυροφέρνω, πού θα βρω εκείνη τη πρώτη κραυγή.
Σε ποια σπλάγχνα κρύφτηκε, σε ποιο στίχο την κατάπιε θάλασσα,
ποίημα-κραυγή,
τραγούδι-θάνατοςνοσταλγία-πατρίδα.
Τα παιδιά κοιμήθηκαν, μου είπες, έλα.
Έλα να σμίξουμε τα ανείπωτα, έλα.
Προχώρησα. Σ' άνοιξα τα σκέλια. Μπήκες, κοίταξες, ξέρασες, βγήκες, έφυγες. Μ' άφησες. Το αργύριο μιας συνεύρεσης.
Τόσο κάνει πόσα θες
Έτρεξα κι εγώ στο πηγάδι μου
Το θησαυρό σου να πετάξω για να γλυτώσω απ' την επάρκεια,
Όχι, δε θα μου φτάσει καμιά σου πληρωμή
Πάντα θα θέλω τον κόμπο του λαιμού μου πίσω
Κοιμήθηκαν είπες τα παιδιά, βίβλος πυρός το πρόσωπό τους τους γέννησα χωρίς ντροπή μπροστά σου όλους.
Άδειασα λέξεις και αξιοπρέπεια
Αινίγματα και μυστικά πάνω σε φύλλα πράσινα που τρέμουν
Με κορμί που τρέφει έρωτα και φόβο και θάνατο και πόθο.
Όλα τα λόγια ίδια.
Όλοι οι ήχοι σα στριφτό τσιγάρο στο στόμα του κατάδικου
Σήμερα πέθανες
Και το τετράδιο το 'χω χάσει, τώρα το είδα
Μήπως στο μυστικό πηγάδι μου, στο μυστικό μου δρόμο απομεινάρι έχει γίνει,
Για στάχτη, καθώς βγήκα βρεμένη από θάλασσα;
Ή μήπως δικιά σου στάχτη είμ' εγώ
Δικιά σου στάχτη
Να ονειρευτώ
Να διεκδικήσω
Να ζήσω απαιτώντας να περπατήσω με την αγάπη σου. Η αγάπη σου γυμνή σαν πόρνη χωρίς συναισθήματα.
Εγώ ανύπαρκτη, εσύ καπνός από το τίποτα,
Έζησα,
Πόθησα
Διακορεύτηκα
Αγάπησα
Τέλειωσα.
Σου μιλώ τώρα, μ' αγάπη καθάρια
Σα λαφίνα στην καθαρή πηγή,
Σαν έρημο παγώνι νεκρικού ψαλμού.
Δε θα τελειώσει λοιπόν αυτή η ανάσα;
**
Ίσως απλώσω το σεντόνι του έρωτα πάνω στα χόρτα.
Και ποιος θα κοιμηθεί πάνω σ' αυτό, ποιος θα απαλύνει το κορμί του με τη φύση εγκάρσια στα σπλάγχνα
Ίσως απλώσω το σεντόνι του έρωτα πάνω στη νύχτα
μα ούτε κει το δικό μου κορμί θ' ακουμπήσει μέσα στον τρόμο
πάντα με τρόμαζαν τ' αστέρια που τρέμουν, πάντα με θάμπωνε η χλόη που κλαίει κάθε πρωί.
Ίσως μια πέτρα να βρω ορφανή από χείμαρρο, παρατημένη στους δρόμους των ανθρώπων
Πέτρα σκαμμένη από νερό κι από άνεμο, πέτρα που να μη λέει καλημέρα ούτε στα διπλανά χόρτα ούτε σ' ανύποπτα κοιμισμένα κοχύλια.
Θα μπω στου τάφου της τη σιωπή, και θα λουφάξω ολάκερη.
Χωρίς ν' αρνιέμαι τίποτα και χωρίς να μιλάω.
Δεν ξέρω πια πώς με λένε. Ο,τι ένιωσα και απέρριψα θα το πάρω μαζί μου στο κόκκινο σεντόνι μου μέσα. Πρώτο με λιθοβολεί το σώμα μου, μετά όλοι μου οι κόσμοι.
Πρώτο με λιθοβολεί το σώμα μου, μετά όλοι οι κόσμοι μέσα μου.
Μετά η ελπίδα πως σαν πετρώσει το σώμα μου, κάθε μετάνοια θα 'ναι νερό με ορμή, και η πέτρα θα γλυκάνει.
**
Η μέρα διψάει.
Η μέρα είναι κάκτος, διψάει χωρίς να μιλάει, απομακρύνει επίσης τα σύνεργα της αφής –πουθενά δε βρίσκεται

Ένα εγώ πνίγεται στα νερά του, καταποντίζεται σε ονειρικά τοπία.
Το πι το ρο το σί
Μάγμα των συλλαβών σε ηφαίστεια πεθαμένων ερώτων, λάβα-ουρανός-πλωτός, χωρίς κρατήρα.
Η μέρα διψάει κορφολογάει παθήματα
Το ρο το λι το λά
Ευπρέπεια

Πεθαίνει από δίψα αυτό το φως
Και το σκοτάδι απλώνει στα καρφιά την άλλη μέρα
Στο
Διαπασών
Το
δι' ευχών
Διατελών ευχέτης του αύριο:
Να
Ναι
Φωτεινό, έστω και διψασμένο.
**
Ανεβαίνουν οι λέξεις -
του εγωισμού η έπαρση θριαμβεύει ή σβήνει.
Σβήνει μαζί με τις επάλξεις του σώματος
Ποιο να 'ναι θεέ τ' όνομά τους

το κράτος του θανάτου σβήνει
κι αυτό:
το πνίγει
μια σταγόνα μελάνι.

Είμαι εδώ, αφημένο κλαρί
στην άκρη.

*Την Ελένη Κονδύλη, τη γνώρισα εν μέσω καύσωνα, κάποιο μεσημέρι στο Χαλάνδρι. Για τη μοναδική της ποιητική συλλογή, το "Λάθος Τρένο"(Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, 2006) έχω γράψει, παλιότερα, εδώ http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/2006.html. Με μια ευγενική της κίνηση, μου παραχώρησε ένα μπουκετάκι με ποιήματά της, που τόσο τα λατρεύω. Και μερικά τα παραθέτω εδώ. Η πανεπιστημιακός, ποιήτρια, ερευνήτρια του αραβικού κόσμου και πολιτισμού, υπέροχη μητέρα και λόγιος της χώρας μας ετοιμάζει, αυτή τη περίοδο, ένα ακόμη βιβλίο για τον Αραβικό Πολιτισμό, καθώς και μια συλλογή από δοκίμια. Καλή συνέχεια, και, Ελένη μου, και με μερικά ποιήματα ακόμη, για να μη ξεχνιόμαστε..

(Επίμετρο : Νέστορας Ι. Πουλάκος)