16 Οκτ 2007

"Αφιέρωμα : Γυναίκες : Ι. Μάριαν Φέιθφουλ, η Βαρόνη είναι Εδώ!" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Φαίνεται ότι η λατρεία της νιότης που τόσο εξύμνησε ο Ρομαντισμός και η αυτοκαταστροφική μανία που τόσα πλήγματα επέφερε στο χώρο και στον κόσμο της μουσικής, υποχωρούν και πλέον δίνουν τη σκυτάλη στις δυνάμεις της ωριμότητας, της ανθεκτικότητας, της αντοχής των υλικών. Οι εξηντάρηδες είναι εδώ, παρόντες, θαλεροί, με τις μπαταρίες γεμάτες, έτοιμοι για μπαταριές. Ο Μπομπ Μτύλαν, πάντα κραταιός, οργώνει τις Ηνωμένες Πολιτείες με τις περιοδείες του, η Νάνσυ Σινάτρα, κούκλα με τόσες δεκαετίες στην πλάτη, τραγουδάει θαυμάσια Sonic Youth. Ο Λέοναρντ Κοέν, καίτοι εβδομηντάρης, μας κάνει να λιώνουμε ολόκληρα μερόνυχτα με τον ατόφιο λυρισμό του «Dear Heather». Και η Μάριαν Φέιθφουλ, μ’ ένα απαστράπτον χαμόγελο, δηλώνει ότι έζησε ήδη μια λίαν ενδιαφέρουσα ζωή και σκοπεύει να συνεχίσει να τη ζει με όλο της το πάθος. Θαρρείς για να αφαιρέσει κάθε σκιά αμφιβολίας, μας δωρίζει το νέο της έργο, το «Before the Poison», με δέκα τραγούδια που βάζουν φωτιά στην καρδιά, που κάνουν το αίμα να κυλάει πιο γρήγορα στις φλέβες, που σε καλούν να πιεις ακόμα ένα ιρλανδέζικο ουίσκι και να προσηλωθείς πάλι στα αινίγματα του έρωτα, της αγάπης, της γλυκιάς απώλειας κάθε αγκύλωσης σ’ έναν φθαρμένο πια εγωισμό. «Σ’ εσένα ανήκει του έρωτος το μυστήριο», μας τραγουδάει η Βαρόνη της Μελωδικής Απόγνωσης.

Τυλιγμένη στην κόκκινη αχλή του θρύλου, εκείνη τη δεκαετία που συγκλόνιζε τον κόσμο, την ανεπανάληπτη δεκαετία του 1960, η Μάριαν λίγο έλειψε να χαθεί στης λήθης τη λίμνη, να μην μείνει στην ιστορία παρά μονάχα ως η κούκλα στο πλευρό του σούπερ σταρ. Ναι, ήταν «το κορίτσι του Μικ», έτσι έλεγαν οι πάντες, αλλά μερικά κορίτσια αρνούνται να μείνουν μονάχα «κορίτσια», κυριεύονται από τον ευπρόσδεκτο δαίμονα της δημιουργικότητας, αποπειρώνται και καταφέρνουν να ξεμυτίσουν στην αληθινή ζωή, να αποκτήσουν οντότητα μοναδική, να λάμψουν, να συνταράξουν, να προσφέρουν.

Η Μάριαν Έβελυν Γκάμπριελ Φέιθφουλ γεννήθηκε στις 29 Δεκεμβρίου του 1946, στο Λονδίνο. Η Εύα Ερίσκο, η μητέρα της, ήταν βαρόνη. Ο Γκλυν Φέιθφουλ, ο πατέρας της, ήταν ταγματάρχης και, στη διάρκεια του Δευτέρου παγκοσμίου, έδρασε ως κατάσκοπος. Όπως τόσοι μετέπειτα καλλιτέχνες, έτσι και η Μάριαν βίωσε από μικρή τη μύχια μοναξιά, τη διάλυση της οικογένειας – κάτι που οδηγεί πολλές φορές στην παραμυθία και την παρηγορία της τέχνης, ιδίως της μουσικής και της συγγραφής. Οι γονείς της χώρισαν, η Μάριαν έζησε με τη μητέρα της και δεν έπαυε να ονειρεύεται μια ζωή γεμάτη εντάσεις, σκαμπανεβάσματα, περιπέτειες, και περιδινήσεις. Από την εφηβεία της ήδη θα ίπταται στις μελωδίες, θα παίζει ώρες ατέλειωτες την κιθάρα της τραγουδώντας με μια φωνή που ταίριαζε απόλυτα στο αλαβάστρινο πρόσωπό της, στα χρυσά μακριά μαλλιά, και στα καθάρια γαλάζια μάτια της. Όσοι τη γνωρίζουν και την ακούνε να τραγουδάει τη λένε «άγγελο». Κάποιος λιγότερο αβρός, πάντως εύστοχος, την αποκάλεσε «άγγελο με πλούσιο στήθος». Δεν ήταν άλλος από τον περιβόητο Άντριου Λουγκ Όλντχαμ, ο οποίος διέπρεπε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ως μάνατζερ των Rolling Stones!

Τον Μάρτιο του 1964 θα έρθει η καθοριστική στιγμή, η κρίσιμη συνάντηση. Με τον μέλλοντα σύζυγό της, τον καλλιτέχνη Τζον Ντάνμπαρ, η Μάριαν θα βρεθεί σε κάποιο έξαλλο πάρτι. Ο Μικ Τζάγκερ αποσβολωμένος από το κάλλος της κοπέλας που φορούσε κολλητό τζιν και το πάνω μέρος της πιτζάμας του εραστή της, θα χύσει το κρασί απ’ το ποτήρι του στο στήθος της Μάριαν. Ο μακαρίτης Μπράιαν Τζόουνς θα προκαλέσει την απροκάλυπτη οργή της Μάριαν με τους θεατρινισμούς του, και θα απορριφθεί μ’ ένα περιφρονητικό μειδίαμα. Η θυγατέρα της βαρόνης έβρισκε επί λέξει «σαχλούς» τους καταλύτες του ροκ, τους Rolling Stones. Αλλά ο Άντριου Όλντχαμ ήταν προικισμένος με διορατικότητα και αφάνταστα καλό γούστο. Θα σπεύσει να απαλύνει τις εντάσεις, και θα διατάξει (μάλιστα! θα διατάξει!) τον Μικ Τζάγκερ και τον Κιθ Ρίτσαρντς να στρωθούν και να γράψουν μια μπαλάντα για τον «άγγελο με το πλούσιο στήθος». Έτσι., από ένα τυχαίο περιστατικό, εκκινεί ενίοτε μια συναρπαστική καριέρα. Οι Τζάγκερ και Ρίτσαρντς όντως στρώνονται και σε μερικές ώρες μονάχα συνθέτουν αυτό το μελωδικό αριστούργημα που ξέρουμε όλοι, το «As tears go by». Αξίζει να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη κοινή σύνθεση, και ακολούθησαν δεκάδες, των Τζάγκερ και Ρίτσαρντς!

Το βινύλιο είναι μαγικό. Μέσα σε μια νύχτα, η Μάριαν Φέιθφουλ ήταν η νέα ποπ σταρ. Και όλα άρχισαν να γίνονται πολύ γρήγορα, πάρα πολύ γρήγορα, ιλιγγιωδώς γρήγορα. Η Μάριαν θα παντρευτεί τον Ντάνμπαρ, θα γεννήσει τον γιο της, τον Νίκολας, θα γίνει μανιακή βιβλιόφιλη ξεκοκαλίζοντας τόμους ολόκληρους με έργα του Τόμας ντε Κουίνσι, του Όσκαρ Ουάιλντ, του Καρόλου Μπωντλαίρ, θα καλλιεργήσει μιαν έξοχη ενδυματολογική κομψότητα, θα χωρίσει με τον Ντάνμπαρ, απαυδισμένη από την προσκόλλησή του στα ναρκωτικά, από τα οποία ωστόσο δεν θα γλιτώσει ούτε η ίδια, θα αρχίσει να συχνάζει στην κατοικία του Μπράιαν Τζόουνς και της γυναίκας του, της Ανίτας Πάλενμπεργκ, θα αρχίσει να συναντάει συχνά-πυκνά τον Μικ Τζάγκερ, θα τον ερωτευθεί εντέλει, θα γίνουν αχώριστοι, θα γίνει η Μούσα και Μαιτρέσσα του, θα γίνει το «κορίτσι του Μικ».

Ο Τζάγκερ και η Φέιθφουλ είναι πια το πιο καυτό ζευγάρι του Λονδίνου. Όπου βρεθούν κι όπου σταθούν, λάμπουν. Και οι κάμερες τρέχουν και κλωθογυρίζουν ό,τι λάμπει. Και η αυτοκαταστροφή ερωτοτροπεί, θαρρείς ζηλότυπα, με ό,τι ξεχειλίζει γαλάζιο φως. Η κοκαΐνη είναι πάντα παρούσα, μαζί με το χασίς και τη μορφίνη. Η Μάριαν χάνει πολλές φορές κάθε έλεγχο. Τα νιάτα δεν τα πάνε καλά με την εχεφροσύνη. Το παιδί της Μάριαν και του Μικ δεν θα γεννηθεί ποτέ, η Μάριαν αποβάλλει, ο Μικ συντρίβεται, χωρίζουν, και γράφεται έτσι άλλο ένα από τα πιο σπαρακτικά άσματα όλων των εποχών, το «Wild Horses», ένας αλησμόνητος φόρος τιμής στον απονενοημένο έρωτα, στο πάθος και στη διάπυρη συγκίνηση.

Εντωμεταξύ, η Μάριαν είχε παίξει σε μερικές ταινίες που άφησαν εποχή μόνο και μόνο επειδή πρωταγωνιστούσε ο «άγγελος με το πλούσιο στήθος». Μάλιστα, σε μιαν από αυτές, στο «I’ll never forget what’s his name», του 1967, η Μάριαν θα σημειώσει ακόμα μία πρωτιά: θα την ακούσουν οι πάντες να ξεστομίζει για πρώτη φορά στην ιστορία του κινηματογράφου την θεωρούμενη «πιο βρόμικη λέξη». Θα παίξει και στο θέατρο, στις «Τρεις Αδελφές» του Άντον Τσέχοφ. Και ποτέ δεν θα εγκαταλείψει την αγάπη της στην υποκριτική, την είδαμε άλλωστε προσφάτως στην υπέροχη «Σαρκική Εξάρτηση» του Πατρίκ Σερό, πλάι στην καταπληκτική Κέρι Φοξ και τον θλιμμένο Τίμοθι Σπολ.

Μετά τη διάλυση της σχέσης με τον Μικ, η Μάριαν χάθηκε στη σήραγγα του εφιάλτη. Η καριέρα της κατρακύλησε στο ναδίρ, μαζί με την ψυχική της ισορροπία. Αν έμενε κάτι άσβεστο μέσα της ήταν το πείσμα, ήταν η ανάγκη να μετατρέψει την οδύνη σε κάτι δημιουργικό, σε έκφραση, σε μετάδοση συγκίνησης. Πάσχισε, μόχθησε, απέτυχε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Προσπάθησε πάλι. Και ξανά. Και πάλι. Η ζωή είναι πάλη. Ναι, πάλη. «Ζωή θα πει αυτό, εφτά φορές να πέφτεις και να σηκώνεσαι οχτώ», δεν έπαψε να λέει και να ξαναλέει μέσα της, σαν ρυθμική προσευχή, σαν εξιτήριο από την κόλαση.

Οι εφημερίδες τη λοιδορούσαν, ήταν το εύκολο θύμα. Παρείχε τόσες και τόσες αφορμές: τα ναρκωτικά, μια φορά συνελήφθη γυμνή, τυλιγμένη όπως-όπως σε μια γούνα, μια άλλη φορά τη βρήκαν στους δρόμους να περιπλανιέται σα χαμένη και τη μάζεψαν, μια τρίτη φορά εμφανίστηκε στην τηλεόραση και ήταν ανήμπορη να βρει τη φωνή της, σταμάτησε το τραγούδι της στη μέση, κατέρρευσε on line! Κι ακόμα, πότε απαυδισμένη από τους άντρες και πότε κυριευμένη από μια καυτή επιθυμία ερωτικών πειραματισμών, έπεφτε εύκολα στην αγκαλιά γυναικών, συζούσε με φίλες που γίνονταν ερωμένες και σε μερικούς μήνες γίνονταν πάλι φίλες. Με μια απ’ αυτές τις εφήμερες ερωτικές συντρόφους, με την καλλονή Ανίτα Πάλενμπεργκ, η Μάριαν διατήρησε αείζωη φιλία. Έτσι, θα ζήσει και η Φέιθφουλ τη «χαμένη δεκαετία» της, όπως μισόν αιώνα πριν ο Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, ανοξείδωτο ίνδαλμα των ροκ ινδαλμάτων, και είναι η δεκαετία του 1970, για τόσους πολλούς η πιο «απεχθής δεκαετία».

Το 1979, η Μάριαν θα επιχειρήσει τη δυναμική επανεμφάνισή της. Και τώρα, ναι, θα τα καταφέρει. Παντρεμένη πια, ολότελα αποτοξινωμένη, με τις ρυτίδες της εμπειρίας να την κάνουν ακόμα πιο γοητευτική, χωρίς να είναι πια απαστράπτουσα καλλονή αλλά ώριμη θελκτική μελωδός, με τη φωνή της να έχει πλέον βρει τη βραχνάδα που θα την καταξιώσει σε ένα εκλεκτό κοινό, η Φέιθφουλ επανακάμπτει με το «Broken English». Γράφει και διαβάζει πάλι πολύ. Οι στίχοι της είναι επιβλητικά ποιήματα αυτογνωσίας, «γυμνάζει τη σκέψη σε απογύμνωση», όπως έλεγε ο Νίκος Καρούζος. Η Μάριαν ξέρει τώρα πώς να αφήνεται σε συγκροτημένες εξομολογήσεις, πώς να διυλίζει τα συναισθήματα, πώς να αποστάζει τη ζωή και να την μεταρσιώνει σε τέχνη. Έχει γράψει τους στίχους για το «Sister Morphine», και θα το τραγουδήσει εκρηκτικά στο Olympia, στο Παρίσι, μαζί με το «Working Class Hero», το «The Ballad of Lucy Jordan», το «Guilt», το «Les Prisons du Roi». Και θα είναι υπέροχη, θα είναι μια έμπειρη ερμηνεύτρια, μια ποιήτρια.

Η άλλη θρυλική ποιήτρια, η Πάτι Σμιθ, θα της αφιερώσει ένα έργο της. Η ίδια η Μάριαν θα αποτίσει φόρο τιμής στην αδικοχαμένη ιέρεια του ροκ, τη Νίκο. Η έκφραση της ευγνωμοσύνης είναι πάντα συγκινητική. Το κοινό της Φέιθφουλ πυκνώνει, και η Φέιθφουλ πλέον θα θελήσει να του προσφέρει ό,τι καλύτερο. Συνεργάζεται με τον ευαίσθητο Άντζελο Μπαρταλαμέντι και παράγουν ένα λυρικό δεκάλογο, μια περιπλάνηση στο όνειρο και τον σπαραγμό, στον έρωτα και την παραφορά. Η Μάριαν εδώ θα ερμηνεύσει εξαίσια Δάντη και Σαίξπηρ. Ποτέ δεν σταματήσαμε να ταξιδεύουμε ακούγοντας τις μελωδίες του «A Secret Life» που μας δόθηκαν στα μέσα της δεκαετίας του 1990. Και η Μάριαν θα μας γοητεύσει πάλι τραγουδώντας για μας Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολτ Μπρεχτ, κατακτώντας μια θέση ανάμεσα στις μεγάλες αοιδούς Λότε Λένυα, Εντίθ Πιαφ, και Μάρλεν Ντήτριχ. Θα ερμηνεύσει συνθέσεις του Τομ Γουέιτς και του Μικ Κέιβ, γραμμένες ειδικά γι’ αυτήν. Και θα είναι, και πάλι, υπέροχη. Θα συνειδητοποιήσει ότι μετά τα πενήντα της έκανε ό,τι πιο δημιουργικό μπορούσε και μάλιστα ήταν πια όσο πιο ευτυχής γινόταν. Σε μερικές περιπτώσεις, η ωριμότητα συμπλέει με το πάθος και με την τέχνη, παράγοντας «αιώνιες ωραιότητες και ωραίες αιωνιότητες», όπως δήλωσε ένας καλός της φίλος και συνεργάτης.

Θα διαβάσει όλα τα βιβλία του Ουίλιαμ Μπάροουζ, θα σαγηνευτεί, θα γίνουν φίλοι, και φέτος, πριν από ένα μήνα, θα τιμήσει τη φιλία αυτή, πρωταγωνιστώντας στον «Μαύρο Καβαλάρη», στο θεατρικό έργο του Μπάροουζ και του Τομ Γουέιτς που σκηνοθέτησε ο πολύς Μπομπ Ουίλσον. Θα δηλώσει ακάματη και έμπλεη δημιουργικότητας, θα πει ότι θα ξαναπαίξει στον «Καβαλάρη», στην εκδοχή που θα ανεβεί σε λίγο στο Λονδίνο, και θα συμμετάσχει σε ένα έργο του Νικ Κέιβ. «Ναι, η καλύτερη δεκαετία είναι από τα πενήντα ως τα εξήντα», θα πει χαμογελώντας πλατιά. «Πρέπει να συνεχίσεις να δουλεύεις, και το λατρεύω αυτό. Τα βάζεις με την κόπωση, ναι, παλεύεις με την κούραση και την βάζεις κάτω. Είμαι ένας άνθρωπος που κατάφερε να επιβιώσει. Ποτέ δεν αμφέβαλλα πάντως ότι θα τα κατάφερνα, θα άντεχα. Θα συνεχίσω έτσι».

Το δίχως άλλο, η Βαρόνη είναι για τα καλά εδώ, και θα μείνει εδώ, και δεν θα σταματήσει να μας συναρπάζει!