28 Οκτ 2007

"Ομήρου Ιλιάδα Α'" - Γιώργος Μπλάνας


Μένος ολέθριο, βαθιά η πληγή των Αχαιών: στρατιές αδάμαστων ψυχών στα χέρια του Άδη,

σάρκες ηρώων αλύγιστες βορρά σκυλιών κι αρπακτικών, για να χορτάσει ο Δίας εξουσία, απ’ την στιγμή που αγρίεψαν διχασμό ο στρατηγός Ατρείδης κι ο ένθεος Αχιλλέας.

Όσο για κείνον τον θεό που έκανε σφαγή μια διαφωνία: έξαλλος με τον στρατηγό ο γιος του Δία και της Λητούς ξέσπασε άγριο λοιμό και πέθαιναν οι άνδρες πριν πεθάνουν,

γιατί ο Ατρείδης πρόσβαλε τον ιερέα Χρύση, που κατάντησε ζητιάνος του παιδιού του στα καράβια.

Λύτρα υποσχέθηκε πολλά, το σκήπτρο του έδειξε: χρυσάφι στολισμένο τα ιερά σημάδια του Απόλλωνα τοξότη, έναν έναν τους παρακάλεσε και σύρθηκε στα πόδια των δυο αρχηγών:

«Ατρείδες, Αχαιοί, ικέτης πιάνομαι στις όμορφες κνημίδες σας κι εύχομαι αυτοί που κατοικούν στην ένθεη πολιτεία του Ολύμπου να σας δώσουν του Πρίαμου την πόλη κι άνετη επιστροφή·

ελευθερώστε το αγαπημένο μου παιδί, δεχθείτε λύτρα, σεβαστείτε του Δία τον τοξότη γιο».

Όλοι οι Αχαιοί επικρότησαν: σεβάστηκαν τον ιερέα κι εκτίμησαν τα λύτρα. Μόνον ο Αγαμέμνονας παρέμεινε ανένδοτος. Δεν του άρεσε ό,τι άκουσε κι έβαλε τις φωνές:

«Γέρο, να μην σε ξαναδώ να μαγαρίζεις με τον ίσκιο σου τον ίσκιο των καραβιών, γιατί ούτε σκήπτρο ούτε σημάδια του θεού θα σε γλυτώσουν.

Δεν την αφήνω πριν γεράσει μες στο Άργος εξορία του αργαλειού και του έρωτά μου. Φύγε τώρα! Δεν μπορώ πια να σε βλέπω ζωντανό».

Λύγισε ο γέρος, πήρε πίσω όλη την άμμο που είχε ελπίσει μέχρι εκεί, καθώς η θάλασσα βαθιά ψιθύριζε μαζί του απελπισμένη προσευχή στον γιο που πλάγιασε η Λητώ, λύνοντας τα μαλλιά της:

«Εισάκουσέ με αργυρέ τοξότη, οχυρωτή της Χρύσης και της Κίλλας, της ιερής Τενέδου βασιλιά, ηγέτη των ανθρώπων και δαμαστή των τρωκτικών.

Αν την λατρεία σου στέγασα κι αν έθρεψα με ταύρους και κατσίκια το θυσιαστήριό σου, οχύρωσε τον πόθο μου κι ας γίνουν τα δάκρυά μου βέλη σου κατά τους Δαναούς».

Σώπασε και η προσευχή ολόλυξε στου Απόλλωνα τα στήθη. Κατέβηκε απ’ την πέτρινη μεθόριο του Ολύμπου ο φαεινός, λυσσομανώντας ένα τόξο αλύγιστο σκοτάδι και μια φαρέτρα θάνατο στους ώμους. Στάθηκε ενάντια των καραβιών και όπλισε φαρμάκι αιχμηρό.

Ούρλιαξε το ασήμι του φονιά του κι άρχισαν ένα ένα να πέφτουν τα μουλάρια. Τινάχτηκαν να φύγουν τα γρήγορα σκυλιά. Δεν πρόλαβαν· και των ανδρών οι νεκρικές πυρές νύχτωναν όλη μέρα.

Μέρες εννιά έβρεχε αιχμή θεού. Πάνω στις δέκα, τα λευκά χέρια της Ήρας φώτισαν συνέλευση στον νου του Αχιλλέα.

Δεν άντεχε να βλέπει η θεά τους Δαναούς χαμένους στον δρόμο για τον θάνατο. Μαζεύτηταν και πήγαν. Σηκώθηκε ταχύς ο Αχιλλέας:

«Ατρείδη, σαν να μου φαίνεται πως πρέπει να τελειώνουμε αμέσως ό,τι αποτύχαμε εδώ και να γυρνάμε πίσω, πριν μας τελειώσει η συμμαχία πολέμου και λοιμού.

Ας ρωτήσουμε όμως μάντη, ιερέα, ονειροκρίτη —και τα όνειρα ο Δίας τα εκπορεύει— μήπως μας πει γιατί άναψε ο Απόλλων, ποια ξεχασμένη εκατόμβη μας προσάπτει.

Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, υπάρχει ελπίδα ο καπνός αγνών αρνιών και κατσικιών να τον κρατήσει από τον όλεθρό μας;» είπε και κάθισε.

Σηκώθηκε αμέσως ο Κάλχας Θεστορίδης, οιωνοσκόπος άριστος, που γνώριζε παρόν και παρελθόν και μέλλον, αυτός που οδήγησε στο Ίλιο τα καράβια με απολώνια τέχνη. Μίλησε κι είπε συνετά:

«Ένθεος εσύ και μου ζητάς θυμό θεού να φέξω; Πάει καλά! Μα να σκεφτείς και να ορκιστείς πως θα συντρέξεις πρόθυμα τα λόγια μου με λόγια και με χέρια, γιατί μου φαίνεται πως κάποιον θα εξοργίσουν. Κι έχει εξουσία εύχερη πάνω στους Αχαιούς.

Άρχοντας, βλέπεις· εύκολα πείθει τους πάντες κι ακόμα ευκολότερα συντρίβει όποιον τολμήσει να του αντιπαραταχθεί.

Μ’ ακόμη κι αν η επίσημη στιγμή απαιτεί να πνίξει την οργή του, απλά επιφυλάσσεται, μέχρι να βρει ευκαιρία να εκδικηθεί. Γι’ αυτό σου λέω, σκέψου».

Κι ο Αχιλλέας γρήγορος: «Τράβα μπροστά την τέχνη σου και λέγε τι σκοτίζει τον θεό.

Μα τον Απόλλωνα που δείχνουν στους Δαναούς οι προσευχές σου, Κάλχα, όσο ζω και ρίχνω ίσκιο στη γη, χέρι ασήκωτο δεν θα σηκώσει πάνω σου καραβοκύρης Δαναός.

Ο Αγαμέμνων θα μου πεις; Ούτε κι αυτός. Δεν πάει να λέει πως είναι πρώτος· κι είναι!»

Τότε ξεθάρρεψε του μάντη η αρχόντισσα φωνή: «Καμιά εκατόμβη ξεχασμένη δεν μας προσάπτει ο θεός.

Τον ιερέα του ατίμασε ο Ατρείδης. Δεν ελευθέρωσε την κόρη του, δεν δέχτηκε τα λύτρα και μας προέκυψε βαθύτατη πλήγη ο τοξότης.

Δεν πρόκειται να πάψει ν’ αφορμίζει τον όλεθρο των Δαναών, πριν πάει το αγαπημένο κορίτσι στον πατέρα του,

πριν δει ο γονιός τ’ ωραίο πρόσωπό της και μια εκατόμβη η Χρύση επιπλέον. Τότε εξιλεωνόμαστε κι έχει ο θεός...»

Σώπασε, κάθισε, καθώς ο ήρωας Αγαμέμνων στεκόταν ήδη όρθιος: γίγας, Ατρείδης, βασιλιάς, μια σκοτεινή ψυχή στον κλύδωνα του στήθους του χαμένη.

Νύχτα η μορφή του αλύπητη κι αχόρταγη φωτιά να κατακαίει μέσα της τα δάση των ματιών του. Πρώτα τον Κάλχα απείλησε:

«Μάντη κακών, καλό δεν άκουσα απ’ το στόμα σου ποτέ· μου φαίνεται σου αρέσει να μαντεύεις μονάχα συμφορές.

Να πω πως είπες ή έκανες κάτι της προκοπής τόσον καιρό μαζί μας; Τίποτα, τίποτα! Κι ιδού πάλι τα ίδια· λες

πως ο τοξότης βασανίζει τους Δαναούς, επειδή τάχα αρνήθηκα τα λύτρα της Χρυσηίδας: πλάσμα το ίδιο όμορφο, έξυπνο, ικανό, όμως κορίτσι δροσερό μπροστά στην Κλυταιμνήστρα.

Ας πούμε —λέω— πως συμφωνώ, αν είναι να σταθεί ο στρατός στρατός κι όχι κοπάδι. Ορίστε, την αφήνω.

Ετοιμάστε μου, λοιπόν, το τρόπαιό μου. Γιατί δεν γίνεται, ασφαλώς, να μείνω μόνο εγώ μες στους Αργείους ατίμητος. Βλέπετε, αυτό που είχα πηγαίνει τώρα αλλού...»

Πετάχτηκε ταχύτατος ο ένθεος Αχιλλέας: «Ατρείδη, άξιε μαχητή και άρπαγα μεγάλε, σαν τι τρόπαιο να σου δώσουν οι κατά τ’ άλλα πρόθυμοι Αχαιοί;

Δεν ξέρουμε να υπάρχουν πουθενά λάφυρα· όσα αρπάξαμε τα έχουμε μοιραστεί. Δεν γίνεται να τρέξουν οι στρατιώτες να τα ξαναμαζέψουν.

Άσ’ την, για χάρη του θεού, και θα σου δώσουν οι Αχαιοί διπλά και τρίδιπλα, αν ο Δίας καταδεχθεί να καταστρέψουμε την ευτειχία της Τροίας».

Κι ο Αγαμέμνων τρομερός: «Τι γενναιοδωρία! Σωστός θεός, όμως εγώ δεν ξεμωράθηκα ακόμη, Αχιλλέα, για να μείνω με άδεια χέρια.

Πώς να με πείσεις, δηλαδή, όταν κρατάς εσύ το τρόπαιό σου και ζητάς να δώσω το δικό μου;

Μόνο αν μου φέρουν —οι κατά τ’ άλλα πρόθυμοι Αχαιοί— κάτι ανάλογο· και να μου αρέσει. Μόνο τότε.

Αλλιώς θα έρθω ο ίδιος το δικό σου, του Οδυσσέα, του Αίαντα ν’ αρπάξω. Κι όποιος με δει μπροστά του —να το ξέρεις— δεν θα προλάβει να οργιστεί. Μα, τέλος πάντων, έχουμε καιρό γι’ αυτά.

Τώρα προέχει να μαυρίσει σκαρί το ένθεο κύμα, να χορτάσει χέρια ηρώων το κουπί, θυσία το κατάστρωμα κι ο γέρος της κόρης του τα μάτια.

Ας ηγηθεί ο Ιδομενέας, ο Αίας, ο ένθεος Οδυσσέας ή ακόμη ακόμη εσύ, ο φοβερός και τρομερός· κάνε ο ίδιος τη θυσία, εξάγνισέ μας στο φως του αόρατου τοξότη».

(Συνεχίζεται)

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδας Α'" είναι μια ευγενική παραχώρηση για το "Βακχικόν" του ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Μόνο οι μεταφράσεις του στην "Ομήρου Ιλίαδα Ι'" και "Ομήρου Ιλιάδα Κ'" έχουν εκδοθεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης στα 2001.

[Μτφρ. Γιώργος Μπλάνας]