30 Οκτ 2007

"Αφιέρωμα : Γυναίκες : ΙΙΙ. Ντέμπι Χάρι, Η Αντοχή των Υλικών" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Το κόλπο δεν είναι να μένεις άφθαρτος σαν τον Ντόριαν Γκρέι, ούτε να σκεπάζεις τη φθορά με τόνους σιλικόνης και πλαστικούρας σαν τα σημερινά ζόμπι με τα εφιαλτικά άκαμπτα χαμόγελα, σαν του Τζόκερ στον Μπάτμαν, ή σαν των πολιτικών που μιμούνται τους σταρ του Χόλιγουντ και αντιστρόφως, αλλά να κάνεις τη φθορά γεγονός αναστάσιμο, να αποδέχεσαι το κύλισμα του χρόνου και να στέργεις να μην κρύβεις την βραχνάδα βλέμματος και ψυχής. Η αλήθεια λάμπει μέσα από τις ρυτίδες και η σοφία στραφταλίζει μέσα από τα γκρίζα μαλλιά και τα παχάκια, ακόμα και μέσα από τις ουλές. Φαίνεται πως άμα κουβαλάει έξι και βάλε δεκαετίες στους κομμάτι γερτούς της ώμους, η ψυχλη του ροκ εντ ρολ είναι ακόμα πιο πολύτιμη. Η κούκλα που με ξενύχτισε χτες, κάνοντας ακόμα πιο μπλάβους τους κύκλους κάτω από τα μάτια μου, ξέρει τι θα πει να παίζεις επιτραπέζια αντισφαίριση με τη φθορά και να μετατρέπεις τις αναπόδραστες αλλεπάλληλες ήττες σου σε μια νίκη διαρκείας. Γιατί το στοίχημα δεν είναι να κερδίζεις ή να χάνεις στο κάθε εφήμερο ματς, αλλά να μένεις στο παιχνίδι, να συνεχίζεις να παίζεις. Αυτά, συνοπτικά, σκεφτόμουν βλέποντας με τις ώρες βιντεάκια από το μακρινό 1977 έως το σημερινό 2007, κάνοντας μια ολονύχτια διαδρομή τριάντα χρόνων μέσα από τη διαβολεμένα εξαγνιστική χρονομηχανή του You Tube. Μεταφέρθηκα στα άγρια, βρόμικα, παλλόμενα από ζωντάνια βράδια του θρυλικού CBGB, που άνοιξε., μάλλον ίδρυσε, στα σπλάχνα του Μπάουερι ο Χίλι Κρίσταλ για να γίνει πάραυτα φυτώριο της φοβερής και τρομερής σκηνής της Νέας Υόρκης. Και συγκλονίστηκα βλέποντας, και ακούγοντας, την Ντέμπι Χάρι και τα παλικάρια των Blondie, της μπάντας της, να παίζουν καθαρόαιμο, ακραιφνές, σπινταριστό νεοϋορκέζικο πανκ, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αλλά και μέλη συνάμα μιας διευρυμένης οικογένειας από καμιά διακοσαριά (!!!) γκρουπ που ξεπετάχτηκαν σε χρόνο dt για να σώσουν, έστω και βάναυσα, την τιμή και την υπόληψη του ροκ.

Κοντά ένα τέταρτο του αιώνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1999, η Ντέμπι Χάρι, μας κάνει περήφανους, χτυπώντας μια γερή τσιμεντοένεση στην αίγλη της γενιάς της, αλλά και της, μικρότερης δικής μας, εγγραφόμενη στο Βιβλίο των Ρεκόρ του Γκίνες ως η μεγαλύτερη στα χρόνια τραγουδίστρια που έφτασε στο Νο1 των τσαρτ του Ηνωμένου Βασιλείου με το έξοχο τραγούδι της «Maria». Ήταν τότε 53 ετών και 227 ημερών!

Η Ντέμπορα Ανν Χάρι γεννήθηκε την 1η Ιουλίου του 1945, στο Μαϊάμι. Τρεις μήνες μετά, υιοθετήθηκε από μία οικογένεια στο Χόθορν του Νιου Τζέρσι. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, πήγε εκεί που πήγαιναν όλοι, στη Νέα Υόρκη, για να κατακτήσει την πόλη αρχικά και όλο τον κόσμο μετέπειτα. Πέρασε διά πυρός και σιδήρου, αλλάζοντας επιτηδεύματα, εργαζόμενη πότε ως γραμματέας, πότε ως κουνελάκι του Playboy, πότε ως σερβιτόρα. Θα γνωρίσει τον λίαν εκκεντρικό κιθαρίστα Κρις Στάιν, με τον οποίο θα δεθεί, φιλικά, ερωτικά, και μετά πάλι φιλικά, για όλη τη ζωή της. Θα αρχίσει να εμφανίζεται με το εφήμερο φολκ σχήμα Wind in the Willows και κατόπιν με το κοριτσίστικο τρίο The Stilettos, θαμπώνοντας αντρικό και γυναικείο πληθυσμό με μια περσόνα και ένα παρουσιαστικό που σε κάνει να παραμιλάς σαν τον Φίλιπ Μάρλοου του Τσάντλερ: λιώνει το μολύβι, σε καθηλώνει με ένα της βλέμμα, κάτω από τις μακριές της βλεφαρίδες κατοικούν μικροσκοπικά αγγελούδια, τα χείλη της στέλνουν ηλιαχτίδες στα μπλουτζίν.

Παρέα με τον Στάιν ιδρύουν τους Blondie, με τον εκρηκτικό Κλεμ Μπερκ στα ντραμς, τον Γκάρι Βάλενταϊν, έναν ευειδή ποιητή και λάτρη του Χένρι Μίλερ, στο μπάσο, και τον άρτι Τζίμι Ντρέστι στα πλήκτρα. Κάνουν πρόβες όπου βρουν, κυρίως πήζουν και αποκρυσταλλώνουν τον κοφτό, ρυθμικό, μα και δροσερό τους ήχο, στο διαμέρισμα της Ντέμπι και του Στάιν, ένα άθλιο αχούρι στην Τόμσον Στριτ, τίγκα στην ακαταστασία και κοσμημένο με μισοσκισμένες αφίσες, νεκροκεφαλές, εικόνες του Άντι Γουόρχολ και των Velvet Underground, κονκάρδες των Rolling Stones και έργα τέχνης που έφτιαχναν από διάφορα αντικείμενα αλιευμένα από τα σκουπίδια.

Οι Blondie θα αρχίσουν να παίζουν σε καταγώγια, λησμονημένα πια, όπως το Monty Python’s, το Broadway Charlie’s και το Brandy’s, με πρώτιστο σκοπό να εξασφαλίσουν τον… άρτον τον επιούσιον! Όπως λέει ο Γκάρι Βάλενταϊν: «Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η ζωή των μουσικών περιστρέφεται γύρω από το σεξ, τα ναρκωτικά και το ροκ εντ ρολ, στην πραγματικότητα όμως περιστρέφεται γύρω από το φαγητό». για να καταβυθιστούν με φόρα στον ορυμαγδό του πανκ και να παίξουν στο CBGB παρέα με άλλους θρύλους πλέον του ροκ, όπως τους Ramones και τους Talking Heads.

Δεν θ’ αργήσουν να γίνουν υψηλές φυσιογνωμίες της νεοϋορκέζικης σκηνής, κάτι σαν ανίψια του Γουόρχολ και του Λου Ριντ, ιδίως με την Ντέμπι να γίνεται ένα ολοένα και πιο συγκλονιστικό κοκτέιλ αποτελούμενο από δυο μεζούρες Μέριλιν Μονρόε, μία μεζούρα Φέι Ντάναγουεϊ, και κάτι από τη Ζαν Μορώ στα χείλη και στη φωνή. Θα αναλάβουν τη μουσική επένδυση στο θεατρικό έργο της Τζάκι Κέρτις «Vain Victory», θα ακούνε με τις ώρες τα επιτεύγματα των Dr Feelgood λιώνοντας τα βινύλια του μακαρίτη πια Λη Μπριγιό και τρώγοντας τις ομελέτες που ετοίμαζε, ανάμεσα στις ακροάσεις και τις αλλεπάλληλες πρόβες, η Ντέμπι. Θα παίζουν διαρκώς στο CBGB και στο άλλο θρυλικό στέκι, το Max’s Kansas City, εκτοξεύοντας απανωτά σουξέ, ηχογραφώντας για την Chrysalis τον ένα δίσκο μετά τον άλλο, και αρχίζοντας να παίζουν δημιουργικά με τα στυλ και τις μορφές. Αλήστου μνήμης τα άλμπουμ Blondie (1976), Plastic Letters (1977), Parallel Lines (1978), Eat to the Beat (1979) και Autoamerican (1980).

Η Carola Dibbell συνοψίζει αριστοτεχνικά τα προσόντα της Ντέμπι, ως πρώτης ξανθιάς leader στην ιστορία της ροκ λέγοντας ότι το έπαιζε, με τρομερή επιτυχία, τσούλα, αυθάδης, σίγουρη, τσαχπίνικα ανυπόληπτη, ενώ παρίστανε το πρόστυχο κορίτσι που δεν διέθετε ταλέντο αλλά δεν την ένοιαζε αυτό και μάλιστα αδιαφορούσε σκανδαλωδώς για την ίδια της την αξιοπρέπεια. Ωστόσο, «προς έκπληξη πολλών, το πρόσωπο εκτός αυτών των εισαγωγικών διέθετε τεράστιο ταλέντο, εξαιρετικό συγχρονισμό, ευχάριστα χαρίσματα, μια μεταδοτική αίσθηση κατεργαριάς, μια δυνατή φωνή που προερχόταν οπωσδήποτε από τις ρίζες της, και συν τοις άλλοις παρακολουθούσε με κοφτερή ματιά τις πολιτιστικές εξελίξεις, ήταν εκ φύσεως εκκεντρική και μια φανατική μποέμ που θα παρέμενε είδωλο για πολλά κορίτσια που μόλις είχαν ανακαλύψει το πανκ».

Η Ντέμπι Χάρι θα τα αναδείξει όλα αυτά στη νιοστή ακολουθώντας σόλο καριέρα μετά τη διάλυση των Blondie. Θα λάμψει στην ωραιότερη εκπομπή όλων των εποχών, το εξαίσιο «Muppet Show» και θα είναι χάρμα ιδέσθαι τραγουδώντας τυλιγμένη σε μια πορτοκαλί φόρμα εργασίας, με φόντο μια μπετονιέρα κι ένα γιαπί, και με μια σπαρταριστή μπάντα, το «One Way» ή, ακόμα πιο απογειωτικά, ερμηνεύοντας ντουέτο με τον θεσπέσιο Κέρμιτ, στο… μπάντζο, το «Rainbows». Θα κάνει μια τέλεια ντρίπλα που θα ζήλευαν ο Μαραντόνα και ο Ζιντάν μαζί, συνεργαζόμενη αίφνης με τους απίθανους μουσικαράδες The Jazz Passengers και βάζοντας έτσι το λιθαράκι της στο μεγαλειώδες οικοδόμημα του Μάιλς Ντέιβις, του Τζον Κολτρέιν και του Τσετ Μπέικερ. Αλλά θα ερωτοτροπήσει, πάντα πετυχημένα, και με το ραπ, συγκλονίζοντας τους πάντες με το «Rapture», θα ψάλλει βραχνά με τον ατίθασο Ίγκι Ποπ το «Well Did You Evah», θα παίξει με την αγέρωχη μελαγχολία της ρέγκε, με την ηλεκτροπόπ, αναμειγνύοντας τα στυλ, δίχως όμως να χάσει ίχνος από την προσωπικότητά της, σε αντίθεση με την άλλη περιλάλητη ξανθιά, την Μαντόνα, που έχει τόσο πολύ μεταμφιεστεί ώστε σχεδόν να πάψει να υπάρχει. Γιατί η Ντέμπι Χάρι ξεπήδησε, και κατά πολλές έννοιες παρέμεινε εκεί, ναι, ξεπήδησε από τα σωθικά της Νέας Υόρκης, ξεπήδησε από το ένα υπερβολικά και γενναία ζωντανό ρεύμα που θέλησε να αναστατώσει και να ανανεώσει τη μουσική, και τα κατάφερε.

Κι ακόμα, βαθιά ανθρώπινη και όχι εμπορευματικό προϊόν, η Ντέμπι, στην αυγή της σόλο διαδρομής της, θα αφήσει στην άκρη τις επαγγελματικές της βλέψεις και θα σταθεί για τρία ολόκληρα και πολύτιμα χρόνια στο πλευρό του Κρις Στάιν όταν αυτός προσβληθεί από την σπάνια γενετική νόσο pemphigus. Χάρη στη συμπαράστασή της, και μάλιστα δίχως πια να είναι ερωτευμένο ζεύγος αλλά φίλοι καλοί και ωραίοι, ο Κρις θα αναλάβει και θα μείνει, με τη σειρά του, στο πλευρό της Ντέμπι ως σύμβουλος στις μουσικές της περιπέτειες, κιθαρίστας της, και συνένοχός της στην δυναμική ανασύσταση και επανεμφάνιση των Blondie.

Πράγματι, στα τέλη του 1996, η Ντέμπι και ο Κρις καλούν τον Τζίμι Ντέστρι, τον Γκάρι Βάλενταϊν και τον Κλεμ Μπερκ να επανακάμψουν ως Blondie. Και θα είναι μια από τις πιο άδολες, γερές, δυναμικές και πετυχημένες αναβιώσεις, πέρα από τα εμπορευματικά τερτίπια και τις τεχνητές εκκρίσεις ψευδονοσταλγίας. Σέξι και δροσερή, μια Λολίτα από την ανάποδη, ή μια Ζαζί στο Μετρό που διατηρεί τα θέλγητρά της όχι ανακαινίζοντάς τα με χειρουργικές αλλά επιτρέποντάς τους να ωριμάσουν ωραία, να γίνουν ένα βαρύτιμο βελούδο, η Ντέμπι, παρέα με τους Blondie, θα σκίσει ερμηνεύοντας θαυμάσια το «Maria», περιοδεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, ξεσηκώνοντας το κοινό, παίζοντας καθαρόαιμη μουσική, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι μικροί. Μολονότι για την Ντέμπι Χάρι ο λόγος, η ανιδιοτέλεια των μελών αυτής της μεγάλης οικογένειας του ροκ εντ ρολ, με ωθεί να κλείσω το κείμενο με έναν μικρό αίνο για τον ντράμερ της μπάντας, τον Κλεμ Μπερκ. Του αξίζουν χίλια συγχαρητήρια τόσο για το πώς παίζει με τα πιατίνια, τη μπότα, τα ταμπούρα, όσο, κυρίως, για το ότι επιμένει να δείχνει την ευγνωμοσύνη του προς τις ρίζες του φορώντας πάντα ένα μπλουζάκι με τον λογότυπο του θρυλικού CBGB! Ω, ναι, κάτι τέτοια παλικάρια σαν την Ντέμπι και σαν τον Κλεμ επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο το ροκάδικο ρητό: «Rock end Roll is here to stay!»