23 Δεκ 2007

"Ομήρου Ιλιάδα Β'" - Γιώργος Μπλάνας

To A', B' και Γ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/12/blog-post_9725.html

Κι αν έτσι πράξεις και υπακούσουν οι Αχαιοί, θα ’ναι πανεύκολο να ξέρεις ποιος αρχηγός και ποιος στρατιώτης είναι δειλός ή τολμηρός, αφού θα μάχονται μαζί με τους δικούς τους.
Και μόνο τότε θα μπορείς να πεις αν σου στερεί την πόλη θεού θυμός, δειλία ανδρών ή άγνοια ηγέτη».
Κι ο Αγαμέμνων, όπως πρέπει η κεφαλή: «Πραγματικά, τους τσάκισες τους γιους των Αχαιών με την ανδρεία των λόγων σου, άρχοντα τιμημένε.
Δέκα συμβούλους σαν κι εσένα να ’χαν ο Δίας ο πατέρας κι ο Απόλλων κι η Αθηνά, θα σπάραζε στα χέρια μας τούτη την ώρα η πόλη του Πριάμου.
Με άλλες πληγές, όμως, ο Δίας με κατακεραυνώνει. Βροντάει λόγια εμφύλια κι αστράφτει σπαραγμούς αδελφικούς.
Για ένα κορίτσι κάναμε τα λόγια μας λεπίδες να σφαγούμε εγώ κι ο Αχιλλέας.
Πρώτος εγώ τρελάθηκα. Το λέω· και λέω πως αν συμβεί να συμφωνήσουμε ποτέ, δεν θα ’χουν χρόνο ούτε να δουν οι Τρώες τον όλεθρό τους. Ελάτε, όμως, τώρα να φάμε κάτι, κι ύστερα πιάνουμε του Άρη τις δουλειές.
Κοιτάξτε ν’ ακονίσετε τα δόρατα καλά. Οι ασπίδες θέλουν μάζεμα και τ’ άλογα τα γρήγορα τροφή. Ελέγξτε τ’ άρματα σχολαστικά, φροντίστε να ’στε στο πόλεμο σωστοί.
Η μέρα που έρχεται ανήκει στον Άρη αποκλειστικά. Μας βλέπει και μας κρίνει ο στυγερός. Μονάχα το σκοτάδι της νύχτας θα εκδιώξει την μανία των ανδρών απ’ το πεδίο της μάχης.
Στο μεταξύ, θέλω να δω τους τελαμώνες των ασπίδων να πίνουν αξεδίψαστα ιδρώτα από τους ώμους, όχι απ’ τα μπράτσα των ανδρών.
Θέλω να δω τα χέρια να λυγίζουν στων δοράτων την άσπλαχνη δουλειά και τ’ άλογα ν’ αφρίζουνε μπρος στα βασταγερά στολίδια των αρμάτων.
Κι αν δω πάνω στην άψη του μακελειού κανέναν να γυρίζει προς τα καράβια, θα τον κάνω βορά σκυλιών κι αρπακτικών, πριν φτάσει καν στον ίσκιο τους».
Έτσι είπε κι έγιναν βοή βαθιά οι αλαλαγμοί των Αχαιών: κύμα θεριό που σήκωσε ο νοτιάς για να συντρίψει κάποιαν ακτή κατάγκρεμνη στο έλεος των ανέμων αφημένη.
Σηκώθηκαν και σκόρπισαν κατά τα πλοία βιαστικά και άναψαν φωτιές μες στις σκηνές τους και κάθισαν το κάτι να χορτάσουν.
Κι όλο σε κάποιον αθάνατο θεό θυσίαζε καθένας, κι όλο και προσευχόταν να μείνει ζωντανός κι απλήγωτος στη μάχη.
Ο Αγαμέμνων τέλεσε σφαγή —σαν κυβερνήτης— ενός βοδιού πέντε χρονών καλοθρεμμένου στον παντοδύναμο Κρονίδη.
Και κάλεσε των Αχαιών τούς ένδοξους ηγέτες: πρώτα τον Νέστορα, ύστερα τον άρχοντα Ιδομενέα. Τους δύο Αίαντες μετά και του Τυδέα τον γιο. Έκτο στο τέλος, προικισμένο με του Δία τη λογική, τον Οδυσσέα.
Όσο για τον στεντόρειο Μενέλαο... Αυτός κλήθηκε μοναχός του. Ένοιωθε, βέβαια, μέσα του πόσο κοπιάζει ο αδελφός. Τριγύρισαν το βόδι και γέμισαν τα χέρια τους κριθάρι να ευλογήσουν.
Άρχισε ο Αγαμέμνονας την προσευχή: «Ένδοξε Δία, καπετάνιε της μαύρης συννεφιάς, μην σκοτεινιάσεις
πριν πέσω απάνω στην εστία του Πριάμου, πριν θρέψω με πορτόφυλλα την φλόγα του χαμού του, πριν οργώσω τον θώρακα του Έκτορα και σπείρω τα στήθη του χαλκό ακονισμένο, πριν γεμίσει ο τόπος γύρω άντρες που βόσκουν μαύρο χώμα».
Αυτά δεήθηκε. Ο Κρονίδης, ασφαλώς, δεν έπραξε τα δέοντα αμέσως. Δέχθηκε ωστόσο τη θυσία κι απλώς δυσκόλεψε το πράγμα όσο μπορούσε.
Ευχήθηκαν και σκόρπισαν κριθάρι στον βωμό. Έπιασαν πρώτα κι έσφαξαν το ζώο και το έγδαραν, έκοψαν τα μεριά, τα τύλιξαν με τις ξυγγιές, άπλωσαν πάνω τα ψαχνά, πέρασαν τις συκωταριές στις σούβλες κι άρχισαν να χορταίνουν τη φωτιά.
Κάποτε κάηκαν τα μεριά, έφαγαν τις συκωταριές, λιάνισαν τα ψαχνά, τα σούβλισαν και τα ’ψησαν κι αυτά προσεκτικά. Ετοίμασαν τραπέζι κι άρχισαν να χορταίνουν καθένας την αξία του.
Έφαγαν κι ήπιαν, βέβαια, όσο τραβούσε η καρδιά του καθενός. Κάλπασε τότε τα λόγια του ο Γερήνιος ο Νέστορας μπροστά τους:
«Ένδοξε Ατρείδη, κυβερνήτη Αγαμέμνονα, οι κουβέντες κι ραστώνη ετούτη εδώ, μου φαίνεται, καθυστερούν το έργο που μας ανέθεσε να φέρουμε σε πέρας ο θεός.
Διώξε τους κήρυξες να τρέξουν να μαζέψουν τον χαλκοχίτωνα λαό των Αχαιών μπρος στα καράβια
κι ας πάμε σύσσωμοι εμείς τους άντρες ν’ ακονίσουμε για το πεδίο της μάχης».
Έτσι είπε και υπέκυψε στη δύναμη των λόγων του ο κυβερνήτης των ανδρών, ο Αγαμέμνων. Πρόσταξε τους κήρυκες να τρέξουν να λαλήσουν πως είναι ώρα ν’ ανεμίσουν για τον Άρη των Αχαιών οι χαίτες.
Έτρεξαν, λάλησαν οι κήρυκες να τρέξουν οι μαχητές, να μαζευτούν. Κι έτρεξαν, παρατάχθηκαν εκείνοι,
σύσσωμοι βγήκαν οι άρχοντες και μοίραζαν διαταγές, κι έτρεχε από πίσω τους η Αθηνά, βαστώντας την πολύτιμη, απρόσβλητη κι αγέραστη ασπίδα
και κρέμονταν οι φούντες εκατό, ολόχρυσες, εξαίσια πλεγμένες, μια εκατόμβη η κάθε μια ν’ αξίζει,
κι έλαμπε στον ήλιο η θεά και σκόρπιζε γαλάζια τα βλέμματά της και καλούσε στην παράταξη τους άνδρες.
Κι όποιος την έβλεπε ένοιωθε τα σπλάχνα του να εγείρονται, να θέλουν να σφάξουν να σφαγούν
και του φαινόταν το πεδίο της μάχης τόπος γλυκύτερος κι απ’ την γλυκιά πατρίδα που του έταζαν τα λυγερά σκαριά των καραβιών.
Σαν πυρκαγιά που αφανίζει αλύπητα τα δάση στην κορφή κάποιου βουνού, πέρα μακριά, και λες φουντώνει ο κόσμος, καταύγαζε τον ουρανό ο εξαίσιος χαλκός στων μαχητών τα χέρια.
Κι όπως τ’ ανάερα έθνη των χηνών, των γερανών, των λυγερών των κύκνων, στήνουν απάνω απ’ τα νερά του Καϋστρίου πανηγύρι φτερωτό κι αντιλαλεί του Ασίου το λιβάδι,
έτσι πετάγονταν μιλιούνια απ’ τις σκηνές και τα καράβια οι άνδρες και ορμούσαν στο πεδίο του Σκαμάνδρου,
και μούγκριζε κατάσπλαχνα η γη κατ’ απ’ τα πόδια τους, κι άνοιξη δεν αξιώθηκε ποτέ φύλλα και άνθη όσ’ άλογα και μαχητές βλάστησε εκείνη την ημέρα της μάχης το λιβάδι.
Μιλιούνια, σμήνη αμέτρητα μυγών που γυροφέρνουν σαν τρελές την στάνη όταν τρέξει το γάλα στις καρδάρες, ορμούσαν στην παράταξη οι Αχαιοί και τίναζαν τις χαίτες τους έτοιμοι για σφαγή. Όσο για τους ηγέτες:
σαν τους ποιμένες τους καλούς που ξεχωρίζουν εύκολα ποιο είναι το κοπάδι τους μέσα στο πέλαγος των ζώων που βόσκουν,
διέκριναν τους άνδρες τους και τους τραβούσαν σθεναρά να πορευτούν γραμμή στη μάχη.
Όμως ο Αγαμέμνονας! Αυτός —ιδίως αυτός— άστραφτε ανάμεσά τους: βλέμμα του Δία κεραυνός, πρόσωπο αθανάτου, σφυρά του Άρη αδάμαστα και στέρνο αλύγιστο του Ποσειδώνα.
Ταύρο μες στο κοπάδι του τον έκανε ο Δίας εκείνη την ημέρα, ήρωα μες στους μαχητές και θρύλο μες στους ήρωες.
Μιλήστε, Μούσες, τώρα εσείς, απ’ τις ολύμπιες κάμαρες που κατοικείτε. Είστε θεές και βλέπετε και ξέρετε τα πάντα.
Εμείς μονάχ’ ακούσαμε κείνη τη δόξα που είδατε από κοντά. Ποιοι ήταν, λοιπόν, οι αρχηγοί, ποιοι κυβερνούσαν τους Δαναούς; Τα λόγια μου το πλήθος δεν χωρούν.
Κι αν είχα δέκα στόματα, δέκα τις γλώσσες, πέτρινη φωνή, ψυχή χαλκό, πάλι δεν θα μπορούσα να μνημονεύσω όσους ήρθανε στο Ίλιο,
δίχως εσάς, ολύμπιες Μούσες, παιδιά του κεραυνού. Ιδού, λοιπόν, οι αρχηγοί των πλοίων και τα πλοία.
Ο Πηνέλεως και ο Λήιτος κι ο Αρκεσίλαος κι ο Κλονίος κι ο Προθοήνωρ διοικούσαν τους Βοιωτούς, που είχαν έρθει απ’ την Υρία και την πέτρινη Αυλίδα,
απ’ την Σχοίνο και τον Σκώλο, τις πλαγιές του Ετεωνού και τη Θέσπεια, την Γραία, την πλατειά Μυκαλησσό,
απ’ το Άρμα, το Ειλέσιο, Ερυθρές και Ελεώνα. Απ’ την Ύλη, τον Πετεώνα, Ωκαλέη και Μεδεώνα, πόλη ωραία καλοχτισμένη,
απ’ τις Κώπες και την Εύτρηση, απ’ τη Θίσβη με τα μύρια περιστέρια, την Κορώνεια την Αλίαρτο την ανθούσα,
απ’ την Πλάταια, τον Γλισάντα, τις ωραίες, καλοχτισμένες Υποθήβες κι απ’ την Ογχηστό, το άλσος το πανέμορφο ιερό του Ποσειδώνα,
απ’ της Άρνης τα απέραντα αμπέλια, απ’ τη Μίδεια, τη Νίσα τη σεβάσμια κι ακόμη απ’ την άκρα Ανθηδόνα.

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Β'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Οι μεταφράσεις του "Ομήρου Ιλιάδα Ι'" και "Ομήρου Ιλιάδα Κ'" έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης στα 2001.