2 Δεκ 2007

"Oμήρου Ιλιάδα B'" - Γιώργος Μπλάνας


Χόρταιναν ύπνο οι θεοί κι οι μαχητές. Μόνον ο Δίας νήστευε την γλύκα των ονείρων και πάσχιζε να βρει πώς θα τιμήσει τον Αχιλλέα, πώς θ’ αποδεκατίσει τους Αχαιούς μπρος στα καράβια τους. Κι αλήθεια άλλο συμπέρασμα δεν έβγαζε απ’ το ψέμα του Ονείρου· να τον έστελνε, λέει, στον Ατρείδη... Γύρισε και του είπε σαν τον άνεμο:
«Όνειρε φρούδε, τρέξε γρήγορα στα γρήγορα καράβια των Αχαιών και βρες του Ατρείδη την σκηνή και πες του —αλήθεια, ψεύτικε—
να ξεσηκώσει τους Αχαιούς, γιατί ήρθε η ώρα των Αχαιών οι χαίτες ν’ ανεμίσουνε στους δρόμους
της Τροίας, πες του· ο Όλυμπος κατέληξε, αποδέχθηκε την προσφυγή της Ήρας κι οι Τρώες ήδη θρηνούν τους Τρώες».

Έτσι του είπε. Κι ο Όνειρος τον είχε ήδη ακούσει, κι έτρεχε γρήγορα στα γρήγορα καράβια των Αχαιών και γύρευε του Ατρείδη την σκηνή· κι έβρισκε τον Ατρείδη ύπνου δροσιά μες στην σκηνή του να χορταίνει.

Στάθηκε από πάνω του ολόιδιος ο προεστός ο Νέστωρ του Νηλέα και του είπε στα ιερά:

«Κοιμάσαι γιε των μαχητών; Δικαίωμα στον ύπνο δεν έχουν οι ηγέτες όταν κρατούν στα χέρια τους τις μοίρες των λαών.

Άκου με τώρα· μήνυμα σου φέρνω από τον Δία, τον μακρινό που σ’ ελεεί από κοντά.

Ξεσήκωσε τους Αχαιούς, γιατί ήρθε η ώρα των Αχαιών οι χαίτες ν’ ανεμίσουνε στους δρόμους της Τροίας, λέει· ο Όλυμπος κατέληξε, αποδέχθηκε την προσφυγή της Ήρας κι οι Τρώες ήδη θρηνούν τους Τρώες.

Έχε το νου σου τώρα μην κολλήσουν αυτά που άκουσες στης νύστας σου το μέλι και ξεχάσεις».

Μίλησε κι έφυγε, τον άφησε μονάχο να ξεθαρρεύει τ’ αξεθάρρευτα, να λέει πως θα πορθήσει του Πρίαμου την πόλη αύριο κιόλας, ο αφελής, δίχως να ξέρει

τι πόνους και τι βογκητά θα ’σπερναν Τρώες κι Αχαιοί στο μακελειό που τους ετοίμαζε ο Δίας.

Ξύπνησε μες στον κλύδωνα του ονείρου του —φωνή γύρω τρεμόσβηνε θεού— κάθισε φόρεσε χιτώνα μαλακό —νέο λαμπρό χιτώνα— μανδύα επιβλητικό και πέδιλα πανέμορφα στα τρυφερά του πόδια.

Στους ώμους πέρασε σπαθί με ασημόδετη λαβή. Το πατρικό του σκήπτρο, το σκήπτρο το αιώνιο, άδραξε κι έτσι πήγε μπρος στα καράβια τους να βρει τους χαλκοχίτωνες Αχαιούς.

Έφτανε η Αυγή στην κορυφή του Ολύμπου κι έλεγε μέρα, η θεά, στον Δία, στους αθανάτους,

όταν εκείνος πρόσταξε τους κήρυκες να τρέξουν να κελαηδήσουν άγρια πως πρέπει να ξυπνήσουν οι Αχαιοί,

ν’ αφήσουνε αστόλιστες τις χαίτες τους, να τρέξουν γρήγορα στην συνέλευση: «Ξυπνάτε!» και ξυπνούσαν.

Πρώτα όμως συγκάλεσε συμβούλιο των προεστών δίπλα στο πλοίο του άρχοντα Νέστορα από την Πύλο· εκεί τους μάζεψε και άρχισε να πλέκει λόγια προσεκτικά:

«Ω φίλοι, ακούστε με, Όνειρο θείο είδα στ’ όνειρό μου μες στη νύχτα την αθάνατη.

Είχε τους τρόπους, τη μορφή του ένθεου Νέστορα και μου ’πε από κοντά: ‘Κοιμάσαι γιε των μαχητών;

Δικαίωμα στον ύπνο δεν έχουν οι ηγέτες όταν κρατούν στα χέρια τους τις μοίρες των λαών.

Άκου με τώρα· μήνυμα σου φέρνω από τον Δία, τον μακρινό που σ’ ελεεί από κοντά.

Ξεσήκωσε τους Αχαιούς, γιατί ήρθε η ώρα των Αχαιών οι χαίτες ν’ ανεμίσουνε στους δρόμους της Τροίας, λέει·

ο Όλυμπος κατέληξε, αποδέχθηκε την προσφυγή της Ήρας, κι οι Τρώες ήδη θρηνούν τους Τρώες.

Έχε το νου σου τώρα μην κολλήσουν αυτά που άκουσες στης νύστας σου το μέλι και ξεχάσεις’.

Μίλησε κι έφυγε και πήρε την γλύκα του ύπνου μου μαζί. Ναι· μα ελάτε ας δούμε αν παίρνουν τώρα στα γερά τα όπλα οι γιοι των Αχαιών.

Πρώτος εγώ —είναι σοφό— τους λέω λόγια της φυγής, τάχα να τρέξουνε να πιάσουν τα κουπιά κι εσείς, άλλος εδώ κι άλλος εκεί, τους ρίχνεστε με λόγια στις θέσεις τους να μείνουν».

Μίλησε, κάθισε κι ο άρχοντας της άμμου από την Πύλο, ο ένδοξος ο Νέστορας στάθηκε ορθός κι είπε ορθά:

«Ω φίλοι, των Αργείων εκπρόσωποι και ηγέτες, αν ήταν άλλος που έλεγε πως είδε Όνειρο στον ύπνο του, για μέγα το ψέμα θα νομίζαμε και μόνος μάλλον θα έμενε εδώ.

Μα, βλέπετε, ο άριστος των Αχαιών τυγχάνει. Ας δοκιμάσουμε, λοιπόν, αν παίρνουν στα γερά τα όπλα οι γιοι των Αχαιών».

Έτσι τους είπε κι έφυγε κι οι κάτοχοι των σκήπτρων, οι άρχοντες, πετάχτηκαν, κατένευσαν στον έναν, που είχε στα χέρια του τη μοίρα του λαού.

Λύθηκε το συμβούλιο, σκορπίστηκαν, κι οι οπλίτες έτρεχαν πίσω τους σαν μέλισσες που αφήνουν του βράχου χάσμα σκοτεινό και ρίχνονται στα λούλουδα της άνοιξης χωρίς σταματημό.

Άδειαζαν πλοία και σκηνές και της συνέλευσης δεχόταν το μελίσσι η απέραντη αμμουδιά.

Από τη φήμη, που έστειλε ο Δίας, ξαναμμένος κατέφθανε ορυμαγδός των στρατιωτών. Και γύρευαν μια θέση να καθίσουν

και σπαρταρούσε κάτω η γη και στέναζε ο αέρας απ’ τις φωνές, κι ορμούσαν έξι κήρυκες στο πλήθος με κραυγές ν’ αναχαιτίσουν την άλογη βοή, για ν’ ακουστεί ο λόγος των αρχόντων.


*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Β'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Οι μεταφράσεις του "Ομήρου Ιλιάδα Ι'" και "Ομήρου Ιλιάδα Κ'" κυκλοφόρησαν από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης στα 2001.

Σημ. Ο ποιητής και μεταφραστής Γιώργος Μπλάνας, θα μιλήσει στην εκδήλωση "Λογοτεχνία και Διαδίκτυο", στις 3/12/07 και ώρα 19.30, στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, που διοργανώνουν το Ινστιτούτο Θερβάντες και τα λογοτεχνικά περιοδικά "E-Poema" και "Άσπρη Λέξη".