13 Δεκ 2007

"Visuals Poets : Julian Schnabel, Ο Εξπρεσιονιστής Σκηνοθέτης" - Ιωάννα Κουτζούκου


Α' Μέρος

Τώρα που ο μαιτρ του βιογραφικού δράματος Julian Schnabel ξαναχτυπά, με τη νέα ταινία του “Le Scaphandre et le Papillon”, επιβάλλεται να ανατρέξουμε στη μέχρι τώρα κινηματογραφική -και μη- πορεία του.
Ο Julian Schnabel γεννήθηκε το 1951 στο Μπρούκλυν, μεγάλωσε όμως στο Τέξας. Το 1973 έκανε αίτηση στο ανεξάρτητο πρόγραμμα σπουδών του Μουσείο Whitney στη Νέα Υόρκη. Η αίτησή του περιείχε έργα του ανάμεσα σε δύο φέτες ψωμί(σαν σάντουιτς). Τον αποδέχτηκαν αμέσως. Εκείνη την περίοδο έκανε διάφορες δουλειές. Το 1975, παρουσίασε την πρώτη του προσωπική έκθεση στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στο Houston. Τα επόμενα χρόνια ταξίδευε συχνά στην Ευρώπη, όπου εντυπωσιάστηκε πάρα πολύ από τους Antoni Gaudi, Cy Twombly και Joseph Beys.
Με την πρώτη του κιόλας προσωπική έκθεση στην γκαλερί Mary Boone το 1979 αρχίζει να θεωρείται ήδη από τις καινούριες δυνάμεις του καλλιτεχνικού κόσμου. Το 1980 συμμετέχει στην biennale της Βενετίας και στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες φιγούρες του νέο-εξπρεσιονιστικού κινήματος. Πέρα από κάθε αμφιβολία ο Schnabel επιφέρει μια δυνατή αναταραχή στην καλλιτεχνική σκηνή. Χρησιμοποιώντας Kabuki (μια μορφή γιαπωνέζικου θεάτρου)θεατρικά σκηνικά, βελούδο και ζώα κρύβει το τολμηρό του ύφος θυμίζοντας την ενέργεια και την προκλητικότητα του Picasso και του Pollock. Το έργο του, γεμάτο με ωμή ένταση, περιέχει μία υποβόσκουσα δόση κτηνωδίας, αλλά συγχρόνως ξεχειλίζει από ενέργεια.
Πέρα από τα προαναφερθέντα, ο Schnabel παραμένοντας πολυπράγμων επιδίδεται και σ’ άλλες δραστηριότητες. Το 1987 γράφει την αυτοβιογραφία του, που τιτλοφορείται “CVJ: Nicknames of Maitre D’s & Other Excerpts of his Life”. Επίσης, το 1995 κυκλοφορεί το άλμπουμ “Every Silvering Has a Cloud” από την Island Records.
Έτσι λοιπόν, ο Schnabel καθόλου τυχαία δε διάλεξε τη βιογραφία ενός ζωγράφου, του Jean-Michel Basquiat που μάλιστα ζούσε στη Νέα Υόρκη, για την πρώτη του κινηματογραφική απόπειρα.

Basquiat(1996)

Πρόκειται για την ιστορία της μετέωρης ανόδου ενός νέου καλλιτέχνη του Jean-Michel Basquiat (Jeffrey Wright). Ζώντας σ’ ένα χαρτόκουτο στο Thompkins Square Park, ο Jean-Michel ξεκινάει σαν street artist, ανακαλύπτεται από τον κόσμο του Andy Warhol (David Bowie) και γίνεται σταρ. Αλλά η επιτυχία έχει υψηλό τίμημα κι ο Basquiat το πληρώνει με τη φιλία του, την αγάπη του και τελικά τη ζωή του.
Πρωταγωνιστούν: Jeffrey Wright, Michael Wincott, Benicio Del Torro, Claire Forlani, David Bowie, Dennis Hopper, Gary Oldman, Christopher Walken, Willem Dafoe, Courtney Love/ Σκηνοθεσία & Σενάριο: Julian Schnabel/ Διάρκεια: 108’/ Προτάθηκε για Χρυσό Λέοντα το 1996 στο φεστιβάλ της Βενετίας.
Νομίζω ότι το παραμύθι που αφηγείται ο Jean-Michel Basquiat στον Benny στο τέλος της ταινίας περιγράφει καλύτερα από καθετί την ίδια του την ιστορία: “Hey, Benny. My mom told me this story. Or was it a dream? There was this little prince with a magic crown. And this evil warlock kidnapped him. Locked him in this cell in this huge tower. Took away his voice. There was a window with bars and the prince kept smashing his head against the bars hoping that someone would hear the sound and find him. The crown made the most beautiful sound that anyone had ever heard. You could hear it ringing for miles. It was so beautiful. The people wanted to grab the air. They never found the prince. He never got out of the room. But that sound he made filled everything up with beauty”.
Ο Basquiat ένιωθε παγιδευμένος στο ίδιο του το ταλέντο, κάτι που εκφραζόταν με μία τάση φυγής, είτε από τη Νέα Υόρκη, είτε από τη ζωγραφική. Αυτό εξηγεί την άκρως αυτοκαταστροφική σχέση του με τα ναρκωτικά, με αποκορύφωμα το τραγικό του τέλος (πέθανε από υπερβολική δόση το 1988 σε ηλικία μόλις 27 ετών). Ήταν δύσκολο, άλλωστε, να περιτριγυρίζεται από ανθρώπους που σχολίαζαν την κάθε του κίνηση, ήθελαν να τον εκμεταλλευτούν κι έφερναν ως πρόσχημα της κριτικής τους το γεγονός ότι ένας έγχρωμος άνθρωπος κατάφερε, για πρώτη φορά τόσο ευρέως, να γίνει αποδεκτός από τον καλλιτεχνικό κόσμο.
Ο Jeffrey Wright μας δίνει μία πολύ καλή ερμηνεία, αποτυπώνοντας χωρίς περιττές υπερβολές τον πολύπλοκο χαρακτήρα του Jean-Michel Basquiat. Τα διάσημα ονόματα που συνωστίζονται σ’ αυτήν την ταινία είναι κάτι το εντυπωσιακό. Το πιο εντυπωσιακό είναι πως όλοι συμμετέχουν σε ρόλους αστραπή – όπως ο Willem Dafoe στο ρόλο του εργάτη της γκαλερί που εμφανίζεται για ένα μόλις λεπτό. Πέρα όμως από τις ερμηνείες αυτού του τρομερού καστ, αποτελούμενου από τόσο λαμπρά ονόματα, πιστεύω ότι το πιο μεγάλο ατού αυτής της ταινίας είναι η σκηνοθεσία του. Θα ήταν πολύ εύκολο - και φυσικά το κλειδί για να φέρει η ταινία μεγάλες εισπράξεις και να τραβήξει τα βλέμματα – να επικεντρωθεί κανείς στα ναρκωτικά, την παράνοια και στα όποια σκάνδαλα, που ενέπλεκαν διάσημα ονόματα(π.χ. Madonna) της ζωής του Basquiat. Όμως ο Julian Schnabel κατορθώνει να αναδείξει περισσότερο το έργο του και να δώσει μία φευγαλέα εικόνα της ζωής του. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα της ταινίας αποτελεί παράλληλα και το μελανό σημείο της γι’ αυτούς που δε γνωρίζουν το έργο του Jean-Michel Basquiat, καθώς μπορεί να δυσκολευτεί κανείς να εκτιμήσει και να απολαύσει την ταινία.

Παρασκήνιο:

- Ο χαρακτήρας του Gary Oldman, Albert Milo, δεν ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά το πορτραίτο του σκηνοθέτη Julian Schnabel. Ακόμα και οι πίνακες του Albert Milo στην πραγματικότητα είναι του Schnabel. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η σκηνή που ο Milo δείχνει στον Basquiat έναν πίνακα με επιρροές από το Kabuki Theatre.
- Στην ταινία, ο David Bowie φοράει τις περούκες που φορούσε στην πραγματικότητα ο Andy Warhol.
- Κοντά στο τέλος της ταινίας ο Albert Milo (Gary Oldman) δείχνει στον Basquiat (Jeffrey Wright) έναν από τους πίνακές του και του λέει ότι τον ζωγράφισε για ένα φίλο που πέθανε. Στην πάνω δεξιά γωνία εμφανίζεται με άσπρα γράμματα “JMB AUG 12”. Αυτά είναι τα αρχικά κι η ημερομηνία θανάτου του Jean-Michel Basquiat. - Ο Benicio Del Toro ήθελε τόσο πολύ να συμμετέχει στην ταινία που πρότεινε στους παραγωγούς να μην πληρωθεί.
(Συνεχίζεται)