28 Φεβ 2007

Γιώργος Θ. Δρανδάκης, Το Αφιέρωμα




Κι ω Θεέ μου
Αν είσαι καλός
φέρνω τα σημάδια της μοχθηρίας σου

*

Λέξεις, ηφαίστειες λέξεις
δροσίζουν την καρδιά σου
τη φτιαγμένη από αλάβαστρο και δροσοφωλιές.

*

Του στήθους σου την οξύτονη κραυγή
ανεπαίσθητα κουρσεύει του φωτός η χάρη
κι ο άγιος καθρεφτίζει το πρόσωπο του
στο βαθύ φως της σάρκας σου.
Ο ήλιος θα βγει για μια άλλη μέρα

και δεν έχει ούτ’ ανατολή ούτε δύση αυτός
και πάντα μεσουρανεί τα μεσημέρια.

(Αποσπάσματα "Ένα παιδί του Καρλ Μαρξ και της Κόκα-Κόλα")

Μέσα στους υάκινθους
τους μενεξέδες
τους πανσέδες
και τα μανουσάκια του μπαξέ σου
Κρίνος ολόλευκος
στην ξανθή,
χαίτη σου να ήμουν,
στις ευωδιές σου,
κάθε βράδυ
να μαραίνομαι
και ολόφρεσκος
κάθε πρωί να ξανανθίζω.

(Ο Κήπος)

Ροδαυγή και γλυκοχάραμα
το στόμα σου να φιλήσω
Εσύ
Ένα μικρό καταπράσινο φυλλαράκι
στην απέραντη, τεράστια έρημο.

(Ομόνοια)

Το μικρό εργαστήρι φωταγωγούσε θαύματα
χρώματα, νότες, λέξεις διαυγείς σκορπίζονταν
Ήλιος μαγιάτικος τελετουργούσε στη σκηνή
που ο άντρας και η γυναίκα στο βωμό
αντίκρυ κάθονταν τον ειδωλολατρικό
Εκείνη, με τη λαμπρότητα της σάρκας της
τυλιγμένη στο μεταξωτό χιτώνα της,
αυτός με τις μνήμες από τα βιβλία που διάβασε
τους τόπους που ταξίδεψε, τις γυναίκες, που φίλησε.
Το μέλλον ερχόταν καταπάνω αφρίζοντας
κύματα τεράστια το φτηνό και περιττό να καταργήσουν
και νέες μορφές και οράματα και πράξεις
και λέξεις νέες και ονόματα, παρθενικά
να χαράξουν στον ορείχαλκο
στολισμένα με όργια από αγγεία του
Χοραμσάρ και της Νισαπούρ.
Το βλέμμα της σπάθισε βαθιά στα μάτια του
σαν γεράκι που ορμά πάνω σε νιογέννητο πουλί.
- Όχι αντιμίλησε η Ιστάρ,
ένα φύλλο πυκνογραμμένο χαρτί φυλλορρόησε
στη θέση της.


(Ελοΐς)

*Ο Γιώργος Θ. Δρανδάκης πέθανε τις πρώτες μέρες του Γενάρη του 2007, σε ηλικία 62 ετών, συγκλονίζοντας της αθηναϊκή ποιητική κοινότητα.
Γνήσιο τέκνο της γενιάς του '80(που ιδιαίτερα αγαπάμε), ο Γιώργος Δρανδάκης ήταν ένας ιδιαίτερος άνθρωπος, ένας ποιητής κατ' ουσίαν χωρίς φανφάρες και λοιπά υμνολόγια. Άλλωστε οι πρώτες συλλογές του ήταν ιδιωτικές, στην περίπτωσή του σήμαινε έξω από τα εκδοτικά δρώμενα. Ένα ωραίο ψυχογράφημα του ποιητή, σκιαγραφεί ο φίλος του -επίσης γνωστός ποιητής- Σωτήρης Παστάκας, στο προσωπικό site του(http://www.poiein.gr/archives/670/index.html). Συνολικά εξέδωσε τις εξής συλλογές :
1. Μαθήματα (1977)
2. Ποιήματα (1981)
3. Ένα Παιδί του Καρλ Μαρξ και της Κόκα-Κόλα (1987)
4. Άριελ (1994)
5. Ελοΐς (1996)
6. Ο Πόθος Φουσκώνει το Πανί (2001)
7. Στη Χώρα Των Λιλιπούτειων (2002)
Ο Γιώργος Δρανδάκης γεννήθηκε στο Περιστέρι -όπου και πέθανε- τον Γενάρη του 1945. Σε ηλικία μόλις 18 χρόνων έπιασε δουλειά σε ελληνική τράπεζα, ένα χρόνο μόλις μετά, αποφάσισε να σπουδάσει. Μέχρι το 1972 είχε σπουδάσει Νομική(χωρίς να ολοκληρώσει), Ψυχολογία και Αγγλική Φιλολογία. Η τελευταία επιστήμη τον κέρδισε βιοποριστικά τελικά. Μάλιστα συμμετείχε και στα φοιτητικά γεγονότα για την πτώση της Χούντας στα 1974. Από τα μέσα του 1971 γυρίζει την Ελλάδα διδάσκοντας Αγγλικά. Τον κερδίζει τελικά η Λαμία, μέρος που εγκαθίσταται για καιρό, συνδικαλιζόμενος παράλληλα στο κόμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Σημαντικό κεφάλαιο επίσης στη ζωή του, ήταν οι γυναίκες. Παντρεύτηκε δύο φορές, αρχικά το 1974(χωρίζοντας το 1978) και αργότερα μια γερμανίδα το 1980(χωρίζοντας το 1991). Όσον αφορά την επαγγελματική του πορεία, τον κέρδισαν η διδασκαλία και η ποίηση. Πραγματοποίησε πολλές επαγγελματικές συνεργασίας τόσο με το Υπουργείο Παιδείας όσο και με ιδιωτικούς φορείς στον χώρο της αγγλικής γλώσσας, έλαβε υποτροφίες, παρακολούθησε μαθήματα, συμμετείχε σε συνέδρια. Παράλληλα οργάνωνε ποιητικές βραδιές και συναντήσεις, συνεργαζόμενος και με αυτοδιοικητικούς φορείς. Εργάστηκε επίσης στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση.
Στην λογοτεχνία εμφανίστηκε με τις επτά συλλογές που αναφέραμε παραπάνω. Μάλιστα το "Άριελ" συμμετείχε στην Ποιητική Ανθολογία του Ρένου Αποστολίδη στα 1999. Έχει γράψει ποιήματα, κείμενα και μελέτες σε εφημερίδες(Ελευθεροτυπία), περιοδικά(Πλανόδιον, Αλεβεβάν, Σχεδία, Ελιτροχός, Περίπλους κ.ά), τελευταία και σε έντυπα του διαδικτύου(Διαπολιστισμός, Λέξημα). Τα τελευταία χρόνια είχε αναμειχθεί με τον πολυχώρο τεχνών "Ash In Art", όπου οργάνωνε ποιητικές βραδιές, ενώ ήταν και διευθυντής σύνταξης του λογοτεχνικού περιοδικού "Αψέντι", μαζί με τον Σωτήρη Παστάκα. Είχε και μια λιτή προσωπική ιστοσελίδα(http://www.erational.gr/drandakis/).
Καλό κατευόδιο Γιώργο..." Ν.Ι.Π.

"Όλα Αυτά Που Δε Θα Δω" - Διάφανα Κρίνα (1998)


Κάποιος έτρεχε στο πλήθος
κάποιος άλλος όχι εγώ
εγώ τάϊζα τους λύκους
και κοιμόμουν στο βουνό

Κάποιος μου 'κλεψε τα χρόνια
και μου πήρε τη ψυχή
εγώ άκουγα τ' αηδόνια
κι έπινα γλυκό κρασί.

Κάποιος ζούσε τη ζωή μου
μες το σπίτι μου είχε μπει
τον κοιτούσα απ' το φεγγίτη
που 'στρωνε να κοιμηθεί.

Κάποιος έκλεγε με τύψεις
για όσα πρόδωσα εγώ
για όλα αυτά που 'χα αγαπήσει
για όλα αυτά που δε θα δω

Κάποιος φεύγει μ' ένα πλοίο
κάποιος που δεν είμαι 'γω
στη προβλήτα μες το κρύο
λυπημένα τον κοιτώ.

*Στίχοι από τον Παντελή Ροδοστόγλου ατα 1998. Απλά εκπληκτικό..

26 Φεβ 2007

"Το Κέρασμα του Απογεύματος" - Γιάννης Τζώρτζης (1993)


Ας μπορούσα απόψε να σηκώσω τα μάτια μου στην ομορφιά. Θυμάμαι κάποτε ακούμπησα το πόδι σου στον πυρετό του απογεύματος, ήταν ζεστό και σκέφτηκα για μια στιγμή πόσο παρήγορη μπορεί η ανάσα της ζωής να είναι. Ορμούσα πάνω σου κι εσύ γατζωμένη στα γόνατά μου, έλεγες : Κανείς μαε δεν μπορεί να υπάρξει καταργώντας τον άλλο. Όμως ο ήλιος έκαιγε αργά τα μάτια σου και γύριζες μονάχη σου στην προσευχή της άμμου. Ήξερα τότε ότι ο έρωτάς μας έστρωνε χαλί στον θάνατο, σε κοίταζα κι έλεγα μέσα μου : Δεν μπορείς να πας πιο πέρα, μην πας πιο πέρα από τον ουρανό, απ' τ' άπιαστο απόγευμα, που πας να φύγεις... Χρόνια αργότερα, δεν υπάρχει αγάπη, οι φωνές δεν έχουν φως στον ουρανό, δεν έχουν πια διάρκεια στην τρυφερή αναισθησία. Δεν ξέρω τι κάνεις, που βρίσκεσαι, είμαι τόσο μόνος που δεν μπορώ να θυμηθώ πως είναι να μην είσαι μόνος.

Χτυπώ το καμπανάκι μου - η δίψα μου δεν έχει μέλλον.

(Ας μπορούσα απόψε)

Είπα ως την αγάπη να κατέβω ένα απόγευμα - μη με ρωτάς που πήγα.

Όλο το βράδυ γέμιζα το δωμάτιο με το κορμί της - το πρωί δεν είχε ώρα ν' αναπνεύσω.

*Κατά την γνώμη μου, ο Γιάννης Τζώρτζης είναι από τους πιο ερωτικούς ποιητές της γενιάς τους '80, της γενιάς του ιδιωτικού οράματος όπως έχει χαρακτηριστεί -έχουμε παρουσιάσει δουλειές άλλων πέντε ποιητών της γενιάς του '80 παλιότερα : Κατερίνα Γώγου("Τρια Κλικ Αριστερά"), Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης("Σκοτεινά Τοπία", "Η Φυλή των Happy Few"), Διονύσης Καψάλης("Μέρες Αργίας"), Βασίλης Λαλιώτης("Η Ζωφόρος"), Γιώργος Μπλάνας("Νύχτα")-. Λίγα τα βιογραφικά και λογοτεχνικά στοιχεία που έχω διαβάσει και ακούσει για αυτόν(πρώτη φορά είχα ακούσει ποιήματά του από τον Μπαμπασάκη σε κάποια μουσικοποιητική βραδιά παλιότερα). Γεννημένος στα 1959, εμφανίζεται στις αρχές της δεκαετίας του '80 στα ελληνικά γράμματα, κάνοντας μεταφράσεις αλλά και τη βιογραφία του Μπομπ Ντύλαν για τις Εκδόσεις Βασδέκης("Bob Dylan Οχημα 1"), χωρίς να ακολουθήσει συνέχεια όμως. Έχει παρουσιάσει και την βιογραφία των κινηματογραφικών αδελφών Μαρξ για λογαριασμό των Εκδόσεων Ερατώ("Η Ιστορία των αδελφών Μαρξ"). Το απόλυτα ερωτικό "Το Κέρασμα του Απογεύματος" πιστεύω πως είναι η τρίτη και τελευταία μέχρι σήμερα ποιητική συλλογή του, αφού από τα 1993 και μετά δεν έχω διαβάσει κάτι από τον ίδιο. Οι δύο πρώτες βγήκαν από τις Εκδόσεις Ερατώ, στα 1985 τα "18 Ποιήματα" και στα 1990 ο "Ύπνος του Κυνηγού". Κατά διαστήματα τη δεκαετία του '80 εξέδιδε το λογοτεχνικό περιοδικό "Ζάλη".
Tο "Κέρασμα του Απογεύματος"(Eκδόσεις Ίκαρος) είναι μια απόλυτη ερωτική συλλογή. Θα γινόμουν ιερόσυλος αν την παρομοίαζα με το "Μονόγραμμα" του μεγάλου Οδυσσέα Ελύτη. Διαβάζοντας όμως κάποιος τα 24 πεζά ποιήματα του Τζώρτζη, τα οποία ξεχειλίζουν από τη μοναξιά του έρωτα, του απόλυτου έρωτα, τότε έχει να κερδίσει πολλά μα πολλά συναισθήματα..
Πληροφορίες για τον Γιάννη Τζώρτζη ευπρόσδεκτες.* Ν.Ι.Π.

23 Φεβ 2007

(...) - N.I.Π. Λ'


Εκτός προγράμματος
κι απόψε τριγυρνώ
σε άδειους δρόμους
και μέρη στοιχειωμένα
Μοναξιά, θλίψη, απόγνωση
μάτια κλαμμένα
κι εξιστόρηση
γεγονότων σοβαρών
στου ύφους
μιαν αγόρευση επιτηδευμένη
Πλήττω τη κάθε μου στιγμή
γιατί αγάπησα - χωρίς
να ξέρεις τι;
το τέλος κι η αρχή
της καρδιάς μου η κόγχη
σκίζει το κορμί
μου;
σου;
ποιος ξέρει;
Αν είναι κάτι θα συμβεί
στης νεκρής πόλης
το πανί της λογικής

Μοναξιά είναι
να ζεις μακριά
από αυτούς που αγαπάς
22.02

22 Φεβ 2007

"Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος Απ' Την Κόλαση, Ποίηση 1960-1980" - Charles Bukowski (1986 - Ελληνική Συλλογή Ποιημάτων)




Δεν έχεις παρά να γαμήσεις ένα σεβαστό αριθμό γυναικών,
ωραίων γυναικών
και να γράψεις κάμποσα, υποφερτά, ερωτικά ποιήματα.

Μη σε νοιάζει για την ηλικία σου
και για τα νιόβγαλτα ταλέντα.

Πίνε, απλώς, περισσότερη μπύρα,
μπύρα, πολύ μπύρα

και πήγαινε στον ιππόδρομο τουλάχιστον
μια φορά τη βδομάδα

και παίρνε τα
αν μπορείς.

Είναι δύσκολο να μάθεις να τα παίρνεις:
όλοι οι άσχετοι είναι υποψήφιοι χασούρες.

Και μην ξεχνάς τον Μπραμς σου
και τον Μπαχ σου
και την μπύρα σου.

Μη πολυκουράζεσαι.

Να κοιμάσαι μέχρι αργά το απόγευμα.

Απόφευγε τις πιστωτικές κάρτες.
Τέλος πάντων, πλήρωνε
τοις μετρητοίς.

Να θυμάσαι πως δεν υπάρχει μαλακία
σ' αυτόν τον κόσμο που να κάνει πάνω από 50 δολλάρια
(το 1977)

Αν έχεις τη δυνατότητα ν' αγαπήσεις,
αγάπησε πρώτα τον εαυτό σου,
μα έχε πάντα υπ' όψη σου την πιθανότητα
μιας ολοκληρωτικής αποτυχίας
-είτε δίκαιη είναι, είτε άδικη
η αιτία της-
μια πρόωρη εμπειρία θανάτου δεν είναι
απαραίτητα κακή,

Μείνε μακριά από εκκλησίες και μπαρ και μουσεία
και να καιροφυλαχτείς
σαν αράχνη -
ο χρόνος είναι ο σταυρός του καθενός,
συμπεριλαμβανομένων:
της αποπομπής,
της αποτυχίας,
της προδοσίας,

όλης της σχετικής σαβούρας.

Κρατήσου με μπύρα.
Η μπύρα τρέφει με αδιάκοπα το αίμα,

η μπύρα είναι σύντροφος πιστός.

Πάρε μια μεγάλη γραφομηχανή
και καθώς τα βήματα έρχονται και φεύγουν
κάτω απ' το παράθυρό σου,

πάλαιψέ την άγρια, δωσ' της να καταλάβει.
Βάρα στο ψαχνό.

Και να θυμάσαι τις παλιοκαραβάνες
που το πάλαιψαν γερά:
τον Χέμινγουεϊ, τον Σελίν, τον Ντοστογιέφσκυ, τον Χάμσουν.

Αν νομίζεις πως αυτοί
δεν τρελάθηκαν
σε μικρά δωματιάκια,
όπως τώρα εσύ,

δίχως γυναίκα.
δίχως φαΐ,
δίχως ελπίδα,

δεν είσαι ώριμος ακόμη.

Πιες περισσότερη μπύρα,
υπάρχει καιρός.
Κι αν δεν υπάρχει,
καλά είναι
κι έτσι.

(Πως να γίνεις μεγάλος Συγγραφέας)

*Από τις πλέον πολυδιαβασμένες ελληνικές επιλογές ποιημάτων του σπουδαιου αμερικανού συγγραφέα Τσαρλς Μπουκόφσκι, η οποία εκδόθηκε στα 1986, όταν ήταν εν ζωή ακόμα ο Μπουκόφσκι, από τις Εκδόσεις Απόπειρα και τον έλληνα ποιητή-μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα. Τον τίτλο τον δανείστηκε από την ομώνυμη ποιητική συλλογή του Μπουκόφσκι "Love is a dog from Hell, Poems 1974-1977"(1977), χωρίζεται σε τρεις θεματικές, και περιέχει συνολικά 41 ποιήματα, από τα καλύτερα του αμερικανού συγγραφέα. Επίσης περιέχει ένα σύντομο εισαγωγικό του μεταφραστή και μια μίνι βιογραφία του Μπουκόφσκι. Τα ποιήματα πάρθηκαν από τις ποιητικές συλλογές : "Flower, Fist and Bestial Wail"(1960), "Poems and Drawings"(1962), "Longshot Poems for Broke Players"(1962), "The Days run away like Wild horses over the Hill"(1969), "Me And your Sometimes Love Poems"(1972), "Love is a Dog From Hell"(1977),"Hot Water Music"(1983), "There's no Business"(1984), "War All the Times:Poems 1981-1984"(1984).

Bιογραφικό του Μπουκόφσκι διαβάστε εδώ :

21 Φεβ 2007

"Θυμάμαι.." - Θάνος Ανεστόπουλος


θυμάμαι θλίψη πλάι σου που έσταζες...
σε ουρανό καθάριο άψογος σαν έμοιαζε...
θυμάμαι σύννεφα υγρά που τρέχανε...
και πολιτείες που είχανε γκρεμούς και πέφτανε...

θυμάμαι αγουρα κορίτσια τρέμανε...
σε αγκαλιές που μονο δόλο κρύβανε...
θυμάμαι νότες βγαίναν απ το τίποτα...
σαν σιγαλιές από νυχτιές σε αστρα ανύποπτα...

θυμάμαι ανθρώπους που τον χρόνο αλέθανε...
φτιάχνανε ποιήματα...
για άδεια μνήματα...
θυμάμαι νυχτερίδες που γεννούσανε...
αγριά στον θαλασσών τα κύματα...

θυμάμαι άνεμο ιερό που γλένταγε..
σε ουρανό αμόλυντο καθάριο κούρνιαζε...
θυμάμαι στα δυο ματια της πως έβρεχε...
και στα δυο χερια της η μέρα ανέτελλε...

θυμάμαι τα παιδιά που ανάσαιναν ποιήματα...
και πέφταν σαν πουλια σε ηλεκτροφόρα σύρματα...
θυμάμαι μαύρα ρούχα έκρυβαν την σάρκα τους...
μα...κρίνo διάφανο λευκό ήταν το γέλιο τους...

θυμάμαι μου παν θα έρθει ένα πλοίο απ το διάστημα...
που θα μας πάρει μακριά από όλα τα άσχημα...
θυμάμαι ένα φίλος που φύγε νωρίς μας όρκισε...
στα πιο μεγάλα μακρινά αστρα να φτάσουμε...
στα πιο μεγάλα μακρινά αστρα να φτάσουμε...

*Από το unplugged του Θάνου Ανεστόπουλου στον Μύλο της Θεσσαλονίκης(14/2).. Νέοι στίχοι, νέες μελωδίες..

20 Φεβ 2007

"Το Χρώμα Της Λαλιάς (Ποιήματα 1934-1953)" - Dylan Thomas (2003 - Ελληνική Συλλογή Ποιημάτων)




Η ορμή που μέσα απο τον ανθηρό δίαυλο
πορεύει το λουλούδι
Και τ’ ανθηρά μου χρόνια πορεύειֹ
Αφανίζει των δέντρων τις ρίζες
Είναι ο χαλαστής μου.
Και φωνή δεν έχω να πω στο τσακισμένο ρόδο
Πως απ’ τον ίδιο τσάκισε η νιότη μου χειμέριο πυρετό.

Η ορμή που πορεύει το νερό μεσ’ απ’ τους βράχους
Και το κόκκινό μου αίμα πορεύειֹ
ξεράινει τις βουνοπηγές,
Κερώνει και το δικό μου.
Και δεν έχω φωνή να κραυγάσω, ως με τις φλέβες μου
Πως τη βουνοπηγή το ίδιο στόμα τη βυζαίνει.

Το χέρι που αναδεύει στη λιμνούλα το νερό,
Ταράζει και τη σύρτηֹ
κατευθύνει το φύσημα του ανέμου,
Τη σαβανοφόρα μου πλεύση οδηγεί.
Και δεν έχω φωνή για να πω στον κρεμασμένο
Πως απ’ τη γη μου πλάθεται ο πηλός του κρεμαστή.

Τα χείλη του χρόνου κολλούν σαν βδέλες στην πηγήֹ
Η αγάπη στάζει και μαζεύει, μα το χυμένο αίμα
Θα γαληνέψει τις πληγές της.
Και φωνή δεν έχω να πω σ’ έναν άνεμο πρόσκαιρο
Πώς ο χρόνος με ουρανό τύλιξε τ’ αστέρια.

Και φωνή δεν έχω να πω στον τάφο του εραστή
Πως στο σεντόνι μου πορεύεται
Το ίδιο κουλουριασμένο σκουλήκι.

(The Force That Through The Green Fuse Drives The Flower, 18 Poems, 1934)
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Γυμνοί οι νεκροί θα γίνουν ένα
Με τον άνθρωπο του ανέμου και του δυτικού φεγγαριού
Όταν ασπρίσουν τα κόκκαλά τους και τριφτούν τ' άσπρα κόκκαλα
θάχουν αστέρια στον αγκώνα και στο πόδι
Αν τρελλάθηκαν η γνώση τους θα ξαναρθεί,Α
ν βούλιαξαν στο πέλαγος θ' αναδυθούν
Αν χάθηκαν οι εραστές δεν θα χαθεί η αγάπη
Κι ο θάνατος δεν θαχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Όσους βαθειά σκεπάζουν οι στροφάδες των νερών
Δεν θ' αφανίσει ανεμοστρόβιλος
Κι αν στρίβει ο τροχαλίας κι οι κλειδώσεις ξεφτίζουν
Στον τροχό αν τους παιδεύουν δεν θα τους συντρίψουν
Στα σπασμένα τα χέρια τους θαναι η πίστη διπλή
Κι οι μονόκεροι δαίμονες ας τρυπούν το κορμί
Χίλια κομμάτια θρύψαλα κι αράγιστοι θα μείνουν
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία.
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
Ας μη φωνάζουν πια στο αυτί τους γλάροι
Ας μην σπάζει μ' ορμή στο γιαλό τους το κύμα
Εκεί που εν' άνθι φούντωνε δεν έχει τώρα ανθό
Να υψώσει την κορφή του στης βροχής το φούντωμα
Τρελλοί, μπορεί, και ξόδια, ψόφια καρφιά, μα ιδές
Φύτρα των σημαδιών τους, να, σφυριές οι μαργαρίτες
Ορμούν στον ήλιο ωσότου ο ήλιος να καταλυθεί,
Κι ο θάνατος δεν θάχει πια εξουσία
(And Death Shall Have No Dominion, 25 Poems, 1936)

*Η πληρέστερη -ίσως- μέχρι σήμερα συλλογή ποιημάτων του μεγάλου ουαλού ποιητή Ντύλαν Τόμας. Ενός ανθρώπου που αγαπήθηκε και λατρεύτηκε όσο τίποτε άλλο από την αμερικάνικη και βρετανική λογοτεχνική κοινότητα την εικοσαετία από το 1930 και έπειτα. Σε μετάφραση του έλληνα ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα, από τις Εκδόσεις Ερατώ το 2003, ουσιαστικά η συλλογή στηρίχτηκε στο βιβλίο "Collected Poems, 1934-53", που εκδόθηκε αρχικά το 1988 και ύστερα το 2000. Όμως ο μεταφραστής έλαβε υπόψη τους ένα σύνολο βιβλιογραφίας, που περιλαμβάνει σχεδόν όλα τα βιβλία που έχουν εκδοθεί για τον Τόμας είτε ποίησης είτε πεζογραφίας, καθώς επίσης ραδιοφωνικές εκπομπές, κινηματογραφικές ταινίες, την σπουδαία αλληλογραφία του και συλλογές κειμένων για τον σπουδαίο ποιητή. Το τελικό αποτέλεσμα, το βιβλίο "Το Χρώμα της Λαλιάς", περιλαμβάνει ένα αξιολογότατο εισαγωγικό σημείωμα του μεταφραστή με τίτλο "Διαβάζοντας το ποιήμα του Ντύλαν Τόμας", μια πολύ καλή επιλογή ποιημάτων από όλες τις ποιητικές συλλογές του ποιητή, τα κείμενα του ίδιου του Τόμας για την ποιητική τέχνη, κριτικές των ποιημάτων του από σύγχρονούς του καθώς και ένα πλούσιο Χρονολόγιο της ζωής του.
Αγαπήστε με Ντύλαν Τόμας λοιπόν...


Βιογραφία Ντύλαν Τόμας

Ο Ντύλαν Μάρλες Τόμας γεννήθηκε στα 1914 στη πόλη Σουόνσι της Δυτικής Ουαλίας. Ο πατέρας του ήταν καθηγητής της αγγλικής και η μητέρα του νοικοκυρά, με τον Τόμας να μεγαλώνει ευχάριστα, γεμάτος αγάπη, τρυφερότητα, ελευθερία και διασκέδαση. Όντας ακόμη στο γυμνάσιο, ο Τόμας δημοσιεύει τους πρώτους στίχους του στο περιοδικό του σχολείου, στο οποίο αργότερα γίνεται εκδότης. Σε ηλικιά 16 ετών ξεκινά να γράφει τα περίφημα σημειωματάριά του, τα οποία θα αποτελέσουν πηγή έμπνευσης της μετέπειτας ποιητικής πορείας του. Μάλιστα δημοσιεύονται μετά θάνατον, με το τίτλο "The Notebook Poems" και συγκεκριμένα στα 1989.

Στα 1931 παρατά το σχολείο και στα τέλη του 1932 προσλαμβάνεται ως ανταποκριτής της εφημερίδας "South Wales Daily Post", ζώντας παράλληλα μια ολοκληρωτικά μποέμικη ζωή. Για πρώτη φορά δημοσιεύεται ποιήμα τους σε περιοδικό, και συγκεκριμένα στο λονδρέζικο "New English Weekly" στα 1933, και δεν είναι άλλο από το "And Death Shall Have No Dominion(Κι Ο Θάνατος Δεν Θα 'Χει Εξουσία)". Στα 1934 κερδίζει το β' βραβείο του περιοδικού "Poet's Corner" και την ίδια χρονιά εκδίδει τη πρώτη ποιητική συλλογή του, το "18 Poems", σε ηλικία μόλις 20 χρονών και γίνεται αμέσως γνωστός. Δυο χρόνια αργότερα, κι όντας εγκατεστειμένος στο Λονδίνο, εκδίδει τη δεύτερη ποιητική συλλογή του, το "25 Poems".

Ένα χρόνο αργότερα παντρεύεται την Kάθλιν Μακνάμαρα, με την οποία αποκτά στη συνέχεια τρία παιδιά. Η σχέση τους θα θεωρηθεί από τις πιο άγριες και οξυδερκείς. Στα 1938 εγκαθίσταται στη παραλιακή πόλη Λόκερν, ενώ ένα χρόνο αργότερα με τη γέννηση του πρώτου του γιου, εκδίδει και τη συλλογή ποιημάτων και διηγημάτων "The Map of Love. Την ίδια χρονιά στις Η.Π.Α. γίνεται γνωστός όταν εκδίδεται μια επιλογή ποιημάτων και διηγημάτων του με τίτλο "The World I Breath". Στα 1940 επανέρχεται στο Λονδινο, ξεκινά η συνεργασία του με το ραδιόφωνο του B.B.C. και εκδίσει τη συλλογή διηγημάτων του "Portrait Of The Artist As A Young Dog".

Στα 1941 συνεργάζεται με τη κινηματογραφική εταιρεία "Strand Film Co.", για την οποία γράφει σενάρια, ενώ στα επόμενα δύο χρόνια που θα πηγαινοέρχεται Λονδίνο-Ουαλία, θα γράψει και θα σκηνοθετήσει(με τη βοήθεια του Άλαν Όσμπιστον) τη ταινία μικρού μήκους "These Are The Men"(1943). Tην ίδια χρονιά εκδίδεται στις Η.Π.Α. το δεύτερο βιβλίο του, ο τόμος "New Poems", γεννιέται η κόρη του και μονιμοποιεί τη συνεργασία του με το B.B.C.. Στα 1945 κερδίζει το βραβείο Levinson του περιοδικού "Poetry Magazine". Ένα χρόνο αργότερα εκδίδεται η τέταρτη ποιητική συλλογή του, το "Death And Entrances", ενώ στις Η.Π.Α. εκδίδεται ο τόμος "Selected Writings".

Στα επόμενα χρόνια μέχρι τον θάνατό του αναλώνεται σε ταξίδια, άσωτη ζωή και διάφορα σχέδια. Το 1947 πηγαίνει στην Ιταλία, το 1948 γράφει σενάριο για την εταιρεία "Gains Borough"(γίνονται οι ταινίες "No Room At The Inn" και "The Three Weird Sisters" αμφότερες του Ντάνιελ Μπερτ), το 1949 πηγαίνει στην Πράγα, γεννιέται ο δεύτερος γιος του και εγκαθίσταται μόνιμα στο Λόκερν. Στα 1950 πραγματοποιεί τη πρώτη περιοδεία του στις Η.Π.Α., οι εκεί λογοτεχνικοί κύκλοι ολοκληρωτικά μαγεύονται ενώ εκδίδεται ένας ακόμη τόμος επιλογών, το "26 Poems". Στα 1951 ταξιδεύει στη Περσία με σκοπό να γράψει διαφημιστικό σενάριο για την "Anglo-Iranian Oil Co.

Στα 1952, πραγματοποιεί τη δεύτερη περιοδεία του στις Η.Π.Α., εκεί ηχογραφεί ποιήματά του για την "Caedmon Records", δίνει διαλέξεις, απαγγέλει ποιήματα του, γίνεται μύθος και εκδίδεται η πέμπτη ποιητική συλλογή του "In Country Sleep" καθώς και ο τόμος "Collected Poemsm, 1934-1952". O πατέρας του πεθαίνει από καρκίνο. Τέλος, στα 1953, επισκέπτεται για τρίτη και τελευταία φορά τις Η.Π.Α., καθώς βρίσκει τραγικό θάνατο στη Νέα Υόρκη από υπερκατανάλωση αλκοόλ σε ηλικία μόλις 39 χρόνων. Είχε προλάβει να εκδώσει εκείνη τη χρονιά το θεατρικό "Under Milk Wood", το κινηματογραφικό σενάριο "The Doctor And The Devils, τον τόμο "Collected Poems, 1934-1953".

Μετά θάνατον εκδόθηκαν : συλλογή κειμένων από το ραδιόφωνο "Quite Early One Morning"(1954), ημιτελές αυτοβιογραφικό αφήγημα "Adventures In The Scin Trade"(1955), συλλογή διηγημάτων "A Prospect Of The Sea"(1955), αφήγημα "A Childs Christmas In Wales"(1955), oι ποιητικές επιστολές του Τόμας στον φίλο του ποιητή Βέρνον Γουότκινς(1957), το κινηματογραφικό σενάριο "The Beach Of Falesa"(1964), συλλογή σεναρίων στα 1944 "Twenty Years A-Growing"(1964), τόμος πεζογραφημάτων "Early Prose Writings"(1971), νεανικά σημειωματάρια "The Notebook Poems"(1989).* Ν.Ι.Π.

15 Φεβ 2007

"South Of No North" - Charles Bukowski (1973)


(...)
"Τι κάνεις;", με ρώτησε κάποιος.
"Γαμάω και πίνω".
"Όχι, όχι, ήθελα να πω με τι ασχολείσαι;"
"Λατζέρης".
"Λατζέρης;"
"Μα' στα".
"Έχεις κανένα χόμπι;"
"Δεν ξέρω αν το λένε χόμπι αυτό. Γράφω."
"Γράφεις;"
"Ναι".
"Τι;"
"Διηγήματα. Και είναι και πολύ καλά".
"Έχεις εκδώσει τίποτα;"
"Όχι".
"Γιατί;"
"Δεν ενέδωσα".
"Που είναι τα διηγήματά σου;"
"Κει πέρα", του 'δειξα μια ξεσκισμένη χαρτονιένα βαλίτσα.
"Άκου, είμαι κριτικός στους Τάιμς της Νέας Υόρκης. Σε πειράζει να πάρω σπίτι τα διηγηματά σου να τα διαβάσω; Θα σου τα επιστρέψω".
"Δε με πειράζει, ρε φίλε, μόνο που δεν ξέρω που θα βρίσκομαι".
Η αριστοκρατική και κοσμική γκόμενα με πλησίασε. "Θα είναι μαζί μου". Ύστερα γύρισε σε μένα. "Άντε Χέντρυ, βάλε τα καλά σου. Έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας και έχουμε πολλά να ... πούμε".
Ντύθηκα και στο μεταξύ ο Έρνι είχε συνέλθει.
"Τι στο διάβολο έγινε;", ρώτησε.
"Βρήκατε τον άνθρωπό σας, κύριε Χέμινγουέη", του είπε κάποιος.
Αποτελείωσα το ντύσιμό μου και πλησιάσα στο πάγκο του.
"Καλός είσαι, Μπαμπάκα. Κανείς δε τους νικάει όλους". Του έδωσα το χέρι μου. "Μην τινάξεις τα μυαλά σου".
Έφυγα με την αριστοκρατική γκόμενα και μπήκαμε στο ανοιχτό κίτρινο αμάξι της, που 'πιανε μισό τετράγωνο. Ξεκίνησε πατώντας το γκάζι ως το τέρμα κι έπαιρνε κάτι απότομες στροφές εντελώς ανέκφραστη. Πολύ στυλ. Έτσι κι έκανε έρωτα όπως οδηγούσε, θα γινόταν μεγάλο νταβαντούρι απόψε.


(...)

[Στυλ]

*Το "South Of No North", ελληνιστί "Ιστορίες Μια Θαμμένης Ζωής", είναι από τα γνωστότερα και πολυδιαβασμένα βιβλία του σπουδαίου αμερικανού συγγραφέα Τσαρλς Μπουκόφσκι. Για χρόνια παρέμενε εξαντλημένο στην Ελλάδα, ώσπου οι Εκδόσεις Οδυσσέας, που το είχαν πρωτοτυπώσει το 1982, το επανακυκλοφόρησαν. 27 ιστορίες γεμάτες αλκοόλ, γαμήσια, έρωτες, τυχοδιωκτισμούς και όλες τις γνωστές.. και μη εξαιρετέες αγαπημένες ασχολίες του Μπουκόφσκι, το οποίο πρωτοδημοσιεύτηκε στις Η.Π.Α. στα 1973.

Τη βιογραφία του Τσαρλς Μπουκόφσκι διαβάστε τη εδώ :

http://vakxikon.blogspot.com/2006/12/charles-bukowski-1987.html

14 Φεβ 2007

"Guevara" - Νίκος Καββαδίας (Ποιητική Συλλογή "Τραβερσό" - 1975)



Στο Θανάση Καραβία

Ήτανε ντάλα μεσημέρι κι έδειξε μεσάνυχτα.
Έλεγε η μάνα του παιδιού : "Καμάρι μου, κοιμήσου".
Όμως τα μάτια μείνανε του καθενός ορθάνοιχτα
τότε που η ώρα ζύγιαζε με ατσάλι το κορμί σου.

Λεφούσι ο άσπρος μέρμηγκας, σύννεφο η μαύρη ακρίδα.
Όμοια με τις Μανιάτισσες μοιρολογούν οι Σχόλες.
Λάκισε ο φίλος, ο αδερφός. Πού μ' είδες και πού σ' είδα;
Φυλάει το αλώνι ο Σφακιανός κι ο Αρίδα την κορίδα.

Ποιος το 'λεγε, ποιος το 'λπιζε και ποιος να το βαστάξει.
Αλάργα φεύγουν τα πουλιά και χάσαν τη λαλιά τους.
Θερίζουν του προσώπου σου το εβένινο μετάξι
νεράιδες και το υφαίνουνε να δέσουν τα μαλλιά τους.

Πάνθηρας ακουρμάζεται, θωράει και κοντοστέκει.
Γλείφει τα ρόδα απ' τις πληγές, μεθάει και δυναμώνει.
Ξέρασε η γη τα σπλάχνα της και πήδησαν δαιμόνοι.
Σφυρί βαρεί με δύναμη, μένει βουβό το αμόνι.

Πυγολαμπίδες παίζουνε στα μάτια τ' ανοιχτά.
Στ' όμορφο στόμα σου κοιμήθηκε ένας γρύλος.
Πέφτει απ' τα χείλη σου, που ακόμα είναι ζεστά,
ένα σβησμένο cigarillos.

T' όνειρο πάει με τον καπνό στον ουρανό,
έσμιξε πια με το καράβι του συννέφου.
Το φως γεννιέται από παντού μα είναι αχαμνό
και τα σκοτάδια το ξεγνέθουν και σου γνέφουν.

Χοσέ Μαρτί (Κόνδορας πάει και χαμηλώνει,
περηφανεύεται, ζυγιάζεται, θυμάται.
Με τα φτερά του θα σκοτείνιαζ΄ ένα αλώνι).
απόψε οι δυο συντροφιαστοί θα πιείτε μάτε.

Φτάνει ο Μπολίβαρ καβαλώντας το σαϊτάρι.
Παραμονεύει ορθή κουλέμπρα γκαστρωμένη.
Βότανα τρίβει η Περουβάνα σε μορτάρι
και μασουλάει φαρμακωμένο μανιτάρι.

Του Λόρκα η κόκκινη φοράδα χλιμιντράει,
μ' αυτός μπλεγμένος στα μετάξινα δεσμά του.
Μακρύ κιβούρι με τον πέτρινο κασμά του
σενιάρει ο φίλος και στο μπόι σου το μετράει.

Γέροντας ναύτης με τα μούτρα πισσωμένα
βάρκα φορτώνει με την πιο φτηνή πραμάτεια.
Έχει τα χέρια από καιρό ψηλά κομμένα
Κι ήθελε τόσο να σου σφάλαγε τα μάτια.
*Ένα εκπληκτικό ποιήμα του αείμνηστου, σπουδαίου έλληνα ποιητή και ναυτικού Νίκου Καββαδία. Αποφάσισα να το δημοσιεύσω έχοντας το ακούσει πρώτα τυχαία, μελωποιημένο από τον Βασίλη Λέκκα. Την ίδια περίοδο πέφτει στα χέρια μου και η μπροσούρα που κυκλοφόρησε τη 1η Απρίλη του 1972 στην Έφεσσο.
Βιογραφία Νίκου Καββαδία
(από την ελληνική βίκιπαιδεία)
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 στο Νίκολσκι Ουσουρίσκι, μια επαρχιακή πόλη της περιοχής του Χαρμπίν στη Μαντζουρία, από γονείς Κεφαλλονίτες, το Χαρίλαο Καββαδία και τη Δωροθέα Αγγελάτου της γνωστής οικογένειας εφοπλιστών της Κεφαλλονιάς. Σ’ αυτή τη μικρή κινεζική πόλη, γεννιούνται και άλλα δυο παιδιά: η Τζένια κι ο Μίκας. Ο πατέρας Χαρίλαος Καββαδίας διατηρούσε γραφείο γενικού εμπορίου διακινώντας μεγάλες ποσότητες εμπορευμάτων.
Το
1914, με την έκρηξη του Πολέμου, η οικογένεια έρχεται στην Ελλάδα κι εγκαθίσταται στο Αργοστόλι, ενώ ο πατέρας επιστρέφει στις επιχειρήσεις του στη Ρωσία, όπου καταστρέφεται οικονομικά. Το 1917, κατά τη διάρκεια της Οκτωβριανής Επανάστασης, φυλακίζεται. Γυρίζει και πάλι στην Ελλάδα το 1921, τσακισμένος κι απροσάρμοστος στην ελληνική πραγματικότητα.
Μετά το Αργοστόλι, η οικογένεια εγκαθίσταται στον
Πειραιά. Ο Καββαδίας πηγαίνει στο Δημοτικό κι είναι συμμαθητής με το Γιάννη Τσαρούχη. Διαβάζει Ιούλιο Βερν και διάφορα βιβλία περιπέτειας. Στο Γυμνάσιο γνωρίζεται με το συγγραφέα και ιατρό του Πολεμικού Ναυτικού Παύλο Νιρβάνα. Δεκαοκτώ ετών, αρχίζει να δημοσιεύει ποιήματα στο περιοδικό της Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλχάλας.
Τελειώνοντας το Γυμνάσιο, δίνει εξετάσεις στην
Ιατρική Σχολή. Όμως την ίδια περίοδο πεθαίνει ο πατέρας του και αναγκάζεται να εργαστεί σε ναυτικό γραφείο. Συνεχίζει όμως να συνεργάζεται με διάφορα φιλολογικά περιοδικά. Το Νοέμβριο του 1928, ο Καββαδίας βγάζει το πρώτο του ναυτικό φυλλάδιο ως "ναυτόπαις" και μπαρκάρει τον επόμενο χρόνο στο φορτηγό "Άγιος Νικόλαος".
Το
1934, η οικογένεια μετακομίζει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Το σπίτι της γίνεται τόπος συγκέντρωσης λογοτεχνών, ζωγράφων και ποιητών. Ο Καββαδίας την εποχή εκείνη περιγράφεται ως ένας λιγομίλητος απλός άνθρωπος, ατημέλητος, χαριτωμένος, εγκάρδιος, με ανεξάντλητο χιούμορ, αγαπητός στους πάντες. Το 1938 στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη με την ειδικότητα του ημιονηγού, ενώ το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή κατωτέρας τάξεως. Στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου λόγω της ειδικότητάς που είχε πλέον ως ασυρματιστής χρησιμοποιείται στο σταθμό υποκλοπής της ΙΙΙ Μεραρχίας.
Με τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, ο ποιητής μπαρκάρει και πάλι. Έπειτα, από το
1954 μέχρι και το 1974, ταξιδεύει διαρκώς με πολύ μικρά διαλείμματα. Μέσα στη χρονική αυτή περίοδο, τα πιο σημαντικά γεγονότα στη ζωή του ποιητή αφορούν το θάνατο του πιο μικρού του αδερφού το 1957, την κυκλοφορία της «Βάρδιας» στα γαλλικά το 1959, την επανέκδοση του «Μαραμπού» και του «Πούσι» το 1961 από τις εκδόσεις Γαλαξίας, το θάνατο της μητέρας του το 1965 και τη γέννηση του Φιλίππου το 1966, γιου της ανιψιάς του Έλγκας.
Το
1975, στην Αθήνα, στην κλινική «Άγιοι Απόστολοι», αφήνει την τελευταία του πνοή από εγκεφαλικό επεισόδιο.
Ποίηση

Μαραμπού (
1933)
Πούσι (
1947)
Τραβέρσο (
1975)
Πεζογραφία

Βάρδια (1954)
Λι (1987)
Του πολέμου/Στ' άλογό μου (1987)

Το μικρό πεζό "Λι" γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία το 1995 με τίτλο "Between the devil and the deep blue sea" του γάλλου παραγωγού και σκηνοθέτη Μάριον Χανσελ.

"Είλωτες" - Θεοφάνης Θεοφάνους (14/02/07)


Οι θεοί δεν ερωτεύονται
είναι αχθοφόροι επιθυμιών
όπου ικετεύουν εμάς
να ψηλαφίσουμε τα βράχια
να πορευτούμε στις κηλίδες
- σβήνουν στο άπειρο.
"Σώσε με" ουρλιάζουν
κατά διαστήματα.
Τρώνε αποφάγια.
Ζεσταίνονται από ιχνηλάτες.
Λούζονται με το λιγοστό
φως του κελιού.
Τυραννιούνται με συνειρμούς
πως ξυπόλητες νεραίδες
τις άβουλες νύκτες
λικνίζονται στο ποτάμι.
Παραλογίζονται όταν
ξωτικά ξεκλειδώνουν
πόρτες κρυφών μυστικών.
ΟΙ ΘΝΗΤΟΙ ΖΟΥΝ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ.

*Σήμερα είδα στο mail μου, αυτό το εκπληκτικό ποιήμα του "διαδικτυακού" φίλου μου και ποιητή-συμπορευτή Θεοφάνη Θεοφάνους. Το δημοσιεύω γιατί μου άρεσε πολύ..* Ν.Ι.Π.

11 Φεβ 2007

(...) - N.I.Π. Κ'


Μόνο φίλοι πάλι ακούω απ' τα χείλη σου
κι ενός μωρού κλαυσίγελος
διαβάζω για τα μάτια μου
και η εωθινή σου η λαλιά
μυρίζεται απύθμενα
μα είναι το τέλος σίγουρο
τι το 'θελα το ποιήμα του.
Κοίτα να δεις δεν ήξερα
τι να σου πρωτοπώ
και τι να σου πρωτοδείξω
μια κοπέλα με κοίταξε
βαθιά μες στη ψυχή
μου έδειξε πως ήθελε
για να της χαραμίσω
τα πιο γλυκά τα νιάτα της
βαθιά μες στη ψυχή
Μα εσύ αντίκρυσες
ένα αύριο δάκρυ
και δεν μου αντιμίλησες
ποτέ μες στη βοή
κάθισες και σκέφτηκες
δυο λόγια
με μακάβριο τον λόγο τους
τον ήξερα
και τι να 'κανα πια
Λοιπόν όλα τελείωσαν
δεν έχω κάτι άλλο να σου πω
τα έγραψα στο γράμμα
εκείνο το καλοκαιρινό
το ύστερο γιατί
πίνω και ξαναπίνω
χωρίς να νιώσω κλάμα
απ' του κροτάφου σύζευξη
του αχ και του γιατί
Γιωργία
μελένια
δε σ' αντίκρυσα
σαν όλη την άλλη σχόλη
μα σα ξεχωριστή θωριά
της καρδιάς μου τρυφερή
απόσυρομαι λοιπόν
και 'γω φεύγω απ' τη πόλη
με τη ματιά σου τη θολή
στου ανίερου
τη φυγή.
11.02

10 Φεβ 2007

(...) - N.I.Π. Ι'


Σε ξαναείδα λοιπόν
και μου χαμογελούσες
μου λεγες πως σου άρεσε
τούτο εδώ το ποιήμα
μα το χειλάκι σου γλυκα
μου το χαϊδολογούσες
τρυφεράδα σιγαλή
στου πάτου τα νερά
Κι αν κάποτε σου πω
το κορμί σου δε θ' αντέξω
θα σου δακρύσω γοερά
στο στέρνο το ψυχρό
μα είναι η αγάπη μου αυτή
θα κλαίει
και θα τρέξω
να σε προφτάσω να σου δώσω
τριαντάφυλλο μωβ
Όπως έγινε η καρδιά μου
από κεινο κει το βράδυ
το χέρι μου όταν έπιασες
και φίλησες καυτά
μα τι είναι αυτά;
απόρησα και αγκάλιασα
τη ζεστασιά
των ματιών σου την ανάσα
όταν έφευγε μακρυά
Και κάνω ρίμες σαν τα ίχνη σου
απομακρύνονται από μένα
και μιλώ σ' ένα παιδί των φαναριών
για σένα και για μένα
και τον έρωτα που κάποιο πρωινό
παρατήσαμε στην άκρη
γιατί ένα όνειρο διαβολικό
ήθελε εσένα εκεί ψηλά
σ' ενός αγγέλου αύριο
και εγώ δεν ακολούθησα
περίμενα να βραδυάσει
κι ενός κακού μακάβριο
θα έμελε να νιώσει
μιας αγάπης γι' άδικο
10.02

9 Φεβ 2007

"Κώστας Τριπολίτης : ο Στιχουργός-Ποιητής" - Ν.Ι. Πουλάκος (09/02/07)


Εσύ πατάς στο κόκκινο χαλί των επισήμων
κι εγώ είμαι στο ψάξιμο γυναίκας και ενσήμων.
Εσύ αραχτός και ψύχραιμος στη μαύρη λιμουζίνα
κι εγώ τραβάω σίδερο γυρεύοντας βιτρίνα.
Και ονειρεύομαι πισίνες και ονειρεύομαι γκόμενες
και ονειρεύομαι φόρμουλες, γκόμενες και ονειρεύομαι Λος Άντζελες
και ονειρεύομαι και ξυπνάω και σπάζομαι και τραγουδάω.
Εσύ πατάς στο κόκκινο χαλί των επισήμων
κι εγώ είμαι στο ψάξιμο γυναίκας και ενσήμων.
Εσύ αραχτός και ψύχραιμος στη μαύρη λιμουζίνα
κι εγώ τραβάω σίδερο γυρεύοντας βιτρίνα.
Εσύ πατάς στο κόκκινο χαλί των επισήμων
κι εγώ είμαι στο ψάξιμο γυναίκας και ενσήμων.
Εσύ πατάς στο κόκκινο –χα,χα!- χαλί των επισήμων
κι εγώ είμαι στο ψάξιμο γυναίκας και ενσήμων.
(Ονειρεύομαι L.A.)


->Ένα θαυμάσιο τραγούδι ερμηνευμένο από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και μελωποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο<-

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό μ ‘ένα στο χέρι κέρμα
Μπροστά από το παλιό τζουκ μποξ τα ρούχα τους να σκίζουν
και ρίγος να διαπερνά το αμείλικτο τους δέρμα
Απρόσιτες στον πύργο τους έχοντας δραπετεύσει
για μια συνάντηση κρυφή με κάποιον εραστή τους
Στης θάλασσας των ηδονών βουλιάξαν το βελούδο
και βρέθηκαν αιχμάλωτες μες στην κοιλιά του κήτους

Ναι, λάμπουνε φωσφορικά νιώθοντας στο κορμί τους
ενός παράφρονα θεού να τους χαϊδεύουν χάδια
Λικνίζονται στα δάπεδα λύνοντας το σπασμό τους
κι από τα μέλη τους τα ανοιχτά βγαίνουν υγρά διαμάντια

Κυνηγημένες μάγισσες χωρίς την πυρκαγιά τους
μιλώντας με ακατάληπτες περίπλοκες διαλέκτους
Ωραίες αλλοπρόσαλλες και απομακρυσμένες
ίδιες με αυτά τα μανεκέν που βλέπω στα προσπέκτους

Το υπόκωφο τραγούδι τους κρατά φυλακισμένο
μες στο βυθό του Ιωνά τη σάρκινη μεμβράνη
Αυτή που τις παγίδεψε σε ηλιοτροπίων τόπους
και που το κάθε ανόητο κορίτσι δεν την πιάνει

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό μ’ ένα στο χέρι κέρμα
Να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ να με περιγελάνε
κι όλο να μου επιστρέφουν το ματαιωμένο σπέρμα.

(Προσπέκτους)

->Ένα θαυμάσιο τραγούδι ερμηνευμένο και μελωποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο<-

*Θάνος Μικρούτσικος, Δήμος Μούτσης, Μίκης Θεοδωράκης, Διονύσης Τσακνής, Νίκος Ιγνατιάδης, Σταμάτης Κραουνάκης, Γιώργος Χατζηνάσιος, Αντώνης Βαρδής, Γιώργιος Θεοφάνους, Ανδρέας Πρέζας, Τάκης Μπουγάς, Λίνος Κόκοτος είναι μερικοί σπουδαίοι καλλιτέχνες που έχουν μελωποιήσει ή ερμηνεύσει τραγούδια-ποιήματα του Κώστα Τριπολίτης. Γεννήθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου του 1953 στην Αθήνα. Θεωρείται από τους σπουδαιότερους έλληνες στιχουργούς και διακρίνεται για τον ιδαίτερα ωμο/καυστικό λόγο του. Εμφανίστηκε κατά τη μεταπολίτευση και αποτέλεσε σημαντικός διανοούμενος μέσα από τους στίχους του για την εποχή. Δυστυχώς(;) ευρύ λαϊκό αντίκρυσμα ποτέ δεν απέκτησε μέχρι και τις μέρες μας, αφού ο λόγος του δεν είναι εύπεπτος και δύσκολα.. χωνεύεται από τους πολλούς! Αξιοσημείωτη η ραδιοφωνική εκπομπή που έχει στο β' Πρόγραμμα τα τελευταία χρόνια. Η πρώτη του μεγάλη επιτυχία ήρθε στα 1979 με το album "Εικόνες", σε μουσική Χατζηνάσιου και ερμηνεία Δήμητρας Γαλάνης. Ενδεικτικά ακολούθησαν : "Eπιβάτης"(1981, Μ.Θεοδωράκης, Μ.Φαραντούρη), "Ραντάρ"(1981, Μ.Θεοδωράκης, Γ.Νταλάρας), "Σκουριασμένα Χείλια"(1981, Σ.Κραουνάκης, Β.Μοσχολιού), "Φράγμα"(1981, Δ.Μούτσης, Σ.Μπέλλου, Λ.Κηλαηδόνης, Α.Πρωτοψάλτη), "Συγκάτοικοι είμαστε Όλοι στη Τρέλα"(1986, Α.Βαρδής, Χ.&Π. Κατσιμίχας, Λ.Μαχαιρίτσας), "Ρινγκ"(-Σχήμα Λόγου-1987, Τ.Μπουγάς, Μαρινέλλα, Μ.Κανελλοπούλου, Τ.Τσανακλίδου), "Το Τρίτο Μάτι"(-Το Τρίτο Μάτι-1987, Διονύσης Τσακνής), "Η Χάρις Αλεξίου σε Απρόβλεπτα Τραγούδια"(-Οι Ακροβάτες-1987, Θ.Μικρούτσικος, Χ.Αλεξίου), "Όλα Από Χέρι Καμμένα"(1988, Θ.Μικρούτσικος, Β.Παπακωνσταντίνου), "Όσο Κρατάει ένας Καφές"(-Άρλεκιν-, Θ.Μικρούτσικος), "Συγνώμη για την Άμυνα"(1992, Θ.Μικρούτσικος, Γ.Νταλάρας), "Γέφυρες"(2002, Δ.Τσακνής, Σ.Κραουνάκης, Δ. Μητροπάνος, Κ.Μακεδόνας)." Ν.Ι.Π.

7 Φεβ 2007

" Μια νύχτα αναζήτησης " - Στράτος Π. (7/2/07) - Μέρος Α'


Η ώρα 10. Χτυπάει το τηλέφωνο.
- «Ναι».
- «Γειά, τί κάνεις;
- «Καλά».
- «Θα βγούμε;»
- «Γιατί όχι;»
- «Έρχομαι από κει σε 10 λεπτά».
- «Εντάξει».
Πίνω ακόμη μια γουλιά μπύρα με τζιν. Γύρω μου άδεια

κουτάκια μιας φθηνιάρικης μπύρας και κάπου πάνω στο
γραφείο ένα μπουκάλι τζιν της ίδιας αξίας. Οι τελευταίες μέρες
μου φαίνονται πανομοιότυπες... ή ο τελευταίος μήνας;
Προσπαθώ να βρω χώρο στο τασάκι να σβήσω το τσιγάρο. Πίνω
άλλη μια γουλιά και ντύνομαι.
Χτυπάει το κουδούνι.
- «Γειά».
- «Γειά, στην ώρα σου».
- «Ναι, έτοιμος;»
- «Φύγαμε».
- «Όχι ακόμη, όχι πριν κάνουμε αυτό», λέει και βγάζει από

τη τσάντα της ένα δίφυλλο τσιγάρο.
«Το πήρα πριν από καμιά ώρα και είπα να το

δοκιμάσουμε μαζί».
Η Ντίνα, μια κοπέλα που δε χορταίνεις να καταστρέφεσαι μαζί

της. Την είχα γνωρίσει πριν ένα μηνα. Ένα βράδυ λιωμένος από
αλκοόλ και χόρτο έψαχνα κάτι για να κλείσει η
αυτοκαταστροφική διασκέδασή μου, και το βρήκα στο προσωπό
της. Γνωριστήκαμε σε ένα μαγαζί και θυμάμαι ξεκινήσαμε μαζί
για το σπίτι μου. Στη διαδρομή το κάναμε δύο φορές και όταν
πια φτάσαμε σπίτι ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και
αποκοιμηθήκαμε αγκαλια. Από τότε είμαστε φιλαράκια, μόνο
που όταν ενίοτε νιώσουμε την ανάγκη για σεξ, απλά το κάνουμε.
Την άφηνω να περάσει μέσα. Καθόμαστε στο δωμάτιο

αντικρυστά και το μόνο που κάνουμε είναι να καπνίζουμε
κοιτώντας ο ένας τον άλλο και να ακούμε μουσική. Το μυαλό
μου αρχίζει να ταξιδεύει. Εικόνες απο περιστατικά του
παρελθόντος περνούν γρήγορα από μπροστά μου και
εξαφανίζονται. Καταστάσεις που δημιούργησα εγώ. Κάποιο
ατύχημα που προκάλεσα και παραλίγο να κόστιζε τη ζωή
κάποιων ανθρώπων, πρόσωπα από το παρελθόν που ήρθαν στο
προσκήνιο και γενικά ένα συνονθύλευμα ωραίων κ άσχημων
αναμνήσεων που θέλω να σταματήσει. Κάποιος να πατήσει το
στοπ στην ταινία της ζωής μου και να επανέλθω
στην πραγματικότητα!
- «Σε θέλω» είπε, «τώρα». Η φωνή της ακούστηκε πολύ μακρινή,

ίσα που κατάφερα να ακούσω τη χροιά της χωρίς όμως να
καταλάβω τα λόγια της. Αυτο ήταν αρκετο για να διακόψει
το ταξίδι μου και να με λυτρώσει απο τις σκέψεις μου.
- «Τί είπες;» απαντώ.
- «Σε θέλω».

Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι και το κάναμε. Όταν τελειώσαμε
έβγαλα μια μαύρη κασετίνα, πήρα λίγο χόρτο και έστριψα ένα
τσιγάρο. Το καπνίσαμε, ντυθήκαμε και βγήκαμε έξω. Η νύχτα
τώρα ξεκινάει...

6 Φεβ 2007

"Φώτος Γιοφύλλης : Νεορομαντικός / Νεοσυμβολιστής μιας Εποχής" - Ν.Ι. Πουλάκος (06/02/07)






Βρήκα μες σε χαρτιά κιτρινισμένα
το σονέτο για κείνη την κυρία
που ήταν τότες κορίτσι, όλο ευτυχία
- τα 18 δεν τα 'χε δα κλεισμένα.

Κι είναι από τότες χρόνια 23
(λιγότερο μητ' ένα) περασμένα.
Θάχει πατήσει πια το 41.
Τάχα όμως νάχει νοιώσει δυστυχία;

Τώρα, δε θάναι πια μήτε δροσάτη
μήτε και πεταχτούλα, μήτε νια
θάναι δυσκολοκίνητη, γιομάτη
μ' ακόμα θα κραττεί κι όμορφο κάτι :
"Κλείνω", θα λέει με νάζι, "τα 29".
Μα οι αριθμοί δεν έχουνε σπλαχνιά.

(Οι Αριθμοί)

Γλυστρόντας, πετόντας, εγώ, τ' αεροπλάνο. Κύματα, πλήθος,
ανθρώποι, πόδια. Αντίκρυ τα τζάμια. Στο παρατηρητήριο του
υποβρύχιου, τα φώτα, τα φώτα. Ταφζ, φζ, φζου, φζφζου! Γυ-
ρίζοντας, τριγυρίζοντας, με λύσσα. 'Ασπρα μα μωβ, πεθαμένη
γυναίκα, ξεβαμμένα μάτια, κίτρινα και μωβ, πεθαμένο. Βζ.... Βζ....
Τα ηλεχτρικά. ΤΑ ΗΛΕΧΤΡΙΚΑ! Να! Μα εκείνο.... Το πράσι-
νο, το πράσινο. -ΦΩΣ. Δηλητήριο, πίπερμαν, του τραμ. Ντραν
ντραμ, αποπίσω, νταμ ντραν. Μικρότερο, μικρότερ...., μικρ....
μ.... Ολονένα. Αποδώ. Αποκέι. Και πίσω. Δεξιά_ _ 1, 2, 3,
4, 5, .... Το πόδι, το χέρι, μαζί. Τα ωτό, τα ωτό, ΤΑ ΩΤΟ!
''Αούα!'' _ Εγώ, εσείς, οι 10, οι 12. 1 τρεμούλιασμα ομαδικό.
Τίναγμα ποδιών. Μέσα. Γλυκός καναπές!
Τα μάτια μου _Ω! Φως πολύ. Γάλα, καταρράχτης,
βροχή, καπνός. ''Γκαρσόν, σαρτρέζ!''. Χείλια
βαμμένα, ξεβαμμένα. ''Γιατί χωρίς κόκκινο;'' Το κραγιόνι, η
τσαντίτσα, το χέρι της. ''Χωρίς μάγουλα;'' _''Μαύρα τα μάτια
σου. Κάτω από τα μάτια σου''. Πάντα το δηλητήριο. Πάντα.
''Μορφίνη απόψε. Πολλή μορφίνη!'' Ενέσεις, 50 φράγκα ενέ-
σεις. ''Ωτό! Ωτό!'' Χειροκροτήματα. ΓΕΛΙΑ!
Τρικυμίες. Τρικυμία γέλιου. Τρικυμία χαράς.
Τρικυμία ωτό. Τρικυμία των δυο καρδιών του αντρός. 1 χτυ-
ποκάρδι ανάμεσα σε δυο πετσιά. Χρώματα, πολλά χρώματα!
'Οξω. Τύλιγμα. Η γούνα, η γούνα σας. Βζ, Βζου....
''Αούα'' _ _ Αγκαλιασμένοι. Γλήγορα. Μεθυσμένοι. Χαρά.

(Τα Χαφτεία)

*Ο Φώτος Γιοφύλλης, ή κάτα κόσμον Σπύρος Μουσούρης, γεννήθηκε το 1887 στην Κέρκυρα(ο ίδιος πάντως θεωρούσε πατρίδα του την Ιθάκη) και πέθανε το 1981. Σπούδασε στη καλλιτεχνική σχολή της Κέρκυρας, ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο εξωτερικό, για να επιστρέψει στην Αθήνα και να σπουδάσει στη νομική και φιλοσοφική σχολή. Λυρικός ποιητής, εντάσσεται στη περίφημη μεσοπολεμική γενιά του '20 και '30, μαζί με προσωπικότητες όπως οι Γρυπάρης, Χατζόπουλος, Μαλακάσης, Παπαντωνίου, Πορφύρας, Λαπαθιώτης, Φιλύρας, Γκόλφης, Μελαχροινός, Ουράνης, Καρυωτάκης, Καρθαίος, Παράσχος, Άγρας, Σκαρίμπας, Πολυδούρη και άλλοι πολλοί.
Υπήρξε λογοτέχνης, φιλόλογος, κριτικός τέχνης, δημοσιογράφος αλλά και δοκιμιογράφος(συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά) ενώ αγαπούσε και τη ζωγραφική(είχε διοργανώσει αρκετές ατομικές εκθέσεις). Φάνηκε αυτό άλλωστε, αφού σε όποιες εκδοτικές προσπάθειες προέβει, χαρακτηριστικά τα βραχύβια λογοτεχνικά περιοδικά "Πολιτισμός"(1921-2), "Πρωτοπορία"(1929-31) και η εφημερίδα της Σύρου "Φιλελεύθερος"(1918-20), αποτελούσε αναπόσπαστο θέμα του, με αναλύσεις, κριτικές αλλά και έργα του. Επιπλέον το 1963 είχε εκδώσει το βιβλίο "Ιστορία της Νεοελληνικής Τέχνης(ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική, αρχιτεκτονική και διακοσμητική) 1921-1941".
Ο Φώτος Γιοφύλλης εξέδωσε ένα μεγάλο αριθμό ποιητικών συλλογών, συμμετείχε σε πολλές ανθολογίες τόσο σύγχρονες όσο και μεταγενέστερές του. Χαρακτηριστικότερα συγκεντρωμένη μεγάλο μέρος των ποιημάτων του, βρίσκεται στην έκδοση "Ποίηση Μισού Αιώνα 1906-1956" του 1964. Είχε εκδόσει επίσης διηγήματα, κριτικές, ταξιδιωτικά και ανθολογίες.
Έργα του :
Αρχοντικά, 1913.
Ο Άη Νικόλας και ο Φτωχός άρχοντας, 1914.
Φετίχ, 1915.
Συνθέματα, 1916.
Καινούριες Τερσίνες, 1917.
Το Τραγούδι της Κοντέσσας, 1920.
Τ' άμοιρο το Λολάκι, 1922.
Ανησυχίες, 1923.
Η φαρμακωμένη, 1925.
Μοντέρνες Αγάπες, 1926.
Ταξίδια σ' όλη την Ελλάδα, 1926.
Η Τελευταία ώρα του Σονέτου, 1928.
Διηγήματα, 1928.
Η μαύρη κληρονομιά, 1929.
Το τάραγμα του νερού, 1934.
Το Λιμάνι της Αγάπης, 1934.
Αγώνες και αγωνίες, 1946.
Το τραγούδι της Αθηνάς, 1947.
Διαδάλεια, 1950.
Τοπωνυμικόν της νήσου Ιθάκης, 1959.
Το άγιο παπούτσι, 1960.
Θιακά μοιρολόγια 1962.
Ιστορία της νεοελληνικής τέχνης, 1963.
Ποίηση Μισού Αιώνα(1906 - 1956), 1964.
"Εικόνες : (1) προτομή του Φώτου Γιοφύλλη, (2)/(3)/(4) από την ανθολογία του Τέλλου Άγρα "Οι Νέοιι, εκλογή από το έργο νέων ελλήνων ποιητών, 1910-20" εκδόσεων Ελευθερουδάκης του 1922"* Ν.Ι.Π.

5 Φεβ 2007

"Μακρυά" - Λία Ανδρεάκου (05/02/07)


Αν η κόλαση και ο παράδεισός μας είναι στην ίδια μας τη ζωή, τότε εγώ είμαι σε κάποιου είδους κόλαση, λίγο light.

Απορίας άξιο είναι βέβαια το πώς ακριβώς κρινόμαστε. Αν δεν ισχύει η ώρα της κρίσης και η μετά θάνατον ζωή, τότε που ξέρουμε ότι τα κριτήρια είναι τα ίδια; Τα χριστιανικά, μουσουλμανικά, ιουδαϊκά, βουδιστικά και όλα αυτά τα διαφορετικά μα τόσο ίδια τελικά. Μπορεί να ισχύουν η νόμοι μιας μώβ κοινωνίας και εμείς να μην το ‘χουμε πάρει πρέφα απλά.

Ποιος είναι ο καλός και ποιος ο κακός γιατί μπερδεύτηκα για τα καλά τώρα πια. Είναι τόσο συνηθισμένη έκφραση αυτό το «τι αμαρτίες πληρώνω» που ο στοχασμός μου δε μπορεί να προσφέρει τίποτα στην παγκόσμια σκέψη. Άλλωστε δεν είμαι φιλόσοφος, με ποιο δικαίωμα φιλοσοφείς κυρία μου; Και μάλιστα ονομάζεις φιλοσοφείν αυτή σου την ενέργεια. Μαλακίζεσαι απλά και μην παρερμηνεύεις τον Πλάτωνα, αυτό δεν είναι φιλοσοφία. Εσύ είσαι αρχαιολόγος!

Όχι όχι σκαφτιάς είσαι κυρά μου και μάλιστα άθλιος. Κοίτα ανίκανη και για ένα απλό κείμενο σε πεζό λόγο. Και μην το βαφτίσεις ποίηση εξαιτίας αυτού πάλι. Ούτε παράγραφοι, ούτε καν ένα πρόσωπο. Αποφάσισε εσύ είσαι ο αφηγητής η εγώ;

Bγαίνει ο Τσάρλυ από μέσα μου, επικίνδυνο αυτό. Προσοχή! Earthquick! Ήρθε το τέλος! Κι εσύ ακόμα εδώ. Καλά δε βαρέθηκες ακόμα; Δε μπορείς, το είπαμε. Καταναλώνεις άδικα την ενέργεια του πλανήτη και αύριο θα βγεις να διαδηλώνεις γι’ αυτό. Βέβαια ούτε αυτό δεν κάνεις πια. Είμαι ανίκανη. Ακόμα και οι προσωπικότητες μου εναλλάσσονται πιο γρήγορα κι απ’τα ακόρντα του Django που ακούγονται. Μη μιλήσουμε για τις σκέψεις μου... Σε ποιον μιλάς; Στον εαυτό μου. Μάλλον θα φταίει που δεν έχω κανέναν να μιλήσω, ή τουλάχιστον να θέλω να μιλήσω. Επιλεκτική είμαι για ανίκανη ε; Μήπως πρέπει να σε βαφτίσω καλό μου laptop; Μια που σου απευθύνω το λόγο πλέον και αναβαθμίστηκες.

Ποτέ δεν ήμουν καλή στο να βαφτίζω. Ακόμα και σαν κοριτσάκι οι κούκλες μου είχαν άλλο όνομα κάθε φορά. Το σκυλάκι μου άλλαξε πόσα ονόματα μέχρι να καταλήξω και μετά το έδωσα. Ωραία μάνα! Και τώρα που είπα μάνα, το παιδί μου μάλλον θα αποφασίσει μόνο του για το όνομά του, εγώ θα το σκέφτομαι ακόμα τότε.

Λοιπόν αφού δεθήκαμε με τέτοια εκ βαθέων εξομολόγηση μικρό μου laptop, μπορώ να σε θεωρώ φίλο μου. Εύκολα το λέω ε; Είμαι μια φριχτή ψεύτρα τότε γιατί εγώ δεν αισθάνομαι να έχω και πληθώρα. Λίγους και καλούς και think positive και μαλακίες. Δεν την παλεύω Λιάκι. Στήσε καμιά άλλη προσωπικότητα γιατί αυτή τα φτύνει αργά και σταθερά. Ώρες ώρες νομίζω ότι τρέχω με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς την καταστροφή μου και άλλες πάλι ότι είναι όλα τόσο μα τόσο σταματημένα γύρω μου και μέσα μου που αναρωτιέμαι αν υπάρχω πραγματικά. Μα τι προσποιείσαι; Δε μπορείς να αφεθείς ούτε τώρα; Ούτε σε μένα, στον ποιο καλό σου και λατρευτό σου φίλο. Στον μεγαλύτερο εχθρό μου; Ο Τζέκιλς ή ο Χάιντ μιλάει τώρα; Κανένας μαλάκας δε μιλάει. Γράφει ηλίθιε, γράφει και είμαι εγώ, η μία και μοναδική Λία.

Λίγο ζαλισμένη και λίγο χαμένη αλλά εγώ. Σε ποιον τα λέω τότε; Σε κανέναν, κάνω αυτό που κάνω τόσα χρόνια, γράφω σκέψεις. Όχι δε στοχάζομαι, απλά γράφω ότι μου κατεβαίνει και είναι φυσιολογικό, το ξέρω. Δεν αντέχω όμως να το βλέπω. Σαν να ζωγραφίζω ένα κοριτσάκι με 2 κεφάλια. One one thousand, two one thousand. Τελικά επηρεάστηκες πολύ απ’ αυτήν την ταινία. Και σκέψου πόσο καιρό ήθελα να την δω. Ε βέβαια η μοίρα δεν αποφεύγεται, έπρεπε να το ‘χες καταλάβει by now. Τι λέω; Όχι, τι γράφω... Πρέπει να φύγω, να ξεφύγω, είμαι μόνο 21. Προλαβαίνω, δεν είναι τόσο χάλια. Πρέπει...
Υ.Γ. To κείμενο έχεο δημοσιευτεί και στο λογοτεχνικό διαδικτυακό περιοδικό "Περι-γραφής"

*Και να λοιπόν που ξανασυναντώ τη Λία(μ' άλλο όνομα ομολογώ) μετά από 10 χρόνια, μέσω αυτού του διαβόλου, που ονομάζεται internet! Τα 'παμε και χθες, κανένα 4ωρο νομίζω, σ' ένα μισοάδειο ροκάδικο κάπου στο Αιγάλεω, να φανταστείτε ο dj δεν παρέλειπε να του κολλάει το δισκάκι all the time. Και μιλήσαμε και είχαμε να πούμε πολλά.. Χρόνια είναι αυτά άλλωστε, όχι στραγάλια! Ιστορικός τέχνης μου παρουσιάστηκε και τα όνειρα της μου είπε. Έκανε και κάποιες απεγνωσμένες προσπάθειες να κάνει blogs, δεν τα πολυκατάφερε αν και είναι δύο βραχύβια ενεργά ακόμη[everyday-addiction.blogspot.com / texniiiiiii.blogspot.com]. H καλή μου Λία μου επέτρεψε να δημοσίευσω ένα εκπληκτικό αυτοβιογραφικό ψυχογράφημα της.. Τα φιλιά μου και θα τα λέμε εμείς, ε;* Ν.Ι.Π.