31 Μαρ 2007

"Το να Ερωτεύεσαι το Μίσος και να Μισείς τον Έρωτα" (Συλλογικό Ποιήμα) - Ολοκληρωμένο (Βακχικόν - Στράτος Π.)



Περπατώντας στους δρόμους στο τελείωμα και αυτής της βραδιάς
μόνος για μια ακόμη φορά, σκεπτικός, γεμάτος με αλκοόλ
Επιθυμεί να μην έρθει η ώρα εκείνη, να μην τον αντικρύσει
Εκείνο το είδωλο στον καθρέφτη, η αλήθεια ή το ψέμα της ζωής του;

Α :

Φορούσε το παλτό
που κάλυπτε τη γύμνια του κορμιού της
- αχ, σ' αγαπώ μικρό
κι ασθενικό πλασματάκι της νιότης μου
Έλα κοντά μου
χωρίς εσένα - όλα μάταια θα ναι.

B :

Τί κοιτάς; Παγιδεύεσαι μέσα στο ίδιο σου το βλέμμα
Τί αναπολείς; Μικρές στιγμές συναισθηματικής ηδονής,
αγάπες χαμένες στου χρόνου τη λήθη
ποτέ δε δόθηκες ολοκληρωτικά στον έρωτα, ποτέ.

A :
Δε με ακούς όταν σου μιλώ για το νέκταρ της ζωής
απεγνωσμένος άρρωστος χωρίς προοπτική
Παρωπίδες φορώντας στη συνουσία της στιγμής
διώχνεις το πλασματάκι που σου έδωσε πνοή
Νιώσε μόνο, κλάψε..

Β :

Ο έρωτάς σου καταστρέφει – η αγάπη σου πονά
Αλώβητος θα βγω και απ’ αυτή σου τη ψευδαίσθηση
ένα όνειρο που κατέληξε σε εφιάλτη, σε στοιχειώνει
Tο νέκταρ που δοκίμασες, ένα γλυκόπιοτο δηλητήριο.

Α :
Ήπια πολύ χθες βράδυ είναι αλήθεια ειλικρινής
για πάντα και ποτέ δε θα εγκαταλείψω τη πηγή της καρδιάς μου
ψευδαίσθηση δεν ήταν όμως, όνειρο -ναι! μιας ψυχής
αλκοολική ρινίδα η ματιά σου, στο μακρινό φως της βραδιάς μου

B :

Κλείσε τα μάτια, φέρε στο νού σου εκείνη ξανά
Ξύπνα! Κοίτα γύρω σου, η αλήθεια στο ψέμα του έρωτα σου
Εγώ είμαι εσύ και εσύ εγώ... πώς να ερωτευτεί μια ψυχή
όταν ολοκληρωτικά πουθενά να δοθεί δε μπορεί;

Α :
Μα μπορεί και όμως μπορώ κι ας το αρνείσαι
κι όταν ξυπνώ θέλω να κοιμάμαι πάντα με εκείνη
το πρόσωπο, τα χέρια της, το άρωμα του κορμιού της
θα ερωτευτώ και θα το κάνω με τρόπο ποιητικό
Σα τη μούσα του Ελύτη και τον ερωτικό λόγο του Ρίτσου θα την βρω.

Β :

Θεέ μου, δε μπορώ να σ’ αντικρίζω άλλο
Δεν αγαπάς, δεν κατακτάς – μονάχα αποπλανείς
γυρεύεις τον αιώνιο έρωτα, αυτόν που θα σε λυτρώσει
Μέχρι τότε ζεις για την υπέρβαση της ηδονής,
για την κορύφωση της ύστατης στιγμής.

A :
Συζητούσα - θυμάμαι έντονα, μαζί σου χθες βράδυ
δεν είχες πολλά να πεις μας ούτε και να δείξεις
για μια κοπέλα σου ‘λεγα που με πάθος ανακάλυψα
ουτοπία μου ξανάπες - μα τι άλλο θα περίμενα από σένα;
Άκου φίλε του εαυτού μου, θα την αγαπήσω μέχρι θανάτου
- ακούς;

Β :

Τα λόγια σου με κάνουν να λυγίζω, φωνές Σειρήνων σα να ηχούν
και εκείνο το χαμόγελο, εκείνο το άρωμα – ανεξίτηλα
Κλειστά τ’ αυτιά μου όμως θα κρατήσω, σ’ αυτό το
απεγνωσμένο ξέσπασμά σου γι’ αγάπη δε θα παραδοθώ
Μα θυμήσου τότε, από έρωτα κραύγαζες και πάλι,
και οι συνέπειες... καταστροφικές.

Α :

Kαι προς στιγμήν ελπίζοντας σ’ έπεισα, καθώς έβλεπα
την άθλια πλευρά σου - γιατί;
Θα με βασανίζεις για πάντα - γιατί;
To να μισώ τον έρωτα είναι η γιατρειά μου
και η καρδιά μου αστείρευτη με πάθος νοσταλγεί
μια απύθμενη δεξαμενή κείτεται μπροστά μου
Θα φύγω κατά πάνω της, θα δεις..

Β :
Δες αυτό:
Εγώ και εκείνη αγκαλιά βλέποντας τον ήλιο να χάνεται

καθώς σαλπάρουμε, κρύος ο αέρας να χτυπάει να πρόσωπά μας
Μα εκείνη ταξιδεύει μακριά και γω ακολουθώ, ανήμπορος να πλησιάσω
Την αισθάνομαι κοντά κι όμως αδυνατώ να την αγγίξω
Η θύμησή της γίνεται σκέψη και η σκέψη εμμονή,
έχει κατακλύσει το μυαλό μου. Κι όμως δε τη φτάνω όσο κι αν πλησιάζω
Τώρα μόνος, ο ουρανός σκοτεινός, η θάλασσα μαύρη,
ένα φως πουθενά.


Επίλογος

Β:
Ναι! Σ' άκουσα! Για μια στιγμή δοκίμασα ότι νιώθεις
Σε κοιτώ και βλέπω να δακρύζεις, άραγε πόνος είναι πάλι;

Κοίτα τα μάτια μου, στεγνά - σε κάνει ν' απορείς
Ο φόβος να νιώσω ότι λες, μου έγινε συνήθεια
Ένας άθλιος εγωκεντρικός μπάσταρδος μιλώντας στον καθρέφτη

από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, ένας αντικατοπτρισμός

αυτό είμαι

Το χέρι σου γροθιά, σπάσε με και αναγεννήσου μέσα απ’ τα κομμάτια μου.
Βρες τη δεξαμενή σου και πλημμύρισε από έρωτα
Τίποτα δε μ’ αγγίζει πια, απλά περνά κι απομακρύνεται.
Μίσησε με και ίσως τότε να σωθείς…!

Α:
Σ' άκουσα λοιπόν κι ας συγκρούομαι μαζί σου
Κι αν πονάς και εκδικείσαι καταλαβαίνω
Στον έρωτα όμως, στην αγάπη, στο πάθος της απόλαυσης,
στην ελεγεία της πράξης, στην πεμπτουσία του συναισθήματος,
στην "Λυγεία" της καρδιάς μου, στο υπέρτατο αγαθό της ψυχής,
στο αλάτι της ύπαρξής μας,
σε αυτό το γαμημένο κάτι που μας κάνει ανθρώπους
ανθρώπους ναι! τρυφερούς μα και ερωτευμένους.

Θα σε μισήσω, θα σε αγαπήσω
και θα σε σώσω..
.. θα ερωτευτείς και πάλι!


Βακχικόν – Στράτος Π.

27 Μαρ 2007

"Γιορτή" - Γιάννης Παπαδημητρίου (27/03/07)

« συνάντηση παλιών συμμαθητών »
έγραφε η πρόσκληση που έστειλε
η μνήμη
στις αναμνήσεις·
« εύχομαι να μην είναι κανείς απών »
έγραφε η υποσημείωση.
Ημερομηνία, ώρα και μέρος δεν δόθηκαν.
Μόνο δελτίο καιρού, λιακάδα.
Φυσικά, όλοι οι καλεσμένοι ήταν εκεί.
Συντονισμένα· / όρνια που μύρισαν ψοφίμι.
Στην είσοδο της δεξίωσης προκλήθηκε
συνωστισμός, για λίγο το αδιαχώρητο·
ο ένας μετά τον άλλον, οι εφιάλτες,
άφηναν τα πράγματά τους
( γυαλιά / παλτό / γάντια / καπέλο / ομπρέλα ),
έσκυβαν το κεφάλι τους
και περνούσαν το κατώφλι.
« καλώς ήρθατε, ώρα να φύγετε »,
ακουγόταν ένα μήνυμα,
από τηλεφωνητή.
Μ’ ένα φέρετρο για όχημα, καύσιμα το αίμα της αδιαλλαξίας,
πυροτεχνήματα έγιναν, σ’ έναν ουρανό ηδονής.
Η επόμενη δεξίωση,
θα είναι η επέτειος,
της σημερινής γιορτής.
Η πρόσκληση, είναι ήδη έτοιμη·
Εις το επανιδείν.
"Ένα ποίημα γεμάτο συναίσθημα, που το διάβασα κάποιο προηγούμενο βράδυ σε ένα μπαράκι στα Εξάρχεια, από τον φίλο και βασικό συντελεστή του Περιοδικού Centro Γιάννη Παπαδημητρίου. Γιάννη σ' ευχαριστώ"! Ν.Ι.Π.

24 Μαρ 2007

"Κάθε Βράδυ απ' την Αρχή" - Στράτος Π. (24/3/05)


Πρέπει να βγει από μέσα μου αυτό που καίει το μυαλό
και συνεχίζοντας κατασπαράζει αργά όλη τη σάρκα.

«Είσαι ένας γελοίος, ένας δειλός.» λέει η φωνή.
«Ως πότε θα τρέχεις; Ως πότε θα πληγώνείς; »
συνεχίζει ακατάπαυστα...
«Άραγε γνωρίζεις το γιατί; »

Ναι, και πάλι εχω πιεί... αλλά δε μετράει,
άλλωστε ποιά η διαφορά; Όλοι ήταν εκεί.

«Τρέχω μέχρι το χείλος του γκρεμού. » απαντώ.
« Εκεί που θα σταθώ με τα χέρια ανοιχτά
ατενίζοντας το άπειρο»
« Μα θέε μου, τι λέω; Δεν υπάρχεις, φύγε! »

Ίσως και να υπάρχει διαφορά. Πίνω για κάποιο λόγο,
μόνο που στη συνέχεια ξεχνώ και απλά συνεχίζω.

«Κάνεις σα να μη φταίς εσύ. »
«Μα καλά δε νιώθεις τίποτα; »
«Ένα ανθρωπόμορφο τέρας, αυτό είσαι...
χωρίς ψυχή, απλά συνεχίζεις. »

Το σκηνικό έχει στηθεί. Ένα δωμάτιο χωρίς φώς,
ένα παράθυρο που βλέπει σ’ εκείνο το δάσος.

«Δεν υπάρχεις, είναι η στιγμή. Και το ποτήρι βαρύ»
με όσες δυνάμεις μου μένουν προσπαθώ να σηκωθώ
«Φύγε, ξημερώνει. Ήρθε η ώρα να χαθείς. Και εγώ...
ανύμπορος πια να αντισταθώ, μονάχα σε υπομένω. »

Το σώμα εξασθενεί, ο νους μου με εγκαταλείπει.
Μία διαρκής πλάνη, λίγο πριν σβήσω – πριν το τέλος.

« Οι άνθρωποι γνωρίζουν πολύ καλά πως να πληγώνουν»
Συνεχίζω μόνος να μιλάω στο κενό, μια τελευταία γουλιά...
« Δε θέλω να πληγώσω κανέναν, αλήθεια. Σκοπός μου
ο δρόμος της φυγής, όπου και αν με οδηγήσει τελικά»

Ζηλεύω το γκρίζο λύκο που διασχύζει, τρέχοντας, το ξέφωτο.
Ελεύθερος, χάνεται πάλι μέσα στα πυκνά δεντρα.

« Δε θέλεις να πληγώνεις, αλλά αποφεύγεις και να πληγωθείς,
γυμνός μπροστά στον ίδιο σου τον εαυτό, κατακερματισμένος»
λέει, αργοσβήνοντας μπροστά στις πρώτες ηλιαχτίδες.
« Μα εκείνη σε κάνει να χαμογελάς ξανά – τόσο άδειος, δε μπορεί»

«" Άδειος, δειλός, γελοίος" – δε δείχνεις έλεος ούτε και σήμερα. »
Με την τελευταία μου πνοή δίνω ένα τέλος σ΄ετουτο
το παραλήρημα. « Τα λόγια σου πονάνε, η φώνή σου
διαπερνά τη συνείδησή μου.Έχω μάθει να ζώ μαζί σου
και έτσι θα συνεχίσω, και αυτή τη φορά»

Ο ήλιος έχει αρχίσει να βάφει τον ουρανό,
το σκοτάδι υποχωρεί.Το ποτήρι πέφτει από τα χέρια...

17 Μαρ 2007

(...) - N.I.Π. N'


Αντιξοότητα κι αν λέγεται αυτό
μιας απροσδιόριστης στιγμής
που συνέβη
σ εκείνο το μπαρ
Θα σε αντικρύσω και θα κλάψω
και στα χέρια σου θα κλείσω την αγάπη μου
και τον έρωτα των ματιών σου
Αποξενώνω
το κορμί μου
και το βάθος του αγγίγματός σου
μου ριγεί την ύπαρξη
Αποτελειώνω
το ποτό της ηδονής
που με κέρασες απο χθες
οδύρομαι
Αντιπαρέρχομαι
και σου ξαναφωνάζω
"Μιλάω νυχτιάτικα
και η μυρωδιά των υγρών σου
είναι πάνω μου
καθηλώνοντας
το είναι μου
την ύπαρξη μου
υποφέρω
χωρίς εσένα
και για σένα
μα θα είναι αυτό δικό μας
-αναρωτιέσαι;"
Το βλέπω
στο βλέμμα σου
ω! η ομοιότητα της αντίφασης
θεέ της αγνότητας των ανθρώπων
θα σου διηγηθώ κάποτε
τα συναισθήματά μου
και θα γελάς πονώντας
μέσα στο μυαλό μου
Και να! τελειώνω με τη φράση της ευτυχίας
την απεραντοσύνη της ευφορίας
την μίσησαν οι θεοί
κι οι άνθρωποι μικροί
θα παλέψουν για να μάθουν
"τι είναι έρωτας
αγάπη και θάνατος μαζί;"
17.03

16 Μαρ 2007

" Μια νύχτα αναζήτησης " - Στράτος Π. (16/3/07) - Μέρος 'Β


Ανοίγω τα μάτια, το κεφάλι βαρύ. Σίγουρα βρίσκομαι στο
δωμάτιο μου – το διαισθάνομαι. Όλα σκοτεινά γύρω μου, μονάχα
δύο δέσμες φωτός μόλις καταφέρνουν να περάσουν μέσα από τις
κατεβασμένες γρίλιες. Προσπαθώ να σηκώσω για λίγο το κεφάλι
αλλά μάταια, στιγμιαία εγκαταλείπω. Δίπλα μου νιώθω μια
ζεστή παρουσία... Ξαφνικά γυρίζει και με αγκαλιάζει.Αυτό το
άρωμα,η υφή του δέρματός της, πρωτόγνωρα για μένα.
Παράλληλα όμως τόσο γαλήνια - μια στιγμή πραγματικής
ηρεμίας – έρμαιο, βυθισμένος απλά σε μια ζεστή αγκαλιά... Θα
μπορούσα να μείνω εδώ για πάντα. Ναι! Τι ωραία σκέψη.
Όλα τα ωραία όμως κρατανε μια στιγμή και μόνο, και εκείνη η
στιγμη απλά εξαφανίστηκε. Ότι απέμεινε από την τεκίλα που
κατανάλωσα χθες το βράδυ, έκανε αισθητή την παρουσία του σε
όλο το εύρος του στόματος μου. Γεγονός που με επανέφερε
γρήγορα στη σκληρή πραγματικότητα. Ποιά είναι εκείνη η ζεστή
παρουσία δίπλα μου και πώς κατέλειξα εδώ;
Ανησυχητικό μέν, άλλα δεν είναι δά και κάνα μυστήριο, απλά θα
βάλω τα πράγματα στη σωστή σειρά και ελπίζω πως όλα, με
σχεδόν μαγικό τρόπο, θα πάρουν μορφή.
«Ντίνα...» Περπατούσαμε μέσα στη πυκνή ομίχλη που χθες το
βράδυ είχε καλύψει τα πάντα. Όλα γύρω μας έμοιαζαν
μαγευτικά σε συνδυασμό με το μεσαιωνικό στυλ της πόλης.
Ταξιδεύαμε πίσω στο χρόνο σε μια άλλη εποχή, μια βουτιά σε
ένα αγαπημένο παραμύθι... Φτάνοντας στα αφτιά μου το
''Passenger'' του Iggy Pop κατάλαβα πως πλησιάζαμε στον
προορισμό μας, στο μέρος εκείνο όπου αργά ή γρήγορα θα
αποτελειώναμε τους εαυτούς μας και θα πνίγαμε οποιαδήποτε
τύψη παρουσιαζόταν με τεκίλα. Οι υπόλοιποι ήταν εκεί,
ετοιμοπόλεμοι, έδιναν το παρόν για μια ακόμη φορά. ‘ Μια
βόλτα στον υπέροχο κόσμο της αυτοκαταστροφής’, έτσι θα
έπρεπε να είχαν ονομάσει το μέρος. Ένα μαγαζί σχετικά μικρό,
με ξύλινη επένδυση παντού και κάτι λιγοστούς πίνακες
κρεμασμένους στους άσπρους τοίχους του. Κάθε βράδυ το
αλκοόλ έρεε άφθονο σαν τα πορφυρά ποτάμια της κόλασης, και
σε αρκετά χαμηλές τιμές. Το ιδανίκο μέρος δηλαδή όπου κάποιος
θα μπορούσε να πιεί τόσο πολύ ξοδεύοντας λίγα, ώστε στο δρόμο
της επιστροφής να ξεχάσει τον εαυτό του σε κάποιο απο τα
πλακόστρωτα, και καθόλου αναπαυτικά, σοκάκια της πόλης
περιμένοντας να τον βρεί η επόμενη μέρα. Και πιστέψτε με δεν
ήταν και τόσο σπάνιο το φαινόμενο αυτό.
Εδώ είναι που ξεκίνησαν όλα, ναι θυμάμαι. Μπήκα
πλησιάζοντας μονομιάς προς στο μπάρ. Αναζητούσα κάτι να
σβήσω τη δίψα μου. Ένα ποτήρι βότκα με λίγο πάγο ήταν
ιδανίκο. Πήρα το ποτό μου, αντάλλαξα μια δυο τυπικές
κουβέντες με το μπάρμαν και κατευθύνθηκα προς την παρέα
μου.
- «Δεν πάμε έξω να κάνουμε ένα τσιγάρο; Έχω κάτι καλό! »
είπε ο Ψηλός που στεκόταν δίπλα μου. Ο Ψηλός, άτομο
επιρρεπή στο αλκοόλ, τα ναρκώτικα και με μεγάλη αγάπη
προς τη νύχτα. Συνήθως ξυπνούσε γύρω στις 2 το βράδυ
και ερχόταν να μας συναντήσει. Χθες όμως ήταν εκεί απο
πιο νωρίς, κάτι είχε διακόψει τον ύπνο του, κάτι πολύ
σημαντικό σύμφωνα με εκείνον.
- «Γιατί όχι.» του απαντησα και πίνοντας σε δυο γουλιές το
ποτό μου τον ακολούθησα προς την έξοδο.
Τότε ήταν που την είδα, έμπαινε στο μαγαζί την ώρα που εγώ
έβγαινα. Για λίγο ήρθαμε τόσο κοντά ο ένας στον άλλο που
στιγμιαία ένιωσα την ανάσα της. Και εκείνο το άρωμα, ναι, το
ίδιο με τώρα. Ακόμα την καλύπτει απαλά με τη μυρωδιά του.
Σαστισμένος προχώρησα λίγο παραπέρα και την έχασα. Ο Ψηλός
είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά περιμένοντάς με...

11 Μαρ 2007

(...) - N.I.Π. Μ'

Ένα διήμερο ασωτίας
δεν φτάνει για να σε ερωτευτώ
όπως θα ήθελε ένας ποιητής
μοναχικός
τρελός
με αλκοόλ στο κεφάλι του
και με ναρκωτικά δοσμένη
η ψυχή του
νιώσε
"Ότι ξέχασα κι ήταν άδικο
για σένα
θα γίνει μετά για μένα
κι ο κύκλος της ζωής
θα με κουράσεις το ξέρω
και θα πρέπει να σε αφήσω
θα τα ξαναπούμε όμως
εκεί που το ήθελε η Μοίρα
η θεότητα της Άνοιξης
και του αέρα ο βρυχηθμός
η ελεγεία του παράδοξου
του έρωτα το άβατο"
Όχι δε θα νιώσεις τελικά
είμαι σίγουρος
ακούγοντας τζαζ
σακάτεψα το μυαλό μου
πίνοντας χωρίς τέλος
όπως εκείνος ο ζητιάνος
θυμάσαι;
χορεύμαμε στο δρόμο και μας πλησίασε
σου έλεγα σ' αγαπω
και μας ευχήθηκε
Κι εσύ δεν τον πίστεψες
λόγια αλκοολικά είπες
"Μιλώντας για τον χωροχρόνο
θα πέσεις στη δίνη του μυαλού
και θα ακούσεις μια φωνή
να σου απαγγέλει Προυστ
μα τότε
ω! τι μάταιο
πέθανες"
Θα σταματήσω να μου μιλάς
σε σιχάθηκα
Θα οδηγήσω μέχρι το τέρμα
κι ένα σημείωμα
θα περιμένει στη πόρτα σου
ξεφτισμένο
βρωμώντας εμετό
και φτηνή κολώνια πουτάνας
μέχρι τελευταίας γραμμής
Δεν αξίζεις
θα πεθάνω..
.. και το εννοώ!
11.03

7 Μαρ 2007

"Η Έλαφος Των Άστρων" - Νίκος Καρούζος (1962)


της μητρός μου, ότι εν τη κοιλία αυτής
η φιλία του κάλλους εδόθη μοι

Τι είναι ο έρωτας έζησα με τ' άστρα
κρατώντας το στέρνο μου στα χέρια ξεκαρφωμένο
εγώ έπεφτα όπως ένας κάδος πέφτει σε πολλές σκάλες
χύνοντας το νερό τόσον άτυχο
εγώ έπεφτα
ενώ καίγονταν μέσα μου τα εικοσιτετράωρα.
Να η λαλιά της αγάπης στις σκόνες στα ποδήματα
έχω τη χάρη να γκρεμίζομαι απ' τα σπλάχνα
και βλέπω, είναι με το μέρος μου ο ίλιγγος.

(Ροή της Αγαπημένης, Συντριμμένος)

Διαβαίνω αγιάτρευτος μεσ' στο όνειρό μου
σε δίχτυ μόνος της πρώτης σιωπής
έδειξα τα πτηνά διχάζεται ο δρόμος
η αλήθεια φαρδαίνει πάντα την ορμή.
Κ' η μοίρα των άστρων
θα είναι τέφρα θα είναι μια μεγάλη πυρική
τώρα μαθαίνω το αίμα μου
δίχως τους δροσερούς υάκινθους
τώρα σε βλέπω δρόμε του καλού σαν ειδοποίηση με κρίνους
έχοντας το σακούλι του αναστεναγμού
κι όλο πηγαίνω
πηγαίνω
στις πηγές.

(Έρημος σαν την Βροχή)

Σύρματα τιμημένα της ζωής μου
όπου με ζώνετε τόσα χρόνια
σκλάβος ανέβηκα ως τ' αστέρια
τη ζωωδία των ανθρώπων έχοντας ακυρώσει
μεσ' στην ορμή για ποίηση
μεσ' στην ορμή για έρωτα
σύρματα της ζωής μου.

(Εννέα Ποιήματα μεσ' στην Αθήνα, Ηχηρό)

Βρέθηκα πάλι με το άνθος έρημος
εδώ στο φως του καπηλείου
φεύγει σαν έντομο η ματιά προς τη συννεφιασμένη οροφή
καυσόξυλα τα κάρβουνα η μαυρισμένη σκάλα
τόσον αρχαία
όσο και η γεύση του θεού μεσ' στη ροή μας.
Είναι σαν εκκλησία ο χώρος είναι οι Έλληνες
όποιος νεκρός εδώ μ' ευσέβεια μνημονεύεται
προσμένει ο καιρός απάνω στις σκόνες.
Α η ζωή τι παιδεμός
σαρώνει τη χαρά με θειάφι...

(Μνήμη της Πατρίδας, Πίνοντας Κρασί)

Γεννιέται ο άνθρωπος κι ο ήλιος γίνετ' αμέσως πάθος
ο ποιητής έχει ένα δρόμο σαν όνειρο μαύρο χαμογελαστό
έχει ένα βέβαιο δρόμο
τόπους-τόπους αγκάθια
τόπους-τόπους ωραία χαλιά
π' ο άτυχος τα ματώνει.
Κι όταν ο ήλιος πέσει στις θνητές κορφές
αρχίζουν τ' άστρα. Εκεί του δρόμου η τέλεψη
πάλι μια γέννα μας προσμένει.

(Ο Ποιητής έχει ένα Βέβαιο Δρόμο)

*Πόσο σπουδαίοι γίνονται οι ποιητές μετά θάνατον ε; Αχ! Όχι ότι ο Καρούζος δεν ήταν και πριν μεγάλος ποιητής, πέθανε άπορος όμως, σχεδόν αβοήθητος, και μετά να σου τα υμνολόγια.. Η καθολική αναγνώριση λένε!
Οι Εκδόσεις Ίκαρος μετά το θάνατό του εξέδωσαν τα Άπαντά του σε δύο τόμους. Ο πρώτος τόμος "Τα Ποιήματα Α' (1961-1978)", περιλαμβάνουν τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Νίκου Καρούζου -ιδιωτικής έκδοσης- "Η Έλαφος Των Άστρων", η οποία βγήκε στα 1962, ένα χρόνο μετά την επίσης ιδιωτική πρώτη του συλλογή "Ποιήματα"(1961).
Η "Έλαφος των Άστρων" είναι αριστουργηματική. Είναι ερωτική, υπαρξιακή, μιλάει για αρχαία και σύγχρονη Ελλάδα, μιλάει για τη φύση και τα πράγματα. Περιλαμβάνει 35 ποιήματα, εκ των οποίων τα 9 είναι οι εξής θεματικές : "Ροή της Αγαπημένης"(7 ποιήματα), "Εννέα Ποιήματα μεσ' στην Αθήνα"(9 ποιήματα), "Φλόγες από Αίμα"(10 Ποιήματα), "Ελεύσεις"(10 Ποιήματα), "Μνήμη της Πατρίδας"(4 Ποιήματα), "Τρίπτυχο"(3 Ποιήματα), "Τρίπτυχο Δεύτερο"(3 Ποιήματα), "Λυρικό Ημερολόγιο Προς Την Άνθηση"(8 Ποιήματα), "Ασκήσεις Άνθους"(4 Ποιήματα). Τουτέστιν μιλάμε για μια συλλογή 84 ποιημάτων(!).. Απλά ονειρικά..

Βιογραφία Νίκου Καρούζου

Ο Νίκος Καρούζος θεωρείται από τους σημαντικότερους έλληνες ποιητές του 20ου αιώνα, σπουδαίο μέλος της α' μεταπολεμικής γενιάς. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο στα 1929, στο οποίο θεωρείται λαϊκός ήρωας με την προτομή του να δεσπόζει, και πέθανε στην Αθήνα στα 1990, τη δεύτερη αγαπημένη του πόλη στην οποία έζησε όλη του τη ζωή αλλάζοντας δεκάδες συνοικίες και σπίτια. Σπούδασε νομική και Πολιτικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

"Νίκος Καρούζος είναι από τους ποιητές της λεγόμενης πρώτης μεταπολεμικής γενιάς. Η ποίησή του σκοπεύει να αναμορφώσει το χάος των εντυπώσεων και παραστάσεων της καθημερινότητας. Από αυτή την άποψη, ο Νίκος Καρούζος είναι ευπρόσβλητος σε οτιδήποτε το ανθρώπινο. Μακριά από δογματικές «κακοτοπιές του πνεύματος», δεν ξορκίζει τις αντιφάσεις των ιστορικών και ατομικών βιωμάτων του, αλλά αντίθετα, τις εξαίρει και πάντα αποπειράται μες από τη ποιητική του να δει το «εξαφθέν φως» που γεννιέται στη ψυχή του ποιητή μετά «την πολλή συνουσία γιγνόμενη περί το πράγμα». Προσυπογράφοντας ποιητικά το αριστοτελικό «το ον λέγεται πολλαχώς» με τον στίχο «η αλήθεια λέγεται πληθυντικός», ο Νίκος Καρούζος είναι από αυτή την άποψη ένας φυγάς και μάλιστα θεόθεν, για να χρησιμοποιήσουμε και τον πασίγνωστο στίχο του Εμπεδοκλή από τους «Καθαρμούς» του, που ενστερνίζεται ως προς το βαθύτερο βιωματικό περιεχόμενο του και ο ίδιος ο Νίκος Καρούζος."

Διαβάστε για τον Νίκο Καρούζο :

-Περιοδικό E-Poema : http://www.e-poema.eu/dokimio.php?id=58

Βιβλία του Νίκου Καρούζου :

1. Ποιήματα - 1961
2. Η Έλαφος Των Άστρων - 1962
3. Ο Υπνόσακκος - 1964 (Ζάρβανος)
4. Μεταφυσικές Εντυπώσεις απ' τη Ζωή ως το Θέατρο - 1966 (Άψινθος)
5. Πενθήματα - 1969
6. Λευκοπλάστης για Μικρές και Μεγάλες Αντινομίες - 1971
7. Χορταριασμένα Χάσματα - 1974 (Εγνατία)
8. Απόγονος Της Νύχτας - 1978 (Πολύπλανο)
9. Δυνατότητες Και Χρήση Της Ομιλίας - 1979 (Εγνατία)
10. Ο Ζήλος του Μη Σχετικού Με Παροράματα - 1980 (Πολύπλανο)
11. "Χορχέ Λουίς Μπόρχες" Ο Δημιουργός Και άλλα Κείμενα (συνερ. Δ. Καλοκύρης)
- 1980 (Ύψιλον)
12. Μονολεκτισμοί Και Ολιγόλεκτα - 1980 (Εξάντας)
13. Φαρέτριον - 1981 (Εξάντας)
14. Αναμνηστική Λήθη - 1982 (Γοργώ)
15. Αντισεισμικός Τάφος - 1984 (Εστία)
16. Συντήρηση Ανελκυστήρων - 1986 (Καστανιώτης)
17. Χρόνος - 1986 (Μίμνερμός)
18. Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη - 1987 (Απόπειρα)
19. Περί Ζωγράφων - 1988 (Galerie Titanium)
20. Ερυθρόγραφος - 1988 (Απόπειρα)
21. Λογική Μεγάλου Σχήματος - 1989 (Ερατώ)
22. Τα Βαθυκύανα Ποιήματα - 1990 (Μίμνερμος)
23. Ευρέσεις στο Κυανό Κοβάλτιο - 1991 (Ίκαρος)* Ν..Ι.Π.

(Διαδικτυακή Σύλλογή ΙΙ)

5 Μαρ 2007

'Τα ερωτικά'' του Γιάννη Ρίτσου - Αθηνά (7/3/07)


Και καθώς συνεχίζω να πεθαίνω..
με σκοπούς χερουβικούς, ευχαριστώ το θεό που υπάρχουν και τα ερωτικά του Ρίτσου
για να συνεχίσω να καταστρέφομαι..

Γιάννης Ρίτσος - Τα ερωτικά
Συλλογή «Τα Ερωτικά», 1981, εκδόσεις «ΚΕΔΡΟΣ» (αποσπάσματα)

Γυμνό σώμα
Ι.
Είπε:
ψηφίζω το γαλάζιο.
Εγώ το κόκκινο.
Κι εγώ.

Το σώμα σου ωραίο
Το σώμα σου απέραντο.
Χάθηκα στο απέραντο.

Διαστολή της νύχτας.
Διαστολή του σώματος.
Συστολή της ψυχής.

Όσο απομακρύνεσαι
Σε πλησιάζω.

Ένα άστρο
έκαψε το σπίτι μου.

Οι νύχτες με στενεύουν
στην απουσία σου.
Σε αναπνέω.

Η γλώσσα μου στο στόμα σου
Η γλώσσα σου στο στόμα μου-
σκοτεινό δάσος.
Οι ξυλοκόποι χάθηκαν
και τα πουλιά.

Όπου βρίσκεσαι
υπάρχω.

Τα χείλη μου
περιτρέχουν τ' αφτί σου.

Τόσο μικρό και τρυφερό
πως χωράει
όλη τη μουσική;

Ηδονή-
πέρα από τη γέννηση,
πέρα από το θάνατο.Τ
ελικό κι αιώνιο
παρόν.

Αγγίζω τ δάχτυλα
των ποδιών σου.
Τί αναρίθμητος ο κόσμος.

Μέσα σε λίγες νύχτες
πώς πλάθεται και καταρρέει
όλος ο κόσμος;

Η γλώσσα αγγίζει
βαθύτερα απ' τα δάχτυλα.
Ενώνεται.

Τώρα
με τη δική σου αναπνοή
ρυθμίζεται το βήμα μου
κι ο σφυγμός μου.

Δυό μήνες που δε σμίξαμε.
Ένας αιώνας
κι εννιά δευτερόλεπτα.

Τί να τα κάνω τ' άστρα
αφού λείπεις;

Με το κόκκινο του αίματος
είμαι.
Είμαι για σένα.

Αθήνα 24.9.80


Τί όμορφη που είσαι. Με τρομάζει η ομορφιά σου. Σε πεινάω. Σε διψάω.
Σου δέομαι: Κρύψου, γίνε αόρατη για όλους, ορατή μόνο σ' εμένα.
Καλυμένη απ' τα μαλλιά ως τα νύχια των ποδιών με σκοτεινό διάφανο πέπλο
διάστικτο απ' τους ασημένιους στεναγμούς εαρινών φεγγαριών.
Οι πόροι σου εκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ιμερόεντα.
Αρθρώνονται απόρρητες λέξεις. Τριανταφυλλιές εκρήξεις απ' τη πράξη του έρωτα.
Το πέπλο σου ογκώνεται, λάμπει πάνω απ' τή νυχτωμένη πόλη με τα ημίφωτα μπάρ,
τα ναυτικά οινομαγειρεία.
Πράσινοι προβολείς φωτίζουνε το διανυκτερεύον φαρμακείο.
Μια γυάλινη σφαίρα περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία της υδρογείου.
Ο μεθυσμένος τρεκλίζει σε μία τρικυμία φυσημένη απ' την αναπνοή του σώματός σου.
Μη φεύγεις. Μη φεύγεις. Τόσο όλική, τόσο άπιαστη.

Ένας πέτρινος ταύρος πηδάει από το αέτωμα στα ξερά χόρτα.

Μια γυμνή γυναίκα ανεβαίνει τη ξύλινη σκάλα κρατώντας μια λεκάνη με ζεστό νερό.

Ο ατμός της κρύβει το πρόσωπο.

Ψηλά στον αέρα ένα ανιχνευτικό ελικόπτερο βομβίζει σε αόριστα σημεία.

Φυλάξου. Εσένα ζητούν. Κρύψου βαθύτερα στα χέρια μου.

Το τρίχωμα της κόκκινης κουβέρτας που μας σκέπει, διαρκώς μεγαλώνει.

Γίνεται μία έγκυος αρκούδα η κουβέρτα.

Κάτω από τη κόκκινη αρκούδα ερωτευόμαστε απέραντα,

πέρα απο το χρόνο κι απο το θάνατο πέρα, σε μια μοναχική παγκόσμιαν ένωση.

Τί όμορφη που είσαι. Η ομορφιά σου με τρομάζει.

Και σε πεινάω. Και σε διψάω. Και σου δέομαι: Κρύψου.
Αθήνα 18.11.80

2 Μαρ 2007

Γιάννης Σκαρίμπας, Ο Ποιητής


Νάναι σά νά μάς σπρώχνει ένας αέρας μαζί
πρός έναν δρόμο φιδωτό πού σβεί στά χάη,
καί σένα τού καπέλου σου πλατειά καί φανταιζί
κάποια κορδέλα του, τρελά νά χαιρετάει.

Και νάν' σάν κάτι νά μού λές, κάτι ωραίο κοντά
γι' άστρα, τή ζώνη πού πηδάν των νύχτιων φόντων,
κι αύτός ο άνεμος τρελά-τρελά νά μάς σκουντά
όλο πρός τή γραμμή των οριζόντων.

Κι όλο νά λές, νά λές, στά βάθη τής νυκτός
γιά ένα – μέ γυάλινα πανιά – πλοίο πού πάει
Όλο βαθιά, όλο βαθιά, όσο πού πέφτει εκτός:
έξω απ' τόν κύκλο των νερών – στά χάη.

Κι όλο νά πνέει, νά μάς ωθεί αύτός ο άνεμος μαζί
πέρ' από τόπους καί καιρούς, έως ότου – φως μου –
(καθώς τρελά θά χαιρετάει κείν' η κορδέλα η φανταιζί)
βγούμε απ' τήν τρικυμία αύτού τού κόσμου . . .

(Φαντασία, Ουλάλουμ, 1936)

Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.
Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .

Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:

. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.

Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

(Ουλάλουμ, Ουλάλουμ, 1936)

Νάναι ως νάχης φύγει — με τους ανέμους — καβάλλα
στο άτι της σιγής κι' όλα να πάης
και vάv' πολλά καράβια, πολλή θάλασσα — μεγάλα
σύγνεφα πάνω — οι άνθρωποι κι' ο Μάης.

Κι' εντός μου εμένα να βρυχιέται — όλο να τρέμει —
βαρύ ένα βαπόρι και κατόπι
πάλι εσύ κι' ο Μάης κι' οι ανέμοι
κι' έπειτα πάλιν οι ανθρώποι, οι ανθρώποι.

Και νάναι όλα απ' ό,τι φεύγει —και δε μένει—
σε μια πόλη ακατοίκητη, κι' εντός μου
ακυβέρνητο, όλο να σε πηγαίνει το καράβι
έξω απ' την τρικυμία τούτου κόσμου.

(Το Βαπόρι, απ' το Περιοδικό Περίπλους τεύχος 44 Μάρτιος-Ιούνιος '97)

Ως ανύποπτος καθόμαν, ήρθαν όλα μι' αντάρα
οι ήρωές-μου κι οι στίχοι-μου — φιόρα-μου όλα πλατύφυλλα —,
κάθε μια της ζωής-μου ήταν — κει — στραβομάρα,
κάθε γκάφα-μου ή τύφ-λα...

Κι ως αρπώντας με μ' έβγαλαν σηκωτόν απ' την πόλη
(με καμπούρες κι αλλήθωροι — με στραβή άλλα αρίδα).
όλα εκεί με τριγύρισαν και με δείξαν — χαχόλοι —
κει βαθιά, τη Χαλκίδα:

... Βλέπεις μαιτρ —μου φωνάξανε— τη Χαλκίδα την είδες
όπου συ μες στα φάλτσα-σου μόνον, ήξερες ν' άρχεις;
Νά τα έργα-σου, οι πόθοι-σου — όλοι εμείς — φασουλήδες,
νά και συ θιασάρχης!...

Τι ντεκόρ ανισόρροπο που με μύτη γελοία
μαιτρ μπεκρής το σκεδίαζε στό 'να πόδι να στέκει.
ήταν κει, λες και χτίστηκε με γλαρή κιμωλία,
όρθιο η πόλη λελέκι...

Κι ω Θεέ-μου, τι θίασος, τι λερή συνοδεία
εαυτούληδων (τούτοι-μου), να μοιράσουν σαν λύκοι
μεταξύ-τους — για ρόλους-των — κάθε μια-μου αηδία,
κάθε τι ρεζιλίκι..

Κι είμαι γω θιασάρχης-τους; Αλς κουρσούμ τώρα εξώλης
και προώλης-τους (τέλειος να μαθαίνω τους ρούμπες),
νά μ' αυτούς τους παλιάτσους-μου θα κινήσω στις πόλεις
με κραυγές και με τούμπες!...

Κι ως στα πάλκα η φάτσα-μου γελαστή θα προβαίνει
(αχ, κι η πρόγκα — τι δόξα-μου!.,. — σ' ουρανούς θα με σύρει)
η Χαλκίδα εκεί πισω-μου θα φαντάζει χτισμένη
σαν από —τεμπεσίρι...

(Στάδιον Δόξης, Εαυτούληδες, 1950)

*Γιάννης Σκαρίμπας, ο ποιητής. Το καμάρι της Χαλκίδας. Ο λυρικός ποιητής της γενιάς του '30 με την ιδιαίτερη γλώσσα, που έμενε σε ολόκληρη τη ζωή του στην αγαπημένη του πόλη, την ευβοϊκή Χαλκίδα. Πριν δώσουμε τα βιογραφικά του στοιχεία, θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με την ποιητική πλευρά του καλλιτέχνη Σκαρίμπα. Υπερρεαλισής σε ελάσσονα στίχο, από τα τέλη της δεκαετίας του '20 δημοσίευε ποιήματά του κι όχι μόνο σε λογοτεχνικά περιοδικά των Αθηνών και της Χαλκίδας. Μάλιστα τότε υπέγραφε ως Κάλλις Εσπερινός. Η πρώτη του ποιητική συλλογή τοποθετείται στα 1936 και δεν είναι άλλη από τη περίφημη "Ουλάλουμ". Στα 1950 εκδίδει τη διασημότερη συλλογή του, τους "Εαυτούληδες". Ο Γιάννης Σκαρίμπας ολοκλήρωσε τη ποιητική καριέρα του στα 1968 με τη συλλογή "Βοϊδάγγελοι", ενώ στα 1970 εκδίδονται τα ποιητικά άπαντά του "Άπαντες Στίχοι".

Βιογραφικό Γιάννη Σκαρίμπα

Ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε τον Σεπτέμβρη του 1893 στο χωριό της Αγίας Ευθυμιάδας Παρνασσίδος. Θεωρείται από τους γνήσιους εκπροσώπους της λογοτεχνικής γενιάς του '30. Υπήρξε πεζογράφος, ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, κριτικός. Πέθανε στην αγαπημένη του Χαλκίδα τον Γενάρη του 1984, σε ηλικία 91 ετών.Στα γράμματα εμφανίστηκε τη δεκαετία του '10 δημοσιεύοντας πεζά(κυρίως) αλλά και ποιήματα σε περιοδικά των Αθηνών και σε εφημερίδες της Χαλκίδας, με το ψευδώνυμο Κάλλις Εσπερινός. Στα 1929 κερδίζει το α' βραβείο για το διήγημα του "Καπετάν Σουρμελής ο Στουραΐτης", το οποίο είχε δημοσιευτεί στο περιδικό Ελληνικά Γράμματα. Στις αρχές της δεκαετίας του '30 θα εκδώσει τα πρώτα βιβλία του, το "Θείο Τραγί"(1932), το "Μαριάμπας"(1935) και τη ποιητική συλλογή "Ουλάλουμ"(1936). Πλέον το δείγμα γραφής "αλά Σκαρίμπα" έχει παγιωθεί και αρέσει. Στα 1942 ανεβαίνει σε θέατρο της Χαλκίδα ο "Ήχος του Κώδωνος", με το παρόλογο να κάνει την εμφάνισή του στην ελληνική λογοτεχνία. Επίσης πολλά ποιήματα του μελωποιήθηκαν από συνθέτες όπως ο Γ. Σπανός, Σ. Κασάρας, Χρ. Λεόντης, Ν. Άσιμος κ.ά και κυκλοφόρησαν σε δίσκους καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Επιπλέον, άλλα θεατρικά έργα του Σκαρίμπα υπήρξαν "Σεβαλιέ Σερβάν της Κυρίας", "Κυρία του Τραίνου", "Πάτερ Συναίσειο", "Το Καγκουρώ" κ.ά., ενώ η παραγωγή κυρίως πεζών του ήταν αδιάκοπη. Ο Γιάννης Σκαρίμπας μελέτησε πολύ τον Καραγκιόζη. Έφτιαχνε φιγούρε, επηρρεασμένος ίσως από την φιλία του με τον ζωγράφο Κόντογλου, κι ανέβαζε ερασιτεχνικές παραστάσεις σπίτι του. Συμβολή μεγάλη είχε και στην ιστορία, με το περίφημο τρίτομο έργο του "Εικοσιένα και η αλήθεια", που προκάλεσε, ενώ σε αμείωτο ρυθμό αρθρογραφούσε για την επικαιρότητα σε εφημερίδες και περιοδικά. Σπουδαία και τα αντιπολεμικά πεζά του("Περίπολος Ζ", "Φυγή προς τα Εμπρός").

"Ο μπαρμπα-Γιάννης πολιτογραφήθηκε μέσα μας σαν μια συνείδηση, τόσο εθνική όσο και λαϊκή. Ήταν ένας απέραντος ποταμός σοφίας -λαϊκής σοφίας-, γνώσης, σπουδής, πάθους για τη γυμνή αλήθεια και αγωνιστικότητα. Είτε θυμόσοφος, είτε οργισμένος, είτε είρωνας σαρκαστής ο Γιάννης Σκαρίμπας ήταν η φωνή του καθένας μας. Του άγνωστου Έλληνα που δεν είχε ποτέ φωνή, που δεν έμαθε παρά όσα του δίδαξαν και κάποτε το κατάλαβε και εξεγέρθηκε μετρώντας μια-μια τις τύψεις της κυρίαρχης τάξης, της κυρίαρχης ιδεολογίας, της κυρίαρχης «ιστορίας», της κυρίαρχης αρλουλοπολογίας, που ποτέ τους δεν μπόρεσαν να τον κοιτάξουν κατάματα και να τον αντιμετωπίσουν «στα ίσια». Στοχαστής μοναδικός και φύση ανήσυχη δεν μπόρεσε ποτέ του να βολευτεί με τη συμβατικότητα. Έμεινε απροσκύνητος, μέχρι τα στερνά του και πάντα οπλισμένος με το δραστικό λόγο του που δεν «χάριζε κάστανα» χωρίς ποτέ του να θεωρεί ότι είναι σπουδαίος." (Από τον Νίκο Χατζηγιάννη, αρθρογράφο του "Σερβιτόρου Ευβοίας".

Εργογραφία Γιάννη Σκαρίμπα

1. Καϋμοί στο Γριπονήσι, διηγήματα (1930)
2. Το θείο τραγί, διηγήματα (1933)
3. Μαριάμπας, μυθιστόρημα (1935)
4. Ουλαλούμ, ποιήματα (1936)
5. Το σόλο του Φίγκαρω, μυθιστόρημα (1939)
6. Εαυτούληδες, ποιήματα (1950)
7. Ο ήχος του κώδωνος, θέατρο (1950)
8. Το Βατερλώ δύο γελοίων, μυθιστόρημα (1959)
9. Η μαθητευομένη των τακουνιών, τρεις νουβέλες (1961)
10. Βοϊδάγγελοι, ποιήματα (1968)
11. Άπαντες στίχοι, ποιήματα (1970)
12. Το ’21 και η αλήθεια, Η τράπουλα και Οι γαλατάδες, ιστορία (19711977)
13. Ο σεβαλιέ σερβάν της Κυρίας, θέατρο (1971)
14. Η περίπολος Ζ΄, χρονικό από τον Α΄ Παγκ. Πόλεμο (1972)
15. Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα, διηγήματα (1973)
16 Φυγή προς τα εμπρός, μυθιστόρημα (1976)
17. Τρεις άδειες καρέκλες, διηγήματα (1976)
18. Αντι-Καραγκιόζης ο Μέγας, θέατρο (1977)
19. Τα πουλιά με το λάστιχο, χρονογραφήματα (1978)
20. Τα καγκουρώ, θέατρο (1979)
21. Σπαζοκεφαλιές στον ουρανό, αντιδιηγήματα (1979)
22. Η κυρία του τραίνου, θέατρο (1980)
23. Ο πάτερ Συνέσιος, θέατρο (1980) * Ν.Ι.Π.

1 Μαρ 2007

"''Τελευταία κραυγή, στα βάθη της νυχτός, κάποιου πόχει πεθάνει'' Κώστας Καρυωτάκης" - Αθηνά (1/3/2007)















Η αποχαιρετηστήρια επιστολή

Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι.
Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές !!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ημουν άρρωστος.
Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέσει την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Κ.Γ.Κ.

Ο Καρυωτάκης αυτοκτόνησε 32 χρονών το 1928.


Πως νιώθετε διαβάζοντας τα λόγια ενός αυτόχειρα;
Δεν θα παρουσιάσω βιογραφικό σημείωμα ούτε θα αναφερθώ στις πολυάριθμες κριτικές και φιλολογικές μελέτες για το έργο του Καρυωτάκη.
Θα εστιάσω σε αυτή τη μοναδική αίσθηση που προκαλεί το εθελούσιο τέλος ενός δειλού επαναστάτη.
Αντιφατικός χαρακτηρισμός, μα ο Καρυωτάκης ήταν ένας μοναδικά δισυπόστατος άνθρωπος, υπάρχει ένα κλασικό άρθρο του Τέλλου Άγρα για το ποιητή, στο οποίο διαφαίνεται χαρακτηριστικά η πιο αντιπροσωπευτική, κατά τη ταπεινή μου άποψη, εικόνα του Καρυωτάκη: ''Ήταν μάλλον κοντόσωμος, του έλειπε κάποιος αέρας, κάποια άνεση· τα μάτια του έπαιζαν ανήσυχα και άστατα. Το στόμα και το πηγούνι ήσαν χαρακτηριστικά βαρυθυμίας. Μα κατά τα λοιπά, σχεδόν τίποτε πάνω του δεν έδειχνε κάτι το ιδιόρρυθμο ή το αποκαλυπτικό. Όσο για την ομιλία του, ήταν από τις λίγες τίμιες, στρωτές ομιλίες: ανεπιτήδευτη, κανονική, διαφωτιστική -- και απλή. Το γέλιο του, μόνον αυτό δεν ήταν τόσο απλό. Ο Καρυωτάκης γελούσε συχνά, δηλαδή μάλλον χαμογελούσε συχνά· μα -- παράξενο πράγμα! Ακριβώς αυτό το χαμόγελο ήταν το μόνο που φανέρωνε όλη του την πικρία! Χαμογελούσε, μπορεί να πεί κανείς, μόνο με το μισό του πρόσωπο. Τ' άλλο μισό έμενε όπως και πριν. Κι έτσι, η φυσιογνωμία του γινόταν, θαρρείς, ακανόνιστη, διχασμένη, δισυπόστατη. Και κατέβαζεν αμέσως τα μάτια κάτω, σα να ’κανε αμαρτία.''

Είχε συνείδηση, η μια μάλλον τραγική απόδοση της πραγματικότητας, την είχε πάντα μέσα του, στη ματιά του, στη σκέψη του, στο μυαλό του, στη μονοτονία των ποιημάτων του.
Σε αντίθεση με τους 'μακάριους' της εποχής και τους κατήγορους του, εκείνος όσο κι αν ποθούσε το ρομαντισμό, είχε απογυμνώσει τη πραγματικότητα του από αυτόν, τουλάχιστον από τη κοινότυπη έννοια του, αντίκριζε τις αλήθειες της εποχής του μέσα από το πρίσμα μιας παθητικά δεκτικής μελαγχολίας μεταφρασμένης σε ελεγεία και σάτιρες με ποιητική ηχώ.
Πονούσε ο Καρυωτάκης, πονούσε για τη ζωή, τον άνθρωπο, για το πεπερασμένο της ύπαρξης μας, για τη κάλπικη φύση μας, πονούσε με μια αξιοπρέπεια, η διαμαρτυρία του ήταν η ίδια η απάθεια του, η άτονα μονότονη μα συνάμα δυνατή φωνή των ποιημάτων του ουρλιάζει σαρκαστικά, χτυπώντας τις αισθήσεις μας με υπονοημένους ψιθύρους σε ποιητική διάλεκτο. Είναι η προσφορά και η κατάρα του προς εμάς, μεταθέτει τις αδυναμίες και τις ευθύνες του. Έβλεπε όση ‘ασκήμια’ χωρούσε η ματιά του, ή μάλλον έβλεπε τη κοινή πραγματικότητα, που η δική του συνείδηση απέδιδε σε απόλυτη ματαιότητα. Μας κληροδότησε αυτό το συναίσθημα μέσα από τα ποιήματα του. Ο ίδιος, μη μπορώντας να εξαφανίσει τη πραγματικότητα του αλλά ούτε και να σταματήσει να τη βλέπει, απλά υπέφερε..


Αναρωτιόμουν λοιπόν πώς ένας άνθρωπος μπορεί να αυτοκτονήσει μη έχοντας ίχνος ταραχής, γιατί ο Καρυωτάκης έτσι αποχώρησε, (προτού αυτοπυροβοληθεί έπινε καφέ σε καφενείο της Πρέβεζας κάνοντας αστεία με τις εκεί παρέες), ποιός άνθρωπος θα άφηνε αυτοσαρκαστικό υστερόγραφο σε σημείωμα αυτοκτονίας; Ασύλληπτο για όλους εμάς, Ο Καρυωτάκης ωστόσο όντας αποφασισμένος, τον κατείχε μια ήρεμη δύναμη, λες και ο θάνατος ήταν γι’ αυτον η μοναδική ευτυχής μελλοντική έκβαση.
Τις απαντήσεις μου για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη τις έλυσε ένας συγκλονιστικός στίχος του Τάσου Λειβαδίτη :
Κι οι νεκροί πλάγιασαν και σταύρωσαν τα χέρια, σαν αυτό που
Ψάχναν
Να το αγγίζουν, επιτέλους, μέσα τους.

Θα κλείσω με ένα αγαπημένο ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη.


Κιθάρες

Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες

κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.

Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.
Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.

Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.