30 Απρ 2007

"Mexico City Blues" - Jack Kerouak (1959)

Μιζέρια και σκατά,
Πονάω ολόκληρος
Και περιμένω χωρίς έλεος
Να συμβούν τα χειρότερα.
Είμαι εντελώς χαμένος,
Δεν έχω ελπίδα
Αν και γνωρίζω πως αυτή η αυθαίρετη αντίληψη
του πόνου
βασανίζει
τα μεταφυσικά
ανάπηρα νεύρα μου,
κι ούτε υπάρχω πλέον ούτε τραγουδώ,
και έχω πληρωθεί
για τη δουλειά που έκανα
όταν ήμουν νέος
τότε που η δουλειά ήταν διασκέδαση
και δεν ξέρω πως να ονομάσω τον οίκτο,
δεν έχω πια μπλουζ
δεν έχω παπούτσια, δεν έχω μάτια
δεν έχω γλώσσες παπουτσιών, πνευμόνια,
δεν έχω χαρά, δεν έχω τέχνη,
δεν έχω τίποτα να κάνω, τίποτα ν' αποχωριστώ,
μαλλιά να κόψω
πεζοδρόμια να φτύσω,
λέξεις να κάνω να πετάξουν
έτσι για πλάκα,
τρόμο και αυτοσχέδια ποίηση
για να δουλέψω σε μια μόνιμη δουλειά
Ζούγκλες τριχών επάνω στους καρπούς μου
μεγενθυμένες 1000 φορές
στην Κόλαση της Αιωνιότητας

(227ο χορικό)

*Η μοναδική ποιητική συλλογή που εξέδωσε εν ζωή ο πατριάρχης(και νονός) της Beat Generation, ο αμερικανός με γαλλο-καναδικές ρίζες Τζακ Κέρουακ. Στα τέλη της δεκαετίας του '50 έχοντας γράψει τα κορυφαία του μυθιστορήματα "On The Road", "The Dharma Bums" και έχοντας ασπασθεί τον βουδισμό, ο Κέρουακ κατά την παραμονή του στο Μεξικό(σε ένα από τα πολλά ταξίδια του εκείνη την δεκαετία - παράλληλα αγαπημένο μέρος όλων των beat λογοτεχνών και των φίλων τους), συνομιλώντας για 3 εβδομάδες και κατά διαστήματα με τον φίλο του Ουίλλιαμ Γκάρβερ(αποτέλεσε ρωας μυθιστορημάτων και του Κέρουακ και του Μπάροουζ) στο άθλιο δωμάτιο του τελευταίου, έγραψε 242 χορικά δομημένα και διαβασμένα υπό τους ήχους της τζαζ. Οι Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, σε μετάφραση Ρούμπης Θεοφανοπούλου, εκδίδουν στα 1990 την παρούσα συλλογή. Περιλαμβάνει ένα 35σέλιδο σημείωμα του Τζων Τίτελ, φίλου του Κέρουακ, για τη ζωή του συγγραφέα, ένα 2σέλιδο σημείωμα της μεταφράστριας και μια καλή επιλογή από τα 242 χορικά.

Βιογραφικό Τζακ Κέρουακ
(από την ελληνική βικί-παιδεία)

O Τζακ Κέρουακ (Jean-Louis Lebris de Kerouac ή Jack Kerouac, όπως έγινε αργότερα γνωστός) (12 Μαρτίου 1922 - 21 Οκτωβρίου 1969) ήταν Αμερικανός λογοτέχνης, ένας από τους κύριους εκπροσώπους της Μπητ γενιάς (αγγλ. Beat Generation) και εισηγητής του ομώνυμου όρου. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους μείζονες Αμερικανούς συγγραφείς, αν και κατά τη διάρκεια της ζωής του δεν έτυχε της ίδιας αναγνώρισης από τους κριτικούς. Ανάμεσα στα πιο γνωστά έργα του ανήκουν τα μυθιστορήματα Στο Δρόμο και Οι Αλήτες του Ντάρμα.
Γεννήθηκε στο Λόουελλ της Μασσαχουσέττης στις 12 Μαρτίου του 1922, γιος του Λέο-Αλσίντ Κέρουακ ή Κερουάκ και της Γκαμπριέλ-Ανζ Λεβέκ. Είναι χαρακτηριστικό, πως ο Τζακ Κέρουακ, μέχρι την ηλικία των έξι ετών δεν μιλούσε καθόλου αγγλικά, καθώς οι γονείς του ήταν απόγονοι γαλλοκαναδών από το Κεμπέκ, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Νέα Αγγλία, και στο σπίτι τους μιλούσαν μόνο την κεμπεκιώτικη διάλεκτο της Γαλλικής. Σε πολύ νεαρή ηλικία, βίωσε το θάνατο του αδελφού του Τζέραρντ, γεγονός που επηρέασε βαθιά τον Κέρουακ, αποτελώντας επιπλέον την αφορμή για την μετέπειτα έκδοση του μυθιστορήματος Visions of Gerard.
Του άρεσε πάρα πολύ το διάβασμα κι από μικρή ηλικία έδειξε τάση προς την καλλιτεχνία, γράφοντας δικά του περιοδικά, τα οποία μάλιστα εικονογραφούσε μόνος του. Μεγαλώνοντας, εξελίχθηκε σε καλό αθλητή του
μπέιζμπολ και κυρίως του αμερικανικού ποδοσφαίρου, τόσο ικανό ώστε με το πέρας των γυμνασιακών του σπουδών να λάβει αθλητική υποτροφία για να σπουδάσει δωρεάν στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης. Εκεί, ήρθε σε επαφή για πρώτη φορά, με αρκετά από τα μετέπειτα μέλη της λογοτεχνικής μπητ γενιάς, μεταξύ αυτών ο Άλλεν Γκίνζμπεργκ και ο Ουίλιαμ Μπάροουζ. Η φοίτηση του στο Κολούμπια δεν διήρκησε πολύ, γιατί στο πρώτο έτος σπουδών του, έσπασε το πόδι του κατά τη διάρκεια ενός αγώνα φούτμπολ. Παράλληλα, η κακή σχέση και οι διαφωνίες με τον προπονητή της ομάδας του, τον ώθησαν να εγκαταλείψει τις σπουδές του και επέστρεψε στην γενέτειρά του Λόουελλ, όπου ξεκίνησε να εργάζεται ως αθλητικός συντάκτης της εφημερίδας Λόουελλ Σαν (Lowell Sun).
Μετά από διάφορα επαγγέλματα που άσκησε στο
Λόουελλ και στη Βοστώνη, όπου έζησε για ένα μικρό χρονικό διάστημα, στις αρχές του 1942 εργάστηκε σε εμπορικά πλοία, πραγματοποιώντας μακρινά ταξίδια. Τον επόμενο χρόνο, κατατάχθηκε εθελοντικά στο Αμερικανικό Ναυτικό, από όπου απολύθηκε λίγους μήνες αργότερα κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου πολέμου. Η επίσημη αιτιολογία της απόλυσής του, αναφερόταν στην ψυχολογική του κατάσταση και έκανε λόγο για αδιαφορία του. Είναι γεγονός πως δεν τηρούσε αυστηρή υπακοή στις εντολές των ανωτέρων του. Αργότερα, του επετράπη να ξαναεπιταχθεί στο Ναυτικό, και ταξίδεψε μεταξύ ΗΠΑ και Αγγλίας, υπηρετώντας στο πολεμικό πλοίο S.S. George Weens.
Οταν επέστρεψε από την Αγγλία, ο Κέρουακ μαζί με την φίλη του Έντυ Πάρκερ (Edie Parker), συνδέθηκε στενά με τους Λουσιέν Κάρρ (Lucien Carr) και
Άλεν Γκίνσμπεργκ (Allen Ginsberg), τότε φοιτητές στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, με τον συγγραφέα Γουίλιαμ Σ. Μπάροουζ (William S. Burroughs) καθώς και με τον Νιλ Κάσαντι (Neal Cassady). Εκείνη τήν εποχή, σε μια συζήτησή του με τον συγγραφέα Τζόν Κλέλλον Χόλμς (John Clellon Holmes), ο Κέρουακ περιέγραψε τους φίλους του και γενικά την γενιά του ως ψυχικά κουρασμένη με την ζωή και τον κόσμο, έχοντας ένα αίσθημα «ήττας» (beatness), εισάγοντας ουσιαστικά για πρώτη φορά τον όρο Beat Generation.
Παντρεύτηκε την Έντυ Πάρκερ το
1944, λίγο μετά την φυλάκιση του Λουσιέν Κάρρ για ανθρωποκτονία, για την οποία μάλιστα ο Κέρουακ θεωρήθηκε συνένοχος. Ο γάμος του κράτησε μόλις μερικούς μήνες, χώρισε το 1945 και τον ίδιο χρόνο συνέπεσε ο θάνατος του πατέρα του. Λίγο μετά τον θάνατο του, ο Κέρουακ άρχισε τη συγγραφή του πρώτου μυθιστορήματός του, Η Κωμόπολη και η Πόλη (The Town and the City), το οποίο δημοσιεύτηκε το 1950.
Το
1949 πραγματοποίησε το πρώτο του ταξίδι από τη Νέα Αγγλία στο Σαν Φρανσίσκο, μαζί με τον φίλο του Νηλ Κάσσαντυ και την πρώην σύζυγο τού Κάσσαντυ, Λουάν (Luanne). Την επόμενη δεκαετία, ο Κέρουακ ταξίδεψε σχεδόν σε όλη την Αμερική και το Μεξικό, άλλοτε οδηγώντας με συνεπιβάτη τον Κάσσαντυ, κι άλλοτε κάνοντας ότο-στόπ. Η περιπλάνησή θα αποτελούσε τη βάση του περίφημου μυθιστορήματός του Στο Δρόμο (On the Road).
Το
1950 παντρεύτηκε τη δεύτερη συζυγό του, Τζόαν Χάβερτυ (Joan Haverty). Τα επόμενα χρόνια, αποτέλεσαν μία ιδιαίτερα δημιουργική και παραγωγική περίοδο για τον Κέρουακ. Άρχισε να γράφει με μανία, τα γνωστά του μυθιστορήματα Στο Δρόμο (On the Road) βασισμένο στα ταξίδια του, τα Οράματα του Κόντυ (Visions of Cody), το Ντόκτορ Σακς (Dr. Sax), το Μάγκι Κάσιντι (Maggie Cassidy), τους Υποχθόνιους (The Subterraneans) και άλλα έργα.
Περίπου το
1955, άρχισε να μελετά το Βουδισμό, επηρεασμένος αρχικά από το έργο του Dwight Goddard A Buddhist Bible ενώ ασχολήθηκε έντονα με το διαλογισμό. Κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού του στο Μεξικό, ολοκλήρωσε την ποιητική του σειρά Μπλουζ του Μέχικο Σίτι (Mexico City Blues) καθώς και το μυθιστόρημα Τριστέσα (Tristessa) γραμμένο για μιά κοπέλα που γνώρισε εκεί. Το 1956 άρχισε να γράφει τα μυθιστορήματα Τα Οράματα του Ζεράρ (Visions of Gerard) γραμμένο για τον αδελφό του, Γραφές της αιωνιότητας (The Scripture of the Golden Eternity) καθώς και πολλά ποιήματα.
Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου του Στο Δρόμο το 1957, άρχισε να γράφει το μυθιστόρημα Οι Αλήτες του Ντάρμα (The Dharma Bums). Στη διάρκεια της δεκαετίας του
1950, και ειδικότερα μετά τη δημοσίευση του On the Road, ο Κέρουακ απέκτησε μεγάλη φήμη, στα πλαίσια της οποίας πραγματοποίησε αρκετές δημόσιες απαγγελίες ποίησης ή πεζογραφίας, συχνά με συνοδεία μουσικής τζαζ, στη Νέα Υόρκη. Επίσης, αρθογράφησε στα περιοδικά Playboy, Swank, Holiday, Escapade και Esquire.Το 1961 εγκαταστάθηκε στο Μπιγκ Σερ (Big Sur) της Καλιφόρνιας, όπου και έγραψε το τελευταίο του ημιαυτοβιογραφικό μυθιστόρημα Μπιγκ Σερ (Big Sur). Το 1966, παντρεύτηκε την ελληνικής καταγωγής παιδική του φίλη, Στέλλα Σάμπας, από την γενέτειρά του, Λόουελλ, κι εγκαταστάθηκε στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ της Φλώριδας, μαζί με την μητέρα του.
Πέθανε σε ηλικία 47 χρονών, στις
20 Οκτωβρίου 1969, από εσωτερική αιμοραγία, λόγω κίρρωσης τού ήπατος. Η σύζυγός του Στέλλα και η μητέρα του Γκαμπριέλ, τέλεσαν μια μικρή κηδεία στο Σαίντ Πήτερσμπεργκ, καθώς και μία στό Λόουελλ, στην εκκλησία του St. Jean Baptiste, όπου παρακολουθούσε τη λειτουργία όταν ήταν μικρός. Η ταφή του έγινε στον οικογενειακό τάφο των Σάμπρα στο Λόουελλ.

Εργογραφία

(1950) The Town and the City
(1957) On the Road (Στο Δρόμο)
(1958) The Dharma Bums (Οι Αλήτες του Ντάρμα)
(1958) The Subterraneans (Οι υποχθόνιοι)
(1959) Mexico City Blues
(1959) Doctor Sax
(1960) Tristessa (Τριστέσσα)
(1960) Lonesome Traveller (Μοναχικός Ταξιδιώτης)
(1960) Scripture of the Golden Eternity (Γραφές της Αιωνιότητας)
(1961) Book of Dreams (Τα Όνειρά μου)
(1961) Pull my Daisey
(1962) Big Sur (Μπιγκ Σερ)
(1963) Visions of Gerard
(1965) Desolation Angels
(1966) Satori in Paris (Σατόρι στο Παρίσι)
(1968) Vanity of Duluoz (Η Ματαιοδοξία του Ντουλουόζ)

Εκδόσεις μετά θάνατον

(1971) Scattered Poems
(1971) Pic (Πικ)
(1972) Visions of Cody
(1973) Trip Trap
(1977) Heaven and Other Poems
(1992) Pomes All Sizes
(1993) Good Blonde and Others
(1995) Selected Letters Vol. 1
(1995) Portable Jack Kerouac
(1997) Some of the Dharma
(1999) Selected Letters Vol. 2
(1999) Atop an Underwood
(2000) Door Wide Open, Kerouac, Johnson Letters
(2000) Orpheus Emerged
(2003) Book of Haikus
(2004) Wind Blown World
(2004) Departed Angels - The Lost Paintings * Ν.Ι.Π.

27 Απρ 2007

(...) - Ν.Ι.Π. Ξ'


Κατάντησα κουράστικός
αβάσταχτα ερωτικός
με λόγια παχιά, πράξεις βαθιές
λες και είμαι ο θεός
που θα ευλογήσει
την καρδιά σου.
Δεν ήξερα όμως ο χαζός
είσαι άνθρωπος κι εσύ
με ανοχή μηδενική
θέλεις χώρο και ρυθμό
προσωπικό
για τη δική σου τη ζωή.
Δακρύβεχτη
κατάντησε κι αυτή
η συλλογή
η ποιητική
για μια γυναικά
που δε μπορεί
να μου δοθεί
απόλυτα εκστατικά
ένα σώμα μια ζωή
Υπερβολή!
μα τι ζητώ ο άθλιος;
Mια ματιά κι ένα κορμί
για το υπέρτατο
τον έρωτα των ανθρώπων
Θα γίνω πεζός μικροαστός
και θα γκρινιάξω
πλάνη
ψέμα
αυταπάτη
οφθαλμαπάτη κι αυτή
και θα γελάσω με την ήττα
Άκου ιέρεια
Ακούστε εσείς
αντιξοότητες
θα ζω
και θα τις γράφω
κι εσύ
κι εσείς
θα μου τις δίνετε
απλόχερα
σαν πάντα!
27.04

"Νεολιθική Νυχτωδία Στην Κρονστάνδη" - Νίκος Καρούζος (1987)


(...)
Ποτέ μου δεν αφέθηκα στους αριθμούς ή άλλα
κύμβαλα
ούτε είπα την ανθρωπότητα ομορφόσογο,
μα είν' αλήθεια, στα κράκουρα της ερημιάς η πτήση
μοιάζει με αθώωση κι ο νους μας πάντοτε
ξελεπιάζει στους ωκεανούς τον Ποσειδώνα αιχμηρή
φενάκη
σε πίκρα της αγωνίας ωράρια,
φάσμα ο πανσέληνος ουρανός κι ο ηλίθιος ήλιος απάνω
υποκινητής του ίσκιου μου μέρα-νύχτα.
Σιγά τα αίματα! - ο ήλιος, μας οφείλεται κύριοι,
χωρίς υμνολογίες!
Χωρατεύει σωρηδόν η άνθηση κι αν υποκύπτω στην
όσφρηση
στα μύρα στη μητέρα στους αμέριμνους ίασμους
εντούτοις μ' ενοχλούσαν ανέκαθεν οι ώρες του Σωκράτη
πριν απ' τον εύγευστο θάνατο
κι αγέρωχα ωρυόμενοι κεραυνοί νεμόμενοι το μεσονύχτι
τ' ουρανού οι βογιάροι
μ' ανελέητα σπαθιά κι απαστράφτοντας
τη νύχτα τήντ ξεκοιλιάζουν.
Εγώ λοιπόν έκπληχτος από χέρι διαστέλλω γαλαξίες
κι ανατείνομαι όνειρος
αποβάλλοντας το πραγματικό κι αναθυμούμενος μόλις
εκείνη την αρτηρία του αόρατου
την πλεξούδα του καπνού σε ανώδυνο
ύψος. Εδώ επιμένουμε όλοι.

-Άννα, τι συμβαίνει;

-Άρχισε η επίθεση.

-Άννα, έχε γεια! Θα πεθάνουμε.

-Νικολάι, σ' αγαπούσα ολόκληρη.

-Μιαν άλλη φορά, θα ξαναγίνει, Άννα.
[... et Dieux font un tapis την ώρα τούτη με τον πάγο κάτω
απ' τα πέλματα των συντρόφων απέναντι, για να περάσουν
αιωρούμενοι.]

διεδίδοτο δε εκάστω καθότι άν τις χρείαν είχεν -

KRONSTADT

*Από τις τελευταίες ποιητικές συλλογές ενός σπουδαίου ποιητή της μεταπολεμικής γενιάς. Ο Νίκος Καρούζος, τρία χρόνια πριν μας αφήσει για τους ουρανούς, είδε να δημοσιεύται από τις Εκδόσεις Απόπειρα, ένα εκπληκτικά ονειρικό 22σέλιδο ποιήμα του, η "Νεολιθική Νυχτωδία στην Κρονστάνδη", το οποίο πρώτα στα 1985 είχε δημοσιευτεί με αναγνωστική επιτυχία στο Περιοδικό Σπείρα(τεύχος 4-5, Άνοιξη-Καλοκαίρι 1985).

Βιογραφικό Νίκου Καρούζου

Διαβάστε το http://vakxikon.blogspot.com/2007/03/1962.html* Ν.Ι.Π.

26 Απρ 2007

"Queer" - William S. Burroughs (1985)


Όταν έμενα στο Μέξικο Σίτυ, στα τέλη της δεκαετίας του 1940, ήταν μια πόλη ενός εκατομμυρίου ανθρώπων, με καθαρή, λαμπρή ατμόσφαιρα και μ' αυτή την ιδιαίτερη απόχρωση του μπλε στον ουράνο που τόσο καλά ταιριάζει με γύπες που γυροφέρνουν, με αίμα και άμμο - το ωμό, απειλητικό, ανελέητο μεξικάνικο μπλε. Μ' άρεσε το Μέξικο Σίτυ από τη μέρα της πρώτης μου επίσκεψης εκεί. Το 1949 ήταν ένα φτηνό μέρος για να μένεις, με μια μεγάλη παροικία ξένων, μυθικά μπορντέλα κι εστιατόρια, κοκορομαχίες και ταυρομαχίες κι ότι διασκέδαση θα μπορούσε κανείς να διανοηθεί. Εκεί, ένας εργένης μπορούσε να ζήσει καλά με δυο δολάρια τη μέρα. Η δική μου υπόθεση στη Νέα Ορλεάνη για κατοχή ηρωίνης και μαριχουάνας έμοιαζε τόσο αποθαρρυντική που αποφάσισα να μην εμφανιζτώ τη μέρα της δίκης και νοίκιασα ένα διαμέρισμα σε μια ήσυχη, μεσοαστική γειτονιά του Μέξικο Σίτυ.
(...)

*Το άγνωστο πρώτο μυθιστόρημα του κορυφαίου μπητ λογοτέχνη Ουίλλιαμ Μπάροουζ, που γράφτηκε πριν το -επίσημο πρώτο- "Junky" του 1953 αλλά παρέμενε ανέκδοτο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '80, όταν πια ο Μπάροουζ ήταν ένας διακεκριμένος λογοτέχνης παγκοσμίως. Ο λόγος προφανής : αναφέρεται στα δύο πάθη της ζωής του Μπάροουζ μέσα από τα μάτια του ήρωά του Ουίλλιαμ Λη, την ηρωίνη και την ανδρική ομοφυλοφυλία, κατά την παραμονή του στο Μέξικο Σίτυ από τα μέσα της δεκαετίας του '40 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '50. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε(και κυκλοφορεί) από τα 1988 στις Εκδόσεις Πλέθρον σε μετάφραση Αννίτας Μιχάλη. Περιλαμβάνει και το απολαυστικό 20σέλιδο εισαγωγικό σημείωμα του ίδιου του Μπάροουζ γύρω από την ιστορία του έργου.

Βιογραφικό Ουίλλιαμ Μπάροουζ

25 Απρ 2007

"Η ΠΤΩΣΗ" - Αθηνά Πολυκανδριώτη (25/4/2007)


Δεν νικηθήκαμε από παραίτηση,Ούτε κι από δειλία,Μα γιατί ερωτευτήκαμε Το μύθο και τ΄ όνειρο Τη χαμένη αθωότητα και τη λαθραία ευτυχία. Δεν πολεμώ Για όσα αγωνίζομαι Μα υποφέρω για όσα δεν υπάρχουν Πώς να φορτωθείς τη τόση ματαιότητα Πώς να μετουσιωθείς την ανυπέρβλητη ανυπαρξία Απ’ το μηδέν ξεκινάμε Και στο μείον καταλήγουμε Και τη νοητή θεική καμπύλη Κανένας δεν επιχειρεί πια να χαράξει Γιατί το ψηλό θεό κάνεις δεν τον έφτασε.. Ίσως γιατί μετά την υπερύψωση η πτώση να ΄ναι πιο μεγάλη..

24 Απρ 2007

"Η Σονάτα του Σεληνόφωτος" - Γιάννης Ρίτσος (1956)


Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Από τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η γυναίκα με τα μαύρα έχει εκδώσει δυό-τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα μαύρα μιλάει στον νέο.

Άφησέ με ναρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι απόψε! Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις. Άφησέ με νάρθω μαζί σου.
Όταν έχει φεγγάρι, μεγαλώνουν οι σκιες μες στο σπίτι, αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες, ένα δάχτυλο ίχνη γράφει στη σκόνη του πιάνου λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ακούσω. Σώπα.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο τόσο αδιάφορη κι άϋλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησέ με νάρθω μαζί σου.
Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα, κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας μπορεί να φαντάζουμε κιόλας πως θα πετάξουμε, γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού μου, σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν, κι όταν κλείνεσαι μέσα σε αυτόν τον ήχο του πετάγματος νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τη πλευρά σου, τη σάρκα σου, κι έτσι σφιγμένος μες στους μυονες του γαλάζιου αγέρα, μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους, δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου, δεν είναι τούτο η λύπη μου - η λύπη μου είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου. Άφησέ με νάρθω μαζί σου.

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα, μοναχός στη δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί. Άφησέ με νάρθω μαζί σου.
Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση πως έξω από τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με την γρια βαριά του αρκούδα με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν το αφήνουν πια να βγουν έξω με όλο που πίσω από τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς ἀρκούδας -κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της, μην ξέροντας για που και γιατί -έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παιδιά, τους ἀργόσχολους τους απαιτητικούς και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα αφήνοντας να τον πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της, δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση, την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της, την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου -έστω κι ενός αργού θανάτου- την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω από τη σκλαβιά της.
(...)

*Από τις ερωτικότερες ιστορίες της ελληνικής ποίησης του 20ου αιώνα, από τον σπουδαίο έλληνα ποιητή Γιάννη Ρίτσο, κερδίζοντας μάλιστα στα 1956 και το Α' Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Μια ιστορία, διδαχή λογοτεχνικού ύφους για καλλιτέχνες αλλά και γενικότερα αφού διδάσκεται και στα σχολεία. Ο Γιάννης Ρίτσος, ήδη εικοσαετίας ποιητής με πλούσιο έργο, φθάνει στο απόγειό του προτεινόμενος μάλιστα για το Βραβείο Νόμπελ 12 χρόνια αργότερα, με αυτή την σπουδαία συλλογή που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος. Εμείς κρατάμε στα χέρια μας την ψηφιοποιημένη έκδοση των Εκδόσεων Ενδυμίων.
Αθηνούλα μου, είχες δίκιο εκείνο το βράδυ της Μεγάλης Εβδομάδας στο ταβερνάκι που το συζητάγαμε.. Ο Ρίτσος μπορεί να γίνει ανυπέρβλητος στις καρδιές μας!

Βιογραφικό Γιάννη Ρίτσου
(από την λογοτεχνική εγκυκλοπαίδεια του Elogos.gr)

O Γιάννης Ρίτσος γεννήθηκε στη Μονεμβασιά. Ο πατέρας του ήταν κτηματίας, αλλά έχασε την περιουσία του και πολύ νωρίς ο ποιητής δυστύχησε οικονομικά. Για να ζήσει έγινε χορευτής σε επιθεωρησιακό μπαλέτο αφού φοίτησε στη σχολή Μοριάνοφ. Γρήγορα το ενδιαφέρον του στράφηκε στην ποίηση και στα μεγάλα κοινωνικοπολιτικά προβλήματα της εποχής του. Οι νέες ιδέες του ήταν μαρξιστικές. Αυτές οι ιδέες στάθηκαν αφορμή για περιπέτειες. Φυλακίστηκε, εξορίστηκε και εκτοπίστηκε πολλές φορές. Τόποι εξορίας του υπήρξαν η Μακρόνησος και ο Άγιος Ευστράτιος παλιά, η Γυάρος, η Λέρος και η Σύρος στην επταετία της χούντας. Η ζωή του ποιητή υπήρξε ταραγμένη και περιπετειώδης. Χαρακτηρίζεται από ασθένειες και πολιτικές διώξεις. Σίγουρα όλη αυτή η ένταση, επηρέασε την ποίηση του. Τεράστιο σε ποσότητα και πολύ σημαντικό σε ποιότητα είναι το έργο τον μεγάλου μας ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Θεωρείται ένας από τους καλύτερους εκπροσώπους της νεότερης ελληνικής ποίησης. Ο ίδιος ο Κωστής Παλαμάς είχε αναγνωρίσει την αξία του. «Να παραμερίσουμε ποιητή για να περάσεις», έγραψε σε ένα ποίημα του για τον Ρίτσο. Στις σκέψεις του ποιητή για τη μυθολογία, στην πληθώρα των μυθολογικών λεπτομερειών, μοτίβων και προσώπων, ο αναγνώστης συναντά συνέχεια κάτι πιο σημαντικό που δεν έχει εφήμερο χαρακτήρα και που ανοίγει το δρόμο για τα απόκρυφα μυστικά της ζωής και της ανθρώπινης ύπαρξης. Παρότι πέρασε τόσος καιρός από το θάνατο του Γιάννη Ρίτσου, στα 1990, το έργο του πορεύεται, όπως όλα τα έργα των δημιουργών που ταξιδεύουν ασυνόδευτα από τη φυσική παρουσία τους. Ο χρόνος που χρειάζεται για να διαγνωσθεί, εκ του ασφαλούς, κατά πόσο το έργο του Ρίτσου θα αντέξει στο χρόνο, είναι ακόμα μακρύς. Ίσως θα πρέπει να «ξεχαστεί» κι άλλο μέχρι να «ανακαλυφθεί» ξανά. Ίσως άλλοι, απρόβλεπτοι παράγοντες, να συμβάλουν προς τη μια ή προς την άλλη εξέλιξη. Ίσως, τέλος, η αδιαμφισβήτητη αξία του να το κάνει, ώστε να ξεπεράσει τη συνωμοσία σιωπής που εξυφαίνεται γύρω του.

1909 Γέννηση του ποιητή (πρωτομαγιά – σημαντική ημέρα για τους αγώνες της εργατικής τάξης) στη Μονεμβασιά. Ο πατέρας του Ελευθέριος ήταν μεγαλοκτηματίας, η μητέρα του Ελευθερία ήταν από αρχοντική οικογένεια του Γυθείου. Έχουν ήδη τρία παιδιά , τον Δημήτρη, τη Νίνα και τη Λούλα.
1921 Μετά το δημοτικό και το Σχολαρχείο εγγράφεται στο Γυμνάσιο Γυθείου όπου φοιτά ως το 1925.Πεθαίνει ο αδερφός του από φυματίωση και μετά τρεις μήνες η μητέρα του από την ίδια αρρώστια.
1924 Δημοσιεύονται ποιήματά του στη «Διάπλαση των Παίδων».
1925 Η οικογένειά του καταστρέφεται οικονομικά από το χαρτοπαικτικό πάθος του πατέρα του ο ίδιος με την αδερφή του Λούλα έρχεται στην Αθήνα για να εργαστεί στην Εθνική Τράπεζα σαν γραφέας.
1926 Ο Γιάννης Ρίτσος προσβάλλεται από φυματίωση, ενώ ο πατέρας του έχει χρεοκοπήσει οικονομικά και ψυχικά ασθενής κλείνεται στο ψυχιατρείο του Δαφνίου, «Ό,τι αγάπησα μου το πήρε ο θάνατος και η τρέλα». Εγγράφεται στη νομική σχολή, αλλά δεν φοιτά.
1927-29 Εισάγεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου νοσηλεύεται για τρία χρόνια. Εκεί γνωρίζεται με μαρξιστές και διανοούμενους της εποχής καθώς και με τη Μαρία Πολυδούρη.
1930 Μεταφέρεται διαδοχικά σε σανατόρια στην περιοχή των Χανίων. Διαμαρτύρεται δημόσια για τις άθλιες συνθήκες του ασύλου φυματικών Καψαλώνας στην Κρήτη. Εισακούεται από τους αρμόδιους.
1931-34 Επιστρέφει στην Αθήνα και συνδέεται με τους «Πρωτοπόρους» και την «Εργατική Λέσχη». Για βιοποριστικούς λόγους στρέφεται στο εμπορικό θέατρο και συμμετέχει σε παραστάσεις ως ηθοποιός, χορευτής και σκηνοθέτης. Το 1934 προσλαμβάνεται διορθωτής στον εκδοτικό οίκο «Γκοβόστη». Δοκιμάζεται από τη φτώχεια. Εκδίδεται το πρώτο βιβλίο ποιημάτων του με τον τίτλο «Τρακτέρ». Αρχίζει να συνεργάζεται με το «Ριζοσπάστη» και γίνεται μέλος του ΚΚΕ.
1935 Κυκλοφορεί το δεύτερο βιβλίο του «Πυραμίδες».
1936 Γράφει και εκδίδει τον «Επιτάφιο» συγκλονισμένος από τα θύματα της μεγάλης καπνεργατικής απεργίας του Μαΐου στη Θεσσαλονίκη.
1937-38 Εισάγεται στο Δαφνί και η Λούλα, ενώ ο ίδιος νοσηλεύεται για λίγο στο σανατόριο της Πάρνηθας. Γίνεται μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Κυκλοφορεί το «Τραγούδι της Αδελφής μου». Το 1938 κυκλοφορεί η «Εαρινή Συμφωνία». Πεθαίνει ο πατέρας του. Προσλαμβάνεται στο Βασιλικό (αργότερα Εθνικό) Θέατρο.
1939-40 Βγαίνει από το ψυχιατρείο η Λούλα. Μετακινείται στη Λυρική Σκηνή, όπου εργάζεται ως χορευτής.
1941- 42 Κατοχή, η υγεία του επιδεινώνεται. Προσχωρεί στο ΕΑΜ και προσφέρει τις υπηρεσίες του στον αντιστασιακό αγώνα «Το φεγγάρι είναι το κράνος του γερμανού φαντάρου. Αμπαρώσου καλά...»
1944-45 Ακολουθεί τους νικημένους των «Δεκεμβριανών» του 1944 στη Μακεδονία. Γράφει θεατρικά έργα. Επιστρέφει στην Αθήνα, όπου συνεργάζεται με το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα» και εκδίδει την ποιητική σύνθεση « ο σύντροφός μας ο Νίκος Ζαχαριάδης».
1948-52 Εξορίζεται στη Λήμνο, στη Μακρόνησο, στον Αϊ-Στράτη, στην Ικαρία. «Ποιός να το πει πως βρίσκονται οι μισοί κάτου απ’ το χώμα/ κ’οι άλλοι μισοί στα σίδερα;»(Ρωμιοσύνη) .Απολύεται μετά από διαμαρτυρίες διανοουμένων του εξωτερικού Άραγκον, Νερούδα, Πικάσο κ.α.). Συνδέεται με το νεοσύστατο κόμμα της ΕΔΑ και συνεργάζεται με την εφημερίδα «Αυγή».
1953-55 Παντρεύεται την γιατρό Γαρυφαλιά Γεωργιάδου, το 1955 γεννιέται η μονάκριβη κόρη του Ελευθερία. «Κοριτσάκι προχθές γεννήθηκες εσύ, χτες η μητέρα σου κι εγώ...»
1955-56 Ο Γιάννης Ρίτσος τιμάται με το Α κρατικό βραβείο ποίησης για τη συλλογή του «Η Σονάτα του Σεληνόφωτος» η οποία μεταφράστηκε σε 20 γλώσσες. Ο Ρίτσος ταξιδεύει στη Σοβιετική Ένωση(ανταποκριτής της Αυγής).
1958 Διώκεται ποινικά μαζί με άλλους για το αφιέρωμα της «Επιθεώρησης Τέχνης» στα σαραντάχρονα της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ταξιδεύει στη Ρουμανία και στη Βουλγαρία.
1960 Εκδίδεται σε δίσκο ο «Επιτάφιος» μελοποιημένος από το Μίκη Θεοδωράκη.
1962 Ταξιδεύει ξανά στη Ρουμανία όπου γνωρίζει τον Ναζίμ Χικμέτ. Ταξιδεύει στην Τσεχοσλοβακία, στην Ουγγαρία και στην Ανατολική Γερμανία.
1964 Υποψήφιος της ΕΔΑ στις εκλογές ,δεν εκλέγεται.
1966 Ταξιδεύει στην Κούβα. Κυκλοφορεί σε δίσκο η «Ρωμιοσύνη» μελοποιημένη από το Θεοδωράκη.
1967 Απριλιανή δικτατορία. Ο Γ.Ρίτσος εξορίζεται στη Γυάρο, Λέρο και Σάμο(κατ’οίκον περιορισμός) ως το 1970.
1968 Στέλνει κρυφά στη Γαλλία το «Πέτρες, Επαναλήψεις, Κιγκλίδωμα» και τα «Δεκαοχτώ Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας», που τα μελοποιεί ο Θεοδωράκης ,ο οποίος βρίσκεται στη Γαλλία και τα παρουσιάζει σε συναυλίες.
1970 Μέλος της «Ακαδημίας Επιστημών και Γραμμάτων» του Μάιντς(Δ.Γερμανία). 1972 Βραβείο ποίησης της Μπιενάλε του «Knocke» (Βέλγιο).
1973 Συμμετέχει στις διαδηλώσεις οικοδόμων και φοιτητών στο Πολυτεχνείο.
1974 Βραβείο Ντιμιτρόφ (Βουλγαρία). Για το Πολυτεχνείο «Σκοτωμένοι επί τόπου μπροστά στο παράνομο μικρόφωνο, κ’η φωνή τους ακόμα Αδέλφια, Αδέλφια...»(Το σώμα και το αίμα)
1975 Γνωρίζει διεθνείς τιμές και διακρίσεις. Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης . προτείνεται για Νόμπελ.
1976 Βραβείο «Taormina», Κατάνια Ιταλίας.
1977 Βραβείο Λένιν για την ειρήνη, μέλος της Ακαδημίας Μαλλαρμέ (Γαλλία).
1978-87 Επίτιμος διδάκτορας στο Πανεπιστήμιο Μπέρμιγχαμ (Αγγλία), 1979 το βραβείο (Διεθνές Βραβείο Ειρήνης για τον Πολιτισμό), 1984 διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1990 Πεθαίνει στην Αθήνα και ενταφιάζεται στη Μονεμβασιά.

Εργογραφία

Ποίηση

Τρακτέρ, 1934
Πυραμίδες, 1935
Επιτάφιος,1936
Το τραγούδι της αδελφής μου, 1937
Εαρινή συμφωνία, 1938
Η Ρωμιοσύνη, 1945
Γειτονιές του κόσμου,1949
Σονάτα του Σεληνόφωτος,1956
Η αρχιτεκτονική των δεύτερων,1958
Οι γερόντισσες και η θάλασσα, 1959
Ποιήματα - α τόμος,1961
Ποιήματα - β τόμος,1961
Κάτω απ τον ίσκιο του βουνού, 1962
12 ποιήματα για τον Καβάφη, 1963
Μαρτυρίες Α, 1963
Ποιήματα - γ τόμος, 1964
Φιλοκτήτης, 1965
Ορέστης, 1966
Μαρτυρίες Β, 1966
Οστραβα, 1967
Πέτρες, επαναλήψεις, κιγκλιδώματα, 1972
Ισμήνη, 1972
Η επιστροφή της Ιφιγένειας, 1972
Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας, 1973
Γκρογκάντα, 1973
Καπνισμένο τσουκάλι, 1974
Ποιήματα - δ τόμος, 1975

Πεζογραφία

Μια γυναίκα πλάι στη θάλασσα
Πέρα απ τον ίσκιο των κυπαρισσιών
Τα ραβδιά των τυφλών
Αρίοστος ο Προσεχτικός
Τί παράξενα πράματα
Με το σκούντημα του αγκώνα
Ο λόφος με το συντριβάνι
Ισως να ναι κι ετσι
Ο γέροντας με τους χαρταϊτούς
Οχι μονάχα για σένα
Σφραγισμένα μ'ένα χαμόγελο
Λιγοστεύουν οι ερωτήσεις
Ο Αρίοστος αρνείται να γίνει Άγιος

Διαβάστε επίσης από την Αθηνά : http://vakxikon.blogspot.com/2007/03/blog-post_05.html

(Διαδικτυακή Συλλογή V)

21 Απρ 2007

"Αμοργός" - Νίκος Γκάτσος (1943)


(...)
Τι να μου κάμει η σταλαγματιά που λάμπει στο μέτωπο σου;
Το ξέρω πάνω στα χείλια σου έγραψε ο κεραυνός τ' όνομα του
Το ξέρω μέσα στα μάτια σου έχτισε ένας αητός τη φωλιά του
Μα εδώ στην όχτη την υγρή μόνο ένας δρόμος υπάρχει
Μόνο ένας δρόμος απατηλός και πρέπει να τον περάσεις
Πρέπει στο αίμα να βουτηχτείς πριν ο καιρός σε προφτάσει
Και να διαβείς αντίπερα να ξαναβρείς τους συντρόφους σου
Άνθη πουλιά ελάφια
Να βρείς μιαν άλλη θάλασσα μιαν άλλη απαλοσύνη
Να πιάσεις από τα λουριά του Αχιλλέα τ' άλογα
Αντί να κάθεσαι βουβή τον ποταμό να μαλώνεις
Τον ποταμό να λιθοβολείς όπως η μάνα του Κίτσου.
Γιατί κι εσύ θα' χεις χαθεί κι η ομορφιά σου θα' χει γεράσει.
Μέσα στους κλώνους μιας λυγαριάς βλέπω το παιδικό σου πουκάμισο να στεγνώνει
Πάρ' το σημαία της ζωής να σαβανώσεις τον θάνατο
Κι ας μη λυγίσει η καρδιά σου
Κι ας μην κυλήσει το δάκρυ σου πάνω στην αδυσώπητη τούτη γη
Όπως εκύλησε μια φορά στην παγωμένη ερημιά το δάκρυ του πιγκουίνου
Δεν ωφελεί το παράπονο
Ίδια παντού θα' ναι η ζωή με το σουραύλι των φιδιών στη χώρα των φαντασμάτων
Με το τραγούδι των ληστών στα δάση των αρωμάτων
Με το μαχαίρι ενός καημού στα μάγουλα της ελπίδας
Με το μαράζι μιας άνοιξης στα φυλλοκάρδια του γκιώνη
Φτάνει ένα αλέτρι να βρεθεί κι ένα δρεπάνι κοφτερό σ' ένα χαρούμενο χέρι
Φτάνει ν' ανθίσει μόνο
Λίγο σιτάρι για τις γιορτές λίγο κρασί για τη θύμηση λίγο νερό για τη σκόνη
(...)
Πόσο πολύ σε αγάπησα εγώ μονάχα το ξέρω
Εγώ που κάποτε σ' άγγιξα με τα μάτια της πούλιας
Και με τη χαίτη του φεγγαριού σ' αγκάλιασα και χορέψαμε μες στους καλοκαιριάτικους κάμπους
Πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι
Μαύρη μεγάλη θάλασσα με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό
τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου\
(...)

*Από τα κορυφαία έργα της ελληνικής ποίησης. Η "Αμοργός" του Νίκου Γκάτσου, το μοναδικό ποιητικό έργο αυτού του σπουδαίου καλλιτέχνη(ποιητής, στιχουργός, αρθρογράφος, μεταφραστής, ραδιοσκηνοθέτης), υπερρεαλιστικό κομψοτέχνημα που αν και κατακρεουργήθηκε στα 1943 υμνήθηκε λίγα χρόνια αργότερα, εκδόθηκε σε 308 αντίτυπα από τις Εκδόσεις Αετός, για να επανεκδοθεί από τα 1963 και ύστερα από τις Εκδόσεις Πατάκης. Εμείς κρατάμε στα χέρια μας την ηλεκτρονική έκδοση από τις Εκδόσεις Ενδυμίων.
Βιογραφικό Νίκου Γκάτσου
(από το επίσημο site του Νομού Αρκαδίας)

Ο Νίκος Γκάτσος γεννήθηκε το 1911στα Χάνια Φραγκόβρυσης (κάτω Ασέα) της Αρκαδίας, όπου και τελείωσε το Δημοτικό Σχολείο. Τις γυμνασιακές του σπουδές έκανε στην Τρίπολη, όπου γνώρισε τα λογοτεχνικά βιβλία, αλλά και τις μεθόδους αυτοδιδασκαλίας ξένων γλωσσών. Στη συνέχεια πήγε στην Αθήνα όπου φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ήξερε ήδη αρκετά καλά αγγλικά και γαλλικά και είχε μελετήσει τον Παλαμά, τον Σολωμό, το δημοτικό τραγούδι, όπως και τις νεωτεριστικές τάσεις στην ευρωπαϊκή ποίηση.
Στην Αθήνα, όπου εγκαταταστάθηκε με την οικογένειά του, άρχισε να έρχεται σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής. Πρωτοδημοσίευσε ποιήματά του, μικρά σε έκταση και με κλασικό ύφος, στα περιοδικά "Νέα Εστία" το 1931 και "Ρυθμός" το 1933. Την ίδια περίοδο έγραψε κριτικά σημειώματα στα περιοδικά "Μακεδονικές Ημέρες", "Ρυθμός" και "Τα Νέα Γράμματα" (για τον ποιητή Κωστή Μπαστιά, την ποιήτρια Μυρτιδιώτισσα και τον Θ. Καστανάκη αντίστοιχα).
Το 1943 εξέδωσε από τις εκδόσεις "Αετός" (σε 308 αντίτυπα) το βιβλίο του "Αμοργός" με το ομώνυμο ποίημα, που έμελε να σημαδέψει τη σύγχρονη ελληνική ποίηση. Αυτό ήταν και το μοναδικό βιβλίο του. Το έργο, που αποτελείται από μόνον 20 μόνον σελίδες,εκφράζει τις διαθέσεις της νεότερης ποίησης και θεωρείται σαν κορυφαίο ποιητικό έργο του ελληνικού υπερρεαλισμού. Στην πρώτη κυκλοφορία του μάλιστα προκάλεσε δυσμενείς κριτικές και αντιδράσεις, αλλά πολύ σύντομα,το 1947, το κλίμα αντιστράφηκε και η "Αμοργός"με τις ευμενείς ελληνικές και ξένες κριτικές κατατάχτηκε στην κορυφή της ελληνικής ποίησης. Η "Αμοργός" επανεκδόθηκε το 1963, το 1969 και το 1987. Από τότε ο ποιητής εδημοσίευσε μόνον τρία ακόμη ποιήματα: το "Ελεγείο" (1946, "Φιλολογικά Χρονικά"), το "Ο Ιππότης και ο Θάνατος" ( 1947, "Μικρό Τετράδιο") και το "Τραγούδι του παλιού καιρού" (1963, "Ο Ταχυδρόμος"), αφιερωμένο στο Γ. Σεφέρη. Έγραψε επίσης πολλές μελέτες και σχόλια πάνω στην ποίηση.
Με το τέλος του πολέμου ο Ν. Γκάτσος συνεργάστηκε με την "Αγγλοελληνική Επιθεώρηση" ως μεταφραστής και με το Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας ως ραδιοσκηνοθέτης, για βιοποριστικούς λόγους. Παράλληλα άρχισε να γράφει στίχους πάνω στη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι, ανοίγοντας έτσι μια λαμπρή θητεία στο σύγχρονο ελληνικό τραγούδι. Αργότερα θα συνεργαζόταν και με άλλους αξιόλογους συνθέτες, όπως με τον Θεοδωράκη και τον Ξαρχάκο.
Ο Ν. Γκάτσος, εκμεταλευόμενος την εκφραστική του δεινότητα, ασχολήθηκε διεξοδικά με τη μετάφραση έργων, κύρια για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου, του Θεάτρου Τέχνης και του Λαϊκού Θεάτρου. Πολλές μεταφράσεις του θα παραμείνουν έκτοτε κλασικές με πρώτη αυτή του "Ματωμένου Γάμου". Μετέφρασε πολλούς συγγραφείς και συγκεκριμένα από τα ισπανικά τους Λόρκα, Λοπε δε Βέγα και Ραμόν δελ Βάλιε-Ινκλάν,από τα γαλλικά, τον Ζενέ και από τα αγγλικά τον Τ. Ουιλλιαμς, Ε. Ο΄Νηλ, Α.Μακ Λης, Σων Ο΄Κέιζυ, Αύγουστο Στρίντμπεργκ, Κρίστοφερ Φράυ και άλλους. Το 1944 μετέφρασε ("Φιλολογικά Χρονικά") το ποίημα "Νυχτερινό Τραγούδι" του Λόρκα. Μετέφρασε επίσης τα έργα: "Ματωμένος Γάμος" (1948), "Το σπίτι της Μπερνάντα Αλμπα" (1945) του Φ. Λόρκα, "Ο πατέρας" του Στρίνμπεργκ (1962) και "Ταξίδι μακριάς ημέρας μέσα στη νύχτα" του Ο' Νηλ (1965). Ολα τα έργα αυτά ανεβάστηκαν από το Εθνικό Θέατρο και το Θέατρο Τέχνης. Συνεργάστηκε επίσης με τα περιοδικά "Νέα Εστία", "Τράμ", "Μακεδονικές Ημέρες", "Μικρό Τετράδιο", "Τα Νέα Γράμματα", "Φιλολογικά Χρονικά", "Ρυθμός" και "Καλλιτεχνικά Νέα". Επίσης, σε συνεργασία του με την ελληνική ραδιοφωνία, σκηνοθέτησε διάφορα θεατρικά έργα.
Μεγάλη προσφορά έχει ο ποιητής σαν στιχουργός στο ελληνικό τραγούδι, στο οποίο αφιερώθηκε σε μεγάλο βαθμό μετά την "Αμοργό". Συνεργάστηκε στενά με κορυφαίους Ελληνες συνθέτες. Στίχους του μελοποίησαν οι Μ. Χατζιδάκις, Μ. Θεοδωράκης, Στ. Ξαρχάκος, Δ. Μούτσης, Λ. Κελαηδόνης, Χ. Χάλαρης κ.α. σε κορυφαίες δημιουργίες και επιτυχίες ("Αθανασία", "Της γής το χρυσάφι", "Ρεμπέτικο", "Αρχιπέλαγος", "Πήρες το μεγάλο δρόμο", "Πορνογραφία", "
Λαϊκή Αγορά", "Η μικρή Ραλλού", "Μια γλώσσα μια πατρίδα", "Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου", "Η νύχτα", "Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά","Αντικατοπτρισμοί", "Τα κατά Μάρκον", "America America" κ.α.). Ιδιαίτερη σχέση και συνεργασία ανέπτυξε ο ποιητής με τον Μ. Χατζιδάκι και μάλιστα για μεγάλο διάστημα μέχρι και το θανατό του ήταν επίλεκτο μέλος της ομάδας Xατζιδάκι, Eλύτη, Tσαρούχη, Mποσταντζόγλου και Αργυράκη.
Με της υψηλής ποιότητας και μεστή ποίησή του, ο Ν. Γκάτσος καθιερώθηκε σαν κορυφαίος στιχουργός της ελληνικής έντεχνης μουσικής. Χαρακτηριστικά, αξέχαστοι θα μείνουν οι στίχοι του, που μελοποιήθηκαν από τον Μ. Χατζηδάκη, από το "Ματωμένο Γάμο", "Χάρτινο το Φεγγαράκι" και "Πάει ο καιρός":
"Πάει ο καιρός πάει ο καιρόςπου ήταν ο κόσμος δροσερόςκαι καθ' αυγή ξεκινούσε μια πληγήγια να ποτίσει όλη τη γη..."
Μάλιστα, το γεμάτο νόημα αυτό τραγούδι, απαγορεύτηκε από τη δικτατορία. Μετά την πτώση της, το 1974, ο ποιητής όμως θα απαντήσει:
"Ήρθε ο καιρός ήρθε ο καιρόςπάνου στου κόσμου την πληγήήρθε ο καιρός ήρθε ο καιρόςνα ξαναχτίσετε τη γη..."
Ο Ν. Γκάτσος πέθανε στις 12 Μαϊου 1992 και τάφηκε στην Ασέα. Θα μείνει για πάντα σαν ο κατ' εξοχήν εκφραστής του ελληνικού ποιητικού υπερρεαλισμού και σαν μια εξέχουσα μορφή του ελληνικού ποιοτικού τραγουδιού.
(Διαδικτυακή Συλλογή ΙV)

"Το άγαλμα" - Αθηνά Πολυκανδριώτη (21/4/2007)


Το άγαλμα
Μου γνέφει
Κάθε νύχτα,
Με καλεί
Μα ‘γώ δε το κοιτώ.
Πλησιάζω και..
Νιώθω το χρόνο που μ ’αγγίζει
Και ξέρω, γνωρίζω..

Είναι αργά
αδυνατώ να εξαγνιστώ,

Κάθε νύχτα κάνω
Έρωτα μαζί του,
θρηνώ..

Είναι αργά

Τ’ αγγίζω και μαυρίζω
Τη σμιλευμένη αθωότητα του,
Το φιλώ και σκαλίζω
Τ’ αγνά χαρακτηριστικά,
Με το χάδι μου
Σφυροκοπώ την λεία καρδιά του,

Μα είναι αργά

Σε μυσταγωγία δύσοσμη
Μεταναστεύω τα όνειρα μου,
Και τα πνίγω.

Σε κλεμμένη ουτοπία
τα βυθίζω,
και τα βαφτίζω με κάλπικη αγνότητα και αγάπη
όλα δικά σου
κομμάτια από λευκό μάρμαρο.

20 Απρ 2007

" Κραυγή " - Στράτος Π. (20/4/07)




Όλοι εσείς, και ”ποιητές” και ”συγγραφείς” – διακεδαστές
Όλοι εσείς που σε λήθαργο να ρίξετε θέλετε τον κόσμο
Ταΐζετε το μυαλό του με το χόρτο της λήθης, της αποχαύνωσης
βαδίζετε παράλληλα με τη διαφθορά κ τη σαπίλα των ημερών

Ντύνετε την ασχήμια μ’ ένα χρυσοστόλιστο πέπλο κεντημένο
με λόγια εξυμνηστικά, κρύβετε εσκεμένα την αλήθεια
Από τις θέσεις σας μπορείτε να ανοίξετε τα μάτια των ανθρώπων
αντί αυτού, τα κλείνετε ερμητικά με τους φανφαρονισμούς σας

Περπατώ ανάμεσά σας, αναπνέω την υποκρισία σας
μοιάζω να είμαι ένας από εσας, αλλα δεν είμαι
Ελεύθερος σηκώνω το κεφάλι ψηλά, ζω στο σκοτάδι της μέρας σας
και κάθε νύχτα ξάγρυπνος αναζητώ μια πραγματική λάμψη

Δεν αποδέχομαι κανένα τίτλο, δε διακεδάζω καμία ψυχή
αυτά που γράφω στο σκοτάδι θα τα κρύψω
λίγοι θα ‘ναι αυτοί που θα τα αναζητήσουν
και ακόμα λιγότεροι εκείνοι που θα τα κατανοήσουν

Ας εξυμνήσουμε λοιπόν τη φύση που τόσο όμορφα κείτεται
σχεδόν νεκρή γύρω μας, έχοντας χάσει πια την αυθεντικότητά της.
Ο Vivaldi θα αυτοκτονουσε γεμάτος φρίκη στην ιδέα οτι το
έργο του δεν υφίσταται πια, αδυνατώντας να το πιστέψει.

Ας εξυμνήσουμε λοιπόν για μια ακόμη φορά τον έρωτα κ την αγάπη
γυρνώντας την πλάτη στον πόνο κ την αδικία
Ας γιορτάσουμε όλοι μαζί με χαρά τα Θεία
ξεχνώντας ότι αποτρόπεο και αηδιαστικό συμβαίνει γύρω μας.

Όχι δεν είμαι πεσιμιστής ούτε μηδενιστής κ πάνω απ’ όλα
καλύτερος δε θαρρώ πως είμαι από σας
διασκεδάζω, απολαμβάνω τις καθημερινές χαρές μαζί σας
δεν ξεχνώ όμως και τα μάτια μου ανοιχτά κρατώ

Θυμάμαι κάποιο βράδυ κάπου ανάμεσα σε καπνό και αλκοόλ
λόγια ποιητικά άκουσα κ άναυδος κοντοστάθηκα να παρακολουθώ
Ηχούσαν όμως άσχημα στ’ αυτιά των ακροατών,
γεμάτα φρίκη, οδύνη και με λόγο εξοργιστικό

Το χλευασμό και την κατακραυγή συνάντησε μπροστά του
από αυτούς που κουρδίσατε εσείς σ’ ετούτο το ρυθμό
Κυνηγημένος έτρεξε γρήγορα και γω ανύμπορος

ντροπιασμένος τον έβλεπα να απομακρύνεται

Χάθηκε στο θόρυβο της πόλης.’’Προτιμώ να θυσιαστώ εγώ
σ’εκείνο το υπέρτατο ον, προκειμένου να σταματήσουν όλα
αυτά που με δάκρυα στα μάτια παρατηρώ καθημερινά.Το μόνο
που με απελπίζει, οτι δεν υπάρχει Τίποτα εκει να μ’ ακούσει...’’

Λόγια αγνά, πραγματικά – ένας άνθρωπος όχι σαν κ’ εσάς
μα ούτε σαν κ’ εμένα, κατατρεγμένος απ’ το δημιούργημά σας
Κοιμηθείτε άλλο ένα βράδυ ήσυχοι, με γεμάτα τα στομάχια σας,

πνιγμένοι στη ματαιοδοξία σας,ο όχλος σας είναι αποκοιμισμένος...

17 Απρ 2007

"Κίχλη" - Γιώργος Σεφέρης (1947)


Τα σπίτια που είχα μου τα πήραν.
Έτυχε να 'ναι χρόνια δίσεχτα πολέμοι χαλασμοί ξενιτεμοί
κάποτε ο κυνηγός βρίσκει τα διαβατάρικα πουλιά
κάποτε δεν τα βρίσκει
(...)
όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ' εκείνους που έμειναν μ' εκείνους που έφυγαν
μ' άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χάθηκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.
(...)

(Σπίτι Κοντά στη Θάλασσα)

(...)
Μιλούσε πολύ γρήγορα, κι εκείνη
κοίταζε αφηρημένη προς τους φωνογράφους
τον έκοβε καμμιά φορά να πει μια φράση
κι έπειτα κοίταζε με ανυπομονησία
εκεί που τηγανίζουν ψάρια σαν τη γάτα.
Αυτός ψιθύριζε μ' ένα αποτσίγαρο σβηστό στα χείλια :

-Άκουσε ακόμη τούτο. Στο φεγγάρι
τ' αγάλματα λυγίζουν κάποτε σαν το καλάμι
ανάμεσα σε ζωντανούς καρπούς - τ' αγάλματα
κι η φλόγα γίνεται δροσερή πικροδάφνη,
η φλόγα που καίει τον άνθρωπο, θέλω να πω.

-Είναι το φως... ίσκιοι της νύχτας...

-Ίσως η νύχτα που άνοιξε, γαλάζιο ρόδι,
σκοτεινός κόρφος, και σε γέμισε άστρα
κόβοντας τον καιρό.
(...)

-Τ' αγάλματα είναι στο μουσείο.
Καληνύχτα.

-... γιατί τ' αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια,
είμαστε εμείς. Τ' αγάλματα λυγίζουν αλαφριά... Καληνύχτα.
(...)

(Ηδονικός Ελπήνωρ)

*Από τις σημαντικότερες ποιητικές συλλογές του κορυφαίου έλληνα νομπελίστα ποιητή Γιώργου Σεφέρη. Η "Κίχλη", μια συλλογή αποτελούμενη από 6 ενότητες(Σπίτι Κοντά στη Θάλασσα, Ηδονικός Ελπήνωρ, Το Ραδιόφωνο, Ψυχάμοιβος, Το Ναυάγιο της Κίχλης, Το Φως), συγγράφηκε στον Πόρο το Φθινόπωρο του 1946 και εκδόθηκε ένα χρόνο μετά από τις Εκδόσεις Ίκαρος. Εμείς κρατάμε στα χέρια μας τη ψηφιοποιημένη έκδοση από τις Εκδόσεις Ενδυμίων.

Βιογραφικό Γιώργου Σεφέρη
(από την σελίδα της "Λογοτεχνίας")

Ο μεγάλος ποιητής Γιώργος Σεφέρης, φιλ. ψευδώνυμο του Γιώργου Σεφεριάδη, γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1900 και πέθανε στην Αθήνα το 1971. Ηταν γιός του διακεκριμένου καθηγητή του Διεθνούς δικαιου του Πανεπιστημίου Αθηνών, Στέλιου Σεφεριάδη. Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, αφήνοντας πλούσιο σπιτικό, εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Παρίσι και σταδιοδρόμησε στο διπλωματικό κλάδο, όπου υπηρέτησε σε διάφορες χώρες και τέλος ως πρεσβευτής στο Λονδίνο. Ο ποιητής μεγάλωσε μεσα σε προοδευτικό δημοκρατικό περιβάλλον. Ο πατέρας του καθηγητής της Νομlκής Σχολής Αθηνών, σύμβουλος Επικρατείας και Ακαδημαϊκός, κι ένας από τους πιό θερμούς δημοτικιστές, παύτηκε γιά τα δημοκρατικά του φρονήματα δυό φορές από το Πανεπιστήμιο, το 1920 και το 1938. Ετσι, ο ποιητής γαλουχήθηκε από μικρός με τα νάματα της ελευθερίας, και της ελεύθερης σκέψης.
Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης πρωτοπαρουσιάστηκε στα ελληνικά γράμματα με την ποιητική συλλογή Στροφές στα 1931, σε 200 αντίτυπα αριθμημένα. Στά 1932 παρουσιάζει το ποίημα Στέρνα, χωρίς όνομα συγγραφέα, αλλά με την υπογραφή του σε 50 αντίτυπα. Τo 1935, σε 150 αριθμημένα αντίτυπα μας παρουσιάζει την ποιητική συλλογή Μυθιστορημα.Στη συνέχεια δημοσιεύει στο περιοδικό «Νέα Γράμματα» το ποίημα Γυμνοπαιδία. Τo 1940, σε 356 αριθμημένα αντίτυπα, μας παρουσιάζει τη συλλογή Τετράδιο Γυμνασμάτων. Τoν ίδιο χρόνο σε 317 αριθμημένα αντίτυπα μας παρουσιάζει την ποιητική συλλογή Ημερολόγιο καταστρώματος Α. Τo 1944 το Ημερολόγιο καταστρώματος B. Τo 1937 την Κίχλη, και τέλος το 1955 το Ημερολόγιο καταστρώματος Γ (με τον υπότιτλο ...Κύπρον ου μ' εθέσπισεν...). Όλο το παραπάνω ποιητικό έργο του ΣεΦέρη εκδόθηκε από τον Εκδ. οίκο «Ικαρος» με το γενικό τίτλο «Ποιήματα)), όγδοη έκδοση 1975.
Κρίνοντας το έργο του ποιητή θά πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τη βαθύτατη και πλατιά μόρφωσή του, που ξεκινάει από την απόλυτη εξοικείωση με τα κείμενα των αρχαίων, μέσα στα οποία συνάντησε τα διδάγματα της αιώνιας κληρονομιάς του πνεύματος, κι ύστερα στους ρωμαϊκούς και βυζαντινούς χρόνους, μέχρι το θρυλικό 21 και τους διδάχους της γνήσιας εθνικής παράδοσης, όπως τον Μακρυγιάννη, τον «αγράμματο Διδάσκαλο του Γένους», όπως τον αποκαλεί, ως το λαϊκό ποιητή της ζωγραφικής, τον Λέσβιο Θεόφιλο. Αυτός «ο κόσμος της ρωμιοσύνης» γυρίζει συνέχεια στο νου του και αυτόν ζεί στα οράματά του και αυτόν προσπαθεί ν'αναστηλώσει μεσ' από τα χαλάσματα και τα συντρίμμια των ανασκαφών με τους στίχους των ποιημάτων του.
Κάτοχος του ευρωπαϊκού πνεύματος και των νέων ιδεών και ρευμάτων της τέχνης, έγινε ο θερμότερος υποστηρικτής της υπερρεαλιστικής ποίησης στη χώρα μας, επηρεασμένος από το «Συμβολισμό» του Γάλλου Πώλ Κλωντέλ, του Αμερικανού Εσδρα Πάουντ και περισσότερο του Αγγλου Τ.Σ. Ελιοτ. Αν σ' αυτά προσθέσουμε και την πίκρα που φέρνει μέσα του ο ποιητής γιά τον πόνο του ξεριζωμού, το όραμα του χαμένου πατρογονικού σπιτιού, που στέγασε τις πρώτες εφηβικές του ανησυχίες, θά καταλάβουμε καλύτερα τα λόγια του γιά «τον καημό της ρωμιοσύνης» και τα λόγια του ίδιου: Η μνήμη όπου και να την άγγίξεις πονεί. Γι' αυτό, σε ολόκληρο το ποιητικό του οίκοδόμημα, με επιμονή και υπομονή προσπαθεί να πλάσει το τέλειο υπόδειγμα της καθαρά έλληνικής αρετής, που συνοψίζεται σε τούτο: την καθαρή κρίση, το ανθρώπινο θάρρος, την ασίγαστη λαχτάρα γιά δημιουργία, την αγάπη γιά την αλήθεια και την ελευθερία, και την αποφυγή κάθε υπερβολής, με τη σημασία που έδιναν οι αρχαίοι στη λέξη «φρόνημα». Και τούτο το έκαμε, γιατί όπως λέει κάπου ο ίδιος: ο ελληνισμός είναι δύσκολος, ναι μα γι' αυτό αξίζει τον κόπο.Κοιτάζοντας την ποίηση του Σεφέρη στο σύνολό της, αντιμετωπίζομε ενα πρόβλημα. Ας το δούμε από κοντά. Στην ποίηση του Σεφέρη υπάρχουν δυό εναλλασσόμενα πρόσωπα, που μας πιστοποιούν το διχασμό του ποιητή. Υπάρχουν τα ποιήματα τα απλά και ευκολονόητα και τα ποιήματα τα κλειστά, τα δύσκολα, τα ερμητικά ποιήματα. Οταν το 1931 ο Σεφέρης τύπωσε την πρώτη ποιητική του συλλογή τη Στροφή, ο Παλαμάς σε μιά επιστολή του προς τη «Νέα Eστία» έγραψε, πως: «δυό παράγοντες συνιστουν την ποιητική γλώσσα: Τό παραδομένο, δηλαδή τους γνωστούς, δοκιμασμένους από τα χρόνια και πολυμεταχειρισμένους τρόπους, και το απαράδεκτο, όπου μας παραστέκει η φοβέρα του ασύλληπτου και του ακατανόητου και όπου ο Σεφέρης βρίσκει το στοιχείο του. Τα ποιήματα της Στροφής είναι κρυπτογραφικά. Χρειάζονται κάποιο κλειδί που δέν το βλέπω». Αυτά είπε ο Παλαμάς γιά τη Στροφή. Τι θα 'λεγε γιά τις άλλες συλλογές του Σεφέρη; Να ένα ακόμα πρόβλημα.
Πάντως ύστερα από την κατάκτηση της νέας ποίησης από την υπερρεαλιστική τεχνοτροπία, την διαφοροποίησή της στον νεώτερο ποιητικό χώρο και την εξοικείωσή μας με την ποιητική γλώσσα της εποχής μας, έχοντας υπόψη μας και τα μεταγενέστερα έργα του Σεφέρη, δεν μπορούμε να δεχτούμε τα ποιήματα της «Στροφής», σαν κρυπτογραφικά...
...Στο περιγιάλι το κρυφόκι άσπρο σαν περιστέριδιψάσαμε το μεσημέριμα το νερό γλυφό...
Μετά τη Στροφή, ακολούθησε η Στέρνα, ένα ποίημα, που οι στίχοι του έχουν εξαίρετη διαφάνεια και κρυσταλλική καθαρότητα, μα που το νόημά του είναι σκοτεινό και απαραβίαστο. Οσο κι αν προσπαθήσουμε να συλλάβουμε τη σκέψη του ποιητή, δεν το κατορθώνουμε. Η Στέρνα - όπως και η Κίχλη και τα Τρία κρυφά ποιήματα, - ανήκουν στην κατηγορία των ποιημάτων που δίνουν στους κριτικούς ανεξάντλητα «πεδία ερμηνευτικών πιθανοτήτων», χωρίς ποτέ να κατορθώνουν ν'αποκρυπτογραφήσουν το αληθινό νόημα της σκέψης του ποιητή και το νόημα του περιεχομένου τους. Το κλειδί του απλησίαστου αυτών των ποιημάτων μας το δίνει ο ίδιος ο ποιητής, όταν μας λέει: «Στον καιρό μας η ποίηση έγινε πιό πυκνή, πιό ελλειπτική, πιό δύσκολη, και όσο κι αν πιστεύω πως γιά τον ασκημένο φίλο της τέχνης, τέχνη δύσκολη δέν υπάρχει, αισθάνομαι και συμπαθώ την πίκρα του αυτοδίδακτου, που βλέπει ότι έρχεται σ'επαφή με πολύ μικρότερο κοινό, παρά ένας ηθοποιός του ελαφρού θεάτρου. Δέν ισχυρίζομαι, ακόμα, ότι άλλη ποίηση, περισσότερο ανοιχτή δεν μπορεί να γίνει. Λέω μόνο ότι πρώτα μ' ενδιαφέρει η συντήρηση της ποίησης, έστω κι αν για τρείς μόνους ανθρώπους, κι έπειτα η πλατύτερη επαφή με τον κόσμο».
H δεύτερη ποιητική συλλογή, το Μυθιστόρημα, υπήρξε η αποΦασιστική στροφή του ποιητή ΣεΦέρη προς τα πρωτοποριακά ρεύματα της εποχής εκείνης. Είναι η πρώτη φορά που εδώ ο μύθος και οι συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες, θα γίνουν το σταθερό και γονιμοποιό στοιχείο όπως και στην κατοπινή ποιητική του δημιουργία. Ολα τα ποιήματα του Μυθιστορήματος είναι ένας απόηχος από μνήμες, αναπολήσεις και σπαραγμούς της Μικρασιατικής καταστροφής, που δίνονται με δραματικό τρόπο, αυστηρά οργανωμένη ποιητική τέχνη, απέριττη γλωσσική διαύγεια, γνήσιο λυρισμό και απαισιόδοξη πνευματικότητα. «Είναι ένα είδος ποιητικής παράστασης - γρόφει ο Μάρκος Αυγέρης - ανάμεσα στο μύθο και στην πραγματικότητα, μιά αυτοβιογραΦία, από την εσωτερική ζωή του ποιητή, που εκφράζεται με είκόνες και σύμβολα». Πάντως και το Μυθιστόρημα είναι ένα ποιητικό σύνολο που ανήκει κατά μεγάλο μέρος στην κατηγορία των «κλειστών» ποιημάτων, που κι ο ασκημένος αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σ' ένα τοσο πυκνό και αδιαπέραστο υλικό, ώστε νιώθει σαν να βρίσκεται αβοήθητος μεσα σ' ένα απέραντο σκοτεινό δάσος. Μα και στη συνεχιζόμενη ποιητική πορεία του ποιητή με το Τετράδιο Γυμνασμάτων, τα Ποιήματα του Στρατή Θαλασσινού και τα ποιήματα Σχέδια γιά ένα καλοκαίρι, το ύφος είναι σχεδόν όμοιο με των ποιημάτων στο Μυθιστόρημα. Κάθε λοιπόν προσπάθεια μονοδιάστατης ερμηνείας θα ήταν απαράδεκτη κι από τον ίδιο τον ποιητή, ο οποίος, με κανέναν τρόπο, δεν θα δεχόταν μια τέτοια ερμηνεία.
Κι ερχόμαστε τώρα στην εξέταση της ποιητικής σειράς Ημερολόγιο καταστρώματος Α-Β-Γ. Και στη σειρά των ποιημάτων «Ημερολόγιο καταστρώματος Α» υπάρχουν πολλά αινιγματικά και αξεδιάλυτα σαν φαντασίες ονείρου. Παρακολουθούμε κι εδώ τις διαδοχικές εναλλαγές του «κλειστού» με το «ανοιχτό» ποίημα, που παρ'όλη την ανανέωση της έκφρασης του ποιητή, οι γέφυρες της επικοινωνίας, σχεδόν έxoυν κοπεί. Τα ποιήματα, μας παρουσιάζουν εικόνες - σύμβολα που δέν συλλαβαίνει σχεδόν κανείς το νόημά τους, γιατί αλλάζουν σαν σε καλειδοσκόπιο και τελειώνουν με μιά θαυμαστή λυρική διάθεση, ίδια ακατανόητη και αξεδιάλυτη.Στίχοι από το ποίημα: «Les anges sont blancs» (Οι άγγελοι είναι λευκοί) :
...Οι άγγελοι είναι λευκοί πυρωμένοι λευκοί και το μάτιμαραίνεται που θα τoυς αντικρίσεικαι δεν υπάρχει άλλος τρόπος πρέπει να γίνεις σαν τηνπέτρα, όταν γυρευεις τη συναναστροφή τους,κι όταν γυρευεις το θαύμα πρέπει νά σπείρεις το αίμα σουστις οχτώ γενιές τών ανέμων,γιατί το θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσαστίς φλέβες του άνθρώπου
Μα και το άλλο με τον τίτλο: «Η απόφαση της λησμονιάς», ίδια γραφικά, γεμάτο εικόνες, και σκέψεις για μας τελείως απόκρυφες...
...Μήτε θυμάσαι διαβάζοντας τα ψηφία μας πάνω στις πέτρες.Ωστόσο μένεις εκστατικός μαζί με τ'αρνιά σουπου μεγαλώνουν το σώμα σου με το μαλλί τουςτώρα νιώθεις στίς φλέβες σου μιά βοή θυσίας.
Πώς να ονομάσουμε όλα αυτά; Το σωστότερο θα ήταν να λέγαμε πως είναι μιά ομιλία του ποιητή με τον εαυτό του, χωρίς καμιά βούληση επικοινωνίας. «Φυσικά, η ποίηση του Σεφέρη - παρατηρεί ο Άνδρέας Καραντώνης - απόσταγμα μακροχρόνιων πνευματικών βιώσεων και συμβολικών συνδυασμών που γίνονται στα σκοτεινά, όπως τών μάγων, αποτείνεται σ'ένα κοινό καλλιεργημένων, πολύ μορφωμένων ατόμων, και ειδικότερα, σε μιά κατηγορία αναγνωστών που έχουν εξοικειωθεί με όλα τα μυστικά του μοντέρνου ποιητικού λόγου και της περίπλοκης ψυχολογίας του σύγχρονου ανθρώπου...».
Τό Hμερoλόγιο καταστρώματος Β είναι γεμάτο από εικόνες κι αισθήματα από την πλανητική ζωή του ποιητή. Αλλού σατιρικός κι αλλού πικρόχολος γιά όσα συμβαίνουν γύρω του, γίνεται ο τιμητής του πολιτικού και κοινωνικού εκτροχιασμού της εποχής του, χωρίς ν' απομακρύνεται από τις παραλλαγές της ψυχικής του διάθεσης, γύρω από τις έγνοιες της φθοράς και του θανάτου. Η φρίκη της πραγματικότητας που ζήσαμε στον πόλεμο του 40-45 διατυπώνεται επιγραμματικά στο τρίτο ποίημα της «Κίχλης»:...Χώρες του ήλιου που δεν μπορείτε v'αντικρίσετε τον ήλιο.Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε v'αντικρίσετε τον άνθρωπο...
Aς δούμε τώρα με συντομία και το Ημερολόγιο καταστρώματος Γ, που αναφέρεται ολόκληρο στην Κύπρο.O ποιητής επισκέφτηκε το νησί της Αφροδίτης το 1953 και 1954, στα χρόνια που ζητούσε απεγνωσμένα την ελευθερία του από τους Αγγλους. Κι όμως, αν αφαιρέσουμε μερικές υποτονικές, άτολμες, και υπαινικτικές αναφορές, γιά να μη θίξει τους δυνάστες, στο ποίημα «Η Σαλαμίνα της Κύπρου», δεν βλέπουμε πουθενά στα άλλα ποιήματά του τη φωνή του εθνικού ποιητή - όπως θα έκανε ο Σολωμός, ο Κάλβος, ο Παλαμάς - που να θέλει να τονώσει έναν ολόκληρο λαό στη διαμαρτυρία του γιά την απόκτηση της λευτεριάς του. Η εθνική πλευρά του αιτήματος του αδούλωτου Κυπριακού λαού δεν στάθηκε το κίνητρό του. Μήπως τον εμπόδισαν οι πολλές φιλίες του ή η διπλωματική του ίδιότητα; Πάντως τον παράσυραν οι παλιές μόνο μνήμες γιά την Ελένη της Τροίας, όπως παρουσιάζει το μύθο ο Ευριπίδης και οι αναμνήσεις από το Κυπριακό «χρονικό του Μαχαιρά», που καμιά σχέση δεν είχαν με το καυτό πρόβλημα της Κύπρου εκείνης της εποχής. Ολες οι μεγαλαυχίες και βαθυνούστατες τάχα αναλύσεις μερικών κριτικών, που θηρεύουν στα ανεξάντλητα «πεδία τών πιθανοτήτων» δεν πείθουν κανένα πιά. Ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης δεν θέλησε να γίνει ο νέος βάρδος του Ελληνισμού. Στην Κύπρο δεν είδε, παρά τ' αρχαία φαντάσματα - όπως στο ποίημα O βασιλιάς της Ασίνης - που τ' ανακαλεί από την αίώνια σιωπή, ανακατεύοντας αλλοτινές και τωρινές μνήμες με τον ίδιο πάντα «καημό της Ρωμιοσύνης» και της τρισένδοξης ιστορίας μας. Στα ποιήματα γιά την Κύπρο, κυριευμένος από ενα αίσθημα ψυχικής ευφροσύνης, μπροστά στις ομορφιές του φυσικού περίγυρου του νησιού, μας δίνει εικόνες φυσικής ομορφιάς ανεπανάληπτης πλαστικότητας.Δεν θα ήταν άσκοπο να πούμε εδώ δυό λόγια γιά τους τόσο πεζούς τίτλους τών ποιητικών συλλογών του. Ο ίδιος ο ποιητής μας εξηγεί τον τίτλο της συλλογής του Μυθιστορήματα: «Είναι τα δύο συνθετικά που μ' έκαναν να διαλέξω τον τίτλο αυτής της εργασίας, Μύθος, γιατί χρησιμοποίησα αρκετά φανερά μιάν ορισμένη μυθολογία, Iστορία, γιατί προσπάθησα να εκφράσω, με κάποιον ειρμό, μιά κατάσταση τόσο ανεξάρτητη από μένα όσο και τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος». Οσο γιά τα τρία Ημερολόγιο καταστρώματος, γράφει: «Το, κατάστρωμα δεν είναι δικό μου, καθόλου δικό μου, είναι μιά κινούμενη πλατεία, όπου πέρασα κι εγώ, αλλά και πολύς κόσμος και ο αέρας κι η βροχή και τ' ανθρώπινα σώματα κι εκείνος ο άνθρωπος που πηγαίνει κλαίοντας, εικόνα πολλών ανθρώπων. κάμποσο γκροτέσκα, που έτυχε να συναντήσω στο κατάστρωμά μου».Κατάστρωμα λοιπόν είναι ο ανοιχτός χώρος κι εκεί ο ποιητής έρχεται σε συνάφεια με τους άλλους ανθρώπους. ζεί μαζί τους τά πάθη τους και τις περιπέτειές τους και συμμερίζεται τις θλίψεις στις δραματικές συνθήκες της ζωής του άλλου. Ετσι κατάστρωμα σημαίνει: χρόνος, μύθος, ιστορία, έξοδος από το «Εγώ», ταύτιση του Εγώ με το Εμείς, σημαίνει αλληλεγγύη, μιά λέξη που τόσο αγαπούσε ο Σεφέρης.
Τέλος σημειώνουμε με ενδιαφέρον, την έκδοση μιας ακόμα ποιητικής συλλογής του Γιώργου Σεφέρη, που βρέθηκε στα χαρτιά του μετά το θάνατό του, Τετράδιο Γυμνασμάτων, Β, 1976, με φιλολογική έπιμέλεια τού καθηγητή Γ.Π. Σαββίδη. Περιλαμβάνει 74 ποιήματα, 30 από τα οποία δημοσιεύονταν γιά πρώτη φορά, καθώς και βιβλιογραφικές και ερμηνευτικές σημειώσεις. Πράγματι το «Τετράδιο Γυμνασμάτων Β» μπορεί να θεωρηθεί ως ένα ουσιαστικό συμπλήρωμα του κυρίου σώματος, των «Ποιημάτων» τού Σεφέρη, και ένα απαραίτητο βοήθημα γιά κάθε μελετητή της πολύτροπης ποιητικής του εξέλιξης.
Μα κάποτε έφτασε και η μεγάλη στιγμή γιά τον ποιητή, όταν ήρθε αντιμέτωπος με το χρέος του και δεν σώπασε. Με τη γνωστή δήλωσή του ενάντια στην τυραννία της πατρίδας του συγκίνησε όλες τις καρδιές των Ελλήνων, κι έδωσε φτερά στην αγωνιστική διάθεση της νεολαίας της πατρίδας του. Το 1970 και το 1971 με τα δυό κορυφαία ποιήματά του: Οι Γάτες τ' Αι-Νικόλα και Επί Ασπαλάθων, χάραξε γιά πάντα τ'όνομά του στον τύμβο της ελευθερίας.
O θάνατος του συντάραξε oλόκληρη την Eλλάδα, γιατί στο πρόσωπό του δεν είδε μόνο τον ποιητή, αλλά τον ακατάβλητο πολεμιστή, που μάχεται στις επάλξεις του Εθνους γιά τη σωτηρία της Ελλάδας, της ανθρωπιάς και της Ελευθερίας. Η στάση που τον βρήκε ο θάνατος ήταν η όρθια στάση του υπεύθυνου πνευματικού ανθρώπου, του ηγέτη και Εθνικού ποιητή.
Εκτός από την ποίηση, ο Σεφέρης έχει κάμει μεταφράσεις ξένων ποιητών και κυρίως του Τ.Σ. Ελιοτ. Επίσης, μετάφρασε κατά αριστοτεχνικό τρόπο από την Παλαιά Διαθήκη το Aσμα Aσμάτων και από την Καινή Διαθήκη την Aποκάλυψη τού Ιωάννη. Ακόμα έγραψε αξιόλογα δοκίμια γιά διάφορα ζητήματα της τέχνης, γιά το κρητικό αριστουργηματικό ποίημα Ερωτόκριτος και το δοκίμιο Διάλογος για την ποίηση μεταξύ Γ. Σεφέρη και Κ. Τσάτσου. Τέλος διάφορα άρθρα, «Ήμερολόγια» και μελέτες που εκδόθηκαν μετά το θάνατο του, σε δυό τόμους με τον τίτλο Δοκιμές, φιλ. επιμελεια του καθηγητή Γ.Π. Σαββίδη.
Το πόσο προσέχει ο Σεφέρης στην κατασκευή του λόγου του φαίνεται στο δοκίμιο γιά τον Μακρυγιάννη. Τρία είναι τα γνωρίσματά του. Η διαλεγμένη λέξη που σιγά-σιγά γίνεται φράση' ένα μικρό αλλά ζυγισμένο και καλά στημένο οικοδόμημα' το άξιόλογο περιεχόμενό του και η προβολή του με το προσωπικό ύφος. Στον Μακρυγιάννη στέκεται με θαυμασμό μπροστά στον γνήσιο δημοτικό λόγο των «Απομνημονευμάτων» του, στον άμεσο και φαινομενικά ανώμαλο, και χωρίς κανένα δισταγμό ονομάζει πρώτο πεζογράφο μας το συγγραφέα τους - «γιατί τον νομίζει σαν ενα μεγάλο διδάσκαλο της γλώσσας μας».
O Σεφέρης τιμήθηκε με πολλά βραβεία, ελληνικά και ξένα και το 1963 του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας, που γιά πρώτη φορά απένειμε η Σουηδική Ακαδημία σε Ελληνα συγγραφέα.

Ποιήματα

Στροφή (1931)
Η Στέρνα (1932)
Mυθιστόρημα (1935)
Γυμνοπαιδία (1936)
Τετράδιο Γυμνασμάτων (1940)
Ημερολόγιο καταστρώματος Α' (1940)
Ημερολόγιο καταστρώματος Β' (1944-1945)
Κίχλη (1947)
Ημερολόγιο καταστρώματος Γ' (1955)
Τρία κρυφά Ποιήματα (1966)
Τετράδιο Γυμνασμάτων Β(1976)
Δοκίμια, Αλληλογραφία, Ημερολόγια
Διάλογος πάνω στην ποίηση (1939)
Δοκιμές (1944)
Ερωτόκριτος (1944)
Οι ώρες της κυρίας Ερσης (για το ομώνυμο έργο του Ν.Γ.Πεντζίκη με το ψευδώνυμο Ιγνάτης Τρελός) (1973)
Εξι νύχτες στην Ακρόπολη (1925-1927) (1973)
ΑλληλογραφίεςΑλληλογραφία (Γ.Θεοτοκά-Γ.Σεφέρη 1930-1966) (1975
Αλληλογραφία (Αδ.Διαμαντή-Γ.Σεφέρη 1953-1970) (1988)
Αλληλογραφία (Γ.Σεφέρη-Α.Καραντώνη 1931-1960) (1989)
Αλληλογραφία (Σεφέρης και Μαρώ 1936-1940) (1989)
Αλληλογραφία (Γ.Σεφέρη-Λορεντζάτου 1948-1968) (1990)
Hμερολόγια:Χειρόγραφο Σεπτ. 41 (1972)
Μέρες του 1945-51 (1973)
Μέρες Α (16-2-1925 ως 17-8-1931) (1975)
Μέρες Β (24-8-1931 ως 12-2-1934) (1975)
Μέρες Γ (16-4-1934 ως 14-12-1940) (1977)
Μέρες Δ (1977)Μέρες Ε (1977)
Μέρες ΣΤ (1986)
Μέρες Ζ (1990)
Πολιτικό Ημερολόγιο Α (1973)
Πολιτικό Ημερολόγιο Β (1973)

Μεταφράσεις

Τ.Σ.Ελιοτ (1936)
Η έρημη χώρα - Τ.Σ.Ελιοτ (1940)
Φονικό στην Εκκλησιά (1963)
Αντιγραφές - Yeats, Gide, Valery (1965)
Ασμα Ασμάτων (1965)
Η Αποκάλυψη του Ιωάννη (1966)


- Σπουδαίο το βραβευμένο ντοκυμαντέρ "Ημερολόγια Καταστρώματος - Γιώργος Σεφέρης" του 2001 του έλληνα σκηνοθέτη Στέλιου Χαραλαμπόπουλου.* Ν.Ι.Π.

(Διαδικτυακή Συλλογή ΙΙΙ)

15 Απρ 2007

"Notes From Underground" - Fyodor Mikhailovich Dostoevsky (1864)


Αχ, τι καλά αν δεν έκανα τίποτα μόνο από τεμπελιά! Θεέ μου, πως θα σεβόμουνα τότε τον εαυτό μου. Θα τον σεβόμουνα γιατί ακριβώς έστω και τεμπέλης θα ήμουν σε θέση να έχω κάτι μέσα μου. Θα είχα τουλάχιστο μιαν αρετή κάπως θετική, για την οποία θα ήμουν και ο ίδιος βέβαιος. Ερώτηση: ποιος είσαι; Απάντηση: ακαμάτης. Κι αυτό θα ήταν υπέροχα ευχάριστο να τ’ ακούσω για τον εαυτό μου. Επομένως θετικά καθορίστηκε, επομένως έχω τι να πω για τον εαυτό μου. «Ακαμάτης», μ’αυτός είναι τίτλος και προορισμός, είναι καριέρα. Μη γελάτε, έτσι είναι. Είμαι τότε μέλος της αρχαιότερης λέσχης δικαιωματικά κι ασχολούμαι μόνο με το να σέβομαι τον εαυτό μου...

Όσο για μένα, στη ζωή μου έφτασα στα άκρα εκείνο που εσείς δεν τολμάτε ούτε στο μισό δρόμο να φέρετε, απο δειλία, κι ακόμη, παίρνετε τη δειλία σας για φρονιμάδα και παρηγοριόσαστε ξεγελώντας τον εαυτό σας. Γι' αυτό το λόγο ίσως να είμαι πιο ζωντανός από σας. Μα δώστε, παρακαλώ, περισσότερη προσοχή! Δε ξέρουμε ακόμη που υπάρχει τώρα εκείνο που είναι ζωντανό, από τι είναι και πως ονομάζεται. Αφήστε μας μόνους, χωρίς βιβλία, κι αμέσως θα πελαγώσουμε, θα τα μπερδέψουμε, δε θα ξέρουμε που να στηριχτούμε και που να αφοσιωθούμε, δε θα ξέρουμε τι θα πρέπει ν' αγαπήσουμε ή να μισήσουμε, τι πρέπει να εκτιμήσουμε ή να περιφρονήσουμε. Βαριόμαστε ακόμη και που είμαστε άνθρωποι με σάρκα και οστά αληθινά, ντρεπόμαστε γι' αυτό και το θεωρούμε ατιμία μας. Γυρεύουμε να γίνουμε ένας τύπος γενικού ανθρώπου που δεν υπήρξε ποτέ. Είμαστε πεθαμένοι μόλις γεννηθούμε και χρόνια και χρόνια μας γεννούν πατέρες που δεν είναι ζωντανοί, μια κατάσταση που μας ευχαριστεί όλο και πιο πολύ. Μας αρέσει. Σε λίγο, θα επινοήσουμε κάποιο τρόπο να γεννιόμαστε από μια ιδέα. Μα δε θέλω πια να γράφω μέσα απ' το "υπόγειο"..

*Ένα κλασικό βιβλίο-παγκόσμιο αριστούργημα του κορυφαίου ρώσου λογοτέχνη του 19ου αιώνα Φιοντόρ Ντοστογέφσκι.. "Οι Αναμνήσεις από το Υπόγειο" ένα κορυφαίο βιβλίο 125 σελίδων, το οποίο έγραψε ο Ντοστογέφσκι στα 1864, περίοδος που νοσηλευόταν η πρώτη γυναίκα του(πέθανε την ίδια χρονιά) και ο ίδιος σε κακή οικονομική κατάσταση ύστερα από ένα πολύχρονο ταξίδι του στην Ευρώπη, πάσχοντας από την αρρώστια της χαρτοπαιξίας. Το βιβλίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ροές(2001) σε μετάφραση Σταυρούλας Αργυροπούλου, εμείς κρατάμε στα χέρια μας μια περυσινή έκδοση της "Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας" σε μετάφραση Γιώργη Σημηριώτη. Ένα 8σέλιδο βιογραφικό του μεγάλου Ρώσου λογοτέχνη(κορυφαίος πλέον μαζί με τους συμπατριώτες του Τολστόι, Γκόγκολ, Λέρμοντοφ, Παστερνάκ, Πούσκιν, Τιούτσεφ και Τσέχωφ) και το κορυφαίο διήγημα χωρισμένο σε δύο μέρη, στο ανυπέρβλητο πρώτο μονόλογο του συγγραφέα και στο δεύτερο μέρος, την "Ιστορία του Χιονόνερου"(χωρισμένο σε 10 μέρη), αναφορικά με την εξευτελιστική περιπέτεια του ήρωα με τους παλιούς του φίλους και την νεαρή πόρνη..

Βιογραφικό Φιοντόρ Ντοστογέφσκι

(από την ελληνική βίκιπαιδεία)

Φιοντόρ Μιχαήλοβιτς Ντοστογιέφσκι (Fyodor Mikhailovich Dostoevsky, ρωσ. Фёдор Михайлович Достоевский) υπήρξε κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ρωσικής καταγωγής. Γεννήθηκε το 1821 στη Μόσχα. Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Μηχανικών της Αγίας Πετρούπολης. Υπηρέτησε στο στρατό για ένα μικρό χρονικό διάστημα αλλά τον εγκατέλειψε γρήγορα γιά να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Μελέτησε την κοινωνία και τον κόσμο όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη. Θέμα των έργων του, η ίδια η ζωή. Είδε από κοντά τις υποβαθμισμένες συνοικίες, γνώρισε τη φτώχεια, τον πόνο, την εξαθλίωση των ταπεινών ανθρώπων και στη συνέχεια μετέφερε τις εικόνες αυτές στα μυθιστορήματα του. Ασχολήθηκε με τον άνθρωπο και την κοινωνία και υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης.
Εναντιώθηκε στην πολιτική του Τσάρου Νικολάου του Α'. Αυτή του η στάση είχε αποτέλεσμα να κατηγορηθεί για συνωμοσία και να καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση. Τα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές του Όμσκ υπέφερε τρομερά βασανιστήρια και εξευτελισμούς. Το 1859 επέστρεψε στην Πετρούπολη και εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία, όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος γιά να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Άρχισε λοιπόν να γράφει συνέχεια και ακούραστα με αποτέλεσμα να καταφέρει να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχετικά άνετα. Σε αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερα του έργα: Ο παίκτης, Οι αδερφοί Καραμαζώφ, Έγκλημα και Τιμωρία, Ο Ηλίθιος, Οι δαιμονισμένοι. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού Πολίτης και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, Το Ημερολόγιο Ενός Συγγραφέα, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες σημείωσε τεράστια επιτυχία. Πέθανε το 1881 στην Πετρούπολη σε ηλικία 60 ετών.
Άλλα έργα του είναι τα μυθιστορήματα: Ο φτωχόκοσμος, Λευκές νύχτες, Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι, Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων, Το υπόγειο. Υπήρξε μέλος της Ακαδημίας Επιστημών και η προσφορά του στην παγκόσμια λογοτεχνία είναι διεθνώς αναγνωρισμένη. Θεωρείται ως ο μεγαλύτερος μυθιστοριογράφος όλων των εποχών και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σχεδόν σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Στην Ελλάδα το έργο του Ντοστογιέφσκι όχι μόνο αγαπήθηκε και διαβάστηκε πολύ αλλά και επηρέασε αρκετούς Έλληνες λογοτέχνες. Πολλά από τα έργα του έχουν διασκευαστεί και παιχτεί στο ελληνικό θέατρο.

Μυθιστορήματα

Ο φτωχόκοσμος (1846)
Νιετόσκα Νιεζβάνοβα (
1849)
Το όνειρο του θείου μου (1859)
Το χωριό Στεπαντσίκοβο και οι κάτοικοί του (
1859)
Αναμνήσεις από το σπίτι των πεθαμένων (
1860-1862)
Ταπεινωμένοι και καταφρονεμένοι (
1861)
Ο παίκτης (
1866)
Έγκλημα και τιμωρία (
1866)
Ο αιώνιος σύζυγος (
1870)
Οι δαιμονισμένοι (
1871-1872)
Ο ηλίθιος (
1868)
Ο έφηβος (
1875)
Αδελφοί Καραμάζωβ (
1879-1880)

Διηγήματα

Ο σωσίας (1846)
Ο κύριος Προχάρτσιν (
1846)
Μυθιστόρημα σε εννέα γράμματα (
1847)
Η σπιτονοικοκυρά (
1847)
Η γυναίκα ενός άλλου και ο άντρας κάτω απ’το κρεβάτι (
1848)
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο και ο γάμος (
1848)
Λευκές νύχτες (
1848)
Πολζούνκωβ (
1848)
Μια αδύναμη καρδιά (1848)
Ένας τίμιος κλέφτης (1848)
Ο μικρός ήρωας (γραμμένο το 1849 και δημοσιευμένο το
1857)
Μια αξιοθρήνητη ιστορία (1862)
Το υπόγειο (
1864)
Ο κροκόδειλος (
1865)
Μπόμποκ* (
1873)
Μικρές εικόνες*(
1873)
Το παιδί στο δένδρο του Χριστού* (
1876)
Μια γλυκιά γυναίκα* (1876)
Ο χωρικός Μάρεϊ* (1876)
Η αιωνόβια* (1876)
Το όνειρο ενός γελοίου* (
1877)
Ο λόγος για τον Πούσκιν (1880)
*Σημ. Δημοσιεύτηκαν μέσα από «Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα»

Δοκίμια

Χειμερινές σημειώσεις σε καλοκαιρινές εντυπώσεις (1863)
Το ημερολόγιο ενός συγγραφέα (
1873-1877, 1880)

13 Απρ 2007

"Leave Of Grass(Collected)" - Walt Whitman (Ελληνική Συλλογή "Ποιήματα" του 2006)


Τραγουδώ τον εαυτό, ένα απλό ξεχωριστό πρόσωπο
Ωστόσο προδέρω τη λέξη Δημοκρατικός, Μαζικός.

Τραγουδώ την ανθρώπινη φυσιολογία απ' την κορφή μέχρι τα πόδια
Ούτε η φυσιογνωμία ούτε το μυαλό από μόνα τους δεν είναι αντάξια της Μούσας
Εγώ λέω ότι ολόκληρη η Μορφή αξίζει πολύ περισσότερο
Τραγουδώ τη Γυναίκα την ισότιμη με τον Άντρα.
Την απέραντη ζω'η με τα πάθη, τον παλμό, τη δύναμή της
Τη χαρούμενη, τη φτιαγμένη από θεϊκούς νόμους, για τη μεγαλύτερη ελευθερία
Τραγουδώ τον Σύγχρονο Άνθρωπο.

(One's-Self I Sing, Τραγουδώ τον Εαυτό, 1867)

Μη μου κλείνετε τις πόρτες σας περήφανες βιβλιοθήκες
Γιατί αυτό που έλειπε απ' όλα τα παραμορφωμένα ράφια σας, αν
και το πιο απαραίτητο, εγώ το φέρνω
Γιατί μέσα απ' τον πόλεμο, έγραψα ένα βιβλίο
Οι λέξεις του βιβλίου μου είναι ένα τίποτα, ο σκοπός του είναι τα πάντα
Ένα βιβλίο ξεχωριστό, χωρίς δεσμούς με τα υπόλοιπα ακατανόητα απ' το μυαλό
Αλλά εσείς ανέκφραστα υπονοούμενα θα συγκλονίσετε μεσ' από κάθε σελίδα.

(Shut Not Your Doors, Μην Κλείνετε Τις Πόρτες Σας, 1865)

*Η Εκδοτική Θεσσαλονίκης και ο μεταφραστής Δημήτρης Χορόσκελης εξέδωσαν το 2006 μια συμπαθητική εκλογή ποιημάτων του μεγάλου αμερικάνου ποιητή του 19ου αιώνα Ουώλτ Ουίτμαν -μαζί με τον Έντγκαρ Άλαν Πόε οι πρόδρομοι της αμερικάνικης ποίησης-. 31 ποιήματα από την συλλογή της ζωής του "Leave of Grass" και μια περιεκτική εισαγωγή του μεταφραστή, μας πρόσφεραν ένα έργο που αρκεί για να γνωρίσεις τον ποιητή της Αμερικανικού Εμφυλίου.

Βιογραφικό Ουωλτ Ουίτμαν
(από την ελληνική βικιπαιδεία)

Ο Ουώλτ Ουίτμαν (31 Μαΐου 1819 - 26 Μαρτίου 1892) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Αμερικανούς συγγραφείς και ποιητές. Κυριότερο έργο του αποτελεί η ποιητική συλλογή Φύλλα Χλόης (Leaves of Grass).Ο Ουίτμαν γεννήθηκε το 1819 στο Λόνγκ-Άιλαντ της Νέας Υόρκης, ο δεύτερος γιος μιας πολυπληθούς οικογένειας με συνολικά εννέα παιδιά. Το 1823 η οικογένειά του αναγκάζεται να μεταβεί στο Μπρούκλιν όπου ο πατέρας του δουλεύει ως μαραγκός και ο ίδιος φοιτά για έξι χρόνια στο δημοτικό σχολείο. Από την ηλικία των δώδεκα ετών, εργάζεται στο γραφείο ενός δικηγόρου και στα δεκατέσσερά του γίνεται μαθητευόμενος σε τυπογραφείο. Την ίδια περίπου περίοδο εγγράφεται σε κάποιο αναγνωστήριο βιβλιοθήκης, όπου έχει την ευκαιρία να ανακαλύψει πολλούς κλασικούς αλλά και νεότερους συγγραφείς. Το 1835 επιστρέφει στο Λονγκ-Άιλαντ όπου εργάζεται ως δάσκαλος. Παράλληλα, ιδρύει την εφημερίδα Long-Islander, της οποίας είναι συγχρόνως διευθυντής, υπεύθυνος σύνταξης και τυπογράφος. Το έργο του ως δάσκαλος συνεχίζεται μέχρι το 1841, χρονιά που μετακομίζει στη Νέα Υόρκη προκειμένου να εργαστεί ως στοιχειοθέτης σε τυπογραφείο αλλά και δημοσιογράφος σε διάφορα περιοδικά ή εφημερίδες της εποχής. Συγχρόνως, λαμβάνει ενεργό μέρος στην πολιτική και συμμετέχει σε προεκλογικές εκστρατείες του Δημοκρατικού Κόμματος. Παράλληλα εγκαταλείπει την εργασία του στο τυπογραφείο και αναλαμβάνει διευθυντής εφημερίδων, βρισκόμενος διαδοχικά στις Daily Aurora και Brooklyn Eagle. Σε αυτό το διάστημα δημοσιεύει πλήθος άρθρων επί διαφόρων θεμάτων που συνδέονται συνήθως με την παγκόσμια ή την αμερικανική πολιτική επικαιρότητα. Το 1848 διακόπτεται η συνεργασία του με την εφημερίδα Brooklyn Eagle και γίνεται συντάκτης της Crescent, θέση που κατέχει για ένα χρόνο στο διάστημα του οποίου ταξιδεύει σχεδόν σε ολόκληρο τον αμερικανικό Νότο.
Το
1849, επικεφαλής ενός μικρού τυπογραφείου, εκδίδει την εφημερίδα Freeman. Τον επόμενο χρόνο όμως αλλάζει εκ νέου κατεύθυνση και γίνεται μαραγκός, χτίζοντας σπίτια που αργότερα πουλά. Το 1854 φαίνεται πως εγκαταλείπει κάθε εργασία και επεξεργάζεται την πρώτη του ποιητική συλλογή Φύλλα Χλόης (Leaves of Grass), η οποία εκδίδεται το 1855 με προσωπικά έξοδα του Ουίτμαν. Σε αυτή την πρώτη έκδοση της, η συλλογή περιλαμβάνει δώδεκα εκτεταμένα άτιτλα ποιήματα και λαμβάνει ως επί το πλείστον αρνητικές κριτικές ενώ πωλείται τελικά μόλις ένα αντίτυπο. Ένα χρόνο αργότερα, ο Ουίτμαν ετοιμάζει την δεύτερη έκδοση της συλλογής του η οποία περιέχει επιπλέον είκοσι ποιήματα, γενικότερες διορθώσεις, τίτλους και μια σαφέστερη ταξινόμηση. Παράλληλα περιλαμβάνει ως εισαγωγή ένα συγχαρητήριο γράμμα του Ραλφ Γουάλντο Έμερσον προς τον Ουίτμαν. Η κυκλοφορία της δεύτερης έκδοσης των Φύλλων Χλόης συνοδεύεται επίσης από αντιδράσεις του περισσότερο συντηρητικού τμήματος της αμερικανικής κοινωνίας. Από το φόβο δικαστικών διώξεων, το έργο αποσύρεται ενώ έχουν ήδη πωληθεί μερικές εκατοντάδες αντιτύπων. Το επόμενο διάστημα δημιουργείται σταδιακά ένα ευνοϊκότερο κλίμα για τον Ουίτμαν που οδηγεί τελικά το 1860 σε μία τρίτη έκδοση από τον εκδοτικό οίκο Thayer and Eldridge.
Την περίοδο του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου ο Ουίτμαν εργάζεται ως εθελοντής νοσοκόμος και περιθάλπει τραυματισμένους στρατιώτες κυρίως στην περιοχή της
Ουάσινγκτον. Με το τέλος του πολέμου διορίζεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και ειδικότερα στο τμήμα Υποθέσεων των Ινδιάνων. Λίγο αργότερα ωστόσο, ο νέος υπουργός James Harlan, πρώην ιεροκήρυκας των Μεθοδιστών, απολύει τον Ουίτμαν επειδή αποτελεί τον συγγραφέα των Φύλλων Χλόης. Παρόλα αυτά, ένα μήνα αργότερα, διορίζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στο Υπουργείο Δικαιοσύνης.
Το καλοκαίρι του
1866, ο Ουίτμαν επεξεργάζεται την τέταρτη έκδοση των Φύλλων Χλόης κατά τη διάρκεια διακοπών του στο Μπρούκλιν. Στα πλαίσια αυτής της νέας επανεξέτασής τους, διαφοροποιεί ορισμένους τίτλους και προχωρεί σε κάποια αρίθμηση ώστε το έργο να αποκτήσει μια ενότητα. Δημοσιεύεται τελικά το 1867 με προσωπικά του έξοδα. Ακολουθούν άλλες τέσσερις εκδόσεις και το 1891 η τελευταία κατά σειρά, είναι αρκετά ογκώδης περιλαμβάνοντας περισσότερα από τετρακόσια ποιήματα, ενώ παράλληλα συνοδεύεται από μία ευρύτερη αποδοχή του Ουίτμαν που σταδιακά έχει επιτευχθεί.
Ήδη από το
1870 η υγεία του Ουίτμαν είχε αρχίσει να κλονίζεται σημαντικά. Πέθανε το 1892 και στον τάφο του -- που ο ίδιος σχεδίασε -- αναγράφεται απόσπασμα από ένα ποίημα του:
My foothold is tenon'd and mortis'd in granite;
I laugh at what you call dissolution;
And I know the amplitude of time.

Έργο

Ποίηση

Drum Taps (1865)
Good-Bye, My Fancy (1891)
Leaves of Grass (1855)
Leaves of Grass (1856)
Leaves of Grass (1860)
Leaves of Grass (1867)
Leaves of Grass (1870)
Leaves of Grass (1876)
Leaves of Grass (1881)
Leaves of Grass (1891)
Passage to India (1870)
Sequel to Drum Taps (1865)

Πεζά

Complete Prose Works (1892)
Democratic Vistas (1871)
Franklin Evans; or, The Inebriate (1842)
Memoranda During the War (1875)
November Boughs (1888)
Specimen Days and Collect (1881) * Ν.Ι.Π.