27 Μαΐ 2007

Ο Νίκος Λέκκας γράφει για τη συλλογή "Ο Κοινωνός των Αποστάσεων" του Σωτήρη Παστάκα, Εκδ. Νεφέλη 1997


«Ο ΚΟΙΝΩΝΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ», του Σωτήρη Παστάκα

Σπεύδω να γράψω ότι έχω διαπροσωπικές σχέσεις με το Ποιητή. Με ενοχές αποφάσισα την κριτική αυτής την ποιητικής συλλογής χωρίς προσπάθεια δημοσιογραφικής δομής, σ’ αυτά ειδικεύεται ο Μαρωνίτης , εμένα δεν το επιτρέπει η συνείδησή μου να βάλω τον Παστάκα σε καλούπι οπότε το δηλώνω ευθύς εξαρχής: τούτη η προσπάθεια θα είναι ταπεινά άναρχη, για ένα και μόνο λόγο. Δεν λεω στην συλλογή περιέχονται μεγάλα ποιήματα , δεν λεω με αυτή την δουλεία του ο Παστάκας είναι δαφνοστεφής ποιητής, δεν λεω ότι δίκαια ή άδικα δεν έγινε είχε την πορεία που της αρμόζει και άλλα τέτοια απείρου κάλλους …. Δεν καταφεύγω σε μεγαλοστομίες που δεν τις πιστεύω, ούτε σε κοινοτυπίες του στυλ μεγάλος ποιητής.

Το μόνο που ξέρω καλά είναι ότι αυτή η συλλογή σκιαγραφεί από την ανάποδη το λόγο της γνωριμίας μας. Την διαδρομή. Όχι το αποτέλεσμα. Την πορεία. Την οδύνη και την λύτρωση. Μιλάω για την εξάρτηση, όχι ως αυτοσκοπό για ένα κοινωνικό προφίλ τέτοιο που εμπεριέχει και κάποια μορφή απόκλισης, πράγμα που στα μάτια πολλών μπορεί να φαίνεται και ως σφραγίδα κουλτούρας (κάτι που ο Παστάκας έχει κερδίσει αφ εαυτού και μόνο) αλλά ως βαθύτερη, ουσιαστικότερη, επίπονη και ενοχικά αλτρουιστική ανάγκη (όσο παλαβό και αν ακούγεται αυτό) του να κοινωνείς με το λόγο και να βγάζεις προσωπικά δεδομένα στο κοινό (έτσι χωρίς κτητικό) που με τέτοιες παραδοχές αντιδρά ως παμφάγο τέρας.

Λοιπόν: Ο ΚΟΙΝΩΝΟΣ ΤΩΝ ΑΠΟΣΤΑΣΕΩΝ.
Ένα καθαρά (για όσους δεν προβάλλουν τα αρχίδια τους άλλα τα διαθέτουν ) αλκοολικό βιβλίο που μέσα σε 7 χρόνια που το δούλευε τουλάχιστον στο χαρτί, (αν και πιστεύω ότι εντός του το παίδευε από το πρώτο του μεθύσι με κουμ-κουάτ στην Λάρισα όταν δεν ήταν ο Παστάκας ούτε ο Ποιητής, ούτε ο ψυχίατρος, ούτε καν ο Σωτήρης. Προς το Σωτηράκης ήταν…) ο Παστάκας ήρθε σε κόντρα με τα εσώψυχα του, τις αναμνήσεις του, το κοινωνικό του περίγυρο, και εντελώς στεγνά με το πτυχίο του το ίδιο, πήγε και έγραψε με τα ποιο μελανά χρώματα κρατώντας πάντα την αξιοπρέπεια που τον χαρακτηρίζει, ότι το ποτό είναι σύμπτωμα και όχι αρρώστια. Για ανθρώπους σαν το Παστάκα ταιριάζει αυτό που έγραψε ο Ίκαρος Μπαμπασάκης για τον Μπάροουζ. Να ασκείται στην σιωπή, στην μοναξιά και στο βελόνι. Ο Παστάκας είναι των στοματικών καθηλώσεων. Μεγάλωσε πίνοντας. Για αυτό δεν γερνάει.Πότης είναι αυτός που συνεχίζει την παρέα αναζητώντας το άγιο γκράλ, μου είχε πει κάποτε ο Δημιουργός, και ο Σωτήρης με τον κοινωνό του θα μας νταγκλάρουν με μαεστρία όσο ακόμα περιφέρουμε το σαρκία μας εκεί που πρέπει: βιβλιοπωλεία, κάβες, χώρους σεπαρέ και στην υγειά μας μάγκα.

ΥΠΕΡΦΙΑΛΟΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Να απεικονίσεις τα δέκα απ' τα εκατομμύρια
Άδεια μπουκάλια, στην ακριβή τους μορφή.
Να αποδώσεις το σχήμα της φιάλης,
Τα ιερογλυφικά της ετικέτας, το χρώμα
Του περιεχομένου τους, όπως ο πρώην αλκοολικός
Προσδίδει στο ουδέτερο ποτήρι Perrier.
Την απόχρωση και τη γεύση του αγαπημένου του
Ποτού: το υποκίτρινο του ουίσκι, το θυμώδες
Του ζύθου, το κεκορεσμένο ξανθό της ρετσίνας.
Καλλιτέχνης υπήρξε ανέκαθεν ο αποτοξινωμένος
Της πραγματικότητας, ο αποξενωμένος
Του καθ' ημέρα βίου, ο καλλιγράφος προξενητής
Της μίας και μοναδικής ανύπαρκτης φιάλης,
Που έτυχε να μας ξεδιψάσει όλους.
Υ.Σ για αυτά κερνάω το Τένεσις για όλα τα υπόλοιπα σ’ ευχαριστώ.

( Πρώτη έκδοση Νεφέλη, 1997, Δεύτερη έκδοση Πλανόδιον , 2002
και τώρα στη "μάθηση της αναπνοής...σε τρεις κινήσεις", Μελάνι, 2006)

*Ο Νίκος Λέκκας είναι δημοσιογράφος, λογοτέχνης, πάνω απ' όλα ένας καινούριος φίλος. Ο Σωτήρης Παστάκας είναι δάσκαλος, πάνω απ' όλα φίλος. Μαζί κοινωνήσαμε ένα πασχαλινό βράδυ στο Χαλάνδρι. Ο Νίκος -μέσω του Σωτήρη- μας εμπιστεύτηκε το παραπάνω κείμενό του, λόγια για μια συλλογή που δεν δημοσιεύτηκαν ποτέ στο β' τεύχος του βραχύβιου λογοτεχνικού περιοδικού "Αψέντι"(του αείμνηστου Γιώργου Δρανδάκη και του Σωτήρη Παστάκα). Και δεν δημοσιεύτηκε, διότι δεν υπήρξε ποτέ β' τεύχος ακριβώς πριν από ένα χρόνο.
Τιμή μας, Νίκο, για την παραχώρηση του κειμένου, ειδικά για μια τέτοιου "αλκοολικού" επιπέδου συλλογή -αμφίδρομη κατανόηση τριών πλευρών-, ευελπιστούμε και σε άλλες.. συναντήσεις, παραχωρήσεις, οινοποσίες. Κε Παστάκα, σας έχουμε -κι εμείς απο δω- μια έκπληξη αρχές Ιουνίου. Εις το επανειδείν.

Γνωρίστε τον Νίκο Λέκκα :

- Heteron : http://heteronmag.gr/7268/ * N.I.Π.

"Πορτραίτα Και Κειμήλια" - Ρώμος Φιλύρας (Ανέκδοτα Ποιήματα 1930-1936)

Δεν είχα στη ζωή μου, άλλο πορτραίτο θείο,
που λίκνισ' η Λατίνα φυλή σ' ένα ειρμό,
θυμόσοφο, ανοικτίρμον, αιματηρό και λείο,
από του Πιερρότου το μάγο καγχασμό.

Λευκός, σαν ότι μένει από φίδι, ράσο,
πουκάμισο, ιερότης, του βρυκολάκου αδρή,
η ατέρμωνματαιότης, το φάντασμα, να πλάσω,
μιαν ανθρώπινη εικόνα, σαν τάχα πονηρή.

Μια μολιέρεια φάτσα, ένα προφίλ μοιραίο,
τριτέρατο ένα σχήμα, μια κάτοψι φτενή,
ονειρεμένο μέθυ, χαζό και τεταρταίο
μια της Σατύρας φάσι, σαν όγδοοι ουρανοί.

Κάτι που λέει για τάχα ανώδυνη ειμαρμένη,
γκλίν-γκλίν, τα κουδουνάκια παρντέτζες που μηνούν
μια νίκη Δονκιχώτεια, την τέφρα, που απομένει,
ενώ, τυφλά τα πλήθη για κάπου ξεκινούν.

(Πιερρότος, 27/7/30)

Πως σ' αγαπούσα, όσο ποτέ μεσ' στης ορμής τη δίνη,
δε στάθηκα να στοχαστώ, τ' ήσουν για μένα η μόνη,
που μου νανούρισες χαρές και λύπες κι η οδύνη
πως εύρισκεν ανάπαυσι ναν τήνε βαλσαμώνει.

Έτσι ρητά σαν πάντοτε, μα πειό πολύ, σε λίγο,
θα βαυκαλίζη η ολόπαλη φωνή σου την ψυχ΄΄η μου.
κι έτσι που λείπω σήμερα, ποτέ πια δε θα φύγω
και στη χαρά μου απ' το πλάι σου και μεσ' στη στοναχή μου.

(Πως σ' Αγαπούσα, 26/10/31)

*Ρώμος Φιλύρας, ένας παραξηγημένος ποιητής της γενιάς του '20, "ο λυρικός ποιητής της χαμηλής φωνής" όπως μας τον παρουσίασε στην περίφημη ανθολογία του(για τις γενιές των '20 και '30) στα 1990 ο Μανόλης Αναγνωστάκης(με 10 ποιήματά του, παρακαλώ). Στα 1981 οι Εκδόσεις Κισσός, σε επιμέλεια του ποιητή και επιμελητή λογοτεχνίας Ναπολέοντα Παπαγιώργη, παρουσιάζει τις δύο ανέκδοτες ποιητικές συλλογές του Φιλύρα "Πορτραίτα" και "Κειμήλια" καθώς και 4 άδημοσίευτα πεζά του. Όλα αυτά συγκεντρωθηκαν από τον επιμελητή Παπαγιώργη στα 1936, όταν και του δόθηκαν από τον κλινήρη στο ψυχιατρίο Φιλύρα, στα πλαίσια μιας συνέντευξης του, για το βραχύβιο λογοτεχνικό περιοδικό "Λόγος".

Βιογραφικό Ρώμου Φιλύρα
(από το site www.sarantakos.com)

Στο Δερβένι της Κορινθίας γεννήθηκε το 1888, ο Ιωάννης Β. Οικονομόπουλος, ο οποίος έγινε γνωστός με το φιλολογικό ψευδώνυμο Ρώμος Φιλύρας. Την μόρφωσή του την πήρε κάτ' οίκον από τον ίδιον τον πατέρα του.Σε ηλικία 14 χρόνων η οικογένειά του εγκαθίσταται στην Αθήνα. Στην πρωτεύουσα ο ποιητής άρχισε να εργάζεται σε αθηναϊκές εφημερίδες ως δημοσιογράφος. Παράλληλα άρχισε να γράφει ποιήματα αλλά και μερικά πεζογραφήματα. Άρχισε ωστόσο να εκφράζει πολλές ψυχικές διακυμάνσεις, που συχνά χαρακτήριζαν άμεσα την ίδια την συμπεριφορά του. Αυτές οι ψυχικές του διαταραχές επηρέασαν τα γραφόμενά του και τον οδήγησαν όταν ήταν στο στρατό σε μία απόπειρα αυτοκτονίας. Ήδη από το 1920 άρχισε να παρουσιάζει συμπτώματα τρέλας, προερχόμενη από σεξουαλικό νόσημα. Με τον καιρό η κατάστασή του επιδεινώθηκε. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι μία μέρα εμφανίστηκε στην οδό Σταδίου ως βασιλιάς Ρωμανός Β' . Ωστόσο στην περίοδο της ασθένειάς του, είχε πολύ ήρεμες εκδηλώσεις. Το 1927 μπήκε στο "Δρομοκαϊτειο". Εκεί συνέχισε να γράφει ποιήματα, εκ των οποίων πολλά χαρακτηρίζονται άρτια, για άλλα όμως εύκολα διαφαίνεται, ότι αποτελούν αποκυήματα της σκοτισμένης φαντασίας του.Πέθανε το 1942, στις 9 Σεπτεμβρίου, στο "Δρομοκαϊτειο" Θεραπευτήριο. Ο Φιλύρας συνεργάστηκε στα περιοδικά "Ακρίτας", "Ηγησώ", "Οικογένεια", "Μπουκέτο", "Νουμάς", "Νέα Εστία", "Παναθήναια" κ.α. Εξέδωσε έξι ποιητικές συλλογές. Την συγκέντρωση των ποιημάτων του και την τακτοποίηση του συγγραφικού έργου του επιμελήθηκε ο ποιητής Τάσος Κόρφης με τη μελέτη του "Ρώμος Φιλύρας" που εξέδωσε το 1974.

Βιβλία του :

1911 : Ρόδα στον Αφρό
1919 : Γυρισμοί
1919 : Ο Θεατρίνος της Ζωής (πεζογράφημα)
1920 : Οι Ερχομένες
1921 : Κλεψύδρα
1922 : Πιερρότος
1923 : Θυσία
1939 : Άπαντα Ρώμου Φιλύρα, επιμ. Αιμ. Χαρμούζιος, Εκδ. Γκοβόστη* Ν.Ι.Π.

25 Μαΐ 2007

"Μυθιστόρημα" - Γιώργος Σεφέρης (1935)


Τον άγγελο
τον περιμέναμε προσηλωμένοι τρία χρόνια
κοιτάζοντας πολύ κοντά
τα πεύκα το γιαλό και τ' άστρα.
Σμίγοντας την κόψη τ' αλετριού ή του καραβιού την καρένα
ψάχναμε να βρούμε πάλι το πρώτο σπέρμα
για να ξαναρχίσει το πανάρχαιο δράμα.

Γυρίσαμε στα σπίτια μας τσακισμένοι
μ' ανήμπορα μέλη, με το στόμα ρημαγμένο
από τη γέψη της σκουριάς και της αρμύρας.
Όταν ξυπνήσαμε ταξιδέψαμε κατά το βοριά, ξένοι
βυθισμένοι μέσα σε καταχνιές από τ' άσπιλα φτερά των
κύκνων που μας πληγώναν.
Τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας
της ανατολής
τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της μέρας
που δεν μπορούσε να ξεψυχήσει.

Φέραμε πίσω
αυτά τ' ανάγλυφα μιας τέχνης ταπεινής.

(Α')

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω σε καταστρώματα κατελυμένων καραβιών
στριμωγμένες με γυναίκες κίτρινες και μωρά που κλαίνε
χωρίς να μπορούν να ξεχαστούν ούτε με τα χελιδονόψαρα
ούτε με τ' άστρα που δηλώνουν στην άκρη τα κατάρτια.
Τριμμένες από τους δίσκους των φωνογράφων
δεμένες άθελα μ' ανύπαρχτα προσκυνήματα
μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις από ξένες γλώσσες.

Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας
πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα
από λιμάνι σε λιμάνι;

Μετακινώντας τσακισμένες πέτρες,
ανασαίνοντας τη δροσιά του πεύκου πιο δύσκολα κάθε μέρα,
κολυμπώντας στα νερά τούτης της θάλασσας
κι εκείνης της θάλασσας,
χωρίς αφή
χωρίς ανθρώπους μέσα σε μια πατρίδα που δεν είναι πια δική μας
ούτε δική σας.

Το ξέραμε πως ήταν ωραία τα νησιά
κάπου εδώ τριγύρω που ψηλαφούμε
λίγο πιο χαμηλά ή λίγο πιο ψηλά
ένα ελάχιστο διάστημα.

(Η')

Το αίμα σου πάγωνε κάποτε σαν το φεγγάρι,
μέσα στην ανεξάντλητη νύχτα το αίμα σου
άπλωνε τις άσπρες του φτερούγες πάνω
στους μαύρους βράχους τα σχήματα των δέντρων και
τα σπίτια
με λίγο φως από τα παιδικά μας χρόνια.

(ΙΑ')

Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι
μέσα από τα δάχτυλά μου
χωρίς να πιω ούτε μια στάλα.
Τώρα βυθίζομαι στην πέτρα.
Ένα μικρό πεύκο στο κόκκινο χώμα,
δεν έχω άλλη συντροφιά.
Ό,τι αγάπησα χάθηκε μαζί με τα σπίτια
που ήταν καινούργια το περασμένο καλοκαίρι
και γκρέμισαν με τον αγέρα του φθινοπώρου.

(ΙΗ')

Εμείς που ξεκινήσαμε για το προσκύνημα τούτο
κοιτάξαμε τα σπασμένα αγάλματα
ξεχαστήκαμε και είπαμε πως δε χάνεται η ζωή τόσο εύκολα
πως έχει ο θάνατος δρόμους ανεξερεύνητούς
και μια δική του δικαιοσύνη

πως όταν εμείς ορθοί στα πόδια μας πεθαίνουμε
μέσα στην πέτρα αδερφωμένοι
ενωμένοι με τη σκληρότητα και την αδυναμία,
οι παλαιοί νεκροί ξεφύγαν απ' τον κύκλο και αναστήθηκαν
και χαμογελάνε μέσα σε μία παράξενη ησυχία.

(ΚΑ')

*Στα δύσκολα μεσοπολεμικά χρόνια, ο Γιώργος Σεφέρης, μέλος της σπουδαίας ποιητικής γενιάς του '30 μεγαλουργεί. Στα 1935, έχοντας ήδη εκδόσει το 1931 την "Στροφή" και το 1932 τη "Στέρνα", εκδίδει τη ποιητική συλλογή "Μυθιστόρημα" σε 150 αριθμημένα αντίτυπα. Είναι η εποχή του μοντερνισμού στην αγγλοσαξωνική του εκδοχή στην Ελλάδα κι ο Σεφέρης πρωτοστατεί. Λυρικές νότες, ερωτικός λόγος, αρχαιοελληνιστική προσέγγιση με νεωτερικές προεκτάσεις, 1556 στίχοι έργο ενιαίο που αρθρώνεται σε 24 μέρη όπως η Οδύσσεια. Η " μυθιστορηματική" ποίηση του Ελύτη τότε θάφτηκε στην Ελλάδα, υμνήθηκε στην Ευρώπη(Αγγλία και Γαλλία) και σήμερα θεωρείται κλασσική. Κυκλοφορεί στην ανθολογία "Ποιήματα" από τις Εκδόσεις Ίκαρος, εμείς την διαθέτουμε στην ηλεκτρονική της μορφή από τις Εκδόσεις Ενδυμίων.

Βιογραφικό Γιώργου Σεφέρη

Διαβάστε το στο παρακάτω link :

Διαδικτυακή Συλλογή VIV

21 Μαΐ 2007

"Πίστη" - (21-5-07)


Και οι καρδιές φωτίστηκαν
Με σκοτάδι
Βαφτίστηκαν με αίμα
Και πια απλά αναμένουν
να εισακουστεί η ευχή

ο χρόνος όμως περνά..

Σφάγιασα τη πίστη μου
Στο βωμό σου
Και τα μικρά μου παιδιά σκότωσα
Δεν άντεχα να χορεύουν μέσα στη μήτρα μου
Οδύνη αέναη και αλύτρωτη..

Ο χρόνος ταξιδεύει ..

Τώρα πια ονειρεύομαι λιβάδια
Ατελείωτα και πολύχρωμα
Κολυμπάω σε μώβ λίμνες
Και φιλιέμαι με χρυσά γιγάντια ψάρια
Αναζητώ το θεό και αυτός είναι παντού

Και η αίσθηση οδηγεί στη παραίσθηση, και η ψευδαίσθηση τελειωμό δεν έχει

19 Μαΐ 2007

"J' Irai Cracher Sur Vos Tombes" - Boris Vian (1946)

Παρολαυτά οι άνθρωποι του χωριού τον κρέμασαν γιατί ήταν νέγρος. Κάτω απ' το παντελόνι του, στο κάτω μέρος της κοιλιάς του φούσκωνε ακόμη ένα γελοίο εξόγκωμα.

*"Θα Φτύσω στους Τάφους σας", από τα συγκλονιστικότερα μυθιστορήματα της γαλλικής λογοτεχνίας του 20ου αιώνα, για το οποίο ο συγγραφέας του καταδικάστηκε στα 1947 σε φυλάκιση για προσβολή των ηθών. Μια γροθιά για το κατεστημένο της εποχής. Ο γάλλος συγγραφέας, ηθοποιός και μουσικός Μπόρις Βιαν, μια ανατρεπτική όσο και περίεργη φιγούρα της γαλλικής καλλιτεχνικής ζωής του μεσοπολέμου όσο και των πρώτων δέκα μεταπολεμικών χρόνων, με μια πολυτάραχη και πολυκύμαντη ζωή υπογράφει με το συγγραφικό του ψευδώνυμο Βέρνον Σάλιβαν ένα βιβλίο που γίνεται μπεστ-σέλερ στα 1950 και ταινία από τον Μισέλ Γκαστ στα 1959, μια μεταφορά που δεν ενέρινε βρίσκοντας τραγικό θάνατο κατά την διάρκεια της ιδιωτικής προβολής πριν η ταινία βγει στις αίθουσες. Η μετάφραση έγινε από τον Πέτρο Κωστόπουλο για τις Εκδόσεις Γράμματα στα 1990.

Βιογραφικό Boris Vian

Ο Μπόρις Πωλ Βιαν γεννήθηκε στο Βιλ-ντ' Αβραί στη Γαλλία στις 10 Μάρτη του 1920. Σε ηλικία 21 ετών παντρεύεται την Μισέλ Λεγκλίζ ενώ στα 1942 παίρνει το πτυχίο του από το Ecole Centrale, δουλεύοντας αργότερα ως μηχανικός στην AFNOR.
1943 : Γράφει το "Trouble dans Les Andains".
1944 : Συμμετέχει σε συναυλίες τζαζ ως τρομπετίστας και εκδίδει τα πρώτα του κείμενα με τα ψευδώνυμα Μπιζόν Ραβί και Ουγκώ Ασμπυϊσόν. Παράλληλα τελειώνει το "Vercoquin et le Plancton" που θα εκδοθεί στα 1947.
1946 : Παραιτείται από την AFNOR και προσλαμβάνεται στο Γραφείο Χάρτου. Τελειώνει τον "Αφρό Των Ημερών" που θα εκδοθεί στα 1947. Συνεργάζεται τακτικά με το Jazz Hot. Αρχίζει το "Χρονικό του Ψεύτη" στην εφημερίδα Σύγχρονοι Καιροί. Γράφει το "Θα Φτύσω στους Τάφους Σας" ως Βέρνον Σάλιβαν, το οποίο γίνεται μπεστ-σέλερ στα 1947. Ξεκινά και γράφει το "Φθινόπωρο στο Πεκίνο".
1947 : Εκδίδει και πάλι ως Σάλιβαν το "Όλα τα Πτώματα έχουν το ίδιο Χρώμα". Γράφει το "Equarrissage pour tous".
1948 : Γεννιέται η κόρη του Καρόλ. Διασκευάζεται θεατρικά το "Θα Φτύσω στους Τάφους σας". Εκδίσει για τρίτη φορά ως Σάλιβαν το "Και να καθαρίσουμε τους Κακομούτσουνους". Μεταφράζει μυθιστορήματα της Σερί Νουάρ και δημοσιεύει τα ποιήματά του "Barnum's Digest".
1949 : Εκδίδει τα ποιήματά του "Cantilenes en Gelee". Εκδίδει το μυθιστόρημα "Les Fourmis". Απαγορεύεται το "Θα Φτύσω στους Τάφους σας".
1950 : Διασκευάζεται θεατρικά το "Equarrissage pour tous". Καταδικάζεται σε φυλάκιση για προσβολή ηθών για τα μυθιστορήματα "Θα Φτύσω στους Τάφους σας" και "Όλα τα Πτώματα έχουν το Ίδιο Χρώμα". Εκδίδει τέταρτο βιβλίο ως Σάλιβαν, το "Δεν Καταλαβαίνουν". Εκδίδει το "Herbe Rouge" και τελειώνει το "Manuel de Saint-Germain-des-Pres".
1951 : Γράφει το "Gouter des Generaux et Tete de Meduse".
1952 : Γίνεται μέλος του Κολλεγίου της Παταφυσικής. Μεταφράζει τη "Δις Τζούλια" του Στρίντμπεργκ. Χωρίζει με την Μισέλ Λεγκλιζ. Γράφει τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής "Je Voudrais pas Crever".
1953 : Εκδίδει το "Ψυχοβγάλτης". Μεταφράζει το "Κόσμος του Α" του Βαν Βοτ. Ανακυρήσσεται Σατράπης του Κολλεγίου της Παταφυσικής, γράφει την όπερα "Le Chevalier de Neige". Καταθέτει πατέντα ευρεσιτεχνίας για μια ελαστική ρόδα.
1954 : Παντρεύεται την Ούρσουλα Κουμπλέρ. Γράφει τα μυθιστορήματα "Deserteur" και "Le Politique". Γράφει το θεατρικό "Serie Bleme".
1955 : Παίζει τζαζ με συγκρότημα κάνοντας περιοδείες, γράφει μουσικές κωμωδίες για το θέατρο και γαλλικά ροκ-εντ-ρολ τραγούδια.
1956 : Εργάζεται στην εταιρεία Philips.
1957 : Γράφει το "Les Batisseurs d' Empire" και μεταφράζει τις "Περιπέτειες του Α" του Βαν Βοτ.
1958 : Γίνεται καλλιτεχνικός διευθυντής της εταιρείας Fontana, θυγατρικής της Philips. Γράφει την όπερα "Fiesta" που ανεβαίνει στο Βερολίνο. Μεταφράζει τον "Ερρικό ΙΔ'" του Στρίντμπεργκ. Εκδίδει το "Ας αρχίσει η μουσική και το..."
1959 : Μεταφράζει τον "Πρωϊνό Πελάτη" του Μπρένταν Μπηανμ γράφει το σενάριο του "Θα φτύσω στους Τάφους σας" που θα γυρίσει την ίδια χρονιά ο Μισέλ Γκαστ, κάνει ραδιοφωνικές εκπομπές και βρίσκει τραγικό θάνατο στις 23 Ιούνη του έτους σε ηλικία 39 ετών.
->Ως ηθοποιός έχει παίξει στις εξής ταινίες την δεκαετία του '50 : "Notre Dame de Paris"(Jean Delannoy), "Un Amour de Poche"(Pierre Kast), "Le Belle Age"(Pierre Kast), "Les Liaisons Dangereuses"(Roger Vadim).* Ν.Ι.Π.

17 Μαΐ 2007

"Η Μάθηση Της Αναπνοής... Σε Τρεις Κινήσεις" - Σωτήρης Παστάκας (2006)















Ο γαλάζιος καπνός της εξάτμισης
αιωρείται ακόμη και όταν το αυτο-
κίνητο έχει στρίψει πλέον την γωνία,
μεταβάλλει την τοπογραφία του δρόμου,
την καθημερινή προοπτική όσων μένουν
για πάντα εδώ, θαμώνες αδιάφοροι
της τρέχουσας ζωής όπως κι'εγώ,
που ξέρουν πολύ καλά από κατακτήσεις
κι'απώλειες και πως από στιγμή σε στιγμή
κι'από ώρα σε ώρα αλλάζουν χρώμα τα μάτια
σαν τα δικά σου που έγιναν γαλανά
αυτομάτως, μόλις με αποχαιρέτισες.
(Dolce, Η Μάθηση της Αναπνοής, 1990)

Ο δρόμος είναι μηχανή απίθανη.

Οι βιτρίνες άσκηση της έμπνευσης.

Το χρεοκοπημένο εστιατόριο που ξηλώνουν
μεσάνυχτα, τίτλος ιδανικός.

Τα τρόλεϊ, τα ταξί, μεταφορές υπέροχες.

Σύντομες συναναστροφές, στίχοι και στροφές.

Οι ποιητές μπαίνουν στα καφενεία με στολή

ανθρακωρύχου. Ο ορυκτός πλούτος των λέξεων.

Οι καρέκλες, σημεία στίξεως των συζητήσεων.

Συκοφάντη και διαβλημένο (μεγάλη πόλη η Αθήνα)
τους βρίσκεις πλάι πλάι μέσα στο ίδιο ποιήμα.

(Ο Περίπατος του Ποιητή, Το Αθόρυβο Γεγονός, 1986)

Τρεκλίζοντας διαβήκαμε τις περιστρεφόμενες
πόρτες. Στη δύση της, η νύχτα καθιστούσε
ακόμη δυνατή την ύστερη στύση, κι η πρώτη μέθη
επέστρεψε τα πρέπει. Χαρτοκόπτης τα νιάτα σου,
αναίμακτα ξεφύλλιζαν τα συναισθήματά μου.
Τα χέρια σου άφηνα να με τρυγούν,
τα λόγια σου να με παρηγορούν
κι η σκέψη σου να με πληγώνει.
Ταυτόχρονα, όποιος αγαπά μπορεί
και να μην αγαπιέται, κι εγώ απόψε
αγάπη μου, διψάω. Τώρα που πίνω μόνος μου.
(Η Πρώτη Μέθη, Ο Κοινωνός των αποστάσεων, 1997)
*Από καιρό χρωστούσα να αναρτήσω στο "Βακχικόν" αυτό το βιβλίο, στον δάσκαλο ποιητή Σωτήρη Παστακά, που αγκάλιασε τη παρέα του "Lust For Life" από την πρώτη στιγμή μέσα από τον ποιητικό του χώρο "Ποιείν"(http://www.poiein.gr/).
"To Aθόρυβο Γεγονός", Εκδόσεις Το Δέντρο στα 1986 με 36 ποιήματα.
"Η Μάθηση της Αναπνοής", Εκδόσεις Πλανόδιον στα 1990 με 20 ποιήματα.
"Ο Κοινωνός των Αποστάσεων". Εκδόσεις Νεφέλη στα 1997 με 37 ποιήματα.
Οι τρεις πρώτες ποιητικές συλλογές του Λαρισαίου ποιητή Σωτήρη Παστάκα, με σπουδές στην Ιταλία ψυχίατρος στο επάγγελμα, -το 2002 η 4η ποιητική του συλλογή "Νήσος Χίος"- όλες επανακδιδόμενες από τις Εκδόσεις Πλανόδιον, συγκεντρωμένες στην παρούσα έκδοση "Η Μάθηση της Αναπνοής... Σε Τρεις Κινήσεις" στα 2006 από τις Εκδόσεις Μελάνι. Πολυτελής έκδοση, περιέχει και ένα cd με 27 ποιήματα απαγγελμένα από τον ίδιο τον ποιητή. Ο Σωτήρης Παστάκας, που στο πέρασμα του χρόνου, παρατήρησε τις τρεις αυτές συλλογές ως μια "τριλογία της κίνησης", με κοινή θεματική και συνέχεια [Εισπνοή-Παύση-Εκπνοή], καλεί τους αναγνώστες της ποίησης να κάνουν το ίδιο.
Βιογραφικό Σωτήρη Παστάκα
(από την ιστοσελίδα http://www.poiein.gr/)
Λάρισα, 13 Δεκεμβρίου 1954. Σπούδασε ιατρική στη Ρώμη και ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική στο ΨΝΑ (Δαφνί). Από το 1985 εργάζεται ως ψυχίατρος στην Αθήνα.
Το 1981 δημοσίευσε για πρώτη φορά τέσσερα ποιήματα στο λογοτεχνικό περιοδικό «Το Δέντρο», (τευχ. 20, Απρίλιος 1981) του οποίου υπήρξε τακτικός συνεργάτης μέχρι το 1987. Από το 1988 είναι τακτικός συνεργάτης του λογοτεχνικού περιοδικού «Πλανόδιον» και τελευταίως του περιοδικού για τον πολιτισμό «Οροπέδιο». Έχει δημοσιεύσει επίσης συνεργασίες στα περιοδικά «Τετράδια Ψυχιατρικής», «Ο κόσμος του βιβλίου», «Το παραμιλητό», «Σπαρμός», «Ποίηση», «Μανδραγόρας», «Νέα Εστία» , « A ψέντι» καθώς και στα ηλεκτρονικά περιοδικά Μεταθέσεις, Διαπολιτισμός, Ανεμολόγιο, Στάχτες, Land of Gods και άλλα.. Το 1994 εξελέγη μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.
Τον Ιούνιο 2001 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην ίδρυση της Παγκόσμιας Ποιητικής Ακαδημίας ( World Poetry Academy ), στην πόλη της Βερόνας, υπό την αιγίδα της Ουνέσκο.
Τον Σεπτέμβριο 2001 έτυχε φιλοξενίας στο Hawthornden Castle , Inernational retreat for writers , κοντά στο Εδιμβούργο.
Τον Οκτώβριο 2006 συμμετείχε στη διεθνή συνάντηση ποιητών στο Σεράγεβο (5 th International Poetry Meeting).
Από το 2002 φιλοξενεί στην προσωπική του ιστοσελίδα «ποιείν» ποιήματα, ποιητές και ποίηση (... πιθανώς) από όλον τον κόσμο.
A. Ποιήση
-Το αθόρυβο γεγονός , εκδ. Το Δέντρο, 1986 (β' εκδ. Πλανόδιον, 2001)
-Η μάθηση της αναπνοής , εκδ. Πλανόδιον, 1990 (β' εκδ. 1999, γ' εκδ. 2001)
-κοινωνός των αποστάσεων , εκδ. Νεφέλη, 1997 (β' εκδ. Πλανοδιον,2002)
-Νήσος Χίος , εκδ. Πλανόδιον, 2002
-Η μάθηση της αναπνοής...σε τρεις κινήσεις
, εκδ. Μελάνι, 2006
Β. Μεταφράσεις
-Vittorio Sereni , Ποιήματα, εκδ. το Μικρό Δέντρο, 1981
-Sandro Penna , Ποιήματα, εκδ. το Μικρό Δέντρο, 1981
-Umberto Saba , Ποιήματα, Πλανόδιον, τευχ.7, 1988 -
-Η Αθήνα του Περικλή με ξεναγό τον Σωκράτη, Τουμπής, 2003
Γ. Ανθολογίες

-42 Έλληνες ποιητές στη Ρουμανική γλώσσα, εκδ. Dacia , Βουκουρέστι 1984, επιμέλεια Δημήτρης Κανελλόπουλος
-Ξένη Ποίηση του 20 ου Αιώνα, εκδ. Λωτός, 1989, επιμέλεια Μαρία Λαϊνά
-49 Φωνές, εκδ. Πρόσπερος 1991, επιμέλεια Τάσος Κόρφης
-Φωνές 94, εκδ. Πρόσπερος 1994, επιμέλεια Τάσος Κόρφης
-Ανθολογία της Θάλασσας, εκτός εμπορίου, επιμέλεια Δημήτρης Γιακουμακης, Αθήνα 1994
-Το ύστερο βλέμμα, εκδ. Πατάκης 1996, επιμέλεια Μισέλ Φάϊς
-Επτάγραφον, εκδ. Δήμητρα Κέντρο Ενημέρωσης και επιμόρφωσης, εκτός εμπορίου, Λάρισα 1997
-Τα ωραιότερα ποιήματα για τον πατέρα, Καστανιώτης, 1998
-Παναγιώτης Λιναρδακης, " Domestic Farm ", Μέδουσα 1999, κατάλογος έκθεσης
-Η πολλαπλή σκιά του Ομήρου, Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές 1945-2000, CD - rom εκτός εμπορίου, εκδ. ΠΟΕΒ , 2001
-World Poetry Today, στο πρώτο τεύχος του διεθνούς περιοδικού Journal of Literture and Aesthetics, July-December 2001
-Σκέψου τις ρίζες, Κείμενα Ελλήνων λογοτεχνών του 20ου αιώνα, στην ουγγρική γλώσσα, Βουδαπέστη 2002
-Συν Αισθήματα, πολυμορφικό λεύκωμα εκτός εμπορίου, εκδ. «Άσπρο Μαύρο», Αθήνα 2002
-Παναγιώτης Λιναρδακης, " Flowers ", Μέδουσα 2003, κατάλογος έκθεσης
Eros-Thanatos, poesia greca moderna, Ariele, Milano, 2003* Ν.Ι.Π.

16 Μαΐ 2007

" Ονειροπολώντας σ' Ένα Μπαρ " - Στράτος Π. (16/5/07) - Αναδημοσίευση


Σα δαιμονισμένος ο αέρας χτυπάει τα πάντα στο πέρασμά του
πλησιάζει το μουντό ξημέρωμα μιας πεθαμένης μέρας
Κυριακή. Καλοσχηματισμένα σύννεφα κυριαρχούν στον ουρανό
μια απέραντη γκρι απόχρωση και σκιές από μαύρο.

Καθιστός σ’ ένα μπαρ – λίγος πάγος, λίγες σταγόνες βότκα
πιάνω το ποτήρι - μια τελευταία γουλιά,
αυτό το υλικό σβήνει τη μνήμη, τουλάχιστον έτσι λενε…
ψέμα μέγα, ένας χείμαρρος αλκοόλ ρέει στο αίμα μου.

Απέναντι ένας καθρέφτης και πολλά μπουκάλια
προσπαθώ να διακρίνω το είδωλό μου μα αδυνατώ και πάλι
γέρνω το κεφάλι, τα μάτια ανοιχτά για όσο μπορέσω
σαν αερικό γλυστρώ έξω, πετάω ψηλά

Διασχίζω την πόλη, περνώ πάνω από τα επιβλητικά τείχη
ένα παράθυρο, ένα φως κάπου εκεί στο σκοτάδι
στέκομαι και κοιτώ μέσα – εσένα
δεσπόζεις όρθια μπροστά από ένα λευκό καμβά

Στο πρόσωπό σου απομεινάρια λίγου κίτρινου και μπλε
μ’ ένα πινέλο δίνεις ζωή στο λευκό, μια νότα μωβ ίσως
συνεχίζεις απορροφημένη, με σιγουριά – παίρνει μορφή
όλη η σκηνή ένα πραγματικό έργο τέχνης…

Ξαφνικά γυρνάς και το βλέμμα σου ακουμπά το δικό μου
κάνω ένα βήμα να σε πλησιάζω, χάνεσαι…
Ανοίγω τα μάτια, παντού καπνός και βρώμα αλκοόλ
ένας μεθυσμένος τρεκλίζει δίπλα μου χτυπώντας εδώ κ’ εκεί

Μάταια, στα τυφλά προσπαθεί για μια διέξοδο απ’ το δικό του κάτι
η πραγματικότητα σκληρή, αυτό το καταγώγιο… η στιγμή χάθηκε,
η εικόνα σα μια λάμψη. Θα σε αναζητήσω και πάλι, θα δεις...
ίσως καμιά φορά στα ονειρά μου, ίσως κάποτε στ’ αλήθεια

Βγαίνω έξω. Τα βήματά μου αργά. Κοιτάω ψηλά…
Το μονοπάτι της επιστροφής σχεδόν άγνωστο
Ξημέρωσε Κυριακή…

14 Μαΐ 2007

"Ποιήματα"(Εκλογή) - Μανόλης Αναγνωστάκης (Διαδικτυακή Συλλογή)


Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίγγει γερά εκεί που ο λογισμός μας ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια
ρυτίδα
βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους μεγάλωσαν
πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας.)
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα-ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπή ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουμε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ' όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θα' ρθει να κρατήσει την ορμή μιάς μπόρας που πέφτει;

(Η Αγάπη Είναι Φόβος)

Κάθε πρωί
Καταργούμε τα όνειρα
Χτίζουμε με περίσκεψη τα λόγια
Τα ρούχα μας είναι μια φωλιά από σίδερο
Κάθε πρωί
Χαιρετάμε τους χθεσινούς φίλους
Οι νύχτες μεγαλώνουν σαν αρμόνικες
-Ήχοι, καημοί, πεθαμένα φιλιά.
(Ασήμαντες απαριθμήσεις
-Τίποτα, λέξεις μόνο για τους άλλους.
Μα πού τελειώνει η μοναξιά;)

(Κάθε Πρωί)

Θα 'ρθει μια μέρα που δε θα 'χουμε πια τι να πούμε
Θα καθόμαστε απέναντι και θα κοιταζόμαστε στα μάτια
Η σιωπή μου θα λέει: Πόσο είσαι όμορφη, μα δε βρίσκω άλλο τρόπο να στο πώ
Θα ταξιδέψουμε κάπου, έτσι από ανία ή για να πούμε πως κι εμείς ταξιδέψαμε.

Ο κόσμος ψάχνει σ' ολη του τη ζωή να βρεί τουλάχιστο
τον έρωτα, μα δεν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνά πως η ζωή μας είναι τόσο μικρή
που δεν αξίζει καν να την αρχίσει κανείς.
Απ' την Αθήνα θα πάω στο Μοντεβίδεο ίσως και
στη Σαγκάη, είναι κάτι κι αυτό δε μπορείς να το αμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ατέλειωτα τσιγάρα συζητώντας ένα βράδυ
-ξεχνώ πάνω σε τι- κι είναι κρίμα γιατί ήταν τόσο μα τόσο ενδιαφέρον .

Μια μέρα, ας ήτανε, να φύγω μακριά σου αλλά κι
εκεί θα 'ρθεις και θα με ζητήσεις
Δε μπορεί, Θέ μου, να φύγει κανείς μοναχός του.

(Θα 'ρθει Μια Μέρα)

*32 ποιήματα -τα καλύτερα κατά τη γνώμη μου- ανακάλυψα πρόσφατα να κυκλοφορούν σε μια επιμελημένη ψηφιακή έκδοση στο ελληνικό διαδίκτυο. Ο "Πολεμιστής του Φωτός", όπως έχει αποκαλεστεί, από τους γνήσιους μαρξιστές-ιδεολόγους ποιητές της σύγχρονης Ελλάδας, μάς άφησε για τους ουρανούς τον Ιούνη του 2005 σε ηλικία 80 ετών. Είχε μέχρι τότε παραδώσει σαν προίκα στους νέους ποιητές την παρακάτω εργογραφία :

1. Eποχές (1945)
2. Εποχές 2 (1948)
3. Εποχές 3 (1954)
4. Τα Ποιήματα (1941-1956 : Εποχές, Εποχές 2, Παρενθέσεις, Εποχές 3, Η Συνέχεια
2) (1956)
5. Η Συνέχεια 3 (1962)
6. Υπέρ και Κατά (1965)
7. Τα Ποιήματα (1941-1971 : Εποχές, Εποχές 2, Παρενθέσεις, Εποχές 3, Η Συνέχεια
, Η Συνέχεια 3, Ο Στόχος) (1971)
8. Αντιδογματικά, Άρθρα και Σημειώματα (1946-1977) (1978)
9. Το Περιθώριο '68-'69 (1979)
10. Μανούσος Φάσσης, Παιδική Μούσα (Τραγούδια για τη Προσχολική και Σχολική
Ηλικία) (1980)
11. Υ.Γ. (1983)
12. Τα Συμπληρωματικά (Σημειώσεις Κριτικής) (1985)
13. Ο Ποιητής Μανούσος Φάσσης, Η Ζωή και το Έργο του, Μια πρώτη Απόπειρα
Προσέγγισης (1987)
14. Η Χαμηλή Φωνή, Τα Λυρικά μιας Περασμένης Εποχής σε παλιούς Ρυθμούς -
Μια Προσωπική Ανθολογία του Μανόλη Αναγνωστάκη (1990)

Βιογραφικό Μανόλη Αναγνωστάκη
(από το site www.greece2001.gr)

Ο Μανόλης Αναγνωστάκης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1925. Σπούδασε Ιατρική και ειδικεύτηκε ως ακτινολόγος στη Βιέννη (1955-1956). Άσκησε το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Θεσσαλονίκη και το 1978 μετεγκαταστάθηκε στην Αθήνα. για την πολιτική του δράση στο φοιτητικό κίνημα φυλακίστηκε στο διάστημα 1948-1951, ενώ το 1949 καταδικάστηκε σε θάνατο από έκτακτο στρατοδικείο.Εμφανίστηκε στα γράμματα από το περιοδικό Πειραϊκά Γράμματα (1942) και το φοιτητικό περιοδικό Ξεκίνημα (1944). Του τελευταίου περιοδικού διετέλεσε και αρχισυντάκτης, από το τεύχος 1 (15 Φεβρ. 1944) μέχρι και το 11-12 (1 και 15 Οκτ. 1944).Δημοσίευσε ποιήματα και κριτικά σημειώματα σε πολλά περιοδικά, ενώ είχε και πυκνή παρουσία στην εφημερίδα Αυγή, με κείμενα για θέματα λογοτεχνικά και πολιτικά. Εξέδωσε το περιοδικό Κριτική (Θεσσαλονίκη, 1959-1961), υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας των Δεκαοκτώ κειμένων (1970), των Νέων Κειμένων και του περιοδικού Η Συνέχεια (1973).Ποιήματά του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά. Ακόμα, ποιήματά του μελοποίησαν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Θάνος Μικρούτσικος, η Αγγελική Ιονάτου και ο Μιχάλης Γρηγορίου.

Η ποίηση του Αναγνωστάκη είναι εκείνη που καλύτερα από κάθε άλλη αποδίδει την ατμόσφαιρα και το αίσθημα ενός συγκεκριμένου τόπου και μιας συγκεκριμένης εποχής: της Κατοχής και της περιόδου που ακολούθησε τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με όλα τα τραγικά για την Ελλάδα γεγονότα. Ο Αναγνωστάκης θεωρείται ο πλέον αντιπροσωπευτικός από την ομάδα εκείνη των ποιητών που αποκαλούνται πολιτικοί ή μαρξιστές ή ποιητές της ήττας ή ιδεολογικοί ή κοινωνικοί ποιητές, οι οποίοι καθορίζουν τη μία από τις τρεις κατευθύνσεις της μεταπολεμικής μας ποίησης (οι άλλες δύο είναι η υπαρξιακή και η υπερρεαλίζουσα).Η εποχή μας σήμερα κάθε άλλο από μεταπολεμική θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Εντούτοις νιώθουμε ότι τα ποιήματα του Αναγνωστάκη δεν έχουν παλιώσει, ότι μας δίνουν ένα αίσθημα σημερινό, ζωντανό, εν μέρει και κατ' επίφασιν μόνο μεταπολεμικό.Εδώ κυρίως βρίσκεται το ενδιαφέρον της ποίησης του Αναγνωστάκη. Αν οι στίχοι της είναι, όπως γενικά πιστεύεται, τόσο πιστή έκφραση του αισθήματος της εποχής της, πως γίνεται να υπερβαίνουν τόσο αυτό το αίσθημα και το στοιχείο της ιστορικότητάς τους και να είναι και σήμερα τόσο ζωντανοί;Δεν υπάρχει άλλος Έλληνας ποιητής με τόσο στρατευμένο πολιτικό βίο που να διοχετεύει τόσο λίγα από τα στοιχεία της ιδεολογικής του ταυτότητας στο ποιητικό του έργο. Το φαινόμενο θα πρέπει να οφείλεται στην υψηλή αισθητική συνείδηση του Αναγνωστάκη.Το περιεχόμενο της ποίησης του Αναγνωστάκη ορίζεται από δύο βασικά συναισθήματα, από τα οποία το πρώτο είναι άσχετο με το περιεχόμενο της πολιτικής ποίησης, ενώ το δεύτερο δεν συνδέεται με αυτήν με πρώτου βαθμού σχέση: από το συναίσθημα της χαμένης αθωότητας, που είναι αποτέλεσμα της μετάβασης, ή - καλύτερα - της πτώσης, από έναν εδεμικό παιδικό χρόνο σ' έναν χρόνο διάτρητο και βασανιστικό. και από την επιθυμία της ανεύρεσης του αληθινού προσώπου του ανθρώπου, το οποίο έχει επικαλυφθεί από τις ανάγκες της προσαρμογής στην εκπεπτωκυία πραγματικότητα.Από τα δύο αυτά βασικά συναισθήματα απορρέουν οι επιμέρους διαθέσεις της ποίησης του Αναγνωστάκη: η τυραννία της μνήμης, η ερωτική επιθυμία και η αίσθηση της φθοράς του ερωτικού αισθήματος, η οδύνη της μοναξιάς και η επιθυμία καταστολής της με τη συμμετοχή και σε συλλογικότερες εκφράσεις της ανθρώπινης συνείδησης, οι οποίες συχνά ξεπέφτουν στην κατάσταση μιας σύγκρουσης που κάποτε - ουδέποτε όμως φανερά - εμφανίζεται με τη μορφή του ιδεολογικού αγώνα.Η ποίηση του Αναγνωστάκη δεν είναι απαισιόδοξη. Όσο κι αν οι τόνοι της είναι σκοτεινοί, όσο κι αν οι στίχοι της φτάνουν κάποτε στην απελπισία, στο βάθος του ορίζοντά της διακρίνεται ένα φως που μοιάζει περισσότερο με την αναλαμπή μιας αυγής και λιγότερο με το φέγγος ενός λυκόφωτος. ένα φως που διαποτίζει με ένα υπαρξιστικό χρώμα το ποιητικό του έργο. Περισσότερο από ιδεολογικός ποιητής, ο Αναγνωστάκης είναι υπαρξιακός ποιητής και ο χαρακτήρας του αυτός τον κάνει ν' αποκλίνει ουσιωδώς από την ομάδα των πολιτικών ποιητών και να προσεγγίζει τους υπαρξιακούς ποιητές της γενιάς του.

(Νάσος Βαγενάς
Ποιητής, Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών)

-Διαβάστε στο "Βακχικόν" την προσωπική ανθολογία "Η Χαμηλή Φωνή" :


(Διαδικτυακή Συλλογή VIII)

12 Μαΐ 2007

"Ιστορίες : Χαμαιτυπείο - Γ' Μέρος" - Ν.Ι. Πουλάκος

«Μέσα στα καπηλειά και τα χαμαιτυπεία της Βυρηττού θα κυλιέμαι..»

(Κ.Π. Καβάφης)

Ο Γρηγόρης

Κι αν ο μπάρμαν με τον dj ενός λουξ χαμαιτυπείου στο κέντρο της Αθήνας, είναι εκείνοι που δίνουν το κάτι παραπάνω, τι θα συμπεραίνετε αν δεν υπήρχε και κάποιος αγαθός γίγαντας, ικανός όμως να αντιμετωπίζει τις πιο επικίνδυνες, τις πιο δύσκολες καταστάσεις;

Γρηγόρης ο Πρόεδρος. Μπραβιλίκια, χουλιγκανισμοί στα γήπεδα, γερό ποτήρι στα καλά του βραδιά, δουλευταράς, ένα γνήσιο παιδί του λαού, που μεγαλώνοντας στα πεζοδρόμια ανάμεσα σε πουτάνες και πρεζάκια έμαθε τι πάει να πει ζωή.. Το απαραίτητο συστατικό του μαγαζιού μας, ο Γρηγόρης, ειδικά στα δύσκολα χρόνια του πολέμου και της «χολέρας» των ανθρώπων, ήταν εκείνος που καθάριζε για λογαριασμό όλων μας. Και μας αγαπούσε και μας λάτρευε.. Όπως και τα κορίτσια μας κι ας γινόταν κάφρος ώρες-ώρες.

Ένα δύσκολο παιδί, με το χαμόγελο στα χείλη πάντα και πρόθυμο να βοηθήσει οπουδήποτε. Ήταν ο πορτιέρης, ο μπράβος μας. Ποτέ δεν καθόταν έξω από το μαγαζί όμως. Είχε μόνιμη θέση στο μπαρ του Κώστα, πάντα συνομιλώντας με τον υπεύθυνο τον Μιχάλη για κάτι δικά τους επαγγελματικά θέματα. Έπινε πολύ η αλήθεια είναι, η τεκίλα του πάντα σερβιρισμένη στην εντέλεια και πάντα μπόλικη. Το γέλιο του και τα πειράγματά του απεριόριστα.

Ήταν φθινόπωρο. Ο Γρηγόρης βαριόταν, θυμάμαι. Μια μικρή Ουκρανή που είχαμε καιρό τώρα δεν τον συγκινούσε πια, παρόλο που αρχικά είχε ενθουσιαστεί μαζί της. Ήθελε να ερωτευτεί έλεγε. Είχε και τα δικά του τα της δουλειάς και ήταν σε μαύρα χάλια. Ήπιε πολύ τεκίλα εκείνο το βράδυ. Ήταν κουρούμπελο όταν τον βρήκε ο Σάββας, ο οδηγός και bodyguard μας, στο χαντάκι έξω από το μαγαζί ημί-λυπόθυμο. Βλέπεις εκείνο το βράδυ λείπαμε όλοι, η δουλειά τω κοριτσιών λίγη. Ο Σάββας έλεγε ότι Γρηγόρης παραμιλούσε, έβριζε τα θεία, τα κορίτσια του είπαν ότι έβαζε κάτι περίεργα ρεμπέτικα στο μαγαζί νωρίτερα και ήταν τόσο κόκαλο που φοβόντουσαν να τον πλησιάσουν.

Ήταν μάλλον η πιο μαύρη νύχτα του. Την επόμενη μέρα δε θυμόταν τίποτα και πάλι χαμογελούσε..


*Η σειρά ιστοριών "Χαμαιτυπείο" ξεκίνησε από την στήλη του Περιοδικού Centro τον Μάρτη του 2007, όπου δημοσιεύτηκαν τα δύο πρώτα μέρη λίγο πριν λήξει η συνεργασία με το διαδικτυακό μαγκαζίνο του περιοδικού. Στα παρακάτω links διαβάστε τα δύο πρώτα μέρη, ενώ η ιστορία θα ολοκληρωθεί τμηματικά μέσα από τις σελίδες του "Βακχικόν".

Α' Μέρος : "Kώστας" : http://www.centro-mag.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=353&Itemid=55

Β' Μέρος : "Αντώνης" : http://www.centro-mag.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=360&Itemid=55

9 Μαΐ 2007

"Ιωάννα, ω! Ξαφνικέ μου Έρωτα" - Μικρό Πεζό του Ν.Ι. Πουλάκου (Πάσχα του 2007)

(το πεζό έχει δημοσιευθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό "Περί-γραφής",
δείτε το στο παρακάτω link
"Σου γράφω μεσ' από παράθυρα κλειστά,
εγώ που γιόρτασα πολύ με τους απέξω,
κι ένα που έστειλες απόψε για να παίξω
αγάπης φάντασμα, τί κόσμο συνιστά;"
(Δ. Καψάλης, Μέρες Αργίας)

Καθώς θα βλέπω το αεροπλάνο να προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο, εκείνο το μακρινό απομεσήμερο της Άνοιξης, θα σ’ έχω στο μυαλό μου, έτσι στα σκούρα ντυμένη, με τα ερωτικά σου μαύρα μάτια, τα έντονα φρύδια να σου δίνουν μια μορφή ιέρειας, τ’ ανέμελα μαλλιά σου να μπλέκονται με θράσος στο λευκό σου προσωπάκι, το άβαφο, το ατημέλητο έτσι όπως το λάτρεψα από τη πρώτη στιγμή. Θα σκέφτομαι να μου χαμογελάς από μακριά, θα τρέξεις να με αγκαλιάσεις, θα μου διηγηθείς ιστορίες από την Ουρουγούαη κι εγώ θα σε κοιτάω μόνο, θα σε ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ! Τα χέρια σου θα μου χαϊδεύουν τα μαλλιά, θα μ’ αγκαλιάσεις, θα σ’ αγκαλιάσω, θα με φιλήσεις, θα σε φιλήσω με πάθος, όπως ο Δρ. Στήβεν την Άννα υπό τους ήχους της μελωδίας του Πράισνερ στο «Μοιραίο Πάθος» που τόσο σου αρέσει. Θα μου πιάσεις το χέρι, θα σε κοιτάω ακόμα. Θα μου πεις «σε λατρεύω», θα ριγεί το κορμί μου, η καρδιά μου θα πάλλεται, θα τρέχω και θα φωνάζω τ’ όνομά σου. Θα ‘ρθεις κοντά μου, θα είμαστε μαζί για καιρό, στο κρεβάτι του δωματίου με τις γρίλιες, με θέα τον Λυκαβηττό, θα σου αναλύω τη θεωρία των ενωμένων κορμιών, τι άλλο θα θέλουμε; -ευτυχία θα είναι αυτό!

«Έρωτας είναι ο χωροχρόνος μετρημένος από την καρδιά, Μαρσέλ Προυστ», έγραφε το περιτύλιγμα της σοκολάτας, που της έδωσε εκείνο το βροχερό απόγευμα του Μάρτη. Ο Τζο είχε ερωτευτεί την ηρωΐδα του Πόε, την αγαπημένη του Λυγεία, μοιραίο το τέλος της σ’ εκείνο το μικρό διήγημα του αμερικανού poet του 19ου αιώνα, μοιραία και για κείνον η σχέση τους. Εκείνη του χαμογέλασε και τον αγκάλιασε. «Τι τρυφερό!» σκέφτηκε ψιθυριστά. Πήγαν αμέσως στο κρεβάτι. Έκατσαν εκεί όλο το βράδυ. Ξημερώματα ο Τζο, ανακαθισμένος στην άκρη του κρεβατιού, γυμνός, με την Λυγεία δίπλα του να κοιμάται τόσο γλυκά, κοιτάζει το ξέφωτο του ουρανού, που μπαίνει από τις σχισμές του κλειστού παραθύρου. Σκέφτεται, θυμάται και συνάμα ονειρεύεται..

Ήταν απόγευμα Σαββάτου. Σ’ ένα άναρχο σαλόνι λίγοι φίλοι μαζεμένοι συζητούν, κάπως καταπονημένοι από την κραιπάλη της προηγούμενης νύχτας. Στα πόδια του Τζο είναι ξαπλωμένη η Λυγεία. Μια νέα, όμορφη, ταλαντούχα κοπέλα γεμάτη δίψα για ζωή, για έρωτα, για ποίηση και λογοτεχνία. Την είχε ερωτευτεί αμέσως. Μια κουβέρτα τους σκεπάζει, κουκουλώνονται, πειράζονται, φιλιούνται κάπως φοβισμένα. Χαμογελούν, ξεκινά το παιχνίδι λοιπόν.

Εκείνη στην άκρη του παραθύρου κοιτάζει τον πολύβουο δρόμο, τα αμάξια περνούν, καπνίζει, δε χαμογελά. Είναι γυμνή. Το κρεβάτι ξέστρωτο. Αναποδογυρισμένα τα μαξιλάρια. «Σε λατρεύω», της λέει στο αυτί. Εκείνος την πλησιάζει. Την αγκαλιάζει. Καπνίζει από το τσιγάρο της. Γυμνός, ανεπαίσθητα τρυφερός πάνω της. Δε χαμογελά, κοιτάζει κι αυτός τον δρόμο. Το φεγγάρι ξεπροβάλει. Ο ουρανός μουντός, μελαγχολικός, καταπραΰνει αμφιβολίες ερωτικές. Τους ησυχάζει. Του εξομολογείται σκέψεις της, βιώματα του παρελθόντος. Την κοιτάζει και της δίνει ένα φιλί στο μάγουλο. Νομίζει ότι θα την αγαπήσει κάποτε.

Στο μπαρ ο κόσμος πολύς. Ο Τζο μόνος του. Πίνει. Πίνει τα ποτά που του φέρνει. Δουλεύει, αγχώνεται. «Έχει ντυθεί ωραία απόψε», σκέφτεται. Περνά από μπροστά του, του δίνει ένα γρήγορο φιλί. Φεύγει χαμογελώντας. Εκείνος κατεβάζει το κεφάλι του, χαράζεται μια νότα χαράς στο πρόσωπό του. Πίνει τη τελευταία γουλιά του ποτού του. Ανάβει τσιγάρο. Η Λυγεία έρχεται δίπλα του, θέλει να ξαποστάσει δίπλα στον άντρα που της δίνει την ευτυχία που επιζητά καιρό. Τον αγκαλιάζει. Φεύγει. Μετά από λίγο του φέρνει άλλο ένα ποτό…

Από το πρώτο βράδυ τον κοίταζε, λες και ήθελε να ρουφήξει από κείνον, ότι τον περιβάλει. Καθόντουσαν στο κρεβάτι. Έβλεπαν τη ταινία της σχέσης τους. «-Αντώνη, γιατί πρέπει να χωρίσουμε; -Μα γιατί λες ότι θα χωρίσουμε. Θα βλεπόμαστε έτσι; -Ναι.. θα βλεπόμαστε, πότε πότε! Πάω μια βόλτα. –Να ‘ρθω μαζί σου; -…», η ηρωΐδα του «Ξαφνικού Έρωτα» φεύγει, ο ήρωας την αναζητά, και η Βιτάλη σιγοψιθυρίζει «έλα λίγο, μόνο για λίγο, ζω και ξαναζώ..». Είναι αγκαλιασμένοι. Φιλιούνται με πάθος. Της λέει «Ω, ξαφνικέ μου Έρωτα». Τον κοιτάζει. Τον λατρεύει. Το ξέρει.

Περπατάνε στο δρόμο. Εκείνη σιωπηλή παρατηρεί τους μορφασμούς του προσώπου του. Εκείνος κοιτάζει μπροστά. Κάνει πως δε βλέπει, ότι τον κοιτάζει επίμονα, ερωτικά. Η Λυγεία της καρδιάς του, όπως είχε γράψει σ’ ένα ποίημα του , είναι δική του και την θέλει όσο τίποτα. Της κόβει ένα λουλούδι. Της το δίνει. Το παίρνει στα χέρια της, το βάζει στην αγκαλιά της. Της αρέσει. Του αρέσει που της αρέσει. Χαμογελά και όλη η πόλη φωτίζεται από αυτό το χαμόγελό της.

Ακούνε μουσικές όταν κάνουν έρωτα. Μπάρυ Ουάιτ στον πρώτο οργασμό. Μπίλυ Χόλιντέυ εκείνο το βράδυ μετά την εξομολόγηση. Του βάζει αγαπημένα της κομμάτια. Του μεταφράζει. Του αρέσει να την βλέπει μελαγχολική, ερωτική, να σιγοτραγουδά κοιτάζοντας τον. Ο έρωτας είναι μια μουσική δωματίου…

Ο Τζο την θέλει παράφορα. Η Λυγεία τον κορνιζάρει στο μυαλό της, στη καρδιά της, στη ψυχή της. Θέλει να τον βλέπει κάθε μέρα παντού μπροστά της. Ένα πρόσωπο, ένα σώμα, ένας άνθρωπος. Ο Τζο και η Λυγεία είναι ερωτευμένοι. Ο Τζο ζει με την αναπνοή της, η Λυγεία ζει με την αναπνοή του. Έρωτας θα ΄ναι, θεέ μου, θα την αγαπήσω σα τη μούσα του Ελύτη και τον ερωτικό λόγο του Ρίτσου.

Όταν σε είδα να μπαίνεις στην αίθουσα αναμονής κάτι βρόντηξε μέσα μου. Λες να είναι το βλέμμα σου, το σχήμα των ματιών σου πάνω μου, η έκσταση στη κορύφωση αυτού του πρόσκαιρου αποχωρισμού;
Θα βλέπω το αεροπλάνο να προσγειώνεται στον αεροδιάδρομο και θα σκέφτομαι την ηρωΐδα των διηγημάτων μου. Λυγεία τ’ όνομά σου και η καρδιά μου καρτερά τη ματιά σου, σ’ εκείνο το απομεσήμερο της Άνοιξης.
Παραδινόμαστε στον έρωτα γιατί μας αφήνει μια αίσθηση του άγνωστου. Από κει πέρα δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Τέλος.


"Να 'ξερες μόνο τι σου λέω! Μια στιγμή πριν μ' αφανίσει
κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατό μου.
Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε α δω
το σώμα μου να χάνεται σ' ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου."
(Γ. Μπλάνας, Νύχτα)

8 Μαΐ 2007

"Ιδιώνυμο" - Κατερίνα Γώγου (1980)


Κανείς δεν θα γλυτώσει.
Κι αυτό το μακέλεμα δε θα' χει ούτε μισό μισοσβυσμένο Όχι.
Θα βουλιάζουμε - βουλιάζουμε -
κατακόρυφα με 300 και βάλε
σε συφιλιδικά νερά χωρίς τέλος
με αφορισμούς και χτυπήματα στο κεφάλι
απο διαμαντένιους σταυρούς τραβεστί πατέρων
γλείφοντας
υπογράφοντας
ικετεύοντας
και ουρλιάζοντας ξεφτιλισμένα ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ ΝΑΙ
*
Η μοναξιά...
δεν έχει το θλιμμένο χρώμα
στα μάτια της συννεφένιας γκόμενας.
Δεν περιφέρεται νωχελικά κι αόριστα
κουνώντας τα γοφιά της στις αίθουσες συναυλιών
και στα παγωμένα μουσεία.
Δεν είναι κίτρινα κάδρα "καλών" καιρών
και ναφθαλίνη στα μπαούλα της γιαγιάς
μενεξελιές κορδέλες και ψάθινα πλατύγυρα.
Δεν ανοίγει τα πόδια της με πνιχτά γελάκια
βοϊδίσιο βλέμμα, κοφτούς αναστεναγμούς
κι ασορτί εσώρουχα.
Η μοναξιά.
Έχει το χρώμα των Πακιστανών
η μοναξιά και μετριέται πιάτο-πιάτο
μαζί με το κομμάτια τους στον πάτο του φωταγωγού.
Στέκεται υπομονετικά όρθια στην ουρά
Μπουρνάζι- Αγ. Βαρβάρα- Κοκκινιά
Τούμπα- Σταυρούπολη- Καλαμαριά
Κάτω απ' όλους τους καιρούς
με ιδρωμένο κεφάλι.
Εκσπερματώνει ουρλιάζοντας,
κατεβάζει μ' αλυσίδες τα τζάμια
κάνει κατάληψη στα μέσα παραγωγής
βάζει μπουρλότο στην ιδιοκτησία
είναι επισκεπτήριο τις Κυριακές στις φυλακές
ίδιο βήμα στο προαύλιο,
ποινικοί και επαναστάτες
πουλιέται κι αγοράζεται λεφτό λεφτό ανάσα ανάσα,
στα σκλαβοπάζαρα της γής-
εδώ κοντά ειν' η Κοτζιά-
ξυπνήστε πρωϊ.
Ξυπνήστε να τη δείτε.
Είναι πουτάνα στα παλιόσπιτα
το γερμανικό νούμερο στους φαντάρους
και τα τελευταία ατέλειωτα χιλιόμετρα
ΕΘΝΙΚΗ ΟΔΟΣ- ΚΕΝΤΡΟΝ
στα γατζωμένα κρέατα απο τη Βουλγαρία.
Κι όταν σφίγγει το αίμα της
και δεν κρατάει άλλο που ξεπουλάν τη φάρα της
χορεύει ξυπόλυτη ζεμπέκικο
κρατώντας στα μπλαβιασμένα χέρια της
ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι.
Η μοναξιά
η μοναξιά μας λέω.
Για τη δική μας λέω
είναι τσεκούρι στα χέρια μας
που πάνω απ' τα κεφάλια σας γυρίζει γυρίζει γυρίζει...

*

Θα' ρθει καιρός που θ' αλλάξουν τα πράματα.
Να το θυμάσαι Μαρία.
Θυμάσαι Μαρία στα διαλείμματα
εκείνο το παιχνίδι
που τρέχαμε κρατώντας τη σκυτάλη -
μη βλέπεις εμένα - μην κλαίς.
Εσύ εισ' η ελπίδα
άκου θα' ρθει καιρός
που τα παιδιά θα διαλέγουνε γονιούς
δεν θα βγαίνουν στην τύχη
Δεν θα υπάρχουνε πόρτες κλειστές
με γυρμένους απέξω
Και τη δουλεά θα τη διαλέγουμε
δε θα' μαστε αλογα
να μας κοιτάνε στα δόντια.
Οι άνθρωποι - σκέψου!-
θα μιλάνε με χρώματα
κι άλλοι με νότες
Να φυλάξεις μοναχά
σε μια μεγάλη φιάλη με νερό
λέξεις κι έννοιες σαν κι αυτές
απροσάρμοστοι - καταπίεση - μοναξιά - τιμή -
κέρδος - εξευτελισμός
για το μάθημα της ιστορίας.
Είναι Μαρία -
δε θέλω να λέω ψέματα -
δύσκολοι καιροί.
Και θα' ρθουνε κι άλλοι.
Δεν ξέρω - μην περιμένεις κι απο μένα πολλά -
τόσα έζησα τόσα έμαθα τόσα λέω
κι απ' όσα διάβασα ένα κρατάω καλά :
"Σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος".
Θα την αλλάξουμε τη ζωή!
Παρ' όλα αυτά Μαρία.

*

Eκείνο που φοβάμαι πιο πολύ
είναι μη γίνω "ποιητής".
Μην κλειστώ στο δωμάτιο
ν' αγναντεύω τη θάλασσα
κι απολησμονήσω.
Μην κλείσουν τα ράματα στις φλέβες μου
κι απο θολές αναμνήσεις κι ειδήσεις της ΕΡΤ
μαυρίζω χαρτιά και πλασάρω απόψεις.
Μη με αποδεχτεί η ράτσα που μας έλειωσε
για να με χρησιμοποιήσει.
Μη γίνουν τα ουρλιαχτά μου
μουρμούρισμα για να κοιμίζω τους δικούς μου.
Μη μάθω μέτρο και τεχνική
και κλειστώ μέσα σ' αυτά για να με τραγουδήσουν.
Μην πάρω μεγάλα κιάλια
για να φέρω πιο κοντά τις δολιοφθορές
που δεν θα παίρνω μέρος
μη με πιάσουν στην κούραση
παπάδες κι ακαδημαϊκοί και πουστέψω
Έχουν όλους τους τρόπους αυτοί
και την καθημερινότητα που συνηθίζεις
όλα έτσι παν
σκυλιά μας έχουν κάνει
να ντρεπόμαστε την αργία
περήφανοι για την ανεργία
Έτσι είναι.
Μας περιμένουν στη γωνιά
καλοί ψυχίατροι και κακοί αστυνόμοι.
Ο Μάρξ... τον φοβάμαι
το μυαλό μου δρασκελάει κι αυτόν
αυτοί οι αλήτες φταίνε
δεν μπορώ γαμώτο να τελειώσω αυτό το γραφτό
μπορεί... ε ; ... μιαν άλλη μέρα...

*Δύο χρόνια από το ανυπέρβλητο "Τρία Κλικ Αριστέρα", η ηθοποιός και ποιήτρια Κατερίνα Γώγου εκδίδει την δεύτερη ποιητική της συλλογή. "Ιδιώνυμο" από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, μια έκδοση 44 σελίδων 32 ποιητικών σκέψεων τόσο δυνατών οργασμικών γροθιών στο στομάχι μας. Από μικρή στον κινηματογράφο και στο θέατρο, η Γώγου των δεκαετιών '70 και ΄80 μια τραγική παρουσία της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης, ναρκωτικά δοσμένη, αντιεξουσιαστική φωνή στα κρατικά αυτιά στα αναρχικά στέκια των πόλεων ένας μύθος..
Διαβάστε το μικρο ποιητικό χειρόγραφο της συλλογής, πάνω ψηλά, μέσα στα αυτιά σας και στις κόρες των ματιών σας βάλτε το..

Βιογραφικό Κατερίνας Γώγου

"Πάει.
Αυτό είταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
'Αρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα".

Η Κατερίνα Γώγου γεννήθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου του 1940. Σπούδασε στη δραματική σχολή του Τάκη Μουζενίδη και στις σχολές χορού των Πράτσικα, Ζουρούδη και Βαρούτη. Εργάστηκε από μικρή ηλικία σε παιδικούς θεατρικούς θιάσους και στον κινηματογράφο, κυρίως σε ταινίες της φίνος φιλμ. Όντας πνεύμα ανήσυχο όμως, δεν έμεινε εκεί.
Το αγοροκόριτσο του παλιού ελληνικού κινηματογράφου κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 το πρώτο της βιβλίο με τίτλο "Τρία Κλικ Αριστερά". Το ανέμελο κορίτσι του σελιλόιντ κραύγαζε κραυγή μεγάλη, ώριμη γυναίκα πια ηλικιακά και με το πρόσωπο της απελπισίας για δέρμα της. Άνθρωπος υπερκινητικός με μυαλό που δούλευε συνέχεια στο κόκκινο, γνώρισε από νωρίς την μέσα ήττα. Ίσως γι' αυτό η φωνή της βρήκε τέτοια απήχηση στη νεολαία της εποχής. Ήταν ένα σώμα που έζησε ξέφρενα σχεδόν τα πάντα κι ένα μυαλό που κάηκε τελικά από την ανημποριά του ν' αντιμετωπίσει το φονικό σύστημα αξιών της εποχής, που επέβαλλε τις ζωές - φωτοτυπίες. Έγινε μια τεράστια κραυγή, μια ηχώ απελπισίας, την οποία, εκείνα τα χρόνια τουλάχιστον, οικειοποιήθηκε κατά το πλείστον ο (ιδεολογικός) χώρος των εξαρχείων.
Ο λόγος της είναι έξω από φόρμες και κυρίως έξω από τα όρια του κινούμενου, κατά των εποχών, ήθους. Ήταν ασυμβίβαστος. Η Κατερίνα, φωνάζει, βρίζει, κλαίει, ουρλιάζει, κομματιάζεται. Αυθεντική όπως ο πόνος. Απόλυτη όπως το αδιέξοδο.
Το 1986, η Κατερίνα έλεγε: "Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα... Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή. Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω. Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει από αυτό. Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά..."
Η Κατερίνα αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ελληνική ποίηση. Η αιώνια έφηβος, η οργισμένη, η πιο σπαρακτικά ραγισμένη φωνή της γενιάς της. Μια ποιήτρια που έγραφε για να μην εκραγεί, που είχε κάνει τον πόνο και το παράπονο στίχους, κι αυτοί οι στίχοι ήταν πάνω απ' όλα αληθινοί.
Όπως έχει ειπωθεί "Η Κατερίνα Γώγου έκανε ποίηση σε μια εποχή που οι άλλοι "ποιητές" έκαναν δημόσιες σχέσεις. Πάνω απ' όλα ήταν η ίδια ποίηση. Ανάμεσα σε χάπια, ποτά, σβησμένα τσιγάρα, φτωχογειτονιές, προδοσίες..."
Το σίγουρο είναι ότι η Κατερίνα ήταν ένας ασυμβίβαστος άνθρωπος, κάποια που δεν άντεχε όλο αυτό τον πόνο και την αθλιότητα γύρω της, και έβγαζε ποιητικές κραυγές μπας και ξυπνήσουν οι χαρτοφυλακένιοι άνθρωποι. Οι κραυγές της δεν πήγαν χαμένες, αφού όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι διαβάζουν την ποίησή της, όλο και περισσότεροι αληθινοί άνθρωποι την ανακαλύπτουν.
Η ζωή όμως δεν χαρίζεται... Προσπάθησε να αντιμετωπίσει τα πράγματα ως θεατρίνα. Μόνο που σ' αυτήν την περίπτωση τη μάσκα τη φορούσε για να αντέχει τον καθρέφτη. Δεν της χαρίστηκε ούτε ο θάνατος. Τη βρήκαν στο δρόμο. Η τελευταία υπερβολική δόση (3 οκτωβρίου του 1993). Από όλες τις προηγούμενες (πόνο, πείνα, απόγνωση, διωγμό) είχε γλυτώσει. Αυτή είναι η Γώγου. Ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή αλλά που δεν τον άφησαν να ζήσει, τον πνίξανε. Κατερίνα τουλάχιστον τώρα ελπίζω να είσαι ελεύθερη. "Ξέρω πως ποτέ δε σημαδεύουνε στα πόδια. Στο μυαλό είναι ο στόχος, το νου σου ε;".

-Για τον θάνατο της Γώγου, ο Γιώργος Χρονάς στο "Οδός Πανός" τεύχος 83-84 Φεβρουαριος 1996 :

Την Τετάρτη το απόγευμα, 6 Οκτωβρίου 1993, μια είδηση στα ραδιόφωνα και στις τηλεοράσεις έδινε μια άλλη διάσταση στις κόρνες, στις αφίσες των εφημερίδων και στα μεγάφωνα των προεκλογικών συγκεντρώσεων - οι εκλογές θα γινόντουσαν σε 4 μέρες. "Η ηθοποιός Κατερίνα Γώγου, 53 ετών, βρέθηκε νεκρή την Κυριακή, αλλά μόλις χτές διαπιστώθηκε η ταυτότητά της", έλεγαν οι εκφωνητές λίγο πριν μεταδώσουν το δελτίο καιρού της επόμενης μέρας. Την Πέμπτη το πρωί, η είδηση του θανάτου της πέρναγε στις καλλιτεχνικές σελίδες των εφημερίδων. Φωτογραφίες, βιογραφικά της και αποσπάσματα απο διάφερες συνεντεύξεις της. Έλεγε, το 1986, η Κατερίνα Γώγου : "Δεν θέλω να γίνω μελό, δεν πουλάω τα παιδικά μου χρόνια, ούτε τα πρόσφατα .... Ελπίζω. Αν δεν ελπίζω εγώ, ποια θα ελπίζει; Είμαι μάχιμη. Ουαί και αλίμονο αν αυτό δεν είναι ναι στη ζωή ... Έγραφα γιατί ήταν μια αναγκαιότητα για μένα. Μια κίνηση για να μην αυτοκτονήσω ... Τώρα μου έχει περάσει. Δεν θέλω να αυτοκτονήσω, έχω φύγει απο αυτό ... Αισθάνομαι ανασφαλής γιατί βγαίνω και μιλάω χωρίς να έχω τίποτα, χωρίς να ανήκω πουθενά ..." Το 1991 η Κατερίνα Γώγου έλεγε : " Έχω ένα παράπονο ... Ακου το. Ελεύθερος σκοπευτής ήταν ο Νικόλας Άσιμος. Τον δολοφόνησαν. Τον Παύλο Σιδηρόπουλο, το ίδιο. Η μόνη επιζώσα είμαι εγώ ..." Γεννήθηκε στην Αθήνα. Πήγε στη σχολή θεάτρου του Τάκη Μουζενίδη. Χορό έκανε στις Πράτσικα, Ζουρούδη, Βαρώτη. Έπαιζε με τους θιάσους Ηλιόπουλου, Βίλμας Κύρου, Ρένας Βλαχοπούλου, Γιώργου Κωνσταντίνου κ.α. Έκανε πολλές ταινίες. Παλιά τον "Νόμος 4000", το "Βαρύ πεπόνι", πιο πρόσφατα την "Παραγγελιά", την "Όστρια". Το τελευταίο έργο που έπαιξε στο θέατρο ήταν η "Φιλουμένα Μαρτουράνο", το 1979, με την Έλλη Λαμπέτη. Στο ίδιο καμαρίνι με την Σαπφώ Νοταρά ντυνότανε για την παράσταση, Έπαιζε ρόλους πολλούς στο σινεμά και στο θέατρο, τις πιο πολλές φορές τον ρόλο της υπηρέτριας ή του ατίθασου πλουσιοκόριτσου. Αγαπούσε τη Θεσσαλονίκη το ίδιο με την Αθήνα. Εκεί σε έναν καυγά γι αυτήν μαχαιρώθηκε ένα αγόρι. 30 Αυγούστου του 1991. Το 1986 μήνυσε τον Αρκουδέα για άγριο ξυλοδαρμό στο θέατρο Λυκαβυττού απο την αστυνομία "είμαστε φτιαγμένοι απο εκρήξεις αυτοκτονημένων αστεριών" έλεγε σε μια συνέντευξή της. Σήμερα στις 3 μ.μ γίνεται η κηδεία της στο Α' Νεκροταφείο. Γράφουν οι εφημερίδες, 7 Οκτωβρίου 1993. Έγραψε βιβλία "Τρία κλικ αριστερά", "Ιδιώνυμο", "Ξύλινο παλτό", "Νόστος", "Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών", το ανέκδοτο "Ρόδον". Ποιήματα. Σκόρπιες, σκληρές, ελληνικές, δικές της εικόνες, μέσα σε ταραχή, αλήθεια και απόσταση θανάτου. Ξένε, άγνωστε διαβάτη αυτού του Νεκροταφείου, εδώ σε αυτό το μνήμα, αναπαύεται η Κατερίνα Γώγου. Αυτή για την οποία έγραψαν κάποτε πως στην ταινία "Το ξύλο βγήκε απο τον παράδεισο" ήταν η πιο ατίθαση μαθήτρια. Ξένε, αυτή η πόλη κάτω, τώρα ξέρει γι αυτήν. Τα ανήσυχα παιδιά ξέρουν γι αυτήν, πως έκανε μια ροκ εν ρολ αυτοκτονία, άλλη μια ροκ εν ρολ βουτιά.

-Διαβάστε Κατερίνα Γώγου κι εδώ :


(Διαδικτυακή Ποίηση VII)

5 Μαΐ 2007

"Σάλια, Μισόλογα και Τρύπιοι Στίχοι" - Γιάννης Αγγελάκας (1988)


Θεέ του μισού και της χαμένης επιστροφής
Μπορώ να δανειστώ τα δυο σου ξυλοπόδαρα;
Αν το κεφάλι σου είναι ένας ευφλεκτος πλανήτης
Μπορώ να σ' αγαπήσω για λίγο;
*
Αληθινό είναι ό,τι σπαταλιέται
δίχως εμφανείς λόγους
Ό,τι εκσφενδονίζεται στο μηδέν
δίχως ουρές και ίχνη
Ό,τι υπάρχει από σύμπτωση
δίχως να καυχιέται γι' αυτό
ίχως να νοιάζεται αν θα μπορεί
για πάντα να μη καυχιέται γι' αυτό.

*

Ζωγραφίζοντας το σκοτάδι
Πλημμυρίζουν τα σκέλια μου λέξεις κλειδιά
Είναι η εύκολη γέννα μιας κατεστραμμένης μελωδίας
Ο καινούργιος μου έρωτας

*
Στην Αθηνά

Τρέμουν τα πόδια μου το σώμα μου δειλιάζει
Κάθε φορά που πλησιάζεις προς τα δω
Με ξεσηκώνεις με χαλάς και μ' αναγκάζεις
Να μπω γυμνός στο ηλεκτρικό σου μακελειό

Μυρίζεις θάνατο μα εγώ σε γυροφέρνω
Δεν έχω δύναμη μακριά να κρατηθώ
Βάζω στην άκρη το μυαλό μου νικημένο
Μέσα στις στάχτες σου διψάω α βρεθώ

Σαν τότε που μας τρόμαζε το ήσυχο φεγγάρι
Σαν τότε που ματώναμε μαζί
Μόνοι σ' ένα άγνωστο νεκρό πλανήτη
Ερωτευμένοι σχιζοφρενείς

Τρέχω συνέχεια να κρυφτώ μακριά από σένα
Κι ενώ νομίζω πως μπορώ να γιατρευτώ
Πάνω σου πέφτω ξαφνικά κι απεγνωσμένα
Στα ηλεκτροσόκ σου προσπαθώ ν' αντισταθώ

(Αφιερωμένο κι από μένα στη "δική μου" Αθηνά)

*Η πρώτη ποιητική συλλογή του απόλυτου σύγχρονου ροκ σταρ, του Γιάννη Αγγελάκα, άξιου συνεχιστή της ροκ παράδοσης του Παύλου Σιδηρόπουλου. Ο Γιάννης Αγγελάκας, ο οποίος από τις αρχές του 2000 συνεχίζει solo καριέρα με την παρέα του Νίκο Βελιώτη και του group των Επισκεπτών, εμφανίστηκε στα μέσα της δεκαετίας του '80 στην ελληνική ροκ σκηνή με το πιο εκρηκτικό συγκρότημα της χώρας, τις "Τρύπες". Η ψυχή, ο στιχουργός και ερμηνευτής ο ίδιος, έγινε είδωλο για νέους και μεγάλους για πάνω από 15 χρόνια. Και συνεχίζει..
Στα 1988 εκδίδει τη πρώτη του ποιητική συλλογή, η οποία επανεκδόθηκε στα 1995 από τις Εκδόσεις "Νέα Σύνορα - Λιβάνη". 54 σελίδες ποιητικών σκέψεων, ροκ στίχων που μελοποιήθηκαν και προσωπικών του σκίτσων.

Βιογραφικό Γιάννη Αγγελάκα
(από την ελληνική βίκιπαιδεία)

Ο Γιάννης Αγγελάκας είναι τραγουδιστής, μουσικός και ποιητής. Έγινε γνωστός στο ευρύ κοινό ως ο τραγουδιστής του ροκ συγκροτήματος Τρύπες, από το 1984 ως το 2000.
Γεννήθηκε το
1959 στη Θεσσαλονίκη. Μετά τη διάλυση του συγκροτήματος Τρύπες, ασχολήθηκε με την ηθοποιία, εμφανιζόμενος στις ταινίες Χώμα και νερό, Ο χαμένος τα παίρνει όλα και άλλες, ενώ συνέχισε τη μουσική του καριέρα σε συνεργασία με τον Νίκο Βελιώτη και το μουσικό σχήμα Επισκέπτες. Έγραψε τους στίχους και τραγούδησε στο κομμάτι "Κυρία των μέσα μου ανέμων", στο δίσκο Ο Θυρωρός του Γιώργου Χριστιανάκη που κυκλοφόρησε το 2001. Συμμετείχε επίσης στην παραγωγή του διπλού live δίσκου του Θανάση Παπακωνσταντίνου Τα ζωντανά το 2004.
Έχει επίσης εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές (
Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι και Πώς τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;), οι οποίες συνοδεύονται από δικά του σκίτσα. Το 2005 έκανε εβδομαδιαία εκπομπή στον ραδιοφωνικό σταθμό 105,5 μαζί με τον Ντίνο Σαδίκη (Εν Πλω).

Προσωπικά Άλμπουμ

1993 Υπέροχο τίποτα (Virgin)
2003 Ο χαμένος τα παίρνει όλα (Hitch-Hyke)
2005 Οι ανάσες των λύκων
2005 Από 'δω και πάνω (All Together Now)

Με το συγκρότημα Τρύπες

1984 Τρύπες (Ano Kato Records)
1987 Πάρτυ στο 13ο Όροφο
1990 Τρύπες στον Παράδεισο (Virgin)
1991 Άντε και καλή τύχη μάγκες (ΕΜΙ)
1993 Εννιά Πληρωμένα Τραγούδια (Virgin)
1994 Κράτα το σώου μαϊμού (live + unplugged) (Virgin)
1996 Κεφάλι γεμάτο χρυσάφι (Virgin)
1999 Μέσα στη νύχτα των άλλων (Virgin)

Συμμετοχές

2000 Βραχνός προφήτης (Lyra)
2000 Χώμα και Νερό (soundtrack) (Virgin)

Ποίηση
1988 Σάλια, μισόλογα και τρύπιοι στίχοι, εκδόσεις Λιβάνη.
1999 Πώς τολμάς και νοσταλγείς, τσόγλανε;, εκδόσεις Λιβάνη.* Ν.Ι.Π.

(Διαδικτυακή Συλλογή VI)

" Τα δήθεν δε Γουστάρω " - Στράτος Π. (20/4/07)




Αυτό δεν είναι ένα ακόμη ποίημα ερωτικό, μήτε γι’αγάπη μιλάει
ένα φευγιό μεγαλώνει μέσα μου χρόνια τώρα ,
ανύμπορος να το κατευνάσω το πνίγω στο αλκοόλ
αδυνατώ να το τιθασεύσω, με νικά κάθε φορά

Πίνω, μεθώ, μόνος μένω και σ’ετούτο το ξημέρωμα
και εσύ την παρέα σου μου έταζες μέχρι το τέλος
ψέμα ήσουν, δεν περίμενα κάτι άλλο – δήθεν
μα κοίτα πως κατάντησες, μια ευθεία να πάρεις δε μπορείς

Τράβα για ύπνο και αυτό το βράδυ στα κομμάτια σου
μόνος θα γυρνώ στης πόλης τους δρόμους
ψάχνω για σωτηρία χρόνια τώρα
ψάχνω για λύτρωση, μια συντροφιά στο τελείωμά μου

Ανοίγω το στόμα μου, οργή βγαίνει και πάλι
Σας βαρέθηκα πια, όλες – εσάς
τάχα μου αλάνια, πίνετε, παίρνετε drugs
μα στο τέλος ένα τίποτα, βαρέθηκα να σας περιμένω

Δε ζητώ συγνώμη για όσα γράφω, ποτέ
Λέξεις στο μυαλό που πρέπει να βγούν
απογοήτευση, πίκρα - τα λόγια μου σκληρά το ξέρω
πιστεψα θα ‘σουν κατι διαφορετικό, έκανα λάθος

Έμαθα να πίνω στη ζωή μου, να πίνω και να πίνω
Βαρέθηκα να σε περιμένω να ξερνάς αγκαλιά με τη λεκάνη σου
κοιμήσου στον κόσμο σου νομίζοντας πως είσαι ένα ακόμη τυπάκι
Υπάρχουν τόσοι να σε πιστέψουν, τράβα προς τα κει – ακούς;

Εγώ θα συνεχίσω να ταξιδέυω και αυτό το βράδυ
λίγη μουσική, λίγος αέρας κρύος, απλά πηγαίνω
ένα τσιγάρο στο στόμα, οδηγώ στο πουθενά – μακρυά από σένα

άλλη μια νύχτα παγιδευμένος σ' ένα όνειρο να πίνω μόνος...

3 Μαΐ 2007

"Marriage of Heaven And Hell" - William Blake (1793)



Τον καιρό της σποράς μάθαινε, τον καιρό του θερισμού δίδασκε, τον χειμώνα απολάμβανε.
Οδήγησε το κάρο και το αλέτρι σου πάνω από τα κόκκαλα των νεκρών.
Ο δρόμος της υπερβολής μας πάει στο παλάτι της σοφίας.
Η Σύνεση είναι μια πλούσια άσχημη γεροντοκόρη που τη φλερτάρει η Ανικανότητα.
Αυτός που επιθυμεί αλλά δεν πράττει, γεννάει την πανούκλα.
Το κομμένο σκουλήκι άφεση δίνει στο αλέτρι.
Βούτηξε στο ποτάμι εκείνον που αγαπάει το νερό.
Ο ηλίθιος δεν βλέπει το ίδιο δέντρο που βλέπει ο σοφός.
Αυτός που το πρόσωπό του δεν εκπέμπει φως, ποτέ άστρο δεν θα γίνει.
Η Αιωνιότητα είναι ερωτευμένη με τους καρπούς του χρόνου.
Η εργατική μέλισσα δεν έχει καιρό για θλίψη.
Τις ώρες της τρέλας τις μετράει το ρολόι, της σοφίας : κανένα ρολόι δεν μπορεί να τις μετρήσει.
Οι χορταστικές τροφές δεν πιάνονται με δίχτυ ή με παγίδα.
Τη κακή χρονιά βγάλε το τεφτέρι, το ζύγι και το μέτρο.
Κανένα πουλί δεν ανεβαίνει στα ύψη αν πετάει με τις δικές του φτερούγες.
Το νεκρό κορμί δεν παίρνει εκδίκηση για τις πληγές του.
Η πιο υψηλή πράξη είναι να επιδιώκεις μιαν άλλη.
Αν ο τρελός επέμενε στην τρέλα του θα γινόταν σοφός.
Η τρέλα είναι ο μανδύας της απάτης.
Η Ντροπή είναι ο μανδύας της Περηφάνειας.
(...)

(Proverbs of Hell, Παροιμίες της Κόλασης)

*Ποιητής, χαράκτης, ζωγράφος, φιλόσοφος και στιχουργός ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ θεωρείται ο μεγάλος πρόδρομος της αγγλικής ποίησης, μια αξεπέραστη μορφή της καλλιτεχνικής ζωής της Γηραιάς Αλβιόνας του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Κρατάμε στα χέρια μας την 6η συλλογή της ζωής του, δέκα χρόνια από το ποιητικό ντεμπούτο του με τη συλλογή "Poetical Sketches". H Eκδοτική Θεσσαλονίκης εξέδωσε τη μετάφραση της συλλογής "Marriage of Heaven and Hell" το 2006, υπό την επιμέλεια του Δημήτρη Χορόσκελη(είχε κάνει και τη μετάφραση του "Leave of Grass"(Collected)" του Walt Whitman). Mια 3σέλιδη εισαγωγή στη ζωή του μεγάλου άγγλου ποιητή και τα 10 ποιήματα με τα αντίστοιχα αγγλικά χειρόγραφά τους!

Βιογραφικό του Ουίλλιαμ Μπλέηκ
(από την ελληνική βικιπαιδεία)

Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, στα αγγλικά William Blake, (28 Νοεμβρίου 175712 Αυγούστου 1827) ήταν ένας από τους σημαντικότερους Άγγλους ποιητές και παράλληλα ζωγράφος, χαράκτης εικονογράφος, μυστικιστής και οραματιστής.
Χαρακτηρίζεται συχνά ως ο "Προφήτης" της αγγλικής
λογοτεχνίας και υπήρξε αναμφισβήτητα ένας από τους πλέον εκκεντρικούς και πολύπλευρους καλλιτέχνες. Αν και στην εποχή του χλευάστηκε ως παράφρων, σήμερα τιμάται ως μεγαλοφυΐα και συγκαταλέγεται ανάμεσα στους μείζονες ποιητές της παγκόσμιας λογοτεχνίας.
Ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ γεννήθηκε στο Λονδίνο και η οικογένειά του ανήκε στη μεσαία τάξη. Ο πατέρας του Τζέημς Μπλέηκ ήταν αξιοσέβαστος έμπορος και μητέρα του ήταν η Catherine Hermitage. Οι γονείς του συνειδητοποίησαν από νωρίς πως το τρίτο από τα συνολικά πέντε παιδιά τους, διέθετε έντονη καλλιτεχνική κλίση και προσπάθησαν να βοηθήσουν τον Μπλέηκ προς αυτή την κατεύθυνση. Επέτρεψαν μάλιστα να εγκαταλείψει το συμβατικό σχολείο σε ηλικία δέκα ετών ώστε να αρχίσει να παρακολουθεί μαθήματα σε σχολή ζωγραφικού σχεδίου. Από μικρός, όπως ομολογούσε ο ίδιος βυθιζόταν σε εκστατικά οράματα1 .
Από την ηλικία των δώδεκα μόλις ετών ξεκίνησε να γράφει ποιήματα. Τον Αύγουστο του
1772, ο χαράκτης James Basire του προσέφερε θέση μαθητευόμενου, γεγνονός που θεωρείται σημαντικό στην μετέπειτα εξέλιξη του Μπλέηκ. Συνολικά μαθήτευσε για επτά χρόνια και στο διάστημα αυτό εκπαιδεύτηκε σε όλες τις διαφορετικές χαρακτικές μεθόδους και τεχνικές. Παρά την κατάρτιση του, αποφάσισε να μαθητεύσει και στη σχολή ζωγραφικής της Βασιλικής Ακαδημίας, το 1779. Ένα χρόνο αργότερα, το 1780, παρουσιάστηκε δημόσια ένα υδατογράφημα του Μπλέηκ, στην ετήσια έκθεση της Ακαδημίας.
Το
1782 ο Μπλέηκ γνωρίστηκε με τον John Flaxman, ο οποίος επρόκειτο να γίνει προστάτης του. Την ίδια χρονιά παντρεύτηκε την Catherine Boucher, ένα φτωχό και αναλφάβητο κορίτσι, την οποία ο Μπλέηκ θα εκπαίδευε, όχι μόνο στη γραφή και την ανάγνωση, αλλά και στη χαρακτική τέχνη. Εκείνη την περίοδο, ο George Cumberland, ένας από τους ιδρυτές της εθνικής πινακοθήκης του Λονδίνου, ήρθε σε επαφή με τα έργα του Μπλέηκ τα οποία και θαύμασε.Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του Ουίλλιαμ Μπλέηκ, Poetical Sketches (Ποιητικά Σχεδιάσματα), δημοσιεύτηκε του 1783 με τη χρηματική ενίσχυση του Flaxman και του αιδεσιμότατου A. S. Mathew. Ο Ρόμπερτ Σίλλιμαν Χίλλυερ αναφέρει για τα ποιήματα της συλλογής αυτής: "...είναι αποκαλυπτικά όχι μόνο της ιδιοφυΐας του αλλά και των επιδράσεων του από τη λυρική ποίηση της Ελισαβετιανής εποχής, από το Σαιξπήρειο δράμα, από το Γοτθικό ύφος, από τον Οσσιανό, από τη δίχως ρίμες "Ωδή προς την Εσπέρα" του Κόλλινς και από την υψηλή ρητορική του καιρού του".
Μετά από το θάνατο του πατέρα του, το
1784, λειτούργησε ένα κατάστημα ειδών σχεδίου και ζωγραφικής, μαζί με τον αδερφό του Ρόμπερτ. Συνεργάστηκαν με τον εκδότη Joseph Johnson, γεγονός που επέτρεψε στον Μπλέηκ να έρθει σε επαφή με σημαντικούς εκπροσώπους της αγγλικής διανόησης, όπως τον επιστήμονα Joseph Priestley, τον φιλόσοφο Richard Price, τον ζωγράφο John Henry Fuseli, με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά, την φεμινίστρια Mary Wollstonecraft, αλλά και τον αμερικανό θεωρητικό και επαναστάτη Tom Paine. Ο Μπλέηκ έτρεφε μεγάλες ελπίδες για την αμερικανική και γαλλική Επανάσταση αλλά αργότερα απελπίστηκε με την άνοδο του Ρωβεσπιέρου. Η Mary Wollstonecraft έγινε επίσης στενή φίλη του και το 1788 ο Μπλέηκ εικονογράφησε το έργο της Original Stories from Real Life. Μοιράζονταν ακόμη παρόμοιες απόψεις σχετικά με τη σεξουαλική ισότητα των δύο φύλων και το θεσμό του γάμου. Ο Μπλέηκ καταδίκαζε ανοιχτά την επιβεβλημένη αγνότητας της γυναίκας και τον προκαθορισμένο γάμο.
Το
1788 ο Μπλέηκ άρχισε να πειραματίζεται πάνω στη μέθοδο που θα χρησιμοποιούσε για να δημοσιεύσει τα ποιήματα του, όντας δύσπιστος απέναντι στους εκδότες της εποχής. Τελικά υιοθέτησε μια πρωτότυπη τεχνική εκτύπωσης συνδυάζοντας την ιδιότητα του χαράκτη και ζωγράφου με αυτή του ποιητή. Ιδιαίτερες λεπτομέρειες για την τεχνική του Μπλέηκ δεν είναι γνωστές. Η εκτύπωση αυτή περιελάμβανε σύμφωνα με εκτιμήσεις την εξής διαδικασία: αρχικά το γράψιμο των στίχων πάνω σε πλάκες χαλκού με τη βοήθεια μελανιού και πινέλων, χρησιμοποιώντας παράλληλα ένα ανθεκτικό στα οξέα μέσο. Στη συνέχεια οι πλάκες εμβαπτίζονταν σε οξύ προκειμένου να διαλυθεί ο μη επεξεργασμένος χαλκός. Στο τελικά στάδιο, οι πλάκες χρωματίζονταν με υδατοχρώματα και τοποθετούνατν μαζί ώστε να αποτελέσουν έναν ενιαίο τόμο. Η μέθοδος αυτή ονομάστηκε από τον Μπλέηκ "Πεφωτισμένη εκτύπωση" (Illuminated printing) και συχνά τα έργα αυτής της μορφής αναφέρονται και ως "Πεφωτισμένα βιβλία". Ο Μπλέηκ χρησιμοποίησε τη "φωτισμένη" εκτύπωση για όλα τα του τα έργα από τη στιγμή που την επινόησε. Κάθε ένα από τα "φωτισμένα" βιβλία του αποτελούσε ένα μοναδικό έργο τέχνης. Ο Μπλέηκ θεωρούσε ότι η αυτόνομη δημοσίευση των βιβλίων θα μπορούσε να ελευθερώσει τον καλλιτέχνη από την τυραννία της λογοκρισίας από την εκκλησία και το κράτος. Ο μελετητής του έργου του Μπλέηκ Geofrey Keynes, αναφέρει πως τα "φωτισμένα" βιβλία του Μπλέηκ εμφανίζουν ομοιότητες με μεσαιωνικά χειρόγραφα που περιείχαν επίσης διακόσμηση. Σε μια επιστολή, ο Μπλέηκ αναφέρει ακόμα πως τη μέθοδο αυτή του την αποκάλυψε ο νεκρός αδελφός του Ρόμπερτ όταν πρόβαλε μπροστά του σε ένα νυχτερινό όραμα.Το 1790 ο Μπλέηκ μετακόμισε με τη γυναίκα του στο Lambeth όπου θα παρέμενε για περίπου δέκα χρόνια. Εκεί συνέχισε να κατασκευάζει χαρακτικά για τα ποιήματα του και να εξελίσσει τα θέματα του. Είναι η περίοδος που εκδίδει έργα όπως Το βιβλίο του Ούριζεν (1794), Ευρώπη: μία προφητεία (1794), Το Τραγούδι του Λος' (1795) και Το βιβλίο του Λος (1795). Παράλληλα με αυτά τα έργα, σημαντικός καρπός της ιδιαίτερα δημιουργικής του παραμονής στο Lambeth ήταν και Οι Γάμοι του Ουρανού και της Κόλασης (1790-1793).
Από το
1800 εως το 1803, το ζεύγος Μπλέηκ έζησε στο χωριό Felpham του Σάσσεξ. Σε αυτό το διάστημα, συντηρούνταν οικονομικά από τον ποιητή William Hayley του οποίου έργα εικονογραφούσε ο Μπλέηκ. Επιπλέον, την περίοδο αυτή, ο Μπλέηκ συννελήφθη με αστήρικτες κατηγορίες πως σε καιρό πολέμου ενεργούσε ενάντια στη χώρα του. Είναι γεγονός πως ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ ήταν πολέμιος των αξιών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας, κάτι που αποτύπωσε σαφώς και στα ποιήματά του, ωστόσο ποτέ δεν προέβει σε αντιεξουσιαστικές ενέργειες. Η παραμονή στο Felpham σημαδεύτηκε και από την ολοκλήρωση του ποιήματος Μίλτον (1803-1808). Αξίζει να αναφερθεί πως ο Μπλέηκ θεωρούσε τον Μίλτον ως τον μεγαλύτερο των ποιητών, αν και παράλληλα πίστευε πως είχε υποπέσει και σε ολέθρια σφάλματα.
Το επόμενο σημαντικό του έργο ήταν οι εικονογραφήσεις του για μια έκδοση του Τάφου του Robert Blair που εκδόθηκε το
1808 και συγκέντρωσε μεγαλύτερη προσοχή από όλα τα υπόλοιπα ποιητικά του έργα. Ωστόσο οι κριτικοί της εποχής δεν αντιμετώπισαν θετικά τις εικονογραφήσεις αλλά περισσότερο με διάθεση καχύποπτη και χλευαστική.
Την περίοδο
1809 εως 1815 ολοκλήρωσε το τελευταίο και μακροσκελές προφητικό του βιβλίο, την Ιερουσαλήμ, ενώ αργότερα δημιούργησε και μια σειρά εικονογραφήσεων για το Βιβλίο του Ιώβ (Book of Job), που θεωρούνται ως η σημαντικότερη καλλιτεχνική παραγωγή του Μπλέηκ. Το έργο του αυτό αποτέλεσε παραγγελία στις αρχές του 1820 του John Linnell, μέλος μιας ομάδας καλλιτεχνών που αυτοαποκαλούνταν "Αρχαίοι". Η ομάδα αυτή θαύμαζε το έργο του Μπλέηκ και τον στήριξαν τόσο οικονομικά όσο και ηθικά στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Μετά την ολοκλήρωση της Ιερουσαλήμ ο Μπλέηκ έγραψε ελάχιστη ποίηση αλλά αφοσιώθηκε στη ζωγραφική και τη χαρακτική. Εξαίρεση αποτελεί το Αιώνιο Ευαγγέλιο (The Everlasting Gospel) που ολοκληρώθηκε το
1818.
Ακόμα και στο τέλος της ζωής του παρέμενε ακμαίος και ιδιαίτερα οξυδερκής. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός πως προσπάθησε να μάθει
ιταλικά με σκοπό να διαβάσει Δάντη. Σχεδίαζε επίσης να εικονογραφήσει τη Θεία Κωμωδία, έργο που ξεκίνησε περίπου το 1825 αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει. Πέθανε τον Αύγουστο του 1827.

Αποδοχή

Η στάση των κριτικών απέναντι στον Ουίλλιαμ Μπλέηκ, την εποχή που έζησε, κυμάνθηκε από την καχυποψία και την επιφύλαξη ως την απόλυτη εχθρότητα. Ακόμα, οι οραματισμοί του Μπλέηκ εκλαμβάνονταν από την πλειοψηφία ως δείγμα παραφροσύνης του ποιητή. Ο Μπλέηκ συχνά απογοητευόταν καθώς έβλεπε πως η δουλειά του αντιμετωπιζόταν με χλεύη. Το 1809 διοργάνωσε μια ιδιωτική έκθεση των πινάκων του με σκοπό να δημοσιοποιήσει το έργο του αλλά και να το υπερασπιστεί. Η έκθεση αυτή έτυχε ωστόσο πολύ ψυχρής υποδοχής. Ενδεικτική είναι η κριτική που άσκησε η εφημερίδα The Examiner:
"... ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ, ένας δυστυχής παράφρων, ακίνδυνος κατά τα άλλα και γι' αυτό έξω από το άσυλο, θα περνούσε εντελώς απραρατήρητος αν δεν διακήρυσσαν δημόσια τον θαυμασμό τους για αυτόν πολλοί διακεκριμένοι καθηγητές και ερασιτέχνες. Οι έπαινοι τους οποίους οι κύριοι αυτοί επεφύλαξαν πέρυσι στις εικονογραφήσεις του Τάφου (του Robert Blair) που φιλοτέχνησε ο δυστυχής, κατόρθωσαν να τον ωθήσουν να δημοσιοποιήσει την τρέλα τουκαι έτσι να τον εκθέσουν και πάλι αν όχι στη χλεύη, στον οίκτο του κοινού"
Ο ίδιος ο Μπλέηκ, υπερασπιζόμενος κάποτε το έργο του, παρατήρησε:
"Το Υψηλό παραμένει κατ' ανάγκη σκοτεινό για τους Αδύναμους ανθρώπους. Αυτό που μπορεί να είναι σαφές για έναν ηλίθιο δεν είναι άξιο της προσοχής μου."
Σήμερα αναγνωρίζεται ως ο αυθεντικότερος και πιο εκλεκτός από τους
ρομαντικούς ποιητές και θεωρείται μια από τις σημαντικότερες μορφές της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Είναι κοινή διαπίστωση των μελετητών του, πως η αξία του Μπλέηκ δεν περιορίζεται μόνο στο γεγονός πως αποτέλεσε έναν αξιόλογο ρομαντικό ποιητή αλλά κυρίως στο ότι κατόρθωσε παράλληλα να δημιουργήσει και να απεικονίσει ένα εξαιρετικά πολύπλοκο προσωπικό μυθολογικό σύστημα.

Επιλεγμένα έργα
Poetical Sketches (1783)
There is no Natural Religion (
1788)
All Religions are One (
1788)
Songs of innocence (
1789)
Book of Thel (
1789)
Marriage of Heaven and Hell (
1793)
Visions of the Daughters of Albion (
1793)
America: A Prophecy (
1793)
Songs of Experience (
1794)
The Book of Urizen (
1794)
The Song of Los (
1794)
The Book of Ahania (
1795)
The Book of Los (
1795)
Milton (
1804-1808)
Jerusalem (
1809-1815)
Everlasting Gospel (
1818)* Ν.Ι.Π.