31 Ιουλ 2007

"Η Αγάπη Μας" - Αθηνά (31/07/07)

Η αγάπη μας
Θα έχει το χρώμα της αβύσσου
Αδιευκρίνιστο και αέναο

Σαν εμένα και σένα
Αδιευκρίνιστοι και απροσδιόριστοι

Χρωματιζόμαστε από τα όνειρα
Τις ανάγκες και τις αισθήσεις

Παίρνουμε μορφές διάφορες
Μας πλάθει η αγάπη των άλλων
Μας αλλοτριώνει μα..
Μας προσδιορίζει

Κάθε φορά που σε κοιτώ
Ψάχνω τα κομμάτια μου μέσα σου..
Και αν αυτό δεν είναι αγάπη τότε τι είναι;
και αν αυτό είναι μάταιο τότε τι δεν είναι;

19 Ιουλ 2007

"Ποιήματα" - Vladimir Mayakovsky (Μτφρ. Γιάννης Ρίτσος) (Ελληνική έκδοση του 1965)



Τη σκέψη σας που νείρεται
πάνω στο πλαδαρό μυαλό σας
σάμπως ξυγκόθρεφτος λακές
σ' ένα ντιβάνι λιγδιασμένο,
εγώ θα την τσιγκλάω
επάνω στο ματόβρεχτο κομμάτι της καρδιάς μου
φαρμακερός κι αγροίκος πάντα
ως να χορτάσω χλευασμό.
(...)
Πάλι ερωτευμένος θα ριχτώ στο γλεντοκόπι
πυρπολώντας το τόξο των φρυδιών μου
Τι να γίνει;
Και σ' ένα σπίτι καμένο
ζούνε καμιά φορά άστεγοι αλήτες.
(...)
Δοξάστε με
Δεν είμαι τέρι εγώ των ισχυρών
Εγώ επάνω σ' όλα που έχουν γίνει
βάζω "μηδέν"
(...)
Και πίσω από τους ποιητές
τρέχουν τα πλήθη του δρόμου:
Φοιτητές,
πόρνες,
εργολάβοι.
(...)

(Σύννεφο με Παντελόνια)

(...)
Μαντρωμένος μες στο γήινο κοπάδι
σέρνω τον καθημερινό ζυγό μου
Καβάλλα
πάνω στο μυαλό μου
"ο Νόμος" έχει θρονιαστεί
Μια αλυσίδα κυκλώνει την καρδιά μου:
"η Θρησκεία".
(...)
Φωνάζω...
μα δεν είναι
παρά μονάχα των κλειδιών ο θόρυβος!
Ο μορφασμός του δεσμοφύλακα.
Μου πετάει
στην αιχμή μιας ακτίνας
ένα κομμάτι σάπιο κρέας
Καγχάζουν:
"Α! Α!"
κ εγώ πλανιέμαι
μέσα στο παραλήρημα, μέσα στον πυρετό.
Η γη, μια σιδερένια σφαίρα καταδίκου
βροντοχτυπάει
στο πόδι μου αλυσσοδεμένη

Μου χει τα μάτια μου κλειδώσει
το χρυσάφι.
Ποιος θάθελε να οδηγήσει έναν τυφλό;
Είμαι
κλεισμένος
για πάντα
σε μια περιπέτεια παράλογη.
(...)

(Ο Άνθρωπος)

*Ο μεγάλος ρώσος ποιητής Μαγιακόφσκι σε απόδοση του μεγάλου έλληνα ποιητή Ρίτσου. Και εδώ καλείσαι να αντιμετωπίσεις την ηδονή : το 27σέλιδο προλογικό σημείωμα "Περί Μαγιακόφσκη" του Ρίτσου είναι συγκλονιστικότατο, η απόδοση των -με ανυπέρβλητο λογοτεχνικό εκτόπισμα- ποιημάτων του Μαγιακόφσκη άψογη, με τη βοήθεια του Άρη Αλεξάνδρου και του Σέργιου Πρωτόπαπα. Ένας μεγάλος ποιητής σε μετάφραση ενός άλλου μεγάλου ποιητές. Δυο στρατευμένοι -σοσιαλιστικά- καλλιτέχνες, με τα υπέρ και τα κατά αυτής της γραμμής που χάραξαν, χαρίζουν ένα βιβλίο-αριστουργημα στο ελληνικό κοινό της δεκαετίας του '70, από τις Εκδόσεις Κέδρος. 9 μεγάλα ποιήματα μεταφρασμένα : Σύννεφο με Παντελόνια, Ιωβηλαίο, Ο Άνθρωπος, Ο Πόλεμος Και Η Ειρήνη, Ο Αυτοαγαπώμενος Συγγραφέας, Παρίσι, Ξελασπώστε το Μέλλον, Καλά Πάμε, Μ' Όλη μου τη Φωνή.

Eργογραφία Μαγιακόφσκι :

1. A Slap In The Face Of Public Taste - 1912
2. A Tragedy - 1914
3. A Cloud In Trousers - 1915
4. The Backbone Flute - 1916
5. "Prostae Kak Mychanie" - 1916
6. War And The World - 1916
7. Man - 1918
8. Ode To Revolution - 1918
9. Mystery-Bouffe - 1918
10. Left Marche - 1919
11. "150.000.000" - 1920
12. Mystery Bouffle - 1921
13. "Liubliu" - 1922
14. About This - 1923
15. "Lirika" - 1923
16. Vladimir Ilyich Lenin - 1924
17. Mayakovsky And His Poetry - 1924
18. Paris - 1925
19. "Sobranie Sochinenii" - 1925
20. How Are Verses Made? - 1926
21. My Discovery Of America - 1926
22. Fine Hyvin - 1927
23. Timothy's Horse - 1928
24. The Bedbug - 1929
25. The Bathhouse - 1930

Βιογραφία Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη
(από το site http://www.lemoni.gr/)

Ο Βλάντιμιρ Μαγιακόφσκι γεννήθηκε στις 7 Ιουλίου του 1893, από Ρώσους γονείς, στο χωριό Μπαγκτατί της Γεωργίας, όπου ο πατέρας του υπηρετούσε ως φύλακας δασών και υδάτων. Εκεί ο Βλάντιμιρ έζησε τα παιδικά του χρόνια και φοίτησε στο δημοτικό σχολείο, ενώ τις πρώτες γυμνασιακές του σπουδές τις έκανε στη γειτονική πόλη, Κουταϊς. Από εκείνα τα χρόνια εκδηλώθηκε το ενδιαφέρον του για τη ζωγραφική και χρονολογούνται οι πρώτοι του ενθουσιασμοί με την επιστήμη και την τεχνολογία, που διαδραμάτισαν αργότερα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της φουτουριστικής του ποιητικής, καθώς και το ενδιαφέρον του για τις ιδέες της επανάστασης. Το 1907, μετά το θάνατο του πατέρα του, μετακόμισε μαζί με τη μητέρα του και τις δυο αδελφές του στη Μόσχα. Εκεί συνέχισε τις γυμνασιακές του σπουδές και παρακαλουθήσε μαθήματα ζωγραφικής. Το 1908, μαθητής ακόμα έγινε μελός του κόμματος των Μπολσεβίκων και συμμετείχε στην παράνομη δραστηριότητά του. Αυτό στοίχισε τα επόμενα δύο χρόνια δύο συλλήψεις. Μέσα στη φυλακή διαβάζει τη Βίβλο, διαβάζει ιστορία και λογοτεχνία και γράφει τα πρώτα του ποιήματα, τα οποία όμως δε διασώθηκαν. Μετά την αποφυλάκισή του το 1910, εγκαταλείπει το γυμνάσιο και γίνεται δεκτός στη Σχολή Ζωγραφικής και Γλυπτικής της Μόσχας. Εκεί γνώρισε τον ζωγράφο Νταβίντ Μπουρλιούκ, που έμμελε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην ποιητική του πορεία. Ο Μαγιακόφσκι και ο Μπουρλιούκ προσχώρησαν στην υπό διαμόρφωση τότε κίνηση των φουτουριστών της Μόσχας και συμμετείχαν στην πρώτη έκδοση της ομάδας: "Ένα χαστούκι στο γούστο του κοινού" (1912), όπου δημοσίευσαν και υπόγραψαν, μαζί με τον Βίκτωρ Χλέπνικοφ και τον Αλεξάντρ Κρουτσιόνιχ το πρώτο φουτουριστικό μανιφέστο. Ο Μαγιακόφσκι πρωτοπρουσιάστηκε ως ποιητής στην κοινή έκδοση των φουτουριστών το 1912 με δυο ποιήματα "Πρωί" και "Νύχτα". Το 1913 γράφει την τραγωδία "Βλάντιμιρ Μαγιακόφσκι" που αποτελεί το πρώτο συνθετικό ποιητικό-θεατρικό του έργο. Το 1914-1915 γράφει το "Σύννεφο με παντελόνια" -του οποίου η πρώτη πλήρη έκδοσή έγινε το 1918- ένα έργο που ο ποιητής το χαρακτήρισε ως προγραμματικό για την εποχή του. Το 1915 εγκαθίσταται στην Πετρούπολη, όπου αναπτύσει έντονη δραστηριότητα. Συνεργάζεται με εφημερίδες και περιοδικά δημοσιεύοντας ποίηματα, μέσα από τα οποία εκφράζει την αντίδρασή του ενάντια στον πόλεμο. Γράφει επίσης, σατιρικά ποιήματα. Το 1915 έγραψε, επίσης, ένα από τα πιο σημαντικά λυρικά του ποιήματα "Στων σπονδύλων το φλάουτο". Το 1916 επστρατεύεται. Τον ίδιο χρόνο γράφει το "O πόλεμος και η οικουμένη". Η προεπαναστατική περίοδος του Μαγιακόφσκι κλείνει με το ποίημα "Άνθρωπος" ένα ακόμη συνθετικό έργο με κεντρικό ήρωα τον Μαγιακόφσκι. Ο Μαγιακόφσκι ήταν ήδη ένας δόκιμος ποιητής που είχε δώσει σημαντικό μέρος του έργου με το οποίο θα έμενε στην ιστορία, όταν η Ρωσία γνώρισε τον κατακλυσμό του 1917. Ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν ακόμα, η χώρα γνώρισε την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη, που ανέτρεψε τον τσάρο και την σοσιαλιστική επανάσταση του Οκτώβρη του 1917, που έθεσε ως στόχο της τη δημιουργία μιας νεάς σοσιαλιστικής κοινωνίας. Οι φουτουριστές της Μόσχας τάχθηκαν από τους πρώτους με την πλευρά της επανάστασης. Ο Μαγιακόφσκι αναπτύσει τρομερή δραστηριότητα σε πολλούς τομείς ταυτόχρονα. Δημοσιογραφεί, φτιάχνει αφίσες, γράφει διαφημιστικά κείμενα, γράφει κινηματογραφικά σενάρια και παίζει ο ίδιος σε ταινίες. Το Νοέμβρη του 1917 γράφει "Tο δικό μας βήμα" που αποτελεί το πρώτο του μεταεπαναστατικό ποίημα. Το Μάρτη το 1918 βγαίνει το πρώτο και μοναδικό φύλλο της Εφημερίδας των Φουτουριστών, στο οποίο ο Μαγιακόφσκι δημοσιεύει δυο ποιήματα "Επανάσταση" (ποιητικό χρονικό) και "Το βήμα μας". Δημοσιεύει επίσης μια ανοιχτή επιστολή προς τους εργάτες, στην οποία ταυτίζει σε μεγάλο βαθμό το σοσιαλισμό με τον αναρχισμό και προβάλλει έντονα τη φουτουριστική θέση για άρνηση της τέχνης του παρελθόντος. Το 1919, στην πρώτη επέτειο της επανάστασης, δημοσιεύει την "Ωδή στην επανάσταση", ένα ποίημα πολεμικής ενάντια στους εχθρούς της επανάστασης και ύμνου στη δουλειά. Τον ίδιο χρόνο γράφτηκε και παρουσιάστηκε στην Πετρούπολη το θεατρικό έργο "Μυστήριο Μπούφο" το οποίο και χαρακτηρίστηκε ως το πρώτο κουμμουνιστικό θεατρικό έργο.Το 1924, μετά τον θάνατο του Λένιν, ολοκληρώνει το μεγάλο συνθετικό του ποίημα "Βλαντιμίρ Ιλίτς Λένιν", που είχε αρχίσει να το γράφει από το 1923. Το 1927 με αφορμή τα δέκα χρόνια της επανάστασης ο Μαγιακόφσκι γράφει το συνθετικό ποίημα "Καλά!" Το 1927-1928 ο Μαγιακόφσκι ταξίδεψε πολύ στη Σοβιετική Ένωση διαβάζοντας σε ειδικές λογοτεχνικές βραδιές αποσπάσματα από το ποίημα αυτό. Ωστόσο, κανένα άλλο έργο του δεν έχει συνατήσει τόσο έντονη και αρνητική κριτική και δεν αμφισβητήθηκε τόσο πολύ για την εικλικρίνεια και για τις προθέσεις του.Το 1928 έγραψε το θεατρικό έργο "Κοριό" και το 1929 το "Λουτρό", τα οποία ήταν και τα δυο τελευταία θεατρικά του έργα. Στις 14 του Απρίλη του 1930, ύστερα από μια περίοδο έντονης αμφισβήτησης και κριτικής, έθεσε τέρμα στη ζωή του με μια σφαίρα στο κεφάλι. Το χωριό που γεννήθηκε, το Μπαγκντάντ, σήμερα σε ένδειξη μνήμης έχει πάρει το όνομα του. Ο Μαγιακόφσκι ήταν ένας από τους επαναστάτες του 20ου αιώνα. * Ν.Ι.Π.

Διαδικτυακή Συλλογή XV

"Τα Φάσματα ή Η Χαρά Στον Άλλο Δρόμο" - Μίλτος Σαχτούρης (1958)


Μοσχοβολούσε το φεγγάρι
σκύλοι μ' άσπρα λουλούδια στο κεφάλι
περνούσανε στο δρόμο εκστατικοί
κι ο δρόμος κάτω έφεγγε από κρύσταλλο
και μέσα φαίνονταντε σφυριά και τα μαχαίρια

Μέσα στα χέρια μου έσπασα το κρύσταλλο

Και τότε είδα το κόκκινο το σύννεφο
να μεγαλώνει ν' ανάβει την καρδιά μου
και τ' αλλο το γκρίζο σαν καπνος
ν' αδειάζει από μέσα μου να φεύγει.

(Το Μαρτύριο)

Δεν αγαπώ το αεροπλάνο
πάντα θά έχουμε ανάγκη από ουρανό
η ωραία γυναίκα αγαπάει την πίσσα
πάντα θά έχουμε ανάγκη από ουρανό

Η γυναίκα στάθηκε στη Μεγάλη Πόρτα
πάντα θά έχουμε ανάγκη από ουρανό
το παιδί από το Στενό Παράθυρο βγήκε
κι έμεινε μετέωρο στο Κενό

Τέλειωσε τέλειωσε το εκτόπλασμά μου
πάντα θά έχουμε ανάγκη από ουρανό
δε θα σας ταράζω πια με τα όνειρά μου
πάντα θά έχουμε ανάγκη από ουρανό

(Το Αεροπλάνο)

Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε από τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στιςς λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οί καρδιές
ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Βούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα

(Ο Τρελός Λαγός)

*Μίλτος Σαχτούρης, από τους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές που εμφανίστηκαν στα γράμματα προπολεμικά και διάβηκαν τα μεταπολεμικά αλλά και μεταπολιτευτικά χρόνια με περίσση ένδοξα και έντονα διεθνώς αναγνωρισμένη ποίηση. Στενός φίλος του Εγγονόπουλου, κατ' επάγγελμα ποιητής και λογοτέχνης, μια δυνατή φωνή του τόπου μας που θα την θυμόμαστε για πάντα, ύστερα από το θάνατο που βρήκε δυο χρόνια πριν σε ηλικία 86 ετών. Η συλλογή "Τα Φάσματα ή η Χαρά στον Άλλο Δρόμο" που περιλαμβάνει 27 ποιήματα και ένα τελικό απόφθεγμα εκδόθηκε στα 1958 και περιλαμβάνεται στην συγκεντρωτική συλλογή "Ποιήματα 1945-1971" των Εκδόσεων Κέδρος. Γράφτηκε σε μια πολύ δημιουργική περίοδο για τον ποιητή Σαχτούρη.

Ποίηση

1. Η μουσική των νησιών μου (1941)
2. Η λησμονημένη (1945)
3. Παραλογαίς (1948)
4. Με το πρόσωπο στον τοίχο (1952)
5. Όταν σας μιλώ (1955)
6. Τα Φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο (1958)
7. Ο περίπατος (1959)
8. Τα στίγματα (1962)
9. Σφραγίδα ή η όγδοη σελήνη (1964)
10. Το σκεύος (1971)
11. Χρωμοτραύματα (1980)
12. Εκτοπλάσματα (1986)
13. Καταβύθιση (1990)
14. Έκτοτε (1996
15. Ανάποδα γύρισαν τα ρολόγια (1998)

Βιογραφία Μίλτου Σαχτούρη
(από την ελληνική βίκιπαιδεία)

O Mίλτος Σαχτούρης (Αθήνα, 29 Ιουλίου 1919Αθήνα, 29 Μαρτίου 2005) ήταν έλληνας ποιητής.
Ήταν δισέγγονος του
υδραίου ναυμάχου του 1821 Γιώργη Σαχτούρη, εγγονός του αξιωματικού του Πολεμικού Ναυτικού Μιλτιάδη Σαχτούρη και γιος του δικαστικού Δημήτρη Σαχτούρη. Η μητέρα του ονομάζονταν Αγγελική.
Με την προτροπή και επιμονή του πατέρα του, το
1937 ξεκίνησε σπουδές νομικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1938 δημοσίευσε με το ψευδώνυμο Mίλτος Xρυσάνθης ένα διήγημα στο περιοδικό Εβδομάδα. Το 1939 πέθανε ο πατέρας του και ο ίδιος έκαψε τα βιβλία της Νομικής αποφασισμένος να επιδοθεί αποκλειστικά στην ποίηση. Συνέχισε (πάντα με ψευδώνυμο) να δημοσιεύει διηγήματα και το 1941 εξέδωσε με δικά του χρήματα την πρώτη του ποιητική συλλογή H μουσική των νησιών μου, για την οποία αργότερα θα δηλώσει: «Πιστεύω ότι και στο πρωτόλειό μου, την πρώτη ποιητική συλλογή που εξέδωσα φοιτητής, είκοσι ενός ετών — και έκαψα τελικά — αν παραμερίσει κανείς τις πρόδηλες επιρροές από Kαβάφη και Kαρυωτάκη μπορεί να βρει το ποιητικό μου στίγμα».
Tο
1943 γνωρίστηκε με τον Nίκο Eγγονόπουλο, μια συνάντηση που στάθηκε καθοριστική για τον Σαχτούρη. Tο 1945 εξέδωσε από τις εκδόσεις «Ίκαρος», με παρότρυνση του Eγγονόπουλου, την συλλογή H λησμονημένη και τρία χρόνια αργότερα, το 1948, τις Παραλογαίς, σε 250 αριθμημένα αντίτυπα. Tο 1952 κυκλοφόρησε η συλλογή Mε το πρόσωπο στον τοίχο «ένα από τα ωραιότερα βιβλία μου», όπως είπε σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Η Kαθημερινή το 2000: «Πούλησε πέντε αντίτυπα. Έτρεχα στα βιβλιοπωλεία να δώσω βιβλία και τα πιο πολλά τα επέστρεφαν». Tότε είναι που άρχισε να συχνάζει στο «Mπραζίλιαν» της οδού Bουκουρεστίου, μαζί με τον Eλύτη, τον Σινόπουλο, την Bακαλό, τον Παπαδίτσα, τον Kαρούζο, κ.ά.
Το
1955 πέθανε η μητέρα του και την ίδια χρονιά γνωρίστηκε με την ζωγράφο Γιάννα Περσάκη. Tο 1960, κι αφού είχαν προηγηθεί οι συλλογές Όταν σας μιλώ, Tα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο, και O περίπατος, η ποίηση του Mίλτου Σαχτούρη άρχισε να αναγνωρίζεται ευρύτερα. H Nόρα Aναγνωστάκη δημοσίευσε την πρώτη ολοκληρωμένη κριτική προσέγγιση, με τίτλο «Oι "δύσκολοι καιροί" μέσα από την ποίηση του Σαχτούρη» στο περιοδικό Kριτική. Δύο χρόνια αργότερα, το 1962, ο Σαχτούρης τιμήθηκε με το Δεύτερο Kρατικό Bραβείο Ποίησης για την συλλογή Tα στίγματα. Aκολούθησαν οι συλλογές Σφραγίδα ή η Όγδοη Σελήνη (1964) και Tο σκεύος (1971), από τις εκδόσεις «Kείμενα», αφιερωμένο στην ζωγράφο Γιάννα Περσάκη, σύντροφο της ζωής του από τότε μέχρι το τέλος, παρότι ποτέ δεν συγκατοίκησαν. «Mια δυο φορές που κινδύνευσα να παντρευτώ, ο πατέρας των κοριτσιών έλεγε "Όχι, γιατί ποιητής δεν είναι επάγγελμα" και χάλαγε ο γάμος. Eίχα σκοπό ότι δε θα κάμω τίποτ' άλλο» είπε στην Eλένη Zιώγα στην Η Καθημερινή το 1990. Kαι πράγματι, δεν έκανε ποτέ κανένα βιοποριστικό επάγγελμα.
Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα Η Καθημερινή το
2000 είχε δηλώσει: «Oι εμπνεύσεις μου έρχονται σχεδόν ουρανοκατέβατες. Πολλές φορές με αγωνία. Kαμιά φορά έχω κάποιο πρόσωπο υπόψη μου ή κάποια κατάσταση. Tα περισσότερα όμως είναι ξεκρέμαστα. Eχω γράψει βέβαια μερικά ποιήματα που αναφέρονται σε πρόσωπα που αγαπώ, Έλληνες και ξένους. Oπως τον Γεράσιμο Σκλάβο, τον Nίκο Eγγονόπουλο, τον Διαμαντή Διαμαντόπουλο, έναν ζωγράφο που αδικήθηκε.»
Tα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν ολιγογράφος. Εξέδωσε τις συλλογές: Xρωμοτραύματα (
1980), Eκτοπλάσματα (1986), Kαταβύθιση (1990), Έκτοτε (1996), Aνάποδα γυρίσαν τα ρολόγια (1998). Tο 2003 τιμήθηκε με το Mεγάλο Kρατικό Bραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του. Aρνητικός στις συνεντεύξεις, έκανε το μεγάλο άνοιγμα το 1992, όταν δέχθηκε στο σπίτι του στην Kυψέλη τον σκηνοθέτη Λευτέρη Ξανθόπουλο για τις ανάγκες του ντοκυμαντέρ Ποιος είναι ο τρελός λαγός;. Mε τον σκηνοθέτη διατήρησαν φιλικές σχέσεις μέχρι το τέλος, και είχαν την τελευταία δημοσιευμένη συνομιλία στο αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω (Iανουάριος 2003): «Aυτό που εξακολουθώ να πιστεύω είναι ότι δεν βοηθάει σε τίποτα η παρουσία του ποιητού σε συμπόσια και τέτοια, το έργο του είναι αυτό που θα μιλήσει, και δεν μετείχα ποτέ σε συμπόσια και σε συνέδρια.» Eίναι, όπως θα σημειώσει αργότερα ο Γιάννης Δάλλας, «ένας ποιητής θεληματικά αταξίδευτος· πιο πολύ, ένας ποιητής του κλειστού χώρου».
Στην συνέντευξή του στην
Καθημερινή το 2000 είχε επίσης πει: «O ρόλος του ποιητή είναι ένας, και στους εύκολους και στους δύσκολους καιρούς: να είναι ο εαυτός του και να γράφει αυτό που λέει η καρδιά και το μυαλό του. Aπόδειξη ότι όσοι επηρεάστηκαν πολύ από τα γεγονότα, δηλαδή όσοι πήραν θέσεις πολύ επαναστατικές, χάθηκαν. Mόνο ένας ειλικρινής έμεινε: ο Μανόλης Αναγνωστάκης. Ήταν ένα σωρό αριστεροί, οι οποίοι έσβησαν όλοι. Γιατί δεν είναι περιστασιακή η ποίηση, είναι αιώνια.» * Ν.Ι.Π.

Διαδικτυακή Συλλογή ΧΙV

17 Ιουλ 2007

"On The Road" - Jack Kerouak (1957)

Έτσι, όταν ο ήλιος δύει στην Αμερική και κάθομαι στην παλιά ξεχαρβαλωμένη αποβάθρα του ποταμού κοιτάζοντας τους απέραντους ουρανούς πάνω απ' το Νιου Τζέρσυ, και νιώθω ολόκληρη αυτή την άγρια χώρα που απλώνεται με μια απίστευτα μεγάλη κοιλιά ως τη Δυτική Ακτή, κι όλον αυτό το δρόμο που οδηγεί εκεί, όλους αυτούς τους ανθρώπους που ονειρεύονται μέσα στην απεραντοσύνη της - και, στην Αιόβα, το ξέρω, τα παιδιά τώρα θα κλαίνε μέσα σ' αυτή τη χώρα όπου αφήνουν τα παιδιά να κλαίνε, κι αυτή τη νύχτα τα αστέρια θα 'χουν βγει και δεν ξέρετε πως ο Θεός είναι η Μεγάλη Άρκτος; Ο Αποσπερίτης θα ρίχνει και θα σκορπίζει τώρα τις χλωμές του ακτίνες πάνω στο λειβάδι, μόλις πριν απ' τη βαθιά νύχτα που ευλογεί τη γη, που σκοτεινιάζει όλα τα ποτάμια, που σκεπάζει όλες τις βουνοκορφές και κλείνει μέσα της ως και την τελευταία ακτή, και κανείς, κανείς δε ξέρει τι θα συμβεί στον καθένα, πέρα από τα άθλια κουρέλια της ηλικίας μαςπου μεγαλώνει, σκέφτομαι τον Ντην Μόριαρτι, σκέφτομαι ακόμα τον γερο-Ντην Μόριαρτι, τον πατέρα, που δεν βρήκαμε ποτέ, σκέφτομαι τον Ντην Μόριαρτι.

*Από τα σπουδαία μυθιστορήματα της αμερικάνικης λογοτεχνία του 20ου αιώνα, ο μεγάλος αμερικανός συγγραφέας Τζακ Κέρουακ, εφτά χρόνια από το συγγραφικό του ντεμπούτο με το "The Town And The City" γράφει το βιβλίο-ογκόλιθο της beat λογοτεχνίας στα 1957 -μαζί με το "Naked Lunch" του Μπάροουζ, το "The Howl" του Γκίνσμπεργκ και το "Gazoline" του Κορσό-. Μια αυτοβιογραφική ταξιδιωτική περιπέτεια 400 σελίδων σε όλη την Αμερική και το Μεξικό είτε μόνος του -με ώτο-στοπ- είτε με τον φίλο του Νηλ Κασσάντη(Ντην Μοριάρτι) και την υπόλοιπη παρέα. Το βιβλίο συγκλόνισε, κυκλοφόρησε στην Ελλάδα πρώτη φορά στα 1996 από τις Εκδόσεις Πλέθρον σε μετάφραση Δήμητρας Νικολοπούλου και επιμέλεια του Αλέξη Ζήρα. Περιλαμβάνει και το 4σέλιδο "Η εποχή μιας περιπλάνησης", δοκίμιο του Andre Brincour, για τη beat γενιά του '50.

Βιογραφία Τζακ Κέρουακ

Διαβάστε την στο παρακάτω link :

"Τα Δημόσια Και Τα Ιδιωτικά" - Οδυσσέας Ελύτης (1990)


Πήρε να χειμωνιάζει. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουρμένοντας αντίκρυ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει. Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη απ' τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο, που έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για τη παράδοση.
(...)

*Από τα απολαυστικότερα δοκίμια της ελληνικής πεζογραφίας, ο σπουδαίος νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης εκδίδει στα 1990, αυτό το ωραίο βιβλιαράκι 7 συλλογισμών-φιλοσοφημάτων, από τις Εκδόσεις Ίκαρος. Ένα δοκίμιο που κυκλοφόρησε δύο χρόνια αργότερα και στον συγκεντρωτικό τόμο "Εν Λευκώ" από τις ίδιες εκδόσεις.
Βιογραφία Οδυσσέα Ελύτη

Διαβάστε την στο παρακάτω link :
Διαδικτυακή Συλλογή XIII

13 Ιουλ 2007

"Μπολιβάρ" - Νίκος Εγγονόπουλος (1944)


Γιά τους μεγάλους, γιά τους ελεύθερους, γιά τους γενναίους, τους δυνατούς, Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα, τα γενναία, τα δυνατά,
Γι' αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή, γι' αυτούς τα δάκρυα,
γι' αυτούς
οι φάροι, κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Οπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι' αυτούς είναι τ' άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο πιό στενό, πάλι του λιμανιού σοκάκι,
Γι' αυτούς οι κουλούρες τ' άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες, οι άγκυρες, τ' άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Γιά ν' αρματώσουνε καράβι, ν' ανοιχτούν, να φύγουνε,
Ομοια με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ' στη νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ' ένα σκοπό του ταξιδιού: π ρ ο ς τ' ά σ τ ρ α.
*
Νέοι θα ξυπνάνε, με μαθηματικήν ακρίβεια, τις άγριες νύχτες, πάνω στην κλίνη τους, Να βρέχουνε με δάκρυα το προσκέφαλό τους, αναλογιζόμενοι ποιός ήμουν, σκεφτόμενοι
Πως υπήρξα κάποτες, τι λόγια είπα, τι ύμνους έψαλα
*
Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουνε το παν,
Από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,
Ηφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε στα ουράνια την οργή τους, Σειούνται τα χώματα παντού και τρίζουν τα εικονίσματα στην Καστοριά,
Τη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.
Μ π ο λ ι β ά ρ, είσαι ωραίας σαν Ελληνας.

*Ζωγράφος, σκηνογράφος, ποιητής, από τις ανυπέρβλητες μορφές της ελληνικής λογοτεχνικής γενιάς του '30, ο Νίκος Εγγονόπουλος αγαπήθηκε και διαβάστηκε από όλον τον κόσμο με τα ποιήματά του να μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες. Για χρόνια δημόσιος υπάλληλος αλλά και καθηγητής στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο, με εκθέσεις ζωγραφικής, σκηνογραφίες σε αρχαία δράματα και θεατρικές παραστάσεις, ο Εγγονόπουλος υπήρξε και διακεκριμένος λόγοτέχνης με κριτικές μελέτες, δοκίμια, μεταφράσεις αλλά και με 7 ποιητικές συλλογές που αγαπήθηκαν και του χάρισαν βραβεία και τίτλους τιμής. Η συλλογή "Μπολιβάρ", η πιο διάσημη ποιητική συλλογή του, μελοποιήθηκε από τον Νίκο Μαμαγκάκη σε απαγγελία του ίδιου του Εγγονόπουλου, εκδόθηκε στα 1944 από τις Εκδόσεις Ίκαρος, περιλαμβάνει 9 ζωγραφικούς πίνακες του ποιητή. Ένας ύμνος στον λατινοαμερικάνο επαναστάτη και ηγέτη Σιμόν Μπολιβάρ.

Βιογραφία Νίκου Εγγονόπουλου
(από την ελληνική βίκι-παιδεία)

Ο Νίκος Εγγονόπουλος του Παναγιώτου (21 Οκτωβρίου 1907 - 31 Οκτωβρίου 1985) ήταν Έλληνας Καθηγητής του Ε.Μ. Πολυτεχνείου, ζωγράφος, σκηνογράφος και ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους της γενιάς του 30' ενώ αποτέλεσε και έναν από τους κύριους εκφραστές του υπερρεαλιστικού κινήματος στην Ελλάδα. Το έργο του περιλαμβάνει ακόμα μεταφράσεις, κριτικές μελέτες και δοκίμια.Γεννήθηκε τον Οκτώβριο του 1907 στην Αθήνα και πραγματοποίησε τις βασικές του σπουδές, εσωτερικός σε Λύκειο του Παρισιού. Το 1927 υπηρέτησε την στρατιωτική του θητεία και μετά την απόλυσή του εργάστηκε ως μεταφραστής σε τράπεζα και γραφέας στο Πανεπιστήμιο, ενώ το 1930 διορίστηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων ως σχεδιαστής στη Διεύθυνση Σχεδίων Πόλεων.
Το
1932 γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών όπου μαθήτευσε κοντά στον Κωνσταντίνο Παρθένη ενώ παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα βυζαντινής τέχνης και στο εργαστήριο του Φώτη Κόντογλου και Α.Ξυγγόπουλου, μαζί με τον Γιάννη Τσαρούχη. Έκανε ελεύθερες σπουδές στο Παρίσι, Βιέννη, Μόναχο και Ιταλία. Δίδαξε στη Σχολή αρχιτεκτόνων του Ε.Μ.Π., ζωγραφική, ιστορία της τέχνης και σκηνογραφία από το 1938, διαδοχικά ως επιμελητής, έκτακτος, μόνιμος και τακτικός καθηγητής. Την ίδια περίοδο γνωρίστηκε με άλλους σημαντικούς καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Ανδρέας Εμπειρίκος, ο Γιάννης Μόραλης και ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο. Σε όλο το διάστημα των σπουδών ζωγραφικής, ο Εγγονόπουλος παρέμεινε στην θέση του στο Υπουργείο και το 1934 τοποθετήθηκε στην Τοπογραφική Υπηρεσία όπου μετά έξι χρόνια μονιμοποιήθηκε με τον βαθμό του Σχεδιαστή Α' Τάξεως.
Τα πρώτα δείγματα της ζωγραφικής του παρουσιάστηκαν το
1938 στην Έκθεση Τέχνη της Νεοελληνικής Παραδόσεως και αποτελούσαν έργα που απεικόνιζαν παλαιά σπίτια της Δυτικής Μακεδονίας. Την ίδια χρονιά σημειώθηκε και η είσοδος του στα ελληνικά γράμματα, αρχικά με την δημοσίευση μεταφράσεων σε ποιήματα του Τριστάν Τζαρά και λίγο αργότερα, τον Ιούνιο του 1938, την κυκλοφορία της πρώτης του ποιητικής συλλογής με τον τίτλο Μην ομιλείτε εις τον οδηγό.
Το Σεπτέμβριο του
1939 εκδόθηκε η δεύτερη ποιητική συλλογή του Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής ενώ το Νοέμβριο πραγματοποιήθηκε η πρώτη ατομική έκθεση ζωγραφικής του, στο σπίτι του Νίκου Καλαμάρη. Την ίδια περίοδο εργάστηκε για την παράσταση της Ηλέκτρας του Σοφοκλή στο Θέατρο Κοτοπούλη, σχεδιάζοντας τα κοστούμια των ηθοποιών και συμμετείχε σε ομαδική έκθεση Ελλήνων καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη.
Το
1945 αποσπάστηκε στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο ως βοηθός στην έδρα Διακοσμητικής και Ελευθέρου Σχεδίου, θέση που διατήρησε μέχρι το 1956. Στα 1949 συμμετείχε στην ίδρυση του καλλιτεχνικού ομίλου Αρμός με σκοπό την προώθηση μιας σύγχρονης αισθητικής πρότασης στον ελληνικό χώρο, μαζί με άλλα μέλη στα οποία περιλαμβάνονταν οι ζωγράφοι Χατζηκυριάκος-Γκίκας, Μόραλης και Τσαρούχης. Παράλληλα εργάστηκε στο Υπουργείο Οικισμού και Ανοικοδομήσεως και σε συνεργασία με την αρχιτεκτονική ομάδα του Πικιώνη σχεδιάζε νέα κτίρια.
Τα επόμενα χρόνια, συμμετείχε σε αρκετές ομαδικές εκθέσεις ενώ το
1954 εκπροσώπησε την Ελλάδα στην 27η Μπιενάλε της Βενετίας με συνολικά 72 έργα του. Την ίδια περίοδο, εκλέχθηκε μόνιμος επιμελητής του Πολυτεχνείου και παραιτήθηκε οριστικά από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Το 1958 του απονεμήθηκε το Πρώτο Κρατικό Βραβείο Ποίησης του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας για την ποιητική συλλογή Εν Ανθηρώ Έλληνι Λόγω ενώ το 1966 τιμήθηκε για το ζωγραφικό του έργο από τον Βασιλέα Κωνσταντίνο Β΄ με το παράσημο Χρυσούς Σταυρός του Γεωργίου Α'. Το κρατικό βραβείο ποίησης θα του απονεμηθεί αργότερα για δεύτερη φορά το 1979 καθώς και το παράσημο του Ταξιάρχη του Φοίνικος. Υπήρξε μέλος του Καλλιτεχνικού Επιμελητηρίου, της Ελληνικής Εταιρίας Αισθητικής, της Societe Europeennee de Culture κ.ά. Μιλούσε αγγλικά, γαλλικά και ιταλικά. Ήταν μόνιμος κάτοικος Αθηνών (οδού Αναγνωστοπούλου).
Πίνακές του υπάρχουν στην
Εθνική Πινακοθήκη, στις Δημοτικές Πινακοθήκες Αθηνών, Ρόδου, Θεσσαλονίκης, στο Μουσείο Θεάτρου στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και σε ιδιωτικές συλλογές.
Πέθανε το
1985 από ανακοπή καρδιάς και η κηδεία του πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη στο Α' Νεκροταφείο της Αθήνας.
Ποιήματά του Εγγονόπουλου έχουν μεταφραστεί στα
γαλλικά, αγγλικά, ιταλικά, ισπανικά, δανικά, πολωνικά, ουγγρικά και τη βενετική διάλεκτο. Επιπλέον έχουν μελοποιηθεί από το Νίκο Μαμαγκάκη και τον Αργύρη Κουνάδη, ο οποίος έγραψε τη μουσική υπόκρουση στο ποίημα Μπολιβάρ για το δίσκο της εταιρίας Διόνυσος, σε απαγγελία του ίδιου του Εγγονόπουλου.

Ποίηση :
1. Μην Ομιλείτε Εις Τον Οδηγόν (1938)
2. Τα Κλειδοκύμβαλα Της Σιωπής (1939)
3. Μπολιβάρ (1944)
4. 7 Ποιήματα (1944)
5. Η Επιστροφή Των Πουλιών (1946)
6. Ελευσίς (1948)
7. Στην Κοιλάδα Με Τους Ροδώνες (1978)

Λογοτεχνία :
1. Πεζά Κείμενα (1987)* Ν.Ι.Π.

(Διαδικτυακή Συλλογή XII)

9 Ιουλ 2007

"Περνάει ο Στρατός..." - Θωμάς Γκόρπας (1980)

Στον τρίτο λόχο είμαστε η γερουσία
πτυχιούχοι φοιτητές κι από αναβολή
σύγνεφο πέφτ' η καρπαζιά κι η αγγαρεία
τα ρε στραβάδι ρε μαλάκα και η προσοχή.

Τί τα θέλαμε τα λούσα και τα γράμματα
στο στρατό οι μορφωμέν' είναι για κλάματα.

-Τί ήσουν ως πολίτης ρε μουστάκια; Μίλα!
-Καθηγητής. -Κ' εσύ γυαλάκια; -Μουσικός.
-Ρε κουνηθείτε ρε τι κάθεστε σαν ξύλα;
Εδώ δεν είστε τίποτα εδώ είναι στρατός!

Όλη μέρα στο πεδίο αχ σκασίλα και χολή
και στο θάλαμο τη νύχτα ποδαρίλα και πορδή.

-Βάρεσε σιωπητήριο κι ακόμα ρε διαβάζεις;
Μα... δίνω εξετάσεις κύριε λοχία. -Σκασμός!
Οι άλλοι κοιμούνται κόπανε και μη καγχάζεις!
Τρεις μέρες στην καλλιόπη λίαν επιεικώς.

Δυο χρονάκια μείνανε δυο μηνάκια μείνανε
πόσα μυαλά θολώσανε πόσες καρδιές ματώσανε.

Του ενός έχουν ασπρίσει τα μαλλιά του
του άλλου το έλκος του τον σφάζει τον πονεί
ο ένας εχ' ίλιγγους σπάσαν τα γυαλιά του
ο άλλος έχει τη μέση που τον τυραννεί.

(Διανοούμενοι)

*Ένα χρόνο από την μεγάλη επιτυχία της ποιητικής του συλλογής "Στάσεις στο Μέλλον", ο σπουδαίος διανοούμενος και ποιητής Θωμάς Γκόρπας εκδίδει από τις Εκδόσεις Πορεία, μια συλλογή αφιερώμενη στα "ένδοξα" στρατιωτικά χρόνια κάθε άντρα. Ένα βιβλιαράκι 45 σελίδων γεμάτο φωτογραφίες και πετυχημένες λεζάντες, πέντε μικρά πεζά γραμμένα από τον ποιητή την περίοδο 1960-1(μάλλον με τη λήξη της θητείας του) και εννιά ποιήματα -αφιερώμανα στην εμπειρία του από τον στρατό- που γράφτηκαν στα 1979.

Βιογραφικό Θωμά Γκόρπα

Διαβάστε το στο παρακάτω link :


-Άντε ρε παιδιά, ήδη μετράμε αντίστροφα.. 118 και σήμερα! Χαχαχαχαχα-

"Et On Touera Tous Les Affeux" - Boris Vian (1948)

Αντιλαμβάνομαι ότι με περνάει γι' αδερφάρα και σκάω στα γέλια.Φυσικά!... της λέω, μη φοβάσαι, ούτε οι άνδρες μ' αρέσουν, αν τυχόν με παρεξήγησες... αλλά αυτό που μ' ενδιαφέρει ιδιαίτερα είναι η καλή κατάσταση του σώματός μου... και γι' αυτή τη δουλειά, τίποτα δε φτάνει τον αθλητισμό.Ω! απαντάει, σουφρώνοντας τα χείλια... δε θα σου κάνω κακό.Είναι φανταστικά όμορφη, αν την προσέξεις, μέχρι που θα έφτανα σχεδόν να παραβιάσω τους προσωπικούς μου κανόνες. Αλλά διάβολε, έχω αποφασίσει... λοιπόν... το αμολάω... έχω αποφασίσει να μείνω παρθένος μέχρι τα είκοσί μου. Μπορεί και να 'ναι εντελώς ηλίθιο, αλλά βάζεις κάτι τέτοιους σκοπούς στη ζωή σου όταν είσαι νέος. Είναι όπως όταν περπατάς άκρη άκρη στο πεζοδρόμιο ή φτύνεις στο νιπτήρα δίχως ν' αγγίζεις τις άκρες... αλλά δεν μπορώ και να της το πω, βέβαια... τι να κάνω λοιπόν;

*O αμφιλεγόμενος γάλλος συγγραφέας Μπόρις Βιαν, σε ένα ακόμη προκλητικό μυθιστόρημά του με το ψευδώνυμο Βέρνον Σάλιβαν. Έχοντας την επιτυχία με τα μπεστ-σέλλερ "Θα Φτύσω τους Τάφους σας"(1946) και "Όλα τα Πτώματα έχουν το Ίδιο Χρώμα"(1947), με τον σάλο που έχει προκληθεί και εν αναμονή της απαγόρευσης των βιβλίων του και της επικείμενης φυλάκισής του για το θέμα τους, ο Βιαν υπογράφει το εξίσου ερεθιστικό "Και να Καθαρίσουμε τους Κακομούτσουνους". Χωρίς να αγγίζει την δυναμική των άλλων δύο, αρέσει. Στα 1950 ο Βιαν, ολοκληρώνει τη καριέρα του ως Σάλιβαν με το τέταρτο διήγημα "Δεν Καταλαβαίνουν".

Βιογραφικό Μπόρις Βιαν

Διαβάστε το, μαζί και τα βιβλία του, στα παρακάτω link :

5 Ιουλ 2007

"The Ballad Of Reading Gaol" - Oscar Wilde (1898)



Tην άλικη στολή του πια δε φόραγε,
την κόκκινη σαν αίμα και κρασί
γιατί είχεν αίμα και κρασί στα χέρια του
όταν τον ήβραν δίπλα στη νεκρή,
τη δόλια του ερωμένη που στην κλίνη της
το θάνατο απ' το χέρι του είχε βρει.
*
Μα ο καθένας σκοτώνει ότι αγαπάει,
και στον καθέναν τούτο ας ειπωθε
ένας με της αγάπης τα γλυκόλογα,
ο άλλος με μια ματιά φαρμακερη
ο δειλός μ' ένα φίλημα σκοτώνει,
ο άντρας ο γενναίος με το σπαθί!
*
Όμοια σα δυο καράβια που αρμενίζουνε
στην μπόρα, είχαμε οι δυο προσπεραστεί
Δεν κάναμε σινιάλα, ούτε μιλήσαμε :
δεν είχε ο ένας του άλλου τι να πει
γιατί την άγια νύχτα δεν εσμίξαμε,
παρά μες στης ημέρας την ντροπή.
*
ΑΛΙΜΟΝΟ! δεν ειν' άλλο φριχτότερο
από τον πόνο για ένα κρίμα ξένο!
Ίσα μες στις καρδιές μας το μαχαίρι της
μας βύθιζε η αμαρτία, το πυρωμένο,
και δάκρυα σα λιωτό μολύβι χύναμε
για αίμα που εμείς δεν το 'χαμε χαμένο!
*
Το κάθε σκοτεινό κελί που μένουμε
είναι ένας βόθρος, όπου μολεμένη
και σάπια μεσ' από τα μαύρα σίδερα
η κρύα ανάσα του θανάτου μπαίνει,
κι όπου όλα στην καρδιά του ανθρώπου θνήσκουνε,
και μον' ο αμαρτωλός πόθος αυξαίνει.

*Η σπουδαία τελευταία ποιητική συλλογή του μεγάλου ρομαντικού συγγραφέα, ποιητή και κριτικού τέχνης της Αγγλίας των τελών του 19ου αιώνα Όσκαρ Ουάιλντ. Γράφτηκε μαζί με το τελευταίο του μυθιστόρημα "De Profundis" κατά την παραμονή του στη φυλακή του Ρέντιγκ της Αγγλίας, για δύο χρόνια(1895-7) όταν και είχε κατηγορηθεί για ομοφυλοφιλία. Με την αποφυλάκιση του, στα 1898, δημοσιεύονται αυτά τα εκπληκτικά ποιήματα -χωρισμένα σε έξι ενότητες- αφιερωμένα σε έναν στρατιώτη της βασιλικής φρουράς που κρεμάστηκε στην φυλακή του Ρέντιγκ στα 1896. Κρατάμε στα χέρια μας μια ιστορική μετάφραση του σπουδαίου ποιητή της γενιάς του '30 Κώστα Καρθαίου. Την είχε πρωτομεταφράσει στα 1916 για το περιοδικό "Νουμάς", όπου υπήρξε και εκδότης, -την ίδια χρονιά εκδόθηκε κιόλας- για να έχει φτάσει στην πέμπτη έκδοση της στα 1933, όπως μας πληροφορεί ο ποιητής σε ένα προλογικό του σημείωμα, που αναδημοσιεύεται στη τελευταία έκδοση της από τις Εκδόσεις Εριφύλη στα 1997. Σημειωτέον κυκλοφορούν μεταφράσεις και από τις Εκδόσεις Κοροντζή, Γκοβόστη, Ηριδανός, Εκάτη και Ελεύθερος Τύπος.

Βιογραφικό Όσκαρ Ουάιλντ

Διαβάστε το στο παρακάτω link :

"Σ' Αγαπώ;" - Μια Ιστορία του Ν.Ι. Πουλάκου - Ολοκληρωμένο


Στον Στράτο και την Αγγελική,
τους κινηματογραφικούς μου ήρωες

ΕΙΣΠΝΟΗ

Καλοκαιρινό αεράκι φυσά στον έρημο δρόμο. Ζεστό, γεμάτο υγρασία, εποχή που τα κορμιά κολλάνε από τον ιδρώτα. Νύχτα έχει πέσει, στον ασφαλτωμένο δρόμο, κίτρινος όπως είναι από τα έντονα φώτα που τον κοιτάζουν από ψηλά, στριμωγμένος ανάμεσα στα ψηλά τείχη με τα συρματοπλέγματα που τον περιβάλλουν. Προστατεύουν τη βιομηχανική ζώνη πετρελαίων, δίνοντας στην ατμόσφαιρα του τοπίου μια αφαιρετικότητα κίνησης, μια εξαθλίωση της φύσης, μια απαξίωση ανθρώπινων συναισθημάτων και αδυναμιών.

Ένας άντρας με μακριά μαύρα μαλλιά, επιμελώς πιασμένα για να μην μπερδεύονται στο πρόσωπο του, βαδίζει εντός του δρόμου. Φοράει μαύρα ρούχα, καπνίζει, κοιτάζει τον μαύρο καπνό του φουγάρου. Δείχνει να σκέφτεται.. Λίγο πιο πίσω του, είναι μια κοπέλα. Πολύχρωμα ντυμένη, τρέχει ανέμελα κρατώντας ένα αναμμένο τσιγάρο στο δεξί της χέρι, χαμογελά, χαμογελά.. Τρέχει κατά πάνω του, όλο χαρά!

- Έι, όμορφε, περίμενε με.

Εκείνος γυρίζει. Την ίδια στιγμή, η όμορφη, αδύνατη, όλο ευλυγισία κοπέλα προσγειώνεται στην αγκαλιά του. Την κοιτάζει και μειδιά. Εκείνη τον φιλά στο λαιμό, στο μάγουλο, παντού στο πρόσωπο. Περιμένει να σταματήσει για να την φιλήσει όλο πάθος.

Μετά από λίγη ώρα κατηφορίζουν χέρι-χέρι τον δρόμο. Είναι άδειος. Αυτοκίνητο, άνθρωπος, ψυχή δεν πατάει. Μόνο ο ήχος των μηχανών πετρελαίου, τίποτε άλλο. Καθώς περπατούν, εκείνη του λέει

- Μ’ αγαπάς;

Ο άντρας σαστίζει. Μένει ακίνητος. Δεν κουνιούνται ούτε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Τελικά της χαμογελά. Την φιλάει στο μάγουλο, την αρπάζει από το χέρι και συνεχίζουν την πορεία τους.


Ο ΕΡΩΤΑΣ ΣΕ 3 ΠΡΑΞΕΙΣ

Πράξη 1η

Από το στενόχωρο σαλόνι του διαμερίσματος στο κέντρο της πόλης μπαίνουν ο θόρυβος των αμαξιών, το έντονο φως του καλοκαιρινού ήλιου και μια ανυπόφορη ζέστη.Η νεαρή κοπέλα ελαφρά ντυμένη κάθεται στον καναπέ μπροστά από μια παλιά γραφομηχανή σκεπτόμενη.. Από το μέσα δωμάτιο ακούγεται ανεπαίσθητα ο ήχος της τηλεόρασης. Ο μακρυμάλλης άντρας κάθεται στο κρεβάτι, χαζεύοντας κάποιους ανθρώπους να συζητούν έντονα, δροσιζόμενος κάτω από τον εκνευριστικό θόρυβο του ανεμιστήρα.

Μια στιγμή μετά σηκώνεται. Είναι ημίγυμνος. Κατευθύνεται στο σαλόνι. Πλησιάζει την καστανή μορφονιά, που παραπαίει πάνω από την γραφομηχανή. Την φιλάει στον ώμο και της τοποθετεί στη γραφομηχανή ένα φύλλο χαρτί. Όχι όμως για να γράψει αλλά για να διαβάσει αυτό που εκείνος έχει γράψει

Φορούσε το παλτό
που κάλυπτε τη γύμνια του κορμιού της
- αχ, σ’ αγαπώ μικρό
κι ασθενικό πλασματάκι της νιότης μου
Έλα κοντά μου
χωρίς εσένα
- όλα μάταια θα ναι.

Του πιάνει το χέρι και πάνε στο δωμάτιο..

Πράξη 2η

Σε ένα θολό μπαρ στο κέντρο της πολύβουης πόλης, εκείνη δούλευε υπό τους ήχους της τζαζ, σερβίροντας θαμώνες μέθυσους ερωτύλους ημι-αποτυχημένους καλλιτέχνες. Ζωγράφοι, μουσικοί, ποιητές μαζεμένοι στην καφέ ξύλινη μπάρα με εκείνη απαστράπτουσα να τους χαμογελά. Τότε, βράδυ βροχερό ήταν αν και καλοκαιριού, είχε κάτσει και εκείνος στη μία άκρη του μπαρ, πίνοντας το αγαπημένο του μπέρμπον. Από τα ηχεία ακουγόταν η μαγική φωνή του Κολτρέιν, ακολούθησαν οι γλυκές μελωδίες της Χόλιντει, του Μάιλς Ντέιβις, τους Λούις Άρμστρονγκ, του Κλίφορντ Μπράουν, του Λέστερ Γιανγκ.

Έπινε, έπινε και ξαναέπινε και την κοίταζε με μια τρυφεράδα και μια γλυκιά ένταση συναισθημάτων ηδονής και ερωτισμού. Με τι χάρη περιποιούταν τον κάθε περίεργο πελάτη της, λες και ήταν ένας καλός της φίλος ή ένας παλιός γνωστός μιας άλλης εποχής. Πότε πότε που περνούσε από δίπλα του τον φιλούσε, στιγμές στιγμές τον κοιτούσε από μακριά στα μάτια, ψηλάφιζε το κορμί του με τις αισθήσεις της υπερχειλισμένες από τις σκέψεις που έκανε. Εκείνος, με το κατσαρό μαύρο μαλλί του, να ακουμπάει τους ώμους του, ήταν ευτυχισμένος, χαμογελούσε, ένα διαρκές χαμόγελο χωρίς τέλος.

Πήρε μια χαρτοπετσέτα. Οι θαμώνες στο μπαρ λίγοι, η ώρα περασμένη, η καλοκαιρινή ατμόσφαιρα αν και βροχερή ήθελε βόλτα στην θάλασσα. Το κέντρο της πόλης έπνιγε τους εναπομείναντες κατοίκους του. Εκείνος όμως την περιμένει, προσμένει κάθε επόμενη κίνησή της. Γράφει στη χαρτοπετσέτα, δανειζόμενος μια πένα από τον διπλανό του μεθυσμένο λογοτέχνη. Γράφει για ώρα.

- Τι γράφεις, αγάπη μου; τον ρωτάει καθώς τον πλησιάζει.
- Να δες, της αποκρίνεται.

Συζητούσα - θυμάμαι έντονα, μαζί σου χθες βράδυ
δεν είχες πολλά να πεις μας ούτε και να δείξεις
για μια κοπέλα σου ‘λεγα που με πάθος ανακάλυψα
ουτοπία μου ξανάπες - μα τι άλλο θα περίμενα από σένα;
Άκου φίλε του εαυτού μου, θα την αγαπήσω μέχρι θανάτου- ακούς;

Η βροχή σταμάτησε. Έξω η νύχτα είναι πανέμορφη και η υγρή ατμόσφαιρα προδιαγράφει μια βόλτα μακράς διάρκειας. Φιλιούνται στη μέση της πλατείας όλο πάθος.

- Σε λατρεύω, του λέει.
- Όλο του βάρος του κόσμου η αγάπη μου, της φωνάζει γοερά.

Πράξη 3η

Ξημερώματα αυγουστιάτικης νύχτας, τα παράθυρα ανοικτά, οι κουρτίνες να ανεμίζουν απαλά, σχεδόν υπνωτικά από το ζεστό, αποπνικτικό αεράκι. Γυμνοί στο κρεβάτι, χωρίς σεντόνια, χωρίς μαξιλάρια, με ένα κίτρινο κατωσέντονο ν ακουμπά τα ιδρωμένα από τον έρωτα κορμιά τους. Εκείνος γυρισμένος πλάτη κοιτάζει την ανατολή πίσω από τις κεραίες της απέναντι πολυκατοικίας, εκείνη να κοιτάζει το ταβάνι παίζοντας με τα μαλλιά της. Του απλώνει το χέρι της, του χαϊδεύει τον λαιμό. Εκείνος το απολαμβάνει, δε δείχνει όμως την αντίδρασή του.

- Μη φύγεις, της λέει.
- Θα σου πω κάτι που έγραψα σήμερα για σένα. Άκου

Τα λόγια σου με κάνουν να λυγίζω, φωνές Σειρήνων σα να ηχούν
και εκείνο το χαμόγελο, εκείνο το άρωμα – ανεξίτηλα
Κλειστά τ’ αυτιά μου όμως θα κρατήσω, σ’ αυτό το
απεγνωσμένο ξέσπασμά σου γι’ αγάπη δε θα παραδοθώ
Μα θυμήσου τότε, από έρωτα κραύγαζες και πάλι,
και οι συνέπειες… καταστροφικές.

Εκείνος βάζει τα κλάματα. Προσπαθεί να τα πνίξει. Να μην ακουστεί.

- Δε θα φύγω, του λέει.

Βάζει κι εκείνη τα κλάματα. Δεν τα πνίγει όμως, τρέχουν στα μάγουλα της, ακούγονται οι λυγμοί της.

ΕΚΠΝΟΗ

Το σημείωμα έγραφε : «3 χρόνια μετά».Το μήνυμα στον τηλεφωνητή της έλεγε : «Συνάντηση στις 7, να δούμε την ανατολή».Χειμωνιάτικο ξημέρωμα, εθνική οδός, τα αυτοκίνητα πολλά, πηγαινοέρχονται, οι επιβάτες τους στην καθημερινή ρουτίνα της δουλειάς τους. Στον μικρό πεζόδρομο, μπροστά από την ταραγμένη θάλασσα της βιομηχανίας του πετρελαίου, μουντός καιρός, συννεφιασμένος φαίνεται. Ένας άντρας με μακριά μαύρα μαλλιά στέκει μόνος του καπνίζοντας. Φοράει γυαλιά ηλίου. Μαύρα ρούχα.

Τον πλησιάζει εκείνη. Μεγάλωσε. Της φαίνεται. Πιο ωραία από ποτέ. Με τη χλωμάδα στο πρόσωπό της, εκείνη την γοητευτική απόχρωση που μαγνητίζει τους άντρες.

- Σου πάνε οι άσπρες τρίχες, του λέει.
- Είσαι πολύ όμορφη, πονάω! της αποκρίνεται.
- Γιατί έφυγες; τον ρωτάει.
- Πιστεύω στη μοίρα, της απαντάει με κατεβασμένο το κεφάλι.

Για μια στιγμή δοκίμασα ότι νιώθεις
Σε κοιτώ και βλέπω να δακρύζεις, άραγε πόνος είναι πάλι;
Κοίτα τα μάτια μου, στεγνά - σε κάνει ν’ απορείς
Ο φόβος να νιώσω ότι λες, μου έγινε συνήθεια
Ένας άθλιος εγωκεντρικός μπάσταρδος μιλώντας στον καθρέφτη
από τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, ένας αντικατοπτρισμός
αυτό είμαι
Το χέρι σου γροθιά, σπάσε με και αναγεννήσου μέσα απ’ τα κομμάτια μου.
Βρες τη δεξαμενή σου και πλημμύρισε από έρωτα
Τίποτα δε μ’ αγγίζει πια, απλά περνά κι απομακρύνεται.
Μίσησε με και ίσως τότε να σωθείς…!

- Σκληροί στίχοι, γιατί;
- Μ’ αγαπάς; τη ρωτάει βγάζοντας τα γυαλιά, κοιτάζοντας την στα μάτια.

Του χαμογελά, του δίνει ένα φιλί, γυρίζει την πλάτη της και φεύγει. Του είχε αφήσει ένα κομμάτι από χαρτί στο χέρι :

Σ’ άκουσα λοιπόν κι ας συγκρούομαι μαζί σου
Κι αν πονάς και εκδικείσαι καταλαβαίνω
Στον έρωτα όμως, στην αγάπη, στο πάθος της απόλαυσης,
στην ελεγεία της πράξης, στην πεμπτουσία του συναισθήματος,
στην “Λυγεία” της καρδιάς μου, στο υπέρτατο αγαθό της ψυχής,
στο αλάτι της ύπαρξής μας,
σε αυτό το γαμημένο κάτι που μας κάνει ανθρώπους
ανθρώπους ναι! τρυφερούς μα και ερωτευμένους.Θα σε μισήσω, θα σε αγαπήσω
και θα σε σώσω...
...θα ερωτευτείς και πάλι!

Υ.Γ.1 Τα στιχάκια από το συλλογικό ποιήμα "Το να Ερωτεύεσαι το Μίσος και να Μισείς τον Έρωτα" με τον Στράτο Π.
Υ.Γ.2 "Δεν κραυγάζουμε για τις απορρίψεις των γραπτών μας, απλά συμπονούμε τους όποιους ιθύνοντες εντύπων" Ν.Ι.Π.
Υ.Γ. 3 "Το Σ' Αγαπώ είναι τελικά πολύ λίγο, πολύ μικρό και καθόλου ικανό να κρατήσει δυο ανθρώπους" Ν.Ι.Π.
Υ.Γ. 4 Η ιστορία βασίζεται σε σενάριο μικρού μήκους ταινίας του Νέστορα Πουλάκου.

3 Ιουλ 2007

"Πρόζα : Εξομολογούμαι.." - Ν.Ι. Πουλάκος (28/06/07)

Όταν η ζωή σου αναπνέει οξυγόνο ελεύθερου έρωτα, από μικρές, βρώμικες χαραμάδες ετοιμόρροπων κορμιών, σου κακοφαίνεται όταν κάποτε ο αέρας τελειώσει, κι εσύ από ασφυξία μελαγχολίας πλανιέσαι στην στρατόσφαιρα του αδύνατου τίποτα.

Το καλοκαιρινό απόγευμα είναι αποπνικτικό, αποπνικτικότερος ο χωρισμός σου, τότε που δεν ήθελες να ακούσεις λέξη από τα χείλη, μικρή μου βραχύβια ερωμένη.

Δε με αγάπησες, κι ας το έλεγες, κι ας έχυσες τόνους υγρά ηδονίστηκες λίγο από το κορμί μου, ως φαίνεται.

Δεν ήθελα να ακούσω άλλο, θυμάμαι, πύρινα τα λόγια, σιχαμερά ανολοκλήρωτα αποσπάσματα ενός τρελαμένου μυαλού. Θολωμένου, ζεστού από την ατμόσφαιρα, θερμοπληξίας το αποτέλεσμα.

Κι αν σε άκουγαν ο Ουίτμαν και ο Μπλέηκ θα σε πέρναγαν για τρελή, με το τόνο της φωνής σου. Πόσο κακά τα έλεγες. Ανόητη. Έτσι σε είπα, και το έκλεισα.

Έκλαψα, άκουσα κάτι βρυχηθμούς από το απέναντι βουνό και έφυγα κατά πάνω του.

Ήπια ένα σκασμό μπάφο και ξαναγύρισα στο απόλυτο μηδέν.

Από κει που με περιμάζεψες. Κι αν σου έγραψα στιχάκια και άλλες λέξεις, τόπο δεν έπιασαν κι ας ομολογούσες με λόγια βαριά και ψεύτικα πως σ’ άρεσαν.

Μη φοβάσαι, απομακρύνομαι. Κλείνομαι στην καλύβα μου, ζεσταίνομαι, κι όλο το καλοκαίρι, θα σου γράφω λέξη λέξη τη πτώση μου.

Ακέραια και κάθετη, με προορισμό τον μηδενιστικό θάνατο. Κρίμα δε θα το ‘χεις, ένα δάκρυ θα κυλήσει στο μάγουλο και μετά θα γελάσεις.

Μικρή, χαριτωμένη πουτάνα, θα διαβάσεις την εξομολόγηση, όχι αυτή που σου έκανα κάποια άνοιξη, αλλά αυτή που θα σου στείλω, όταν θα πίνω καφέ με τον Χάρο και θα μιλάμε για τζαζ και μπάλα. * Ν.Ι.Π.
**Σχεδιάσμα σκέψεων για μια ιστορία.
***Αφιερωμένο...