30 Σεπ 2007

"Συμπαιγνία" - Γιώργος Μπλάνας (Διήγημα)

Στις 17 Ιουλίου, του έτους 194., ημέρα Τετάρτη, η οικιακή βοηθός Καλομοίρα Μωραΐτη, το γένος Λαγού, ετών 22 και ήδη μητέρα ενός κοριτσιού τριών ετών, ανακάλυψε στην πιο απόκρημνη -ας πούμε- ακτή της μικρής, αλλά καθόλου χαρτογραφημένης καρδιάς της, την ιδέα πως ο Θεός μπορεί να είναι εντελώς ανήμπορος μπροστά στην συμπαιγνία των ανθρώπων με τον θάνατο.

Υποπτεύομαι πως ο αναγνώστης ήδη χαμογελά με την αυταρέσκεια του σύγχρονου, πλήρως ενημερωμένου για τις εξελίξεις στην επικράτεια των ιδεών, ανθρώπου. Ασφαλώς θα θεωρεί το ψυχολογικό αυτό συμβάν ως επουσιώδες, κοινότοπο ή τουλάχιστον παρωχημένο, δεδομένου ότι η ιδέα ενός πάνσοφου και παντοδύναμου θεού, ακολούθησε προ πολλού τον ιδιοκτήτη της στο μουσείο της προϊστορίας του δυτικού -τουλάχιστον- πολιτισμού. Ας μην βιαστεί όμως να εγκαταλείψει στη χάρτινη μοίρα της την ηρωίδα. Η ιστορία της, όπως η ιστορία κάθε ανθρώπου, έχει το δικό της ενδιαφέρον, ένα ενδιαφέρον που δεν ενδιαφέρεται για τις ιδέες παρά μόνο στον βαθμό που ενδιαφέρονται εκείνες για την ευημερία του ατόμου.

Πραγματικά, η ένταση με την οποία εισέβαλε η εν λόγω ιδέα στην καρδιά του κοριτσιού ήταν τέτοια, ώστε μόνον από τύχη δεν στάθηκε καταστροφική για την απλή και αδέξια στις πολύπλοκες σκέψεις ύπαρξή του. Η ευτυχής παρουσία ορισμένων υποκειμενικών και αντικειμενικών παραγόντων, δημιούργησε έναν διαισθητικό ορίζοντα -όπως ίσως θα έλεγε κάποιος Γερμανός καθηγητής της φαινομενολογίας- εντός του οποίου η κατά τα άλλα τρομερή υποψία πήρε τη μορφή μιας μάλλον ήπιας μελαγχολίας.
Πρώτα πρώτα ήταν απόγευμα, η ώρα εκείνη που οι ψυχές -ιδίως οι νεαρές και πιο ευαίσθητες στα άδολα, μα εξαιρετικά γοητευτικά, τεχνάσματα της φύσης- καταφεύγουν στην προαιώνια αίσθηση πως ο κόσμος βρίσκεται γύρω μας με τον τρόπο του σπιτιού μας. Ο ουρανός είναι οπωσδήποτε μια στέγη και οι πρασινάδες τοίχοι. Τα αρώματα διαθέτουν τη θαλπωρή των περιποιημένων από τα χέρια της μητέρας ασπρόρουχων και το διακριτικό φως μοιάζει να έχει μόλις δραπετεύσει από την σκιά που ρίχνουν σε κάποιο εξερευνημένο γωνιά προς γωνιά δωμάτιο τα μισόκλειστα πατζούρια του μοναδικού παραθύρου του.

Τέτοιες ώρες, κάθε σκέψη, όσο οδυνηρή κι αν είναι, ακινητεί στην δροσιά της μίας και μόνης βεβαιότητας, που θέλει το γεγονός της ύπαρξης παιδί μιας στοργικής απεραντοσύνης. Ακόμα και η νεότητα, με την αδεξιότητα του μαθητευόμενου πραγματισμού της, δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτήν την αίσθηση.

Έπειτα, η Καλομοίρα πολύ απείχε από εκείνο το σημείο της θρησκοληψίας, όπου οι ψυχές υποκαθιστούν την αδυναμία τους να φιλοξενήσουν οτιδήποτε τις υπερβαίνει με κάποιο είδος εξουσίας που τις συντρίβει, απαγορεύοντας κάθε περεταίρω σκέψη, συναίσθημα, επιθυμία. Ο θεός, για την ηρωίδα μας, είχε όλα τα καλά και κακά χαρακτηριστικά των ανθρώπων στους οποίους χρωστούσε τη ζωή της. Κυρίως, την αποφασιστικότητα με την οποία ξεχνούσαν τους φόβους τους για να την προστατεύσουν. Συχνά διέκρινε κάποιο είδος ρόδινου άγχους στα πρόσωπά τους και μία ή δύο φορές έφτασε στο σημείο ν’ αμφιβάλει για το μέγεθος της αγάπης τους. Ωστόσο, από τον καιρό που έγινε μητέρα, ανακάλυψε πως η ταραχή εκείνη δεν προερχόταν από την ενεργοποίηση του ενστίκτου αυτοσυντήρησης των αγαπημένων της, αλλά από την αγωνία για την αποτελεσματικότητα της βοήθειας που της πρόσφεραν.

Ασφαλώς, αυτή η ανακάλυψη δεν έγινε με τους όρους που μόλις χρησιμοποιήσαμε, αλλά με τους όρους μιας ακόμα ήπιας μελαγχολίας. Το γεγονός πως είχε φτάσει ζωντανή στην κυρίως Ελλάδα από την σφαγμένη γη της, διασχίζοντας χιλιόμετρα ματωμένης στεριάς και μίλια φλεγόμενης θάλασσας, τρεφόμενη αποκλειστικά με τρόμους, πατρικά χάδια κι ένα απερίγραπτα επίμονο κομμάτι σοκολάτας, που είχε αγοράσει η μητέρα της από κάποιον Γάλλο στρατιώτη στα προάστια της Σμύρνης, την έκανε ν’ απορρίψει από πολύ νωρίς τη δυνατότητα αυτού που οι θεολόγοι ονομάζουν θεία πρόνοια, όχι όμως και τη δυνατότητα ενός δημιουργού.
Αυτό το «οικογενειακής» φύσεως περίεργο πλάσμα, που αργότερα το συσχέτιζε περισσότερο με τους ζητιάνους, τους ανήμπορους, τα παιδιά και τους μοναχικούς αγίους των φτηνών εικόνων, που πουλούσαν οι καλόγεροι, παρά με τους καλοθρεμμένους παπάδες των εκκλησιών, ευθυνόταν οπωσδήποτε για τη δημιουργία του κόσμου και έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Οπωσδήποτε, ο θεός της ήταν παντοδύναμος, αλλά δεν διέθετε ένα οργανωμένο σχέδιο διακυβέρνησης του κόσμου. Άφηνε τους ανθρώπους να κάνουν το δικό τους, επεμβαίνοντας το κατά δύναμη, όταν και όπου έκρινε πως κινδύνευε κάποιος αθώος.

Η αυτοσχέδια αυτή θεολογία βάθυνε και εν πολλοίς δυνάμωσε, όταν συνάντησε τον πατέρα του παιδιού της. Ο νεαρός Αλέκος, γιος αρχαιοφύλακα και γνωστός μποέμ της παραθαλάσσιας πόλης, στα περίχωρα της οποίας παραθέριζε το αφεντικό της Καλομοίρας, ο περιβόητος δικτάτωρ Πάγκαλος, ήταν εξαιρετικά δραστήριο μέλος της οργάνωσης των τροτσκιστών κομμουνιστών, οι οποίοι κάθε άλλο παρά ασήμαντη επιρροή διέθεταν, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Ως κομμουνιστής των πρώτων ηρωικών χρόνων του κοσμοϊστορικού κινήματος, αλλά και ως οπαδός των ιδιόρρυθμων ιδεών του Λέοντος Τρότσκι, ο Αλέκος θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί εξαιρετικά καλλιεργημένος, επιτήδειος γνώστης της φιλοσοφίας -τουλάχιστον του διαλεκτικού υλισμού- και λάτρης του λαϊκού στοιχείου. Αυτό το τελευταίο χαρακτηριστικό του δεν ήταν το πλέον ακίνδυνο για τους ταραγμένους καιρούς που ζούσε. Αν οι πολιτικές ιδέες του μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να τον οδηγήσουν στο τάφο από τα βασανιστήρια σε κάποιον σταθμό της χωροφυλακής ή στο νοσοκομείο από κάποιο ύπουλο χτύπημα ορθόδοξου κομμουνιστή με αιχμηρό αντικείμενο –κατά προτίμηση φαλτσέτα υποδηματοποιού- η τάση του προς τις γνήσιες λαϊκές απολαύσεις, οι οποίες συμπεριλάμβαναν το φουστάνι, τις φυτικής προελεύσεως παραισθητικές ουσίες και τα απόμερα μουσικά καταστήματα, καθώς και η στενή φιλία που διατηρούσε με ορισμένους κάθε άλλο παρά ακίνδυνους τραγουδοποιούς της περίφημης «Σχολής του Πειραιά», θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν τα ίδια αποτελέσματα. Εν πάση περιπτώσει, ο ιδιόρρυθμός μέχρι εντυπωσιασμού νεαρός βοήθησε το αναλφάβητο κορίτσι, που αγάπησε και παντρεύτηκε, να αναπτύξει τις πλέον αντισυμβατικές ιδέες του. Οι Ίωνες -από τον τόπο των οποίων είχε έρθει, όπως είπαμε ήδη, η Καλομοίρα- ήταν μεν ατίθασοι και εκ φύσεως αντικομφορμιστές, δεδομένου ότι έπρεπε πάντα να ανθίστανται στα κύματα της Ανατολής που τους κύκλωναν, αλλά και από την αλαζονεία του κράτους της κυρίως Ελλάδας, πλην όμως δεν αναγνώριζαν μεγαλύτερο αγαθό από την οικογένεια. Έτσι, η Καλομοίρα μοιράστηκε με τον Αλέκο τις κομμουνιστικές ιδέες του, αλλά φρόντισε ώστε να ενσωματώσει σ’ αυτές όλα τα στοιχεία της παράδοσης, που θα μπορούσαν να προσφέρουν σε μια μητέρα κάποια ανακούφιση από τις συνεχείς αγωνίες για το παιδί της. Ένας θεός όχι παντοδύναμος αλλά αρκετά αποφασιστικός στον βαθμό που παρέμενε ζωντανός μέσα της -κατά το πρότυπο του μακαρίτη πατέρα της- και μια στρατιά αγίων πολλές φορές ισχυρότερων από τον θεό, αποτελούσαν τη δική της ενστικτώδη ερμηνεία της λαϊκής θρησκείας των Ιώνων. Και ο Αλέκος δεν έχανε ευκαιρία να επαινεί αυτήν την ερμηνεία, δεδομένου ότι ο εν λόγω θεός θύμιζε περισσότερο έναν επαναστάτη, που αγωνιά συνεχώς για τη μοίρα του λαού, παρά έναν συμπαντικό δικτάτορα κατά το πρότυπο της Εκκλησίας.

Καθόταν, λοιπόν, η Καλομοίρα τώρα σ’ ένα πεζούλι, έξω από το αναρρωτήριο των Φυλακών Αβέρωφ, ένα μικρό οίκημα στο δάσος που φιλοξενούσε το Νοσοκομείο Νοσημάτων Θώρακος και ανάσαινε το άρωμα των πεύκων και άφηνε τα μουδιασμένα από τη μελαγχολία βλέφαρά της στα χάδια των απογευματινών σκιών και δεν προέβαλε την παραμικρή αντίσταση στην υποψία της για την αδυναμία του θεού της. Στην πραγματικότητα, όλα γύρω της εκκρεμούσαν και η αίσθηση αναμονής ακύρωνε κάθε δεδομένο, συμπεριλαμβανομένων των μεταφυσικών βεβαιοτήτων. Αύριο μεθαύριο, όλα θα έπαιρναν τον δρόμο τους. Ο πόλεμος ήδη πλησίαζε προς το τέλος του. Οι Γερμανοί τα μάζευαν σιγά σιγά, έστω και αν η αγριότητά τους μάλλον εντεινόταν παρά υποχωρούσε μπροστά στο φάσμα της ήττας. Οι πεινασμένοι, οι εξευτελισμένοι, οι σακατεμένοι ακόμα και οι νεκροί οι ίδιοι θα ξεχνούσαν τον μεγάλο τρόμο του θανάτου. Ο Αλέκος θα αποφυλακιζόταν, το παιδί θα μεγάλωνε...

Δύο αρνήσεις κάνουν μία κατάφαση και, όπως ισχυρίστηκε ο Πλάτων –αν και όχι Γερμανός φιλόσοφος- οι αμαθείς, αγνοί, νόες γνωρίζουν εν αγνοία τους τόσα μαθηματικά όσα ένας έμπειρος μαθηματικός. Ένας αδύναμος θεός μέσα σ’ έναν ασαφή κόσμο είναι μια χαρά θεός: καθόλου αδύναμος, καθόλου αδιάφορος για τα πλάσματά του. Τουλάχιστον μοιράζεται με αυτά τη μοίρα τους.

(Συνεχίζεται)
[Το διήγημα "Συμπαιγνία" είναι μια ευγενική παραχώρηση για το "Βακχικόν" από τοη ποιητή-μεταφραστή Γιώργο Μπλάνα.]

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Τροβαδούροι (Νηλ Γιανγκ / Βαν Μόρισον / Τζόνι Κας / Μπομπ Ντύλαν / Λέοναρντ Κοέν / Τζον Λένον) [Ιανός, 2006]

Νηλ Γιανγκ, Τροβαδούρος και Οραματιστής : Έχει γράψει από τα καλύτερα τραγούδια όλων των εποχών, αλλά και πολλά που είναι δύσκολο να τα ανεχθεί ακόμα και ο πλέον αφοσιωμένος οπαδός του..

Βαν Μόρισον, ο Αγέραστος Τροβαδούρος : Ολοένα και περισσότερο, από ολοένα και περισσότερες μεριές, βλέπουμε να καταφτάνει το μήνυμα ότι η αντοχή των υλικών, η διάρκεια, η επιμονή και η προσήλωση είναι οι μεγάλες αρετές του καλλιτέχνη που η ανάγκη του για έκφραση συντονίζεται απόλυτα με την ανάγκη μας να ονειρευόμαστε με τα μάτια ανοιχτά, να μαθαίνουμε δηλαδή μέσω της Τέχνης πως να ζούμε, πως ν' αγαπάμε, πως να σχετιζόμαστε με τους συνανθρώπους μας, πόσο αξίζει να είμαστε βαθιά ανθρώπινοι..

Τζόνι Κας, ο Άνθρωπος με τα Μαύρα : Ανήκει στην ιστορία και όσο ζούσε άνηκε σ' εκείνη την ωραία κατηγορία ανθρώπου που, οπλισμένοι με πείσμα, αποφασισμένοι ποτέ να μη το βάλουν κάτω, και μοχθώντας και ιδρώνοντας κυριολεκτικά κάθε στιγμή κάθε εικοσιτετραώρου, ξεπερνάνε τον ίδιο τους τον εαυτό και γίνονται αν όχι καλύτεροι από τους καιρούς τους, τουλάχιστον έκφραση συνάμα φωτεινή και σκοτεινή του πνεύματος των καιρών τους..

Μπομπ Ντύλαν, ο Τροβαδούρος του Εικοστού Αιώνα : Το πρώτο άλμπουμ που αγόρασα με το χαρτζιλίκι μου ήταν το DESIRE του Μπομπ Ντύλαν. Μου άλλαξε τη ζωή. Η βελόνα του Kenwood, έλιωνε, ξανά και ξανά, παίζοντας το One more cup of coffee, το Hurricane, το Joey..

Λέοναρντ Κοέν : Τροβαδούρος και Συγγραφέας : Ζωή είναι να συσσωρεύεις αναμνήσεις. Τέχνη είναι να επεξεργάζεσαι έτσι τις αναμνήσεις σου, ώστε να αφορούν και άλλους, να συμβάλλουν στην άτυπη, μα πάντα εν ενεργεία, συγκρότηση αυτής της παγκόσμιας κοινότητας που είναι η Ποίηση..

Τζον Λένον : Ανάμεσα σε δυο Επετείους : Μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Ένας θρύλος, από τους μεγαλύτερους και πιο εμβληματικούς, του 20ου αιώνα..

*Με αφορμή την έκδοση του πρώτου τόμου των απάντων τραγουδιών του Μπομπ Ντύλαν, σε μετάφραση και επίμετρο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη, οι Εκδόσεις Ιανός εξέδωσαν και μια μικρή, καλαίσθητη, μόλις 140 σελίδων μελέτη του συγγραφέα-μεταφραστή Μπαμπασάκη, αναφορικά με 6 σπουδαίες προσωπικότητες της παγκόσμιας μουσικής σκηνής του 20ου αιώνα. Νηλ Γιανγκ, Βαν Μόρισον, Τζόνι Κας, Τζον Λένον, μελέτες που προήλθαν από τα κείμενα του συγγραφέα στο "Έψιλον" της Ελευθεροτυπίας, Μπομπ Ντύλαν, από το επίμετρο που υπάρχει στον πρώτο τόμο των απάντων τραγουδιών του αμερικανού τροβαδούρου και τέλος, Λέοναρντ Κοέν, από τον πρόλογο του Μπαμπασάκη στην έκδοση "Το Αγαπημένο Παιχνίδι", σε μετάφραση της Χίλντας Παπαδημητρίου, από τις Εκδόσεις Μελάνι στα 2005.

Διαβάστε άλλες μελέτες του Γ.Ι. Μπαμπασάκη :
-Το Βορειοδυτικό Πέρασμα(1992) : http://vakxikon.blogspot.com/2007/08/cobra-1992-2001.html * Ν.Ι.Π.

"Γάτες Και Λογοτέχνες" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Γάτες & Λογοτέχνες Ι

Πολλές φορές τα σκάνδαλα δεν είναι θορυβώδη, δεν εκδηλώνονται μ’ έναν βρόντο μα μ’ έναν λυγμό, μ’ ένα μειδίαμα, μ’ έναν ψίθυρο. Και τότε ακριβώς μας εκπλήσσουν ακόμα πιο πολύ. Όχι όλους, όχι αυτούς που δεν ξέρουνε ν’ ακούν τη χλόη να βλασταίνει. Ένα από τα χαριτωμένα σκάνδαλα στην ιστορία της λογοτεχνίας και της τέχνης εν γένει είναι η αγάπη για τις γάτες που διακρίνει τους ποιητές και τους συγγραφείς. Και μάλιστα σε αντιπαράθεση με την πολλές φορές δεδηλωμένη απέχθειά τους όχι για τους σκύλους αλλά για το πώς οι άνθρωποι κατάντησαν τον λεγόμενο «καλύτερό τους φίλο».


Ο Τόμας Στερνς Έλιοτ ήταν ένας «βιρτουόζος της προσποίησης», όπως τον έχει χαρακτηρίσει το Time, ένας κατά κόσμον νομπελίστας ποιητής και γάτος κατά βάθος. Κάνοντας αλλεπάλληλες νοερές επισκέψεις στις κατοικίες των ποιητών και συγγραφέων που αγάπησαν τις γάτες, διαπιστώσαμε ότι όλοι ήσαν «γάτοι κατά βάθος», άνθρωποι μειλίχιοι και τρυφεροί, κατ’ ουσίαν γαλήνιοι ενώ γύρω τους λυσσομανούσε η καταλαλιά, η απειλή της απόρριψης και του κοινωνικού αποκλεισμού, η βάναυση παρεξήγηση. Ήσαν όλοι τους άνθρωποι γενναίοι και πείσμονες, προσηλωμένοι σε ένα αυτοσχέδιο σύστημα ηθικών αξιών που δεν εγκατέλειψαν ποτέ. Περιφρονητές ενός κόσμου που περιφρονεί ό,τι βαθιά ανθρώπινο σκιρτάει εντός μας, αντιμετώπισαν ατάραχα τη χλεύη και δεν έστερξαν ποτέ να ενδώσουν στις Σειρήνες της ευκολίας που είναι η δίδυμη αδελφή της μετριότητας. Αλλά δεν έπαψαν να χαϊδεύουν το τρυφερό τρίχωμα της Καλέξικο Τζέιν ή του Ράσκι, της Τρίστιας ή του Περντίτα, δεν έπαψαν να χαμογελάνε γράφοντας για τις αγαπημένες τους γάτες, δεν έπαψαν να μαθαίνουν από τα υπέροχα αιλουροειδή τους να ισορροπούν, με χάρη όπως κι αυτά, «μες στη θαυμαστή κι ανάλαφρη νηφαλιότητα του παρόντος».

Να ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ενίοτε σκανταλιάρη Έλιοτ: «Λοιπόν, ο γάτος Μαύρη Χειρ είναι μυστήριος γάτος/ Τον λεν ‘Πατούσα-Φάντασμα’ και ‘Γάτος ο Φευγάτος’./ Να φέρνει σε απόγνωση τη Σκότλαντ Γυαρντ ψοφάει/ Γιατί είναι ο κακοποιός που Νόμους αψηφάει: Στον τόπο του εγκλήματος οι αστυνομικοί/ Σαν φτάσουνε, η Μαύρη Χειρ ποτέ δεν είν’ εκεί!» («Το Εγχειρίδιο Πρακτικής Γατικής», μτφρ. Παυλίνα Παμπούδη & Γιάννης Ζέρβας, εκδ. Άγρα).

Γάτες και Λογοτέχνες ΙΙ

Μέγας γατόφιλος υπήρξε ο συγγραφέας Λουί Φερντινάν Σελίν, σκανδαλώδης λόγω κάποιων αντισημιτικών κειμένων του που του κόστισαν (δικάιως) μια άγρια κοινωνική απομόνωση και παραλίγο να του κοστίσουν την ίδια του τη ζωή. Ο επίσης συγγραφέας, και καλός μάλιστα, Ροζέ Βαγιάν είχε εντολή από το κομμουνιστικό κόμμα της Γαλλίας να εκτελέσει τον Σελίν, αλλά την τελευταία στιγμή, αναλογιζόμενος ότι επρόκειτο για μεγαλοφυή καλλιτέχνη αλλά και σπουδαίο άνθρωπο, δεν πάτησε τη σκανδάλη. Ο Σελίν συνοδεύτηκε (αδίκως) από την κακή φήμη του μισάνθρωπου αλλά η αλήθεια είναι ότι λάτρευε τους ταπεινούς και καταφρονεμένους, αρνιόταν να πληρωθεί για τις πάμπολλες υπηρεσίες που πρόσφερε ως γιατρός, ενώ υπήρξε εξόχως τρυφερός προς τις αγαπημένες του γάτες. Μάλιστα, όταν πήρε τον κακοτράχαλο δρόμο της φυγής και της εξορίας στην ερημωμένη Γερμανία, τη Δανία και τη Βαλτική, μόνιμοι και πιστοί συνοδοί του ήταν η σύζυγός του και χορεύτρια Λουσέτ Αλμανζόρ και ο λατρεμένος του γάτος, ο Μπεμπέρ.

Λάτρης του Σελίν και εξίσου κακόφημος, για άλλους λόγους, ήταν ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής και πεζογράφος Τσαρλς Μπουκόφσκι. Και αυτός χαρακτηρίστηκε βάναυσος, αποτρόπαιος, μονήρης, καίτοι η πραγματική πραγματικότητα τον θέλει άνθρωπο τρυφερό, γενναιόψυχο, κυριευμένο από μερικές μεγάλες αγάπες όπως η αγάπη για την κλασική μουσική, και κυρίως τον Ιωάννη Σεβαστιανό Μπαχ, η αγάπη για τα τρία Γ: Γράψιμο, Γυναίκες, Γάτες. Στο ποίημά του «Για Μια Νύχτα Που Δεν Άγγιξα Τη Γραφομηχανή» είναι με το παραπάνω εύγλωττος παρά τη λιτότητα της φόρμας. Ιδού: «Παίρνει τηλέφωνο: ‘Τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’, λέω./ ‘Τι κάνεις;’/ ‘Τίποτα’./ ‘Έχεις κόσμο;’/ ‘Μόνο τη γάτα’/ ‘Και δεν έχεις τελειώσει κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’./ ‘Είσαι καλά;’/ ‘’Ντάξει είμαι’./ ‘Πώς και δεν πήρες τηλέφωνο;’/ ‘Πήρα’./ ‘Ήταν νωρίς’ (Παύση)./ ‘Και δεν τελειώνεις κανένα γραφτό;’/ ‘Όχι’.// Το γράψιμο δεν είναι δουλειά της πλάκας./ Έχω κάνει ένα σωρό δουλειές της πλάκας./ Αν το γράψιμο αρχίσει να σκαρτεύει,/ θα έψαχνα γι’ άλλη δουλειά./ Το ξέρω: θέλει το καλό μου.// Το ίδιο κι εγώ». («Η Αγάπη Είναι Ένας Σκύλος Απ’ Την Κόλαση», μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, εκδ. Απόπειρα).

Γάτες και Λογοτέχνες ΙΙΙ

Ο «Παππούς Όλων Μας», όπως τον χαρακτήρισε η Πάτι Σμιθ, ο Ουίλλιαμ Μπάροουζ, μοίρασε τη ζωή του ανάμεσα στη λογοτεχνία και το έγκλημα. Πυροβόλησε και σκότωσε την σύζυγό του, παίζοντας «Γουλιέλμο Τέλλο» με περίστροφα, έζησε δεκαετίες ολόκληρες αυτοεξόριστος στο Παρίσι και στο Λονδίνο, έγραψε σκανδαλώδη πρωτοποριακά βιβλία, δικάστηκε ως πορνογράφος, συνδέθηκε με κάμποσα «μούτρα» του υπόκοσμου, συνοδεύτηκε από τη φήμη του ειδεχθούς. Κι όμως, ήταν στην πραγματικότητα ένας γλυκύτατος άνθρωπος και μανιακός γατόφιλος. Μάλιστα, η τελευταία του εγγραφή στο ημερολόγιό του, λίγες ώρες πριν αφήσει τον λεγόμενο μάταιο τούτο κόσμο, είναι ένας λιτός ύμνος στην αγάπη και στις γάτες. «Δεν υπάρχει Άγιο Δισκοπότηρο», γράφει στις 30 Ιουνίου του 1997, «μήτε Τελικό Σατόρι, μήτε λύση τελική. Μονάχα σύγκρουση. Και το μόνο που μπορεί να άρει τη σύγκρουση είναι η αγάπη, σαν αυτή που ένιωσα για τον Φλετς και τον Ράσκι, για τον Σπούνερ και την Κάλικο. Αγνή αγάπη. Ό,τι νιώθω για τις γάτες μου τις τωρινές και τις παλιότερες. Η Αγάπη; Τι Είναι; Το πιο φυσικό παυσίπονο που υπάρχει. Αυτό είναι. Η ΑΓΑΠΗ».

Το 1986, ο Μπάροουζ θα τυπώσει σε συλλεκτική έκδοση 133 αντιτύπων το βιβλίο του «Η γάτα μέσα μας», ένα μικρό αριστούργημα λογοτεχνικής γατοφιλίας ή, αν θέλετε, γατόφιλης λογοτεχνίας. «Αυτό το βιβλίο για τις γάτες», διαβάζουμε, «είναι μια αλληγορία, στην οποία η περασμένη ζωή του συγγραφέα παρουσιάζεται μπροστά του σαν παντομίμα με γάτες. Οι γάτες βέβαια δεν είναι μαριονέτες. Κάθε άλλο. Είναι ολοζώντανα πλάσματα, και όταν αποκτάς επαφή με ένα άλλο πλάσμα θλίβεσαι: γιατί συνειδητοποιείς τους περιορισμούς, τον πόνο και το φόβο και τον τελικό θάνατο. Αυτό σημαίνει επαφή. Αυτό αντιλαμβάνομαι όταν αγγίζω μια γάτα και συνειδητοποιώ ότι τρέχουν δάκρυα από τα μάτια μου». («Η γάτα μέσα μας», μτφρ. Αργυρώ Πιπίνη & Νίκη Προδρομίδου, εκδ. Απόπειρα).

Πολυτάραχη και σκανδαλώδης ήταν η ζωή της Κολέτ. Παράφοροι οι έρωτες που τη σημάδεψαν, πολυδιαβασμένα τα μυθιστορήματά της, ανεξάλειπτη και αδιάλειπτη η αγάπη της για τις γάτες. Μάλιστα, στα αυτοβιογραφικά της διηγήματα που στεγάζονται θαλπερά στο βιβλίο της «Το Σπίτι της Κλωντίν», απαθανατίζει λυρικά και με περίσσιο χιούμορ τη γατοφιλία της. Ακούστε: «Δεν είναι παρά ένα νεαρό γατί, γιος κάποιου ριγέ γάτου. Φέρει στο τρίχωμά του τις ραβδώσεις της ράτσας του, τα αρχαία σημάδια του άγριου προγόνου. Το αίμα της μάνας του, όμως, σκόρπισε πάνω στις ρίγες του ένα αφράτο και γαλαζωπό πέπλο από μακριές τρίχες, αψηλάφητο σαν διάφανη γάζα Περσίας. Θα γίνει όμορφο, λοιπόν, είναι κιόλας γοητευτικό. Προσπαθούμε να το βγάλουμε Καμαραλζαμάν – εις μάτην, γιατί η καμαριέρα κι η μαγείρισσα, γυναίκες προικισμένες με κοινή λογική, μεταφράζουν το Καμαραλζαμάν σε Μουμού». («Το Σπίτι της Κλωντίν», μτφρ. Σεσίλ Ιγγλέση Μαργέλλου, εκδ. Καστανιώτης).

Γάτες & Λογοτέχνες IV

Ήταν η σημαντικότερη ανανεώτρια του λεγόμενου αστυνομικού μυθιστορήματος. Μας συγκλόνισε πλάθοντας τον κρισιμότερο αντιήρωα των τελευταίων δεκαετιών, τον περιβόητο Τομ Ρίπλεϊ. Άκουγε στο όνομα Πατρίτσια Χάισμιθ, και λάτρευε τις γάτες. Δεν παρέλειπε να φωτογραφίζεται με τα αγαπημένα της αιλουροειδή, και, ενώ η ίδια αρκούνταν στο φτηνό γαλλικό τυρί, για τις γάτες της μαγείρευε λαγό με κρέμα γάλακτος! Η Μονίκ Μπυφέ, μια από τις ερωμένες της Χάισμιθ, μας λέει ότι η Πατρίτσια μιλούσε στη σιαμέζα γάτα της σε μιαν αλλόκοτη γλώσσα, την οποία καταλάβαινε μονάχα το όμορφο ζωντανό. Η ίδια η Χάισμιθ είχε δηλώσει: «Οι γάτες δίνουν στους συγγραφείς κάτι που οι άνθρωποι δεν μπορούν: συντροφιά χωρίς απαιτήσεις ή επεμβάσεις».

Όσο κι εκπλήξει τα μάλα πολλούς, ο Γκι Ντεμπόρ είχε επίσης επινοήσει μια δική του γλώσσα για να μιλάει με τις ώρες και σ’ όλη τη διάρκεια κάθε ημέρας με την αγαπημένη μαύρη γάτα του. Όπως μας πληροφορεί η φίλη του Ανίτα Μπλαν, ο συγγραφέας της «Κοινωνίας του Θεάματος», ύστερα από μια πολυετή αυτοεξορία στη Φλωρεντία, την Καστίλη, και τη Βενετία, εγκαταστάθηκε σε μιαν αγροικία στον Άνω Λίγηρα, και εκεί δεν αποχωριζόταν ποτέ μια μαύρη κάπα που του είχε χαρίσει ο δολοφονημένος φίλος του, ο παραγωγός και εκδότης Ζεράρ Λεμποβισί, και τη μαύρη γάτα του. «Η ζωή του Γκι στρεφόταν γύρω από τις γάτες. Ήταν μόνιμο θέμα πολύωρων συζητήσεων», λέει η Μπλαν. Το άλλο δυναμικό μυαλό της Καστασιακής Διεθνούς, φίλος για μια δεκαετία του Ντεμπόρ, συγγραφέας της περιλάλητης πραγματείας «Η Επανάσταση της Καθημερινής Ζωής», ο Βέλγος Ραούλ Βανεγκέμ, λάτρευε επίσης τις γάτες. Στην εξαιρετικά πρωτότυπη αυτοβιογραφία του που εκδόθηκε προσφάτως, ο εβδομηντάχρονος στοχαστής και επαναστάτης εξομολογείται ότι την ημέρα που κάποιοι άθλιοι κυνηγοί σκότωσαν τη γάτα του, τη δηλητηρίασαν οι αναίσθητοι, ο Βανεγκέμ για να πενθήσει και να παρηγορηθεί άκουγε με τις ώρες τη «Sonnambula» του Μπελλίνι ενώ δάκρυα κυλούσαν διαρκώς από τα μάτια του.

Ο Ντενί Γκροζντανοβίτς ήταν πρωταθλητής νέων Γαλλίας στο τένις, πρωταθλητής στο σκουός, εξαιρετικά δημιουργικός αναγνώστης του Μαρσέλ Προυστ, μέγας φιλόμουσος, απόφοιτος της ξακουστής σχολής κινηματογράφου IDHEC, σκακιστής, και συγγραφέας. Και, φυσικά, γατόφιλος. Επιχείρησε λαμπρά να απαθανατίσει τον νεκρό γάτο του, τον Περντίτα, εγκωμιάζοντας με περισσή κομψότητα τον «αγγελικό αντικομφορμισμό της ποιητικής έμπνευσης» που προσφέρει μια γάτα, την εξυπνάδα, τον ήρεμο στοχασμό, τη «γιόγκα των γατών», την καλλισθένειά τους, την εύθραυστη ισορροπία τους μέσα στο πέρασμα του χρόνου, το ότι μας γοητεύουν επειδή μας δίνουν την εντύπωση ότι διαχειρίζονται άψογα το Χρόνο. Παραθέτει μάλιστα, κλείνοντας, έναν στίχο του Γιάννη Ρίτσου που μιλάει για την «θαυμαστή συνέχεια των καθημερινών πραγμάτων» («Μικρή Πραγματεία περί Αμεριμνησίας, μτφρ. Ξένια Σκούρα, εκδ. Πόλις).

Ας κλείσω κι εγώ, κλείνοντας το μάτι στους πάντα ωραίους γάτους και γατόφιλους, θυμίζοντάς σας ότι ποιήματα και κείμενα για γάτες έχουν υπογράψει μεταξύ ευτυχώς πάμπολλων άλλων ο Λιούις Κάρολ και ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, αλλά και οι δικοί μας Νίκος Δήμου, Παυλίνα Παμπούδη, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Τάσος Δενέγρης.

(Το παρόν κείμενο του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη δημοσιεύτηκε στο τελευταίο τεύχος(No 157-8) του Περιοδικού "Το Δέντρο", Αύγουστος 2007).

29 Σεπ 2007

"Φωτογραφία της εβδομάδας" - Μιχάλης Γεωργιάδης (24 - 30/09/07)


εξομολόγηση

Η ζωή μου ένας μονόδρομος

Αν κοιτάξω πίσω, βλέπω παρελθόν

φιλίες, ωραίες στιγμές, έρωτες

Γυναίκες που ούτε το πρόσωπο τους θυμάμαι

Και αναπολώ

Αναρωτιέμαι αν μπορώ να ξαναζήσω αυτές τις στιγμές

Αυτούς τους έρωτες που τόσο με πληγώνουν

Τις στιγμές με άφθονη βότκα και καταχρήσεις

Τις γκόμενες και τις καφρίλες

Ο δρόμος της ζωής μου,

Ένα άγχος, μια καταπίεση

Ένα κελί που κλειδώνονται τα όνειρα μου

Και προχωρά προς το άγνωστο

Στο δρόμο που εγώ περπατώ με τα πόδια των άλλων

Θέλω να φύγω από ‘αυτόν’ τον δρόμο

Να πετάξω ψηλά

Σαν έναν Άγγελο που με τη γαλήνια όψη του

ακουμπά τον ουρανό

Μέχρι ποτέ άραγε θα περπατώ;

θα ηθέλα να ευχαριστήσω τον φίλο μου Νέστορα που μου έδωσε την ευκαιρία να εκφράσω μέσα από το blog "Βακχικόν" ενα αλλο είδος τέχνης, τη φωτογραφία. Έτσι κάθε εβδομάδα θα κάνω δημοσίευση φωτογραφιών μαζί με κάποια σχόλια. Γι' αυτή την εβδομάδα δημοσιεύω μερικούς, δικούς μου στίχους, μια προσωπική εξομολόγηση, ένα ποίημα...

Τρια Οκτασέλιδα του "Μπιλιέτου" από τον Γιάννη Γκούμα..











- Με Σηκωμένα τα Μανίκια [Ποιήματα, 1998]

...ανταμώσαμε, ανταλλάξαμε χειραψία
ίσως ναι, ίσως όχι,
το όνομά σου είν' αυτό και τ' όνομά μου είναι εκείνο,
και ανεβήκαμε για ένα ποτό πριν κλείσει η βραδιά
πέντε σειρές σκαλιά κοντύτερα σε μια πανσέληνο,
ότι ο αφρώδης οίνος στα ποτήρια μας
έβρεχε κατευναστικά ανάποδα
και θα 'λεγες μάλλον "αρκεί".
εκεί που μια παλίρροια ανέβαινε μέσα μου
ενώ ο μύχιος εαυτός σου έμενε παράμερα
τη στιγμή που αποκάλυψα την κορφή μόλις της αλήθειας
γυρεύοντας καθένας το δικό μου βάλσαμο
το ότι τα παιδιά σου και τα παιδιά μου
είναι ροή του χεριού
και το θαύμα μέσα σου
πρέπει να το βαραίνει το χάρισμα της ομορφιάς
ότι αν δεν ανταμώναμε ποτέ
θα 'μουν πιο ήρεμος
και θα 'νιωθα την ώρα να περνά πιο σύντομα,
το ότι όταν βγούμε έξω στο δρόμο
και βυθιστώ σε σκοτεινότερες οργιές
δε θα 'χω επιβάλει τα χείλη σου στο δόλωμά μου,
το ότι τίποτα του εαυτού μου δεν προκαλεί την περιέργεια
ούτε ο αριθμός του τηλεφώνου μου
και ότι ο ευφημισμός μιας καληνύχτας ή "θα τα ξαναπούμε"
θα έχει λεηλατήσει το άλλο μισό
του πόνου που έχω ανάγκη
και μόνος πάλι, βαραίνοντας απάνθρωπα πάνω στη νύχτα,
θα εξακολουθώ να ψάχνω για ένα μήλο που θα το δαγκώνω
ανάμεσα σε πεύκα, πλατάνια και ιτιές.

(Το ότι)

- Τ.Σ. Έλιοτ, Ένας Συναισθηματικά Αόρατος Ποιητής [Δοκίμιο, 2005]

... Έπειτα, η πολιτική θέση του Έλιοτ -άν όχι φασιστική, όπως συχνά ελέγετο- είναι απλώς αφελής, απαθής και ανθρωπιστικά αδαής. Η διαβόητη περιφρόνησις για την ανθρωπότητα που αναδύεται στα θεατρικά έργα του Έλιοτ, ιδιαιτέρως στις τελευταίες του κωμωδίες (Κοκτέιλ Πάρτυ, 1950, Ιδιαίτερος Γραμματέας, 1954, Γηραιός Πολιτικός, 1959), δεν είναι προϊόν πόνου ή πικρίας, αλλά μιας αστείας παγερότητας και μιας υπερσυντηρητικής αναισθησίας...

- Φεγγάρι μη μου Κάνεις Χαλάστρα [Ποιήματα, 2005]

Το ρολόϊ τικ-τακ, τικ-τακ.
Δευτερόλεπτο και «αν».

Δεν ξέρω ποιό «αν» αδίκησε την ύπαρξή μου,
ποιό «αν» μου στέρησε ένα αύριο.

Είμαι καρμπόν με σχήμα ανθρώπου,
μα δεν διαθέτω αντίτυπο για ποιός στ' αλήθεια είμαι.

(Κάθε Δευτερόλεπτο και "αν")

*Τον Γιάννη Γκούμα τον γνώρισα κάποιο πασχαλινό βράδυ στο Χαλάνδρι. Δεν τον ήξερα. Μα τον διάβασα κι αμέσως κατάλαβα γιατί θαυμάζεται, αυτός ο κοσμοπολίτης άνθρωπος. Ναυτικός, ηθοποιός, τραγουδιστής, ποιητής, μεταφραστής, έχει ζήσει για δεκαετίες σε πολλές χώρες του κόσμου και έχει γνωρίσει μεγάλες προσωπικότητες της πολιτικής και των τεχνών. Σπουδαίος μεταφραστής ελλήνων ποιητών, έχει κάνει τη τέχνη μας αυτή, γνωστή σε όλον τον κόσμο. Τα τελευταία χρόνια τον έχουν αγκαλιάσει οι Εκδόσεις Μπιλιέτο(με κορυφαίο ποιητή στις τάξεις της τον Ντίνο Χριστιανόπουλο), εκδόσεις που επιδίδονται σε μικρές, ολιγόγραφες και καλαίσθητες παρουσιάσεις ποιημάτων, διηγημάτων και μεταφράσεων, πραγματοποιώντας για αυτές ο κος Γκούμας μεταφράσεις ελλήνων ποιητών στην Αγγλική, ποιήματά του και δοκίμια.

Εντύπωση μας έκαναν οι δυο από τις τρεις ποιητικές συλλογές που έχει κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Μπιλιέτο ο Γιάννης Γκούμας -για την έτερη "Ένα Λεπτό Πριν τα Μεσάνυχτα" διαβάστε από τον Νίκο Λέκκα εδώ http://www.poiein.gr/archives/866/index.html- καθώς και το δοκίμιο για τον αμερικανό-βρετανό ποιητή της "Έρημης Χώρας" και των "Τεσσάρων Κουαρτέτων" Τ.Σ. Έλιοτ.

Ο Γιάννης Γκούμας, όντας πλέον στα 67 του χρόνια, έχει εκδόσει 14 ποιητικές συλλογές, πέντε ελληνόφωνες "Στην Άκρη της Γλώσσας"(Η Άμαξα, 1985) / "Η Σιωπή των Άλλων"(Κέδρος, 1997) / "Με Σηκωμένα τα Μανίκια"(Μπιλιέτο, 1998) / "Ένα Λεπτό πριν τα Μεσάνυχτα"(Μπιλιέτο, 2003) / "Φεγγάρι μη μου Κάνεις Χαλάστρα"(Μπιλιέτο, 2005) και 9 αγγλόφωνες "Take one!.."(Αθηναϊκές Εκδόσεις, 1967) / "Sorry, wrong Number"(Oasis Books, 1974) / "Athens Blues"(Oasis Books, 1975) / "Signing on"(The Sceptre Books, 1977) / "Thorns in Each Other's Flesh"(Outrigger Publishers, 1977) / "Athenians go to Work"(The Sceptre Books, 1978) / "Past the Tollgate"(Ερμής, 1983) / "Seventien Elegies for Sait Salim Halman"(Τρία Φύλλα, 1986) / "The Silence of Others"(Osmosis Books, 1990).

Eπιπλέον έχουν κυκλοφορήσει στα αγγλικά μετφράσεις του ελλήνων ποιητών όπως οι Χριστοδούλου, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Μπάρας, Κοντός, Χρονάς, Δημητράκος και τελευταία η μετάφραση της ποιητικής συλλογής "Προσευχές για Φίλους" του Σωτήρη Παστάκα.* Ν.Ι.Π.

28 Σεπ 2007

"Αερομαχίες" - Ηρακλής Τσατσούλης (Διήγημα)

"Ο μεταφραστής Ηρακλής Τσατσούλης προσφέρει στο "Βακχικόν" το διήγημα του "Αερομαχίες", όπως αυτό δημοσιεύτηκε παλιότερα στο λογοτεχνικό περιοδικό "Να ένα Μήλο" και το site "Happy Few". Γράφτηκε στην Αθήνα, τον Αύγουστο του 2002."

Έστριψα σκληρά και απότομα. Το χειριστήριο διαμαρτυρήθηκε, αλλά επέμεινα και όταν ήμουν σχεδόν ανάστροφα τράβηξα με δύναμη. Ήξερα ότι είχα αρκετό ύψος. Χαμηλότερα, ο ελιγμός αυτός είναι καθαρή αυτοκτονία. Οριζοντίωσα. Είχα κάνει μια στροφή 180 μοιρών. Υπάρχουν και ευκολότεροι τρόποι να το πετύχεις, αλλά αυτός είναι ο πιο γρήγορος. Και ο μοναδικός, αν [Ή όταν] έχεις κάποιον κολλημένο στην ουρά σου.

Ο Χανς δε μπόρεσε να με ακολουθήσει. Είχα χάσει ύψος, αλλά το ίδιο και αυτός προσπαθώντας να μείνει πίσω μου. Σχεδόν πάντα την πατάνε. Ολοκλήρωσα τη στροφή πριν από αυτόν, και βρέθηκα πίσω του και λίγο χαμηλότερα. Δεν είχα ακόμα το πλεονέκτημα. Χρειαζόμουν ακόμα ένα λάθος του. Και τό ‘κανε.
Δεν κράτησε το ύψος του. Ήμασταν ήδη αρκετά χαμηλά για να επαναλάβει κάτι παρόμοιο και ήξερε ότι ήμουν στην ώρα έξι του. Διάλεξε να με οδηγήσει χαμηλότερα, ελπίζοντας μάλλον να χωθεί στο φαράγγι από κάτω. Άρχισε να κατεβαίνει.
Δεν είχε καμιά ελπίδα. Είχα βγει από τον ελιγμό με μεγάλη ταχύτητα, και όταν ήρθε στο επίπεδό μου πάτησα το κουμπί. Άκουσε τον ήχο των πολυβόλων μου και, αντί να ρισκάρει μέχρι τέλους την κάθοδο, άρχισε ελιγμούς. Μάταιος κόπος. Τον βρήκα πρώτα στο αριστερό φτερό. Μετά διέλυσα το κάθετο σταθερό του. Τον άφησα φλεγόμενο, να πέφτει, και έφυγα.
Δεν είχα ζημιές, ούτε βλάβες, οπότε προσγειώθηκα άνετα. Τροχοδρόμησα μέχρι την πίστα και, αφού έσβησα, έβγαλα το κράνος και το ακούμπησα στο γραφείο δίπλα μου. Άναψα τσιγάρο, πάτησα ESCAPE και κοίταξα το σκορ μου. Καθόλου άσχημα. Κατέβαινα στον τελικό και με καλή βαθμολογία, που θα χρειαζόταν αν δεν κατέρριπτε κανείς κανέναν.
Έσβησα τον υπολογιστή και χασμουρήθηκα. Τρεις η ώρα. Αυτά παθαίνεις όταν παίζεις με υπερατλαντικούς. Θα μάθαινα τον αντίπαλό μου αύριο. Τώρα χρειαζόμουν ύπνο.

Το πρωί στο γραφείο είχα μαύρους κύκλους, φαινόμενο τόσο συνηθισμένο που πλέον πέρναγε τελείως ασχολίαστο. Στην αρχή με ρώταγαν, αλλά είχα αφήσει να εννοηθεί ότι οφείλονταν σε αχαλίνωτο σεξ την προηγούμενη. Μόνο ο Νίκος ήξερε. Του διηγήθηκα τα χτεσινοβραδυνά. Ενθουσιάστηκε.
«Τώρα δηλαδή είσαι για τελικό;»
«Ναι. Μάλλον σήμερα θα δω με ποιον παίζω»
Παρά το ξενύχτι αισθανόμουν ξεκούραστος, όπως συνέβαινε όποτε οι νυχτερινές αερομαχίες είχαν πάει καλά. Δε χρειάστηκα καν δεύτερο καφέ. Η μέρα κύλησε ήσυχα, χωρίς συγκινήσεις. Γύρισα σπίτι το μεσημέρι και πήρα έναν υπνάκο. Μετά, με τον απογευματινό καφέ, κάθησα στον υπολογιστή.
Ο εξοπλισμός μού είχε στοιχίσει ένα σωρό λεφτά, αλλά άξιζε τον κόπο. Τα χέρια μου άγγιζαν το καλύτερο σετ χειριστηρίων προσομοίωσης πτήσης που κυκλοφορούσε. Πλήρες, ακόμα και ποδωστήρια, και όλα με ανάδραση. Τη διαφορά όμως έκανε το κράνος εικονικής πραγματικότητας. Ειδική παραγγελία από Καλιφόρνια, ταλαιπωρήθηκα αρκετά και φόρτωσα για τα καλά και την πιστωτική μου. Βέβαια το παιχνίδι δεν ήταν πραγματικά VR αλλά, ακόμα και έτσι, η διαφορά στην αληθοφάνεια με το κράνος ήταν εντυπωσιακή. Το ότι δεν έβλεπα γύρω μου δεν ήταν πρόβλημα. για τους υπόλοιπους χειρισμούς χρησιμοποιούσα το ποντίκι, οπότε το πληκτρολόγιο μού ήταν άχρηστο. Έτσι κι αλλιώς πετούσα αεροπλάνα του Β’ Παγκοσμίου, που δεν είχαν πολλά gadgets. Ωραία εποχή, πριν τα μαχητικά αρχίσουν να μοιάζουν με video games.
Το surround ηχητικό σύστημα συμπλήρωνε ιδανικά το σύνολο. Πολλές φορές ενώ πετούσα απορροφημένος, είχα αντιληφθεί βλάβες στον κινητήρα από το θόρυβο, προτού κοιτάξω τις ενδείξεις. Συνέβαιναν συχνά τέτοια, όταν πέταγες σε πλήρως ρεαλιστικές συνθήκες, όπως εγώ. Έπαιρνα ακόμα και μετεωρολογικό δελτίο, πριν απογειωθώ.
Θα έκανα αργότερα εξάσκηση. Τώρα ήθελα να μάθω τον αντίπαλό μου στον τελικό. Συνδέθηκα στο site του διαγωνισμού. Τα δεδομένα κατέβηκαν γρήγορα από τη DSL γραμμή.
Ήταν ο Αντισμήναρχος Corso, της USAF. Δεκαοχτώ καταρρίψεις. Δύο νίκες στα σημεία, η μία στον ημιτελικό. Πέταγε με Mustang.
Ο τελικός ήταν σε τρεις μέρες. Αποσυνδέθηκα, φόρεσα το κράνος και σε λίγο απογειωνόμουν για να συναντήσω ένα Mustang σε βαθμό δυσκολίας “VETERAN”.

Οι μέρες πέρασαν γρήγορα. Τα πρωινά δε συνέβαινε τίποτα, ως συνήθως, αλλά τα βράδια οι μάχες δίνονταν μέχρι τέλους στο συννεφιασμένο ουρανό της Γερμανίας και της κατεχόμενης Γαλλίας. Είχα μια προτίμηση για την Ευρώπη σε σχέση με τη βόρεια Αφρική ή το θέατρο επιχειρήσεων του Ειρηνικού και, μια που πετούσα Spitfire της RAF, συνήθως κυνηγούσα γερμανικά Me 109. Όχι τώρα, πάντως. Τώρα ο αντίπαλος φόραγε αμερικάνικα χρώματα. Παράδοξο, αλλά εδώ όλα επιτρέπονται.
Το Σάββατο ήμουν έτοιμος. Πετάγαμε βράδυ, ώρα Ελλάδας. Δεν είχα κάνει εξάσκηση όλη μέρα και ήμουν σφιγμένος και ξεκούραστος. Ενημερώθηκα για τον καιρό, φόρεσα το κράνος και έβαλα μπροστά. Πήρα άδεια, απογειώθηκα και γρήγορα διέκρινα μια κουκίδα στον ορίζοντα, που σε λίγο πήρε τη μορφή του Mustang που πετούσε ο Αντισμήναρχος Corso.
Διασταυρωθήκαμε εν μέσω ριπών, χωρίς αποτέλεσμα, και αμέσως αρχίσαμε ελιγμούς αναστροφής προσπαθώντας να πάρουμε το πλεονέκτημα. Κανείς μας δεν τα κατάφερε, οπότε διασταυρωθήκαμε ξανά. Τίποτα. Έστριψα δεξιά διατηρώντας το ύψος μου, ενώ ο Corso έκανε αριστερή στροφή με μικρή βύθιση. Ολοκλήρωσε πρώτος, και μέχρι να αντιληφθώ πού ήταν είχε ήδη αρχίσει να ανεβαίνει πυροβολώντας. Η εκτεθειμένη «κοιλιά» μου του πρόσφερε ωραίο στόχο και μπορούσα να τον φανταστώ να χαμογελάει. Δεν το διακινδύνευσα και έστριψα πάλι δεξιά. Είχε εκμεταλλευτεί τέλεια τον περιορισμό της ορατότητάς μου κάτω από την άτρακτο και τώρα είχε και το πλεονέκτημα. Δύσκολος αντίπαλος, αλλά τι περίμενα;
Τον δυσκόλεψα κι εγώ, σπάζοντας αμέσως σε αριστερή στροφή με άνοδο. Ήταν ήδη χαμηλότερα και δεν προσπάθησε να με ακολουθήσει. Άλλη μια σωστή αντίδραση. Απομακρυνθήκαμε και γυρίσαμε για να διασταυρωθούμε ακόμα μια φορά.
Όλη η μάχη πήγε έτσι. Τσέκαρα τα καύσιμά μου. Αυτή θα ήταν η τελευταία διασταύρωση. μετά θα έπρεπε να γυρίσουμε.
Ήμουν πιο τυχερός από αυτόν. Μια σφαίρα μου τον βρήκε στο φτερό. Δεν πρέπει να ήταν σοβαρή ζημιά, αλλά είχα πάρει πόντο. Δεν διακινδύνευσα μια ακόμα διασταύρωση, καθώς η τελευταία είχε έρθει έτσι ώστε τώρα κατευθυνόμουν προς τη βάση μου. Αν δοκίμαζα θα βρισκόμουν αντίθετα, οπότε θα έπρεπε να κάνω ακόμα μία, και το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμουν ήταν να μείνω από καύσιμα. Έφυγα λοιπόν, παρακολουθώντας από τον καθρέφτη μου τον Corso να κάνει το ίδιο.

(Συνεχίζεται..)

27 Σεπ 2007

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Η Λογική των Γεγονότων [Οξύ, 1996]


Στη συνοικία της απώλειας όπου κατέφυγε η νιότη μου, θαρρείς για να ολοκληρώσει της μαθητεία της, θα έλεγες ότι είχαν κανονίσει να συναντηθούν οι οιωνοί μιας επικείμενης κατάρρευσης του όλου οικοδομήματος του πολιτισμού.
*
Στην περίοδο της παρανομίας τα πάντα ήταν ελπίδα, τώρα τα πάντα είναι προοπτική συμφοράς.
*
Η ηθική είναι ο τόπος της μοναξιάς μας.
*
Συμβαίνει κάτι σαν έκρηξη στο νόημα ορισμένων λέξεων : αξίζουν περισσότερο απ' ότι σημαίνουν στο λεξικό.
*
Οι άνθρωποι που έχουν πολυτάραχη εσωτερική ζωή και δεν αναζητούν διέξοδο ούτε σε συζητήσεις ούτε στο γράψιμο είναι απλούστατα άνθρωποι που δεν έχουν πολυτάραχη εσωτερική ζωή.
*
Στην ερώτηση "γιατί γράφετε;", ενώ ο Μπόρχες απάντησε "γράφω για να απαλύνω τη ροή του χρόνου", και ο Καρούζος αποφάνθηκε "γράφοντας εκδικούμαστε τα πράγματα", ο Μπέκετ δεν είπε παρά "είμαι ικανός μόνο γι' αυτό".
*
Μέσα στο ξεφάντωμα, νομίζει κανείς πως συνδαιτυμόνας του είναι ολόκληρη η ανθρωπότητα.
*
"Τι μας κατέστρεψε;" ρώτησε ο Ι.Π.Ρ. τον Γ.Ι.Μ., ένα παλλόμενο χάραμα, στη Θεσσαλονίκη. Η απάντηση ήταν ανενδοίαστη: "ο Βιγιόν, ο Ντεμπόρ, το ποτό, κάποιες κοπέλες..".
*
Ο Γ.Ι.Μ. ΕΓΡΑΨΕ ΤΟ 1996, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΑΡΧΗ, ΜΕΣΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ.

*Το 3ο βιβλίο της σειράς "Φωτοβολίδα", που κυκλοφόρησε ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης από τις Εκδόσεις Οξύ, τη διετία 1995-6 -η σειρά περιλαμβάνει άλλα τρία βιβλία : τη μελέτη "Προλογίζοντας έναν Αιώνα", τη μετάφραση "Ουρλιαχτά για Χάρη του Σαντ" του Γκυ Ντεμπόρ και την επιμέλεια της μετάφρασης "Αλεξάντερ Τρόκκι" του Λ. Καβιέρη-. Σε εικαστική επιμέλεια του Πάρι Κούτσικου, το πεζογράφημα "Η Λογική των Γεγονότων" του Ίκαρου Μπαμπασάκη, μόλις το δεύτερο έντεκα χρόνια μετά τις νεανικές "Κόκκινες Νύχτες", είναι ένα 32σέλιδο πρωτότυπο(..εικαστικά) βιβλίο παράθεσης αποφθεγμάτων τόσο του ίδιου του συγγραφέα(κάτι ανάλογο είχε κάνει ποιητικά ο σπουδαίος Μανόλης Αναγνωστάκης με το "ΥΓ" στα 1983) όσο και λατρεμένων του ηρώων από το χώρο της λογοτεχνίας, του σινεμά, της μουσικής και του σκάκι. Έτσι λοιπόν στα 35+ ο Ίκαρος θα (ξανα)μπεί στο χώρο της πεζογραφίας, από τον οποίο δεν θα παραλείψει από τότε να μας χαρίζει βιβλία του σε τακτά χρονικά διαστήματα.

Διαβάστε δυο ακόμα πεζογραφήματα του Ίκαρου :

O Γ.Ι. Μπαμπασάκης και η εκπομπή "Κουλτούρα να Φύγουμε" στους 105.5 "Στον Κόκκινο" από τις 29/9/07..


Τίτλος εκπομπής: «Κουλτούρα να φύγουμε»

Σάββατο 19:00-20:30
«Στο Κόκκινο» 105.5 FM


Κάθε Σάββατο, ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης, με μουσικές εξαίσιες μιλάει για τις φωνές της εβδομάδας, για πολιτιστικά δρώμενα, βιβλία, ταινίες, θεατρικά έργα και ό,τι άλλο άφησε ένα γλυκό και τρυφερό χνάρι στο πέρασμά του. Σχολιάζει και παρουσιάζει τα όσα μοιάζουν να επιβεβαιώνουν τη ρήση του ποιητή Λουί Αραγκόν «Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ».

Κι ακόμα, πάντα με χιούμορ και ευαισθησία, χωρίς περηφάνια και προκατάληψη, μακριά από κάθε έγκλημα και κάθε τιμωρία, περιπλανιέται στην ιστορία της λογοτεχνίας και παρουσιάζει κομμάτια κι αποσπάσματα από έργα που άφησαν εποχή, είτε ανήκουν στο Αστυνομικό Νουάρ, είτε στην Ποίηση, είτε στο Κοινωνικό Μυθιστόρημα.

Κατά καιρούς θα κάνει αφιερώματα σε σημαντικές προσωπικότητες της Τέχνης, ζωγράφους, μουσικούς, ποιητές, συγγραφείς (ενδεικτικά: Bob Dylan, Andy Warhol, Miles Davis, Jorge Louis Borges, και άλλοι), ενώ από το στούντιο και το μικρόφωνο της εκπομπής θα παρελαύνουν, ζεσταίνοντας την ατμόσφαιρα, πρόσωπα που διαμορφώνουν το πολιτιστικό μας τοπία (ενδεικτικά: Σώτη Τριανταφύλλου, Τάσος Γουδέλης, Γιάννης Οικονομίδης, Ακύλας Καραζήσης, Όλια Λαζαρίδου, Γιώργος Αυγερόπουλος, Τάσος Παυλόπουλος, και άλλοι).

Οι μουσικές της εκπομπής θα περιπλανιούνται γόνιμα και τερπνά από την jazz και τη rock, στην κλασική και την world, πάντα επιλεγμένες με κριτήριο την ποιότητα και τη γοητεία.

«Το Θρόισμα των Φύλλων»
Μία Εκπομπή για το Βιβλίο

Συνεχίζεται η καθημερινή εκπομπή για το βιβλίο «Το Θρόισμα των Φύλλων». Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης παρουσιάζει ένα βιβλίο κάθε μέρα, στις 12:55 και στις 23:55, ντύνοντας την παρουσίαση με την κατάλληλη μουσική.

Βιογραφικό

Ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης γεννήθηκε στις 10 Απριλίου του 1960. Είναι ποιητής, μεταφραστής και συγγραφέας. Σπούδασε οικονομικά στην Ανωτάτη Βιομηχανική Σχολή Πειραιώς, κινηματογράφο στη Σχολή Σταυράκου, και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο του Bielefeld, στη Γερμανία.

Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, γράφει σε έντυπα του λεγόμενου περιθωρίου, όπως το Ιδεοδρόμιο του Λεωνίδα Χρηστάκη και η Χιονάτη του Βαγγέλη Κοτρώνη, και συνθέτει ποιήματα και πεζογραφήματα. Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά όπως η Οδός Πανός, ο Ήχος, το Κάππα, η Λέξη, η Πολιορκία, και άλλα.
Ο τρόπος ζωής του τον οδήγησε στη συστηματική μελέτη των λεγόμενων «ιστορικών πρωτοποριών» (Φουτουρισμός, Dada, Υπερρεαλισμός), των Beat ποιητών και συγγραφέων, καθώς και του ρεύματος για την «υπέρβαση και την πραγμάτωση της Τέχνης» (Cobra, Λεττριστές, Καταστασιακοί). Καρπός αυτών των αναζητήσεών του είναι τα πολυσυζητημένα του βιβλία για τον William S. Burroughs, για την Internationale Situationniste, για τον Guy Debord, για τον Μάη του ’68.

Ίδρυσε και διευθύνει την επιθεώρηση Propaganda, όπου δημοσιεύονται κρίσιμα κείμενα για την πολιτική και την κουλτούρα των καιρών μας.
Πολυπράγμων και πάντα ανήσυχος, δεν έπαψε να προτιμά τις συλλογικές δραστηριότητες, να βρίσκει συνενόχους στο παιχνίδι της ζωής και στη ζωή του παιχνιδιού, να επιζητεί διαρκώς την περιπέτεια της ποίησης και την ποίηση της περιπέτειας. Οι εμπειρίες του τον ώθησαν στη σύνθεση αυτοβιογραφικών κειμένων, όπου συνδυάζεται αρμονικά μια εμπρηστική λογοτεχνικότητα με έναν μεστό δοκιμιακό λόγο. Όπως λέει συχνά, δρα και γράφει «με καρδιά από φλόγα και με μυαλό από πάγο».

Συνεργάζεται τακτικά με τα περιοδικά Το Δέντρο και Σημειώσεις, καθώς και με το «Έψιλον» της «Ελευθεροτυπίας».

Υπήρξε παραγωγός και παρουσιαστής των δυναμικών εκπομπών «Κάντε Πέρα την Εσπέρα» (Δεύτερο Πρόγραμμα), «Σύντομη Ζωή» (ΕΡΑ 4), «Άφησαν Εποχή» (ΕΡΑ 4), και «Τα Σάουντρακ των Βιβλίων» (Εν Λευκώ, 87.7 FM). Επιμελείται και παρουσιάζει την καθημερινή εκπομπή για το βιβλίο «Το Θρόισμα των Φύλλων» (105.5 «Στο Κόκκινο»).
Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

"122 Ποιήματα" - Ναζίμ Χικμέτ (1985 - Ελληνική Έκδοση Ποιημάτων)


Δε χύνουν δάκρυ
μάτια που συνηθίσαν να βλέπουνε φωτιές
δε σκύβουν το κεφάλι οι μαχητές
κρατάν ψηλά τ' αστέρι
με περηφάνεια
δεν έχουμε καιρό να κλαίμε τους συντρόφους
το τρομερό σας όμως κάλεσμα
μες στη ψυχή μας
κι οι δεκαπέντε σας καρδιές
θε να χτυπάνε
μαζί μας
το σιγανό σας βόγγισμα
σαν προσκλητήρι
χτυπά στ' αφτιά μας
σαν τον αντίλαλο βροντής.

Στάχτη θα γίνεις κόσμε γερασμένε
σου 'ναι γραφτός ο δρόμος
της συντριβής
και δε μπορείς να μας λυγίσεις
σκοτώνοντας τ' αδέρφια μας της μάχης
και να το ξέρεις
θα βγούμε νικητές
κι ας είναι βαριές μας
οι θυσίες.
Μαύρη εσύ θάλασσα γαλήνεψε
τα κύματά σου
και θα 'ρθει η μέρα η ποθητή
η μέρα της ειρήνης
της λευτεριάς σου
ω ναι θα 'ρθει
η μέρα που θ' αρπάξουμε τις λόγχες
που μες στο αίμα το δικό μας
έχουνε βαφτεί.

(Στους Δεκαπέντε Συντρόφους - 1921)

ζω στη φεγγοβολή
που προχωράει
ολόγιομα τα χέρια μουμε πόθους
κι ο κόσμος είναι όμορφος πολύ
μοσκοβολάει.

Τα μάτια μου λιμπίστηκαν
τα δέντρα
τα δέντρα που γιόμισαν ελπίδες
και ντύθηκαν τη πράσινη στολή
το λιόχαρο δρομάκι προχωράει
σ' ολόδροσο χαλίκι απ' το φεγγίτη με καλεί
στις πράσινες νησίδες.

Κι ούτε μυρίζομαι τα φάρμακα
τ' αναρρωτήριο πια δε βρωμάει-
θ' ανοίξουν τα γαρούφαλα
η ώρα η καλή-

Τι τάχα αν είσαι φυλακή;
Να μη λυγάς!
αυτό είν' όλο.
Δεν είναι άλλη συμβουλή.

(Αυτό 'ναι - 1948)

Έχω πάνω στο τραπέζι μου
τη φωτογραφία του ανθρώπου
με τ' άσπρο γαρούφαλο
που τον τουφέκισαν
στο μισοσκόταδο
πριν την αυγή
κάτω απ' το φως των προβολέων.

Στο δεξί του χέρι
κρατά ένα γαρούφαλο
που 'ναι σα μια φούχτα φως
από την ελληνική θάλασσα
τα μάτια του τα τολμηρά
τα παιδικά
κοιτάζουν άδολα
κάτω απ' τα βαριά μαύρα τους φρύδια
έτσι άδολα
όπως ανεβαίνει το τραγούδι
σα δίνουν τον όρκο τους
οι κομμουνιστές.

Τα δόντια του είναι κάτασπρα
ο Μπελογιάννης γελά
και το γαρούφαλο στο χέρι του
είναι σαν το λόγο που 'πε στους ανθρώπους
τη μέρα της λεβεντιάς
τη μέρα της ντροπής.

Αυτή η φωτογραφία
βγήκε στο δικαστήριο
ύστερ' απ' τη θανατική καταδίκη.

(Ο Άνθρωπος με το Γαρύφαλλο - 1952)

*Ένας μεγάλος αριστερός ποιητής του 20ου αιώνα, μια ιστορική μετάφραση του σπουδαίου έλληνα μεταφραστή αλλά και ποιητή Άρη Δικταίου στα 1985 από τις Εκδόσεις Ζαχαρόπουλοι Αφοί. Μια επιλογή 122 ποιημάτων από το σύνολο της βιβλιογραφίας του ταλαιπωρημένου από τις εξορίες και τις φυλακίσεις τούρκου ποιητή Χικμέτ, καλύπτοντας τη χρονική περίοδο από τα 1919 έως τα 1962, χρονολογία θανάτου του ποιητή στη Μόσχα. Πέρα από ποιήματα, περιλαμβάνονται και επιστολές του. Η έκδοση περιλαμβάνει επίσης πρόλογο και εισαγωγικό σημείωμα για τον Ναζίμ Χικμέτ του Δικταίου και ένα άρθρο του μεταφραστή στο περιοδικό "Ο Αιώνας μας" στα 1950.

Βιογραφικό Ναζίμ Χικμέτ
(από το περιοδικό Περι-γραφής)

Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 15 Γενάρη 1902. Ο πατέρας του Χικμέτ Ναζίμ Μπέης, υπηρετούσε στο Υπουργείον Εξωτερικών, έκανε μάλιστα για λίγο και Πρόξενος στο Αμβούργο κι όταν απολύθηκε έκανε τον διαχειριστή σε κινηματογραφικές αίθουσες. Η μητέρα του, Αϊσέ Τζελιέ Χανούμ, ήτανε ζωγράφος.
Ο μικρός Ναζίμ ολοκλήρωσε τη στοιχειώδη εκπαίδευση στη Κωνσταντινούπολη κι ύστερα γράφτηκε στη Ναυτική Σχολή Χάλκης, το 1918, κάτω από τη διοίκηση του Κεμάλ Πασά. Ο διοικητής του, άκουσε και θαύμασε το ποίημά του "Λόγια Ενός Αξιωματικού Του Ναυτικού", που 'χε γράψει στα 12. Όταν αποφοίτησε μπήκε στο πολεμικό σκάφος Hamidiye ως εκπαιδευόμενος αξιωματικός καταστρώματος. Ωστόσο, η σταδιοδρομία του στο Ναυτικό σταμάτησεν απότομα, γιατί αρρώστησεν από πλευρίτη στη διάρκεια μιας νυχτερινής βάρδιας (1919) και δεδομένου ότι δε μπόρεσε ν' ανακτήσει την υγεία του, απαλλάχτηκε σαν άτομο μ' ειδικές ανάγκες (1920).
Ανέλαβε καθηγητής στην Ανατολία, στο γυμνάσιο Bolu, για σύντομο διάστημα (1921). Ενδιαφέρθηκε ζωηρά για τη ρωσική επανάσταση, πήγε στη Μόσχα και μελέτησεν οικονομία και κοινωνικές επιστήμες στο εκεί πανεπιστήμιο (1922-1924). Εκεί συναντά τον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκη κι επηρεάζεται απ' αυτόν. Η επαναστατική τούρκικη ποίηση έχει τον "πατέρα" της. Όταν επέστρεψεν αρχίζει να δουλεύει σε μιαν εφημερίδα της Σμύρνης. Στη Τουρκία όμως το κεμαλικό κίνημα μισεί την αριστερή παράταξη και ξεκινά διώξεις και συλλήψεις. Έτσι αναγκάζεται να ξαναφύγει κρυφά για τη Μόσχα. Ο Μαγιακόφσκη τονε ξαναμαγεύει και μην αντέχοντας για πολύ να 'ναι μακριά από τη πατρίδα, γυρίζει κρυφά, χωρίς διαβατήριο.
Συλλαμβάνεται κι εισπράττει τη πρώτη καταδίκη για τα επαναστατικά του φρονήματα. Μπαίνει στη φυλακή Hopa για 3 μήνες (1928). Έπειτα, εγκαθίσταται στη Κωνσταντινούπολη κι εργάζεται σε διάφορα περιοδικά, εφημερίδες και σε κινηματογραφικά στούντιο. Εκδίδει τα πρώτα βιβλία ποίησης και γράφει συνεχώς (1928-1932). Συλλαμβάνεται ξανά το 1931, αλλά στο δικαστήριο, απο κατηγορούμενος, γίνεται κατήγορος κι αναγκάζονται να τον αθωώσουν. Την επόμενη χρονιά τονε ξαναπιάνουν και καταδικάζεται 5 χρόνια φυλακή, όμως αφήνεται λεύτερος λόγω της αμνηστείας για τον εορτασμό των πρώτων 10 ετών της Τουρκικής Δημοκρατίας.
Εργάστηκε ως αρθρογράφος και συντάκτης σε περιοδικά κι εφημερίδες με το ψευδώνυμο Orhan Selim (1933). Μα η αντίδραση που ξέρει πια με ποιον έχει να κάνει, του στήνει προβοκάτσια το 1934. Μηνύεται επειδή έκανε δήθεν, προπαγάνδα στους σπουδαστές της Στρατιωτικής Ακαδημίας. Δικάζεται "κεκλεισμένων των θυρών", χωρίς συνήγορο και καταδικάζεται συνολικά, σε 35ετή φυλάκιση, μα κατορθώνει να τη μειώσει στα 28 χρόνια και 4 μήνες σύμφωνα με τα άρθρα 68 κι 77 του τουρκικού ποινικού κώδικα (1938). Μπαίνει στα φοβερά μπουντρούμια της φυλακής στη Προύσα.
Οι διανοούμενοι ξεκινούν μεγάλην εκστρατεία για να πείσουν την ηγεσία να τον αμνηστεύσει. Αρχίζει απεργία πείνας στη φυλακή (1950). Τελικά, η υπόλοιπη ποινή, του χαρίζεται, μετά 13 χρόνια φυλακής. Δε μπορούσε να βρει δουλειά, μήτε να εκδόσει βιβλία, λόγω που 'χεν οριστεί ως άτομο μ' ειδικές ανάγκες κι είχε σταματήσει τη στρατιωτική του θητεία. Διάταγμα που ουσιαστικά είχε κείνον για στόχο. 50 χρονών πια, άρρωστος και σε τρομερά δύσκολη θέση, φοβούμενος παράλληλα τυχόν απόπειρα κατά της ζωής του, αποδέχεται τη συμβουλή του γνωστού, σύγχρονου, θεατρικού συγγραφέα και δημοσιογράφου Refik Erduran κι αυτοεξορίζεται. Με ρουμάνικο σκάφος, διαπλέει τη Μαύρη θάλασσα και περνά στη Ρωσία και πιο συγκεκριμένα στη Μόσχα.
Από κει πηγαίνει στο Βερολίνο, όπου μέσα σε μια κατάμεστην αίθουσα με πάνω από 500 άτομα, δίνει ένα αγωνιστικό ρεσιτάλ και καταχειροκροτείται σαν ελεύθερος πλέον αγωνιστής ποιητής. Χωρίς να σταματήσει να γράφει, περνά την υπόλοιπη ζωή του, στη Μόσχα.
Στις 3 Ιουνίου 1963 ο Ναζίμ Χικμέτ πεθαίνει και θάβεται στη Μόσχα, σ' ηλικία 61 ετών.

26 Σεπ 2007

"Αφιέρωμα : Σκηνοθέτες : IΙ. Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, Ο Φιλόσοφος της Οθόνης" - Ίκαρος Μπαμπασάκης


Τον είπαν ανατόμο της ψυχής, χαρτογράφο της αλλοτρίωσης, αποκωδικοποιητή των συγκρουσιακών σχέσεων στη σύγχρονη εποχή. Κι ακόμα, δύσκολο και στριφνό σκηνοθέτη, βαρύ και αργό. Αλλά ήταν γνήσιος καλλιτέχνης, και κάθε γνήσιος καλλιτέχνης ξέρει να αρνείται την ταξινόμηση, να ελίσσεται ανάμεσα στα στερεότυπα και τα θέσφατα, και να εκφράζει όσο πιο έξοχα καταφέρνει αυτά που σκιρτούν στην ψυχή, αυτά που θάλλουν στο μυαλό του. Όσοι είχαμε την ευκαιρία να τον γνωρίσουμε βλέποντας κατάπληκτοι το «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», αυτό το γλυκόπικρο εγκώμιο των νιάτων, προτιμούσαμε να τον λέμε ποιητή του κάλλους και, τώρα που έφυγε, να θυμόμαστε ότι οι δημιουργίες του όσα κοινά κι αν είχαν, ήταν μοναδική η καθεμία τους, και άλλοτε έθιγαν κρίσιμα πολιτικά ζητήματα, όπως η «Ντροπή» ή το «Αυγό του Φιδιού», άλλοτε ανέλυαν την απουσία του Θεού, όπως η «Έβδομη Σφραγίδα» και οι «Κοινωνούντες», ενώ άλλοτε βυθομετρούσαν την υπαρξιακή αγωνία, όπως οι «Άγριες Φράουλες», ή «Περσόνα» και το «Κραυγές και Ψίθυροι».

Προσωπικά, θέλω να τον θυμάμαι σαν έναν φοβερό και τρομερό, μα μειλίχιο πάντα, αθλητή της τέχνης και της ζωής, έναν αθόρυβο ρέκορντμαν που άφησε εποχή με τις επιδόσεις του. Παρέα με τον αειθαλή, εν ζωή ακόμη και σε λίγους μήνες αιωνόβιο Μανοέλ ντε Ολιβέιρα και τον προσφάτως μακαρίτη, στα 95 του χρόνια, Μικελάντζελο Αντονιόνι, ο Μπέργκμαν έσπασε ρεκόρ αντίστασης στο πέρασμα του χρόνου, αρνούμενος να επιτρέψει στη φθορά να τον οδηγήσει στη σιωπή. Στις σχεδόν εννέα δεκαετίες της ζωής του κατόρθωσε να σκηνοθετήσει 60 ταινίες του λεγόμενου ποιοτικού σοβαρού κινηματογράφου και πάνω από 170 θεατρικά έργα και όπερες, χώρια τα σενάρια και τις ραδιοφωνικές παραγωγές του. Επίσης, κατόρθωσε να κάνει 5 γάμους και ορισμένες πολύ γόνιμες ερωτικές σχέσεις εκτός γάμου, ανάμεσα στις οποίες αυτές με ερμηνευτικούς κολοσσούς όπως η Χάριετ Άντερσον, η Μπίμπι Άντερσον και η Λιβ Ούλμαν. Καρπός των γαμήλιων και μη δεσμών του ήσαν τουλάχιστον 9 παιδιά, εκ των οποίων μία ηθοποιός, 5 σκηνοθέτες κινηματογράφου, ένας αεροπόρος, και 2 συγγραφείς. Κι ακόμα, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν υπήρξε ο νεότερος διευθυντής θεάτρου στην Ευρώπη, όταν ανέλαβε το θέατρο της πόλης Χέλσινμποργκ σε ηλικία μόλις 26 ετών. Στα ρεκόρ του μεγάλου Σουηδού καλλιτέχνη θα πρέπει να συμπεριλάβουμε τις μακροχρόνιες συνεργασίες του με τους αγαπημένους του ηθοποιούς και διευθυντές φωτογραφίας, καθώς και αυτό των απίστευτα χαμηλών προϋπολογισμών για τη δημιουργία των αριστουργημάτων του.

Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου του 1918, στην Ουψάλα της Σουηδίας. Ο πατέρας του, ο Έρικ, ήταν επίσκοπος και μάλιστα διετέλεσε προσωπικός εφημέριος του βασιλέα της χώρας, συνεπώς φυσικό ήταν να επιχειρήσει να γαλουχήσει τον γιο του με άκαμπτες θρησκευτικές αρχές. Αλλά μία τράμπα απ’ αυτές που κάνουν τα παιδιά όταν βαριούνται κάποια παιχνίδια τους υπήρξε καταλυτική για τον μικρό Ίνγκμαρ: άλλαξε τα μολυβένια στρατιωτάκια του με μια διαλυμένη laterna magica, προσχώρησε στην αθεΐα, και προχώρησε στο καλλιτεχνικό έργο, στήνοντας παραστάσεις μόνος του, παίζοντας με μαριονέτες έργα του Στρίντμπεργκ, πλάθοντας έναν δικό του κόσμο, ένα ιδιωτικό σύμπαν. Και ήταν μόλις εννιά χρονών! Δεν είναι τυχαίο ότι αυτόν ακριβώς τον τίτλο, Laterna Magica, έδωσε στην αυτοβιογραφία του, έξι δεκαετίες αργότερα.

Στα δεκαεννιά του χρόνια, ο Μπέργκμαν αρχίζει σπουδές τέχνης και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, αλλά ουσιαστικά περνάει τις ώρες του μέσα στις κινηματογραφικές αίθουσες, ένας «εθισμένος της οθόνης», όπως είπε ο ίδιος, ερωτεύεται μια κοπέλα, διαρρηγνύει τις σχέσεις του με τον πατέρα του, και εγκαταλείπει τα αμφιθέατρα για τα καλά, έχοντας ήδη γράψει μερικά θεατρικά έργα και μία όπερα. Εργάζεται ως βοηθός σκηνοθέτη στο θέατρο, ανεβάζει ένα δικό του έργο, τον «Θάνατο του Κάσπαρ», συμμετέχει στη συγγραφή σεναρίων, κυριεύεται από τον ίλιγγο της δημιουργίας.

Σκηνοθετεί ταινίες που αρχικά μοιάζουν με χαμόγελα, βαφτισμένες σε έναν θερινό λυρισμό και μία ποιητική αισιοδοξία, όπως φανερώνουν άλλωστε και οι τίτλοι τους: «Καλοκαιρινά Παιχνίδια», «Καλοκαίρι με τη Μόνικα», «Χαμόγελα Καλοκαιρινής Νύχτας». Αποθεώνεται στις Κάννες στο 1955, καταβυθίζεται σε υπαρξιακούς προβληματισμούς, και αποσβολώνει τον κινηματογραφικό κόσμο με δύο καίρια χτυπήματα ολκής, την «Έβδομη Σφραγίδα», αυτήν την αγωνιώδη παρτίδα σκάκι της ζωής ενάντια στο θάνατο, μια παρτίδα που παίζει ο ιππότης Αντόνιους Μπλοκ ενάντια στο Χάρο, και τις «Άγριες Φράουλες», το ταξίδι του γηραιού καθηγητή Μποργκ μες στον λαβύρινθο των αναμνήσεων. Αρχίζουν οι πάντες να μιλούν για την εικαστική αριστοτεχνία του Μπέργκμαν, για τη φιλοσοφική του σκευή, για τις συγκλονιστικές περιπλανήσεις του στα σκοτεινά τοπία της ψυχής.

Ο Σουηδός μαιτρ εγκαινιάζει τη δεκαετία του 1960 με τον τρόπο που της αρμόζει, με έναν τρίπτυχο στοχασμό πάνω στην αλλοτρίωση, τις συναισθηματικές εντάσεις, τη διαλεκτική των διακυμάνσεων του νου. Μας δονεί με την λεγόμενη «Τριλογία της Σιωπής», δηλαδή με το «Μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη»(1961), τους «Κοινωνούντες» (1962), και την συνταρακτική «Σιωπή» (1963), που δίχασε, και ακόμη διχάζει, τους θεατές της, όντας το φιλοσοφικό, βαθιά ανθρώπινο, καίτοι αινιγματικό φαινομενικά, μανιφέστο του Μπέργκμαν. Και εδώ, όπως και στις μετέπειτα δημιουργίες του, ο μεγάλος σκηνοθέτης επιμένει ότι μπορούμε να διατηρούμε την ελπίδα ακόμα και μέσα στο σκότος, μπορούμε να εμμένουμε στην ανθρώπινη ουσία μας ακόμα και σε συνθήκες καταρράκωσης του αυτοσεβασμού μας, μπορούμε να διατηρούμε ένα χαμόγελο αισιοδοξίας ακόμα και μέσα στην πιο ζοφερή θλίψη.

Ακολουθούν ταινίες που μοιάζουν να αδιαφορούν για την επιτυχία ή την αποτυχία, αλλά, απεναντίας, είναι προσηλωμένες στα όσα ταλανίζουν την ύπαρξη. Η «Persona», το 1966, η καθηλωτική «Ντροπή», το 1968, που για ορισμένους παραμένει το κρυφό του αριστούργημα, το «Κραυγές και Ψίθυροι», το 1972, οι «Σκηνές από ένα γάμο», το 1973, το «Αβγό του Φιδιού», το 1977, ακόμα μία δημιουργία που προκάλεσε θύελλα συζητήσεων και που μοιάζει να είναι ο επί της οθόνης διάλογος του Μπέργκμαν με τον Βισκόντι και τους «Καταραμένους» του, όπως ακριβώς η «Τριλογία της Σιωπής» αποτελεί έναν κρίσιμο διάλογο του Σουηδό με τον Ιταλό ομότεχνό του, τον Αντονιόνι και την δική του «Τριλογία της Αλλοτρίωσης» που απαρτίζεται από την «Περιπέτεια», τη «Νύχτα» και την «Έκλειψη».

Ο Μπέργκμαν θα αναγκαστεί να αυτοεξοριστεί στο Μόναχο ύστερα από μιαν επονείδιστη δίωξη των αρχών εναντίον του για φοροδιαφυγή. Αν και τελικά απαλλάχτηκε, ποτέ δεν έκρυψε την πικρία του για το εξευτελισμό που υπέστη. Παρά το σοκ και την αρχική του απόφαση να περάσει στη σιωπή, θα αναλάβει και θα μας προσφέρει αθάνατα φιλμ, όπως η «Φθινοπωρινή Σονάτα», το «Φάννυ και Αλέξανδρος» και το «Μετά την Πρόβα», ενώ δεν θα σταματήσει να καταπιάνεται με το θέατρο, να γυρίζει τηλεταινίες, όπως το «Saraband» που αποτελεί τη συνέχεια, ύστερα από τρεις δεκαετίες, του «Σκηνές από ένα γάμο», να γράφει σενάρια, να συμπαρίσταται στις δημιουργικές προσπάθειες νεαρών του φίλων και συνεργατών.

Ο μεγάλος Σουηδός δημιουργός, που επηρέασε γενιές φημισμένων πια σκηνοθετών, που άφησε την ποιητική σφραγίδα του στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, άφησε την τελευταία του πνοή στις 30 Ιουλίου του 2007, στο θρυλικό πια νησί Φάρο, όπου έζησε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Με κάθε του ταινία, με κάθε του πλάνο, πέρασε στην αθανασία.

(Το κείμενο του Ίκαρου Μπαμπασάκη για τον Ίνγκμαρ Μπέργκμαν δημοσιεύτηκε στο Έψιλον της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας αρχές Σεπτέμβρη του 2007.)

"ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ" (ΣΥΛΛΟΓΙΚΟ ΠΟΙΗΜΑ) - (ΜΑΪΟΣ - ΙΟΥΛΙΟΣ '07) by ΒΑΚΧΙΚΟΝ - ΑΘΗΝΑ (Συνεχίζεται..)


Α.


Τα μάτια μου αιμορραγούν
στη πτώση σου
Δειλέ
Ο έρωτας δεν μεταγλωττίζεται
Απευθύνεται πάντα στην ίδια γλώσσα..

Παρελθόν και μέλλον διάφορο


Σ’ αναζήτησα μέσα στο χρόνο
Και σε ξαναβρήκα

Διαφορετικό

Συγχώρησε τη μικροψυχία μου
Σχιζοφρενή συνοδοιπόρε..


Β.

Πέρασαν τα χρόνια αγάπη μου
Ανδρώθηκες

Γυναίκα έγινες
Στάχτες έσπειρες στο πέρασμά σου

Και με κοίταξες στα μάτια
Με κόμπλαρες

Γέμισες ένα ποτήρι αίμα
Μου το προσέφερες
Εκδίκηση έψαχνες
Μετάνιωνες

Θα πίνω από το ποτήρι μέχρι να τελειώσει
Και τη τελευταία σταγόνα του
Θα την στραγγίσω
Πάνω σου..


Α.

Ποιο συνοθύλλευμα άστρων
Έπλεξε τη ματιά σου
και ΄γω κάηκα στην όψη σου

κάποτε

Τα σωθικά μου αιμορράγησαν
από τα κοφτερά δόντια
και γέμισε το κορμί μου βρύσες

Τότε

Έγινα δυνατή για να μπορέσω
Μα τα φιλιά σου
Στάζουν μέσα μου
Πύρινα Παραγγέλματα
να υπακούσω..;


Β.

Έβλεπα τα μάτια σου
έσταζαν
πύρινη βροχή έρωτα
Κι εγώ υπάκουα

πότε πότε

Καιρικές συνθήκες
ανυπολόγιστες
Στο μυαλό μου
ανεπανόρθωτες
κι εσύ εκεί

Να στέκεσαι
πρώτη στη σειρά
περιμένοντας την άφιξη
ενός παλιού τρένου
που δεν σταματούσε
στη στάση σου

Καλοκαίρια
Μια άνοιξη
Μερικές χειμερινές ματιές
Φθινοπωρινά άδεια κρεβάτια

Οι εποχές πέρασαν
εσύ εδώ
εγώ εδώ
Κι ο χρόνος
μεταξύ μας παγωμένος
σ' εκείνη
τη πρώτη μεθυσμένη νύχτα
περιμένοντας τη δεύτερη

Υπάκουσε
δε μπορείς να κάνεις αλλιώς
δε μπορώ να πάω αλλού..


Α.

Κι όμως
Ξέρω πως είναι
Ξέρω πως θα ΄ταν

Η μοίρα

Οι πνοές μας
Δε συγχρονίζονται
Δε συνυπάρχουν

Εισπνέοντας το χάος μου
Εκπνέοντας τη φυλακή σου

Κοφτερή η αφή
Δηλητηριασμένα φιλιά
νοτισμένη με απογοήτευση ματιά

Χωρίζω από τη μοίρα
Λείπω..

Μα σ΄ αγαπώ
από μακριά
ακόμη κι αν πια δεν αναμένω τη στάση σου
Είμαι εκεί για σένα..


Β.

Τι απομένει απ' την αγάπη
γι' αυτήν μιλάμε όλοι
και πλέκουμε το εγκώμιο της
πανάθεμά την

κι εσύ μου λες πως μ' αγαπάς
γιατί η μοίρα..
αχ
μίλησα πρώτος γι' αυτήν
και με ακολούθησες
ως φαίνεται

Αδιέξοδες καταστάσεις
δυο άρρωστων ανθρώπων
που αγαπούν το τίποτα

Αγγίζουν το σιντριβάνι του έρωτα
πέφτουν στα νερά του
βρίσκουν γρήγορα σωσίβιο όμως
και χάνονται από αυτό

Κάπου εκεί πάντα
βρίσκεται ο γιατρός της ψυχής
και τους αλλάζει

Κι αν μ' αγαπάς
κι αν σε ποθώ
μάταιο
δε 'θα ναι;


Α.

Η αγάπη μας
Θα έχει το χρώμα της αβύσσου
Αδιευκρίνιστο και αέναο

Σαν εμένα και σένα
Αδιευκρίνιστοι και απροσδιόριστοι

Χρωματιζόμαστε από τα όνειρα
Τις ανάγκες και τις αισθήσεις

Παίρνουμε μορφές διάφορες
Μας πλάθει η αγάπη των άλλων
Μας αλλοτριώνει μα..
Μας προσδιορίζει

Κάθε φορά που σε κοιτώ
Ψάχνω τα κομμάτια μου μέσα σου..
Και αν αυτό δεν είναι αγάπη τότε τι είναι;
και αν αυτό είναι μάταιο τότε τι δεν είναι;

(ΝΕW!)

Β.

Κοιτάζω το κορμί σου
Ακούω την ανάσα σου
Νιώθω τα χείλη σου

Η φωνή σου
Τα νύχια σου

Το πάθος της ματιάς σου

Χωρίς τίτλο και πάλι η Νύχτα μας
Με ουίσκι ποτισμένα τα στοματά μας

Σε αφήνω να φύγεις
Μα θα ξαναγυρίσεις..

24 Σεπ 2007

Γιώργος Μπλάνας : Απάνθισμα Στίχων - Μέρος Α'







Ο Γιώργος Μπλάνας θεωρείται από τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του '80. Γεννήθηκε στα 1959 στην Αθήνα, μεγάλωσε στο Αιγάλεω, όπου ζει μέχρι και τις μέρες μας.. Εμφανίστηκε στη ποίηση στα 1987 με τη συλλογή "Η Ζωή Κολυμπά σαν Φάλαινα Ανύποπτη πριν τη Σφαγή"(Εκδόσεις Υάκινθος). Ακολούθησαν οι συλλογές : "Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά σου"(Εκδόσεις Διάττων, 1990), "Νύχτα"(Εκδόσεις Νεφέλη, 1991), "Παράφορο"(Εκδόσεις Δελφίνι, 1997), "Άννα"(Εκδόσεις Ερατώ, 1998), "Η Απάντησή του"(Εκδόσεις Νεφέλη, 2000), "Επεισόδιο"(Εκδόσεις Νεφέλη, 2002), "Τα Ποιήματα του Προηγούμενου Αιώνα"(Εκδόσεις Ερατώ, 2004).

- Σημαντικότατη είναι και η προσφορά του στην αγγλική μετάφραση. Εμφανίστηκε με τη συλλογή "Περιπέτειες στο Εμπόριο Δέρματος" του Ντύλαν Τόμας από τις Εκδόσεις Ροές στα 1986. Του ίδιου ποιητή έχει επιμεληθεί επίσης τις μεταφράσεις : "Κι ο Θάνατος δεν θα 'χει πια Εξουσία"(Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος, 2002), "Το Χρώμα της Λαλιάς"(Εκδόσεις Ερατώ, 2003). Έχει επίσης μεταφράσει τους παρακάτω συγγραφείς και ποιητές : Τσαρλς Μπουκόβσκι["Η Αγάπη είναι ένας Σκύλος απ' τη Κόλαση"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1986), "Υπεραστικό Μεθύσι"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1987), "Βρώμικος Κόσμος"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1988), "Τοστ Ζαμπόν"(Εκδόσεις Γράμματα - 1990), "Τρόμου και Αγωνίας Γωνία"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1994), "Αστυνομικό"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1996)] , Λώρενς Φερλινγκέτι["Λαϊκά Μανιφέστα"(Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος - 1988)], Άλλεν Γκίνσμπεργκ["Ουρλιαχτό"(Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος - 2002)], Γκρέγκορυ Κορσό["Βενζίνη"(Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος - 1989)], Κομπαγιάσι Ίσσα["Μύγες και Βούδες"(Εκδόσεις Γαβριηλίδης - 2002)], Ουίλλιαμ Μπλέηκ["Τα Τραγούδια της Αθωότητας"(Εκδόσεις Ερατώ - 2002), "Το Βιβλίο της Θελ"(Εκδόσεις Ερατώ - 2003), "Τα Τραγούδια της Πείρας"(Εκδόσεις Ερατώ - 2004)], Αμπροούζ Μπηρς["Το Αλφαβητάρι του Διαβόλου"(Εκδόσεις Ηλέκτρα - 2004), "Ιστορίες Φαντασμάτων"(Εκδόσεις Ηλέκτρα - 2005)], Ματσούο Μπασό["Μόνο τα Όνειρά μου συνεχίζουν"(Εκδόσεις Ερατώ - 2002)], Χένρυ Τζέιμς["Οι Φίλοι των Φίλων"(Εκδόσεις Ροές - 1998)], Αλέξανδρος Πούσκιν["Ο Νέγρος του Μεγάλου Πέτρου"(Εκδόσεις Ερατώ, 2006)]. Επιπλέον στο link http://yorgosblanas.blogspot.com/ βρίσκουμε ποικίλες μεταφράσεις από Έζρα Πάουντ, Χανς Αρπ, Καρλ Μαρξ, Ρόκε Ντάλτον, Κένεθ Ρέξροθ, Λου Χσουν, Β.Β. Χλεμπνίκοφ, Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, Μπασαβάννα, Δαβίδ Μπουρλιούκ, Αντρέι Μπιέλυ, Σιμόν Μπολιβάρ, Στήβεν Κρέην, Ιναγκάκι Ταρούχο, Αντρεί Βοζνισένσκι, Ουίλλιαμ Σέξπρη, Έντγκαρ Άλαν Πόε κ.ά

- Έχει επίσης επιμεληθεί τα εξής : "Ποίηματα και Θρύψαλα" του Αρχίλοχου(κλασσική και βυζαντινή γραμματεία)(Εκδόσεις Γαβριηλίδης - 2001), "Ομήρου Ιλιάδα : A', I', K'(Eκδόσεις Γαβριηλίδης - 2000 - 02), τη μελέτη "Φώτης Αγγουλές"(Εκδόσεις Γαβριηλίδης - 2001) καθώς επίσης και τρια παιδικά βιβλία : "Παραμύθια από την Ελληνική Πεζογραφία"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1997), "Παραμύθια από την Παγκόσμια Ποίηση"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1997), "Η Ερωτική Ιστορία του Καλλίμαχου και της Χρυσορρόης"(Εκδόσεις Απόπειρα - 1997).

*Θα παρουσιάσουμε στίχους του Γιώργου Μπλάνα από τις 4 πρώτες ποιητικές συλλογές, οι οποίες συγκεντρώθηκαν στα 2004 από τις Εκδόσεις Ερατώ στη συλλογή "Τα Ποιήματα του Περασμένου Αιώνα".

Α. Η Ζωή Κολυμπά Σαν Φάλαινα Ανύποπτη Πριν Τη Σφαγή [1987]

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΜΠΟΥΓΑΔΑ ΑΠΛΩΜΕΝΗ ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ.
Οι ποιητές κοιμούνται σαν πουλιά
μέσα στην αίσια γαλήνη των δασών.
Το χιόνι απλώνει τα μαλλιά του
στα ξύλινα μάτια τους
η βροχή μουλιάζει την καρδιά τους
κι ο ήλιος στεγνώνει τις σκέψεις τους
στα ξέφωτα.
Αργούτσικα το απόγευμα
ένας γαλάζιος παππούλης
μαζεύει στίχους διπλώνοντάς τους
σαν κατάλευκα σεντόνια.
*
Η ΖΩΗ ΚΟΛΥΜΠΑ ΣΑΝ ΦΑΛΑΙΝΑ ΑΝΥΠΟΠΤΗ ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΦΑΓΗ.
Η αγάπη τρέφει τη ζωή,
ο θάνατος πορεύει την αγάπη.
Σέρνουν οι πόθοι την τυφλή
καρδιά τους σ’ ένα τόπο τυφλό,
πληθαίνοντας τους ίσκιους του χρόνου,
τσιρίζοντας μια γλώσσα θερισμένη
απ’ την αλύπητη ταχύτητα του πάθους.
Πάνω, σκοτάδι μουγκό:
η σάρκα του κήτους, θολή
και πιο πάνω, ψηλά: η γαλήνη
να λιάζεται σαν γάτα γκαστρωμένη
στα σκαλιά του Παραδείσου.
*
EIS AIONA TUI SUM O MEA VITA
Ό,τι έχει το χρώμα της θάλασσας σου μοιάζει.
Ακολουθούν: τα νησιά,
με το πράσινο τρίχωμα των βράχων να σαλεύει στο βυθό,
οι ακρογιαλιές, πιο πέρα τα δέντρα βουβά
στις ποδιές των βουνών
κι ακόμα μακρύτερα οι πόλεις
ξαπλωμένες σαν γιγάντια γατιά στις απλωσιές:
δρόμοι, πλατείες, σπίτια, δωμάτια, κρεβάτια, εσύ
να κοιμάσαι μέσα σε θύελλες σεντονιών
κι ο ύπνος σου: διάφανο βότσαλο στο δέρμα των νερών.

Β. Η Αναπόφευκτη Ανθηρότητά Σου [1990]

Τώρα, Κύριε, γνωρίζω πως ήταν η μορφή σου
μες στη γλυκεία παράδοση του δειλινού.
Θυμάμαι τον πατέρα μου όρθιο στην πόρτα της αυλής,
με τ’ ανθηρά του χέρια να θροΐζουν
στις τσέπες του παντελονιού.
Δε σκέπτεται τίποτε ή το πολύ-πολύ
πως θα πρέπει να μπαλώσει τη σκεπή
τώρα που άνοιξε ο καιρός.
Κι όμως, κάτι σε κείνο το βαθύ
γαλάζιο του απογεύματος τον πείθει
πως νίκησε το θάνατο -
κάτι σαν αίσθηση άνεσης
μέσα στα φρεσκογυαλισμένα του παπούτσια.
*
Αφέθηκα στα ξύλινα χέρια σου,
ακούγοντας το χρόνο να δουλεύει
με βουλιμία στης νύχτας την καρδιά.
Μικρή παρηγοριά
τα δύσκαρπά σου δάχτυλα κι ακόμη
μικρότερη η απαντοχή των λιγοστών σου φύλλων.
Όμως δεν πέρασε ποτέ απ΄ το νου μου
πως θα μπορούσα να χαθώ σ’ αυτόν τον κόσμο,
πλανούμενος σ’ ένα δάσος αυτόχειρων προσδοκιών.
Όμως δε σκέφτηκα ποτέ πως θα μπορούσε
όλη αυτή η επίμονη κατεργασία του χρόνου να κενώσει
πίστεις και βεβαιότητες,
σχήματα, χρώματα κατακτημένα.
Αφέθηκα, δε σκέφτηκα, μ’ ακόμη ελπίζω
στην αναπόφευκτη ανθηρότητά σου.
*
Χάνομαι τώρα· με τρομάζει
κάθε του φύλλου κίνημα και κάθε
του άνεμου στεναγμός με συνταράζει.
Πώς γίνομαι έτσι αδύναμος
μπρος στην αφεύγατη παρουσία του χρόνου;
Σπέρνω θανάτους στα όνειρα μου και πασχίζω
να κρατηθώ απ’ την απάθεια των βλαστών.
Τσιρίζεις όμως άξαφνα την αγωνία του αγριμιού
κι όταν ζυγώνει ο πανικός,
λυσσομανώντας κάμαρες πεισματικά βουβές,
χάνεσαι απ’ τη μισάνοιχτη πόρτα των ημερών μου.

Γ. Νύχτα [1991]

Κάποτε, κάπου, όμως: σε χρόνο καίριο,
σάμπως τα λόγια να ’χουν τον καιρό τους·
κι ένας, που νομιζότανε πουλί στις φυλλωσιές,
κι άλλος, που συχνογύριζε ’λάφι στις ερημιές,
ακούνε τη φωνή τους.
Μα εγώ μονάχα που άκουγα
ό,τι από τις σκέψεις μου έφερν’ η ακοή τους.
*
Κάποτε θα ’φευγες, και θα ’μουν
εγώ που θα σου το ζητούσα.
Ξέρεις, καθένας έμαθε
κάποτε, κάπου, μια φορά,
ένα μονάχα τρόπο να ’ναι ·
τ’ άλλα κουβέντες άχρηστες,
μια θλιβερή περιφορά
σε δειλινά που αρνήθηκαν
κάποτε, κάπου, μια φορά,
να μας συντρίψουν.
(Κι όμως, καθένας έμαθε
να νοσταλγεί τη συντριβή του.)
Κάποτε θα ’φευγες · πως ήταν
κάποια στιγμή που φάνηκε να σμίγουν
δρόμοι σαφώς ασύμβατοι, δεν έχει σημασία:
νύχτα, κι η νύχτα, μια φορά
τουλάχιστον, θα κάμψει την κάθε διαφορά.
Όσο για μας: αυτό που φεύγει και μακραίνει
διαφέρει κατά συντριβή
απ’ ό,τι φεύγεται και μένει.
*
Να ’ξερες μόνο τι σου λέω!
Μια στιγμή πριν μ’ αφανίσει
κείνο το πολυπόθητο σκοτάδι που δερόταν
στην αγκαλιά της, πέρασε μπροστά μου
το φάσμα του προσώπου σου, να εκλιπαρεί το θάνατο μου.
Κι ω, θαύμα! Αντί να ταραχτούν
τα μέλη μου, γυρεύοντας τον τρόμο να ξεφύγουν,
κάτι μέσα μου πήδησε ψηλά, ώστε να δω
το σώμα μου να χάνεται σ’ ένα βυθό αβάσταχτα δικό σου».
Έτσι σκεπτόμουνα, ώρα πολλή, κρατώντας
τα χέρια της ακίνητα μες στα δικά μου,
μη καμιά κίνηση παρα-
μικρή των πολυστέναχτων δακτύλων της με πλήξει
σαν να ’ταν πια η ψυχή μου κάτι ολότελα προσωπικό,
κι η επίμονη σιωπή μου λόγια
που μαρτυρούσαν ένα πάθος
πάντα ειπωμένο απλά και πάντα γλυκύτατα βουβό.

Δ. Παράφορο! [1997]

ΤΗ ΝΥΧΤΑ ΠΟΥ Ο ΕΝΤΙΜΟΣ ΓΡΑΦΕΑΣ ΝΕΤΦΑΛ ΚΑΤΑΦΕΡΕ ΝΑ ΠΑΡΑΣΤΗΣΕΙ ΤΟΝ ΑΡΙΘΜΟ ΔΥΟ ΣΤΗΝ ΟΥΡ.
Μάρτυς μου ο Θεός!
Θα ’χα κάνει τη γραφίδα μου κομμάτια, αν δεν μπορούσα
να χαράξω στο λαιμό σου το σημάδι της αγάπης
ζωντανό˙ σαν τη φωτιά που φυλακίζει
το σχήμα του σ’ αυτόν τον ανυπόφορο πηλό
(αγύμναστο στη γλώσσα και στην παράφορα της).
Φαντάζομαι πως η γραφή θα γίνει κάποτε κάτι ιδιαίτερα λεπτό
και η σιωπή αλύπητη στην αναγνωσιμότητα της.
Ως τότε, νύχτες σαν κι αυτή τη χθεσινή
θα προωθούν την παλαιά τέχνη του δισταγμού:
εκείνος να υπαγορεύει με φωνή επιβλητική
κτήματα, δούλους, ζωντανά κι εσύ να σπαρταράς
μες στην ασπράδα αυτού του άγραφου λαιμού,
κοιτάζοντας επίμονα την άναρθρη τελετουργία της γραφίδας.
Μπορούσα να σε σκότωνα! Δεν το ’κανα.
Υπήρξα έντιμος γραφέας, θα συνεχίσω!
Ξέρω πως όπου οι άλλοι δε θα βλέπουν
παρ’ ένα ακόμη σημάδι μετρικό,
εσύ θ’ αναγνωρίζεις: «Σε θέλω, μου ανήκεις, σ’ αγαπώ!»
Βλέπεις, σε λάτρεψα και κάπως έπρεπε να το αποσιωπήσω.
*
ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΠΡΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΝ.
Δίκαια ζητάς ν’ αποτινάξω κάθε σκέψη αναβολής,
καθετί το βολικό και να παλέψω.
«...στον κόσμο αυτό ριχτήκαμε σαν ξένοι !
κι αν όχι ήδη ανεπαρκείς
απ’ τη δριμύτητα της πτώσης επαρκώς σημαδεμένοι...»
Όμως τα λόγια σου με ξάφνιασαν σχεδόν.
Γυμνός ακόμα απέναντι στη μοχθηρία του λόγου
δεν έχω ν’ αντιτάξω
παρά την άκαρπη προφάνεια μιας σάρκας επιβλητικής.
Πάντα με κείνα τα υστερόβουλα:
«Τις αναποδιές που συνάντησα τις αποσιωπώ!»
και «Μονάχα τη φιλοσοφία αγαπώ!»
ύστερα «Ας κάνει ο καθένας τη δουλειά που ξέρει! «
Ασφαλώς
θα συμφωνήσεις πως δε γίνεται να πάρεις πίσω
το δρόμο που σε οδήγησε στην επικράτεια της φωνής σου,
ούτε να εγείρεις αξιώσεις
σε κάθε επιτυχή χρησικτησία της σιωπής σου.
[Η Σκέψη παραείναι ασθενική για να τολμήσει το αληθές
του λόγου της και η Πράξη:
επίδειξη μιας άγνοιας παρηγορητικής.]
Λοιπόν, με ποιας ακύρωσης την ένταση
να διασύρεις την πληγή σου;
Βλέπεις πως μου απομένει η σιωπή.
Όσο κι αν είναι δύσκολο εντέλει να σωπάσω,
σ’ αυτήν την απροκάλυπτη ολιγαρχία των πραγμάτων: εξαγριώνονται συχνά, με την αδέκαστη ευκρίνεια τους
κάτι περισσότερο από ενοχή
για τη σαφήνεια όσων δε θέλησα ποτέ να πω:
χνάρια μιας απουσίας μάχιμης εντούτοις.
Πιάσε εσύ το νήμα απ’ την αρχή.
Βγάλε συμπέρασμα απ’ αυτόν
τον κουρνιαχτό των φαντασμάτων.
Εγώ τουλάχιστον δεν είμαι από πέτρα κι η ζωή μου
δεν ήταν πάντα από χρυσό:
ν’ αφήσει πάνω μου το αγκάλιασμα της
εκείνη τη λάμψη που κάνει τη νύχτα γλυκιά,
μες στην απίστευτη καταδρομή της.
Νιώθω πως αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να ’ναι το σπίτι μας.
Η εξορία μας ίσως; Πάει καλά!
θα μας χωρέσει ή θα τον χωρέσουμε.
θα μας αφανίσει ή θα τον αφανίσουμε.
Καυγάς να σου πετύχει!
Κατάλαβε με. Νυχτώνει.
«...μια ακόμα ανήλικη βροχή σκύβει με πάθος πάνω απ’ τους αρχαίους πευκώνες...»
Θα σωπάσω. Κι ας μείνω ανεύθυνος μες στους αιώνες.
*
ΚΑΡΛ ΚΡΑΟΥΣ: ΓΙΑ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΥΣ ΕΣΤΕΤ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥΣ ΒΛΑΚΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΟΥΜΕΝΟΥΣ.
Δεν κοιμάμαι ποτέ τα μεσημέρια.
Δίνω μεγάλη σημασία στην ικανότητα του κεφαλιού μου
να υπάρχει χάριν ενός κομψού κεφαλιού,
πέρα από κάθε χοντροκομμένη φυλλομέτρηοη
οποιουδήποτε επίτομου ονείρου.
Οι κουβέντες στα κουρεία τα μεσημέρια
είναι σαφής απόδειξη πως τα κεφάλια
υπάρχουν χάριν των μαλλιών:
όχι όσο θα έπρεπε χυμώδη,
αλλά τουλάχιστον κομψά.
[Πώς μπορεί ένα κεφάλι να είναι χυμώδες,
διατηρώντας τη θέση του;
Καταλαβαίνετε τι εννοώ!]
Όταν βλέπω τους άλλους να κουρεύονται, ζω
την μπαρμπέρικη ακρίβεια ενός Διευθυντηρίου:
οι διαφωνίες μακραίνουν σαν τρίχες στα κεφάλια
των διαφωνούντων. Όταν πρέπει να τις κόψεις,
τις κόβεις όσο γίνεται πιο... χαμηλά.
Η Δημοκρατία είναι μια τέτοια προσπάθεια:
να περνάς το μεσημέρι σου ασχολούμενος με τρίχες,
για ν’ αποφύγεις τον άτριχο εγκυκλοπαιδισμό
ενός περίπλοκου ονείρου.
Υπάρχουν άνθρωποι που βραχνιάζουν
αν δεν ανοίξουν το στόμα τους
και άνθρωποι που αποφεύγουν συστηματικά
τις κουβέντες. Εγώ απλώς διαλέγω
αυτούς που θα επιθυμούσα ν’ αποφύγω.
Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον
να περιμένεις ένα μικρό λάθος του κουρέα·
εξαιρετικά διαφωτιστικό θα μπορούσα να πω
και ιδιαίτερα δημοκρατικό
στους Μοντέρνους Καιρούς που ζούμε!
Όσο γι’ αυτούς που μπορούν να ερμηνεύσουν τα όνειρα τους…
Μέσα σε ένα άδειο κεφάλι,
μπορεί να χωρέσει όλος ο Αριστοτέλης,
οι αριστοτελικοί,
οι επίγονοι,
οι αρνητές,
οι σχολιαστές,
οι υπομνηματιστές κλπ.
μερικών αιώνων.
Εγώ προτιμώ να μην κοιμάμαι ποτέ τα μεσημέρια.
*Τα βιβλία του Γιώργου Μπλάνα, υπάρχουν και σε μορφή .pdf(Free Download) στο blog http://yorgosblanas.blogspot.com/

(Επίμετρο : Νέστορας Ι. Πουλάκος)

"Curriculum Vitae" - Γιάννης Αντιόχου (2006)


Πόσο γυρέψαμε το θάνατο!
Την ταυτότητα μας
Το μαχαίρι
Το μαχαίρι
που ξεπήδησε από τη μήτρα της μάνας μας
και κοιμήθηκε στις παιδικές μας κούνιες
αντανακλώντας στην αστραφυερή του λεπίδα
τα όνειρά μας

Τώρα κάθε βράδυ κάποιος κόβει τα μαλλιά μας
πριονίζει τα οστά μας
Αιμορραγούμε τυλιγμένοι σε λευκά αποστειρωμένα σεντόνια
Χιτώνες δηλητηριώδεις σαβανώνουν τα σώματά μας

Τις στιγμές της αναλγησίας
Διανύοντας τα εγκόσμια
Ιχνηλατούμε τ' άγνωστο
Κι επιστρέφοντας
Κάποιος σκαλίζει την καρδιά μας
Ανασηκώνει τις λείες μυϊκές ίνες
Ξεβιδώνει τον φλεβόκομβο
Θερίζει το δεμάτιο του His
Και οι κοιλίες συσπώνται αδιάκοπα
Σε μια θανατηφόρα μαρμαρυγή

Εμείς οι μελλοθάνατοι με τον αριθμό 3 ή 6 ή 9
Στα κρεβάτια της Μονάδας Εντατικής Θεραπείας
Ξαπλωμένοι στην πλατεία ή στην απομόνωση
Κρυφοκοιτώντας κάτω από τις υγρές μάζες των ματιών μας
Αναζητούμε τον Δόκτορα Θάνατο
Καβάλα στις σύριγγες της Αδρεναλίνης
Με τις γυαλιστερές βελόνες του που στάζουν δηλητήριο

Σας παρακαλούμε πιστές νοσοκόμες
Ξεριζώστε τους σωλήνες απ' τους ασκούς των πνευμόνων
Τις φλεβικές γράμμες απ' τα μεγάλα αγγεία των σωμάτων μας
Τις ψυχές μας από τα ηλεκτρικά σήματα των μόνιτόρ σας
Βγάλτε τις σιελ μπλούζες σας και χορέψτε μας

Χορέψτε το χορό των επτά πέπλων
Ξεδιπλώνοντας τα ρετάλια της γάζας από τα πλούσια στήθια σας
Κι αφήστε μας να σας βυζάξουμε σαν τις μάνες μας

Αποκεφαλίστε μας πιστές νοσοκόμες
Κρεμώντας τα κεφάλια μας στις στήλες των ορών
Μέχρι να στραγγίζουν απ' το αίμα τους
Ράψτε τα μάτια και στα στόματά μας
Με βαμβάκι που κλώσσατε στα μακριά σας δάκτυλα
με τα κόκκινα νύχια

Τις νύχτες εκείνες
που ο εραστής σας βεβήλωσε τα βελούδινά σας πρόσωπα
με την αστραφτερή λεπίδα των ονείρων σας
Και παραχώστε στις οπές των ταλαιπωρημένων σας σωμάτων
Βαμβάκια μορφίνης
Αφού
Απ' όλα τα εγκόσμια που διανύουμε
Φοβόμαστε μόνο
Τα σκουλήκια του χώματος που διεισδύουν
Στο μονοπάτι της αιώνιας ζωής.

(Το Τραγούδι των Βαρέως Πασχόντων)

Και έμαθα να κατρακυλώ
Όλο και πιο γρήγορα
Γεμίζοντας σκούρες μελανιές
Σαν τα βαριά χώματα ενός βιομηχανικού δειλινού

Ω κήποι με τα ζωντανά αγάλματα
Και τα φρεάτια της νύχτας
Που μέσα μας ελοχεύουν τα μάτια δύο κτηνών

Ω εθνικές οδοί με τις λευκές λωρίδες
Και τα κίτρινα φώτα πορείας
Που πάντα σας οδοιπορούν δύο πεθαμένοι

Ω μεγάλες γέφυρες με τα στηθαία
Και τους συρμάτινους πυλώνες σας
Που από κάτω σας κυλούν δυο ποτάμια αίματος

Τωρα πια απλώνομαι σαν το βαθύ σκοτάδι
Σκεπάζοντας τα μάτια μας με πένθος
Και βαριά πληγωμένος
Κρεμασμένος στ' αγκίστρια της μνήμης
Που σβαρνίζουν την αθανασία
Ξεψυχώ

(Υ.Γ.)

*
Η καλή μου φίλη Ευτυχία Παναγιώτου μου είχε πει ότι "ο Αντιόχου παίζει με τις λέξεις και τον τρόμο". Μετά μου γνώρισε τον Γιάννη Αντιόχου. Και διάβασα ποίησή του και έμεινα άναυδος. Η συλλογή "Curriculum Vitae" είναι η τελευταία ποιητική προσπάθειά του από τις Εκδόσεις Μελάνι, σε επιμέλεια της Πόπης Γκανά. Ο Αντιόχου, ένας νέος ποιητής, με στίχους που συναρπάζουν και μελαγχολούν ταυτόχρονα, ένας άνθρωπος που η παρέα του και η παρουσία του χαρίζουν έναν άλλον αέρα στην ατμόσφαιρα της σύναξης, πρέπει και θα συνεχίζει να μας προκαλεί -ήδη περιμένουμε τη νέα του συλλογή "Εισπνοές" καθώς και μεταφράσεις ποιημάτων της Άννα Αχμάτοβα, Άνν Σέξτον καθώς και τη συλλογή "Αυτόχειρες Αμερικανοί"(Λίντσει, Κρέιν, Τίσντειλ, Σέξτον, Πλαθ, Τζάρελ, Μπέριμπαν)-.
Ο Γιάννης Αντιόχου γεννήθηκε στα 1969 και εμφανίστηκε στην ποίηση με τη συλλογή "Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα" στα 2003 από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης, έχει επίσης κυκλοφορήσει τις συλλογές "Romeo and Juliet"(Δέλεαρ, 2004) και "Στη Γλώσσα του"(Γαβριηλίδης, 2005) καθώς επίσης και τη μετάφραση "Γράμματα Γενεθλίων" του Τεντ Χιουζ από τις Εκδόσεις Μελάνι στα 2005. Tέλος, έχει συνεργαστεί με τα λογοτεχνικά περιοδικά Δέλεαρ, Ηριδανός και Ποίηση καθώς και μετα διαδικτυακά E-poema και Poeticanet.

Θα τον συναντήσουμε στα παρακάτω links :
-http://poetrybookshop.wordpress.com/
-http://yiannisantiochou.6te.net/*Ν.Ι.Π.