31 Οκτ 2007

"Μια φωτογραφία όλο ποίηση" - Μιχάλης Γεωργιάδης (31/10/07)

Αυτή είναι μία από τις πολλές αινιγματικές φωτόγραφίες του Ralph Eugene Meatyard που τραβήχτηκαν σε εγκαταλελειμένους ή σε ημίφως χώρους με αχνές παρουσίες παιδιών και ανθρώπων με μάσκες.

Ο Ralph Eugene Meatyard γεννήθηκε το 1925 στο Ιλλινόι των ΗΠΑ. Το 1946 εγκαθίσταται στο Σικάγο, όπου εργαζεται ως οπτικός, δουλειά την οποία θα εγκαταλείψει το 1950 για να παρακολουθήσει μαθήματα φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο. Σύντομα εγκαθίσταται με τη γυναίκα στο Λέξινγκτον του Κεντάκυ και εργάζεται ως οπτικός . Στην πόλη αυτή θα ζήσει όλη την υπόλοιπη ζωή φωτογραφίζοντας σχεδόν αποκλειστικά εκεί. Αναπτύσσει έντονη φωτογραφική δραστηριότητα. Συγχρόνως δουλεύει με πλήρες ωράριο, αφιερώνει σημαντικό χρόνο στην οικογένειά του και συχρόνως διαβάζει φιλοσοφία, ποίηση, λογοτεχνία και ιστορία της Τέχνης. Το 1954 θα γίνει μέλος του καλλιτεχνικού τμήματος της "Αμερικανικής Φωτογραφικής Εταιρείας" και θα συμμετάσχει σε διάφορες ομαδικές εκθέσεις της. Η δουλειά του θεωρείται πρωτοποριακή και το 1957 κάνει την πρώτη του έκθεση στη Νέα Υόρκη. Το 1959 δημοσιεύεται ένα δικό του portfolio στο Aperture και συμμετέχει σε έκθεση του "Museum of Modern Art" τής Νέας Υόρκης. Θα συνεχίσει την φωτογραφία μέχρι το 1972 όταν πληροφορείται ότι πάσχει από καρκίνο και πεθαίνει σε ηλικία 47 ετών. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ο Meatyard ήταν ένας άνθρωπος τρομερά έξυπνος, με αστείρευτη περιέργεια και δίψα για γνώση. Χαρακτηρίστηκε σαν φωτογράφος του Σαββατοκύριακου αφού φωτογράφιζε μόνο τότε, γιατί τις υπόλοιπες μέρες εργάζονταν στο κατάστημα του σαν οπτίκος. Μάλιστα στο κατάστημά του κρέμαγε φωτογραφίες ως μια διαρκή έκθεση. Ο Meatyard επνεύστηκε και τράβηξε πολλές από τις φωτογραφίες του σε εγκαταλελειμένα κτήρια μέσα ή και γύρω από την περιοχή που έμενε το Λέξινγκτον.

30 Οκτ 2007

"Αφιέρωμα : Γυναίκες : ΙΙΙ. Ντέμπι Χάρι, Η Αντοχή των Υλικών" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Το κόλπο δεν είναι να μένεις άφθαρτος σαν τον Ντόριαν Γκρέι, ούτε να σκεπάζεις τη φθορά με τόνους σιλικόνης και πλαστικούρας σαν τα σημερινά ζόμπι με τα εφιαλτικά άκαμπτα χαμόγελα, σαν του Τζόκερ στον Μπάτμαν, ή σαν των πολιτικών που μιμούνται τους σταρ του Χόλιγουντ και αντιστρόφως, αλλά να κάνεις τη φθορά γεγονός αναστάσιμο, να αποδέχεσαι το κύλισμα του χρόνου και να στέργεις να μην κρύβεις την βραχνάδα βλέμματος και ψυχής. Η αλήθεια λάμπει μέσα από τις ρυτίδες και η σοφία στραφταλίζει μέσα από τα γκρίζα μαλλιά και τα παχάκια, ακόμα και μέσα από τις ουλές. Φαίνεται πως άμα κουβαλάει έξι και βάλε δεκαετίες στους κομμάτι γερτούς της ώμους, η ψυχλη του ροκ εντ ρολ είναι ακόμα πιο πολύτιμη. Η κούκλα που με ξενύχτισε χτες, κάνοντας ακόμα πιο μπλάβους τους κύκλους κάτω από τα μάτια μου, ξέρει τι θα πει να παίζεις επιτραπέζια αντισφαίριση με τη φθορά και να μετατρέπεις τις αναπόδραστες αλλεπάλληλες ήττες σου σε μια νίκη διαρκείας. Γιατί το στοίχημα δεν είναι να κερδίζεις ή να χάνεις στο κάθε εφήμερο ματς, αλλά να μένεις στο παιχνίδι, να συνεχίζεις να παίζεις. Αυτά, συνοπτικά, σκεφτόμουν βλέποντας με τις ώρες βιντεάκια από το μακρινό 1977 έως το σημερινό 2007, κάνοντας μια ολονύχτια διαδρομή τριάντα χρόνων μέσα από τη διαβολεμένα εξαγνιστική χρονομηχανή του You Tube. Μεταφέρθηκα στα άγρια, βρόμικα, παλλόμενα από ζωντάνια βράδια του θρυλικού CBGB, που άνοιξε., μάλλον ίδρυσε, στα σπλάχνα του Μπάουερι ο Χίλι Κρίσταλ για να γίνει πάραυτα φυτώριο της φοβερής και τρομερής σκηνής της Νέας Υόρκης. Και συγκλονίστηκα βλέποντας, και ακούγοντας, την Ντέμπι Χάρι και τα παλικάρια των Blondie, της μπάντας της, να παίζουν καθαρόαιμο, ακραιφνές, σπινταριστό νεοϋορκέζικο πανκ, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, αλλά και μέλη συνάμα μιας διευρυμένης οικογένειας από καμιά διακοσαριά (!!!) γκρουπ που ξεπετάχτηκαν σε χρόνο dt για να σώσουν, έστω και βάναυσα, την τιμή και την υπόληψη του ροκ.

Κοντά ένα τέταρτο του αιώνα μετά, στις 13 Φεβρουαρίου του 1999, η Ντέμπι Χάρι, μας κάνει περήφανους, χτυπώντας μια γερή τσιμεντοένεση στην αίγλη της γενιάς της, αλλά και της, μικρότερης δικής μας, εγγραφόμενη στο Βιβλίο των Ρεκόρ του Γκίνες ως η μεγαλύτερη στα χρόνια τραγουδίστρια που έφτασε στο Νο1 των τσαρτ του Ηνωμένου Βασιλείου με το έξοχο τραγούδι της «Maria». Ήταν τότε 53 ετών και 227 ημερών!

Η Ντέμπορα Ανν Χάρι γεννήθηκε την 1η Ιουλίου του 1945, στο Μαϊάμι. Τρεις μήνες μετά, υιοθετήθηκε από μία οικογένεια στο Χόθορν του Νιου Τζέρσι. Στα τέλη της δεκαετίας του 1960, πήγε εκεί που πήγαιναν όλοι, στη Νέα Υόρκη, για να κατακτήσει την πόλη αρχικά και όλο τον κόσμο μετέπειτα. Πέρασε διά πυρός και σιδήρου, αλλάζοντας επιτηδεύματα, εργαζόμενη πότε ως γραμματέας, πότε ως κουνελάκι του Playboy, πότε ως σερβιτόρα. Θα γνωρίσει τον λίαν εκκεντρικό κιθαρίστα Κρις Στάιν, με τον οποίο θα δεθεί, φιλικά, ερωτικά, και μετά πάλι φιλικά, για όλη τη ζωή της. Θα αρχίσει να εμφανίζεται με το εφήμερο φολκ σχήμα Wind in the Willows και κατόπιν με το κοριτσίστικο τρίο The Stilettos, θαμπώνοντας αντρικό και γυναικείο πληθυσμό με μια περσόνα και ένα παρουσιαστικό που σε κάνει να παραμιλάς σαν τον Φίλιπ Μάρλοου του Τσάντλερ: λιώνει το μολύβι, σε καθηλώνει με ένα της βλέμμα, κάτω από τις μακριές της βλεφαρίδες κατοικούν μικροσκοπικά αγγελούδια, τα χείλη της στέλνουν ηλιαχτίδες στα μπλουτζίν.

Παρέα με τον Στάιν ιδρύουν τους Blondie, με τον εκρηκτικό Κλεμ Μπερκ στα ντραμς, τον Γκάρι Βάλενταϊν, έναν ευειδή ποιητή και λάτρη του Χένρι Μίλερ, στο μπάσο, και τον άρτι Τζίμι Ντρέστι στα πλήκτρα. Κάνουν πρόβες όπου βρουν, κυρίως πήζουν και αποκρυσταλλώνουν τον κοφτό, ρυθμικό, μα και δροσερό τους ήχο, στο διαμέρισμα της Ντέμπι και του Στάιν, ένα άθλιο αχούρι στην Τόμσον Στριτ, τίγκα στην ακαταστασία και κοσμημένο με μισοσκισμένες αφίσες, νεκροκεφαλές, εικόνες του Άντι Γουόρχολ και των Velvet Underground, κονκάρδες των Rolling Stones και έργα τέχνης που έφτιαχναν από διάφορα αντικείμενα αλιευμένα από τα σκουπίδια.

Οι Blondie θα αρχίσουν να παίζουν σε καταγώγια, λησμονημένα πια, όπως το Monty Python’s, το Broadway Charlie’s και το Brandy’s, με πρώτιστο σκοπό να εξασφαλίσουν τον… άρτον τον επιούσιον! Όπως λέει ο Γκάρι Βάλενταϊν: «Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι η ζωή των μουσικών περιστρέφεται γύρω από το σεξ, τα ναρκωτικά και το ροκ εντ ρολ, στην πραγματικότητα όμως περιστρέφεται γύρω από το φαγητό». για να καταβυθιστούν με φόρα στον ορυμαγδό του πανκ και να παίξουν στο CBGB παρέα με άλλους θρύλους πλέον του ροκ, όπως τους Ramones και τους Talking Heads.

Δεν θ’ αργήσουν να γίνουν υψηλές φυσιογνωμίες της νεοϋορκέζικης σκηνής, κάτι σαν ανίψια του Γουόρχολ και του Λου Ριντ, ιδίως με την Ντέμπι να γίνεται ένα ολοένα και πιο συγκλονιστικό κοκτέιλ αποτελούμενο από δυο μεζούρες Μέριλιν Μονρόε, μία μεζούρα Φέι Ντάναγουεϊ, και κάτι από τη Ζαν Μορώ στα χείλη και στη φωνή. Θα αναλάβουν τη μουσική επένδυση στο θεατρικό έργο της Τζάκι Κέρτις «Vain Victory», θα ακούνε με τις ώρες τα επιτεύγματα των Dr Feelgood λιώνοντας τα βινύλια του μακαρίτη πια Λη Μπριγιό και τρώγοντας τις ομελέτες που ετοίμαζε, ανάμεσα στις ακροάσεις και τις αλλεπάλληλες πρόβες, η Ντέμπι. Θα παίζουν διαρκώς στο CBGB και στο άλλο θρυλικό στέκι, το Max’s Kansas City, εκτοξεύοντας απανωτά σουξέ, ηχογραφώντας για την Chrysalis τον ένα δίσκο μετά τον άλλο, και αρχίζοντας να παίζουν δημιουργικά με τα στυλ και τις μορφές. Αλήστου μνήμης τα άλμπουμ Blondie (1976), Plastic Letters (1977), Parallel Lines (1978), Eat to the Beat (1979) και Autoamerican (1980).

Η Carola Dibbell συνοψίζει αριστοτεχνικά τα προσόντα της Ντέμπι, ως πρώτης ξανθιάς leader στην ιστορία της ροκ λέγοντας ότι το έπαιζε, με τρομερή επιτυχία, τσούλα, αυθάδης, σίγουρη, τσαχπίνικα ανυπόληπτη, ενώ παρίστανε το πρόστυχο κορίτσι που δεν διέθετε ταλέντο αλλά δεν την ένοιαζε αυτό και μάλιστα αδιαφορούσε σκανδαλωδώς για την ίδια της την αξιοπρέπεια. Ωστόσο, «προς έκπληξη πολλών, το πρόσωπο εκτός αυτών των εισαγωγικών διέθετε τεράστιο ταλέντο, εξαιρετικό συγχρονισμό, ευχάριστα χαρίσματα, μια μεταδοτική αίσθηση κατεργαριάς, μια δυνατή φωνή που προερχόταν οπωσδήποτε από τις ρίζες της, και συν τοις άλλοις παρακολουθούσε με κοφτερή ματιά τις πολιτιστικές εξελίξεις, ήταν εκ φύσεως εκκεντρική και μια φανατική μποέμ που θα παρέμενε είδωλο για πολλά κορίτσια που μόλις είχαν ανακαλύψει το πανκ».

Η Ντέμπι Χάρι θα τα αναδείξει όλα αυτά στη νιοστή ακολουθώντας σόλο καριέρα μετά τη διάλυση των Blondie. Θα λάμψει στην ωραιότερη εκπομπή όλων των εποχών, το εξαίσιο «Muppet Show» και θα είναι χάρμα ιδέσθαι τραγουδώντας τυλιγμένη σε μια πορτοκαλί φόρμα εργασίας, με φόντο μια μπετονιέρα κι ένα γιαπί, και με μια σπαρταριστή μπάντα, το «One Way» ή, ακόμα πιο απογειωτικά, ερμηνεύοντας ντουέτο με τον θεσπέσιο Κέρμιτ, στο… μπάντζο, το «Rainbows». Θα κάνει μια τέλεια ντρίπλα που θα ζήλευαν ο Μαραντόνα και ο Ζιντάν μαζί, συνεργαζόμενη αίφνης με τους απίθανους μουσικαράδες The Jazz Passengers και βάζοντας έτσι το λιθαράκι της στο μεγαλειώδες οικοδόμημα του Μάιλς Ντέιβις, του Τζον Κολτρέιν και του Τσετ Μπέικερ. Αλλά θα ερωτοτροπήσει, πάντα πετυχημένα, και με το ραπ, συγκλονίζοντας τους πάντες με το «Rapture», θα ψάλλει βραχνά με τον ατίθασο Ίγκι Ποπ το «Well Did You Evah», θα παίξει με την αγέρωχη μελαγχολία της ρέγκε, με την ηλεκτροπόπ, αναμειγνύοντας τα στυλ, δίχως όμως να χάσει ίχνος από την προσωπικότητά της, σε αντίθεση με την άλλη περιλάλητη ξανθιά, την Μαντόνα, που έχει τόσο πολύ μεταμφιεστεί ώστε σχεδόν να πάψει να υπάρχει. Γιατί η Ντέμπι Χάρι ξεπήδησε, και κατά πολλές έννοιες παρέμεινε εκεί, ναι, ξεπήδησε από τα σωθικά της Νέας Υόρκης, ξεπήδησε από το ένα υπερβολικά και γενναία ζωντανό ρεύμα που θέλησε να αναστατώσει και να ανανεώσει τη μουσική, και τα κατάφερε.

Κι ακόμα, βαθιά ανθρώπινη και όχι εμπορευματικό προϊόν, η Ντέμπι, στην αυγή της σόλο διαδρομής της, θα αφήσει στην άκρη τις επαγγελματικές της βλέψεις και θα σταθεί για τρία ολόκληρα και πολύτιμα χρόνια στο πλευρό του Κρις Στάιν όταν αυτός προσβληθεί από την σπάνια γενετική νόσο pemphigus. Χάρη στη συμπαράστασή της, και μάλιστα δίχως πια να είναι ερωτευμένο ζεύγος αλλά φίλοι καλοί και ωραίοι, ο Κρις θα αναλάβει και θα μείνει, με τη σειρά του, στο πλευρό της Ντέμπι ως σύμβουλος στις μουσικές της περιπέτειες, κιθαρίστας της, και συνένοχός της στην δυναμική ανασύσταση και επανεμφάνιση των Blondie.

Πράγματι, στα τέλη του 1996, η Ντέμπι και ο Κρις καλούν τον Τζίμι Ντέστρι, τον Γκάρι Βάλενταϊν και τον Κλεμ Μπερκ να επανακάμψουν ως Blondie. Και θα είναι μια από τις πιο άδολες, γερές, δυναμικές και πετυχημένες αναβιώσεις, πέρα από τα εμπορευματικά τερτίπια και τις τεχνητές εκκρίσεις ψευδονοσταλγίας. Σέξι και δροσερή, μια Λολίτα από την ανάποδη, ή μια Ζαζί στο Μετρό που διατηρεί τα θέλγητρά της όχι ανακαινίζοντάς τα με χειρουργικές αλλά επιτρέποντάς τους να ωριμάσουν ωραία, να γίνουν ένα βαρύτιμο βελούδο, η Ντέμπι, παρέα με τους Blondie, θα σκίσει ερμηνεύοντας θαυμάσια το «Maria», περιοδεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην Ευρώπη, ξεσηκώνοντας το κοινό, παίζοντας καθαρόαιμη μουσική, για να θυμούνται οι παλιοί και να μαθαίνουν οι μικροί. Μολονότι για την Ντέμπι Χάρι ο λόγος, η ανιδιοτέλεια των μελών αυτής της μεγάλης οικογένειας του ροκ εντ ρολ, με ωθεί να κλείσω το κείμενο με έναν μικρό αίνο για τον ντράμερ της μπάντας, τον Κλεμ Μπερκ. Του αξίζουν χίλια συγχαρητήρια τόσο για το πώς παίζει με τα πιατίνια, τη μπότα, τα ταμπούρα, όσο, κυρίως, για το ότι επιμένει να δείχνει την ευγνωμοσύνη του προς τις ρίζες του φορώντας πάντα ένα μπλουζάκι με τον λογότυπο του θρυλικού CBGB! Ω, ναι, κάτι τέτοια παλικάρια σαν την Ντέμπι και σαν τον Κλεμ επιβεβαιώνουν με τον καλύτερο τρόπο το ροκάδικο ρητό: «Rock end Roll is here to stay!»

29 Οκτ 2007

"Συμπόσιον Ή Περί Μέθης" - Αριστοτέλης [Εισαγωγή - Μετάφραση - Σχόλια : Μ.Ι. Γιόση - 1992]

Το να ξεχνάς τελείως όσα έχουν γίνει ή ειπωθεί όσο είσαι πιωμένος δεν είναι μόνο αντίθετο σ' αυτό που λέγεται για τα συμπόσια, ότι δηλ. γίνονται αιτίες να δημιουργηθούν φιλίες.
*
Ήταν ανάρμοστο να φτάνεις στο συμπόσιο μες στον ιδρώτα και τη σκόνη.
*
Το "μεθύειν", κατά Αριστοτέλη, δήλωνε ότι έπιναν οι άνθρωποι μετά τις θυσίες προς τους θεους(μετά το "θυείν").
*
Το να μεθάει κανείς έχει δύο όψεις : η μια είναι απλώς να πίνει κι η άλλη να παραμιλάει από τη μέθη.
*
Η διαφορά ανάμεσα στην απόλαυση του κρασιού και στη μέθη είναι πως η απόλαυση του κρασιού οδηγεί στη χαλαρότητα και την άνεση, ενώ η μέθη στη φλυαρία.
*
Μέθη είναι το παραλήρημα που ακολουθεί την ανάλωση του κρασιού.
*
Ανάσκελα πέφτουν όσοι πίνουν ποτό φτιαγμένο από κριθάρι, αυτό δηλ. που αποκαλούμε ζύθο.
*
Όσοι μεθάνε από κρασί πέφτουν μπρούμυτα, όσοι όμως μεθάνε από ζύθο γέρνουν πίσω το κεφάλι.
*
Αν το κρασί ζεσταθεί αρκετά, μεθάει λιγότερο όταν το πίνεις.
*
Για το κρασί που ονομάζουν σαμαγόρειο, αν αναμείξεις τρια τέτοια ποτήρια με νερό μπορούν να μεθύσουν πάνω από σαράντα άντρες.

*Το αρχαίο φιλοσοφικό κείμενο "Συμπόσιον ή Περί Μέθης", είναι από τα μερικώς σωζόμενα έργα του μεγάλου έλληνα φιλοσόφου Αριστοτέλη. Ανήκει στα έργα της πρώιμης περιόδου του, χωρίς όμως να υπάρχει εικασία χρονολόγησής του. Μόνο μερικά απόσπασματα έχουν σωθεί, με ορισμένα από αυτά να λέγεται ότι δεν ανήκουν στον ίδιο τον Αριστοτέλη, αλλά να αποδίδονται σε εκείνον από μεταγενέστερους μελετητές. Το συγκεκριμένο 40σέλιδο καλοφτιαγμένο βιβλιαράκι, που εκδόθηκε στα 1992 από τις Εκδόσεις Εικοστού Πρώτου, σε εισαγωγή/ μετάφραση/ σχόλια της μελετήτριας του Αριστοτέλη Μ. Γιόση, μια δουλειά που χρονολογείται πίσω στα 1989, είναι και το μοναδικό, αναφορικά με το συγκεκριμένο κείμενο, στα ελληνικά. Στηρίχτηκε σε πληρεις ευρωπαϊκές εκδόσεις του παρελθόντος, του Rose(1863, 1886), του Ross(1952, 1955) και του Wilpert(1960). * Ν.Ι.Π.

28 Οκτ 2007

"Ομήρου Ιλιάδα Α'" - Γιώργος Μπλάνας


Μένος ολέθριο, βαθιά η πληγή των Αχαιών: στρατιές αδάμαστων ψυχών στα χέρια του Άδη,

σάρκες ηρώων αλύγιστες βορρά σκυλιών κι αρπακτικών, για να χορτάσει ο Δίας εξουσία, απ’ την στιγμή που αγρίεψαν διχασμό ο στρατηγός Ατρείδης κι ο ένθεος Αχιλλέας.

Όσο για κείνον τον θεό που έκανε σφαγή μια διαφωνία: έξαλλος με τον στρατηγό ο γιος του Δία και της Λητούς ξέσπασε άγριο λοιμό και πέθαιναν οι άνδρες πριν πεθάνουν,

γιατί ο Ατρείδης πρόσβαλε τον ιερέα Χρύση, που κατάντησε ζητιάνος του παιδιού του στα καράβια.

Λύτρα υποσχέθηκε πολλά, το σκήπτρο του έδειξε: χρυσάφι στολισμένο τα ιερά σημάδια του Απόλλωνα τοξότη, έναν έναν τους παρακάλεσε και σύρθηκε στα πόδια των δυο αρχηγών:

«Ατρείδες, Αχαιοί, ικέτης πιάνομαι στις όμορφες κνημίδες σας κι εύχομαι αυτοί που κατοικούν στην ένθεη πολιτεία του Ολύμπου να σας δώσουν του Πρίαμου την πόλη κι άνετη επιστροφή·

ελευθερώστε το αγαπημένο μου παιδί, δεχθείτε λύτρα, σεβαστείτε του Δία τον τοξότη γιο».

Όλοι οι Αχαιοί επικρότησαν: σεβάστηκαν τον ιερέα κι εκτίμησαν τα λύτρα. Μόνον ο Αγαμέμνονας παρέμεινε ανένδοτος. Δεν του άρεσε ό,τι άκουσε κι έβαλε τις φωνές:

«Γέρο, να μην σε ξαναδώ να μαγαρίζεις με τον ίσκιο σου τον ίσκιο των καραβιών, γιατί ούτε σκήπτρο ούτε σημάδια του θεού θα σε γλυτώσουν.

Δεν την αφήνω πριν γεράσει μες στο Άργος εξορία του αργαλειού και του έρωτά μου. Φύγε τώρα! Δεν μπορώ πια να σε βλέπω ζωντανό».

Λύγισε ο γέρος, πήρε πίσω όλη την άμμο που είχε ελπίσει μέχρι εκεί, καθώς η θάλασσα βαθιά ψιθύριζε μαζί του απελπισμένη προσευχή στον γιο που πλάγιασε η Λητώ, λύνοντας τα μαλλιά της:

«Εισάκουσέ με αργυρέ τοξότη, οχυρωτή της Χρύσης και της Κίλλας, της ιερής Τενέδου βασιλιά, ηγέτη των ανθρώπων και δαμαστή των τρωκτικών.

Αν την λατρεία σου στέγασα κι αν έθρεψα με ταύρους και κατσίκια το θυσιαστήριό σου, οχύρωσε τον πόθο μου κι ας γίνουν τα δάκρυά μου βέλη σου κατά τους Δαναούς».

Σώπασε και η προσευχή ολόλυξε στου Απόλλωνα τα στήθη. Κατέβηκε απ’ την πέτρινη μεθόριο του Ολύμπου ο φαεινός, λυσσομανώντας ένα τόξο αλύγιστο σκοτάδι και μια φαρέτρα θάνατο στους ώμους. Στάθηκε ενάντια των καραβιών και όπλισε φαρμάκι αιχμηρό.

Ούρλιαξε το ασήμι του φονιά του κι άρχισαν ένα ένα να πέφτουν τα μουλάρια. Τινάχτηκαν να φύγουν τα γρήγορα σκυλιά. Δεν πρόλαβαν· και των ανδρών οι νεκρικές πυρές νύχτωναν όλη μέρα.

Μέρες εννιά έβρεχε αιχμή θεού. Πάνω στις δέκα, τα λευκά χέρια της Ήρας φώτισαν συνέλευση στον νου του Αχιλλέα.

Δεν άντεχε να βλέπει η θεά τους Δαναούς χαμένους στον δρόμο για τον θάνατο. Μαζεύτηταν και πήγαν. Σηκώθηκε ταχύς ο Αχιλλέας:

«Ατρείδη, σαν να μου φαίνεται πως πρέπει να τελειώνουμε αμέσως ό,τι αποτύχαμε εδώ και να γυρνάμε πίσω, πριν μας τελειώσει η συμμαχία πολέμου και λοιμού.

Ας ρωτήσουμε όμως μάντη, ιερέα, ονειροκρίτη —και τα όνειρα ο Δίας τα εκπορεύει— μήπως μας πει γιατί άναψε ο Απόλλων, ποια ξεχασμένη εκατόμβη μας προσάπτει.

Κι αν συμβαίνει κάτι τέτοιο, υπάρχει ελπίδα ο καπνός αγνών αρνιών και κατσικιών να τον κρατήσει από τον όλεθρό μας;» είπε και κάθισε.

Σηκώθηκε αμέσως ο Κάλχας Θεστορίδης, οιωνοσκόπος άριστος, που γνώριζε παρόν και παρελθόν και μέλλον, αυτός που οδήγησε στο Ίλιο τα καράβια με απολώνια τέχνη. Μίλησε κι είπε συνετά:

«Ένθεος εσύ και μου ζητάς θυμό θεού να φέξω; Πάει καλά! Μα να σκεφτείς και να ορκιστείς πως θα συντρέξεις πρόθυμα τα λόγια μου με λόγια και με χέρια, γιατί μου φαίνεται πως κάποιον θα εξοργίσουν. Κι έχει εξουσία εύχερη πάνω στους Αχαιούς.

Άρχοντας, βλέπεις· εύκολα πείθει τους πάντες κι ακόμα ευκολότερα συντρίβει όποιον τολμήσει να του αντιπαραταχθεί.

Μ’ ακόμη κι αν η επίσημη στιγμή απαιτεί να πνίξει την οργή του, απλά επιφυλάσσεται, μέχρι να βρει ευκαιρία να εκδικηθεί. Γι’ αυτό σου λέω, σκέψου».

Κι ο Αχιλλέας γρήγορος: «Τράβα μπροστά την τέχνη σου και λέγε τι σκοτίζει τον θεό.

Μα τον Απόλλωνα που δείχνουν στους Δαναούς οι προσευχές σου, Κάλχα, όσο ζω και ρίχνω ίσκιο στη γη, χέρι ασήκωτο δεν θα σηκώσει πάνω σου καραβοκύρης Δαναός.

Ο Αγαμέμνων θα μου πεις; Ούτε κι αυτός. Δεν πάει να λέει πως είναι πρώτος· κι είναι!»

Τότε ξεθάρρεψε του μάντη η αρχόντισσα φωνή: «Καμιά εκατόμβη ξεχασμένη δεν μας προσάπτει ο θεός.

Τον ιερέα του ατίμασε ο Ατρείδης. Δεν ελευθέρωσε την κόρη του, δεν δέχτηκε τα λύτρα και μας προέκυψε βαθύτατη πλήγη ο τοξότης.

Δεν πρόκειται να πάψει ν’ αφορμίζει τον όλεθρο των Δαναών, πριν πάει το αγαπημένο κορίτσι στον πατέρα του,

πριν δει ο γονιός τ’ ωραίο πρόσωπό της και μια εκατόμβη η Χρύση επιπλέον. Τότε εξιλεωνόμαστε κι έχει ο θεός...»

Σώπασε, κάθισε, καθώς ο ήρωας Αγαμέμνων στεκόταν ήδη όρθιος: γίγας, Ατρείδης, βασιλιάς, μια σκοτεινή ψυχή στον κλύδωνα του στήθους του χαμένη.

Νύχτα η μορφή του αλύπητη κι αχόρταγη φωτιά να κατακαίει μέσα της τα δάση των ματιών του. Πρώτα τον Κάλχα απείλησε:

«Μάντη κακών, καλό δεν άκουσα απ’ το στόμα σου ποτέ· μου φαίνεται σου αρέσει να μαντεύεις μονάχα συμφορές.

Να πω πως είπες ή έκανες κάτι της προκοπής τόσον καιρό μαζί μας; Τίποτα, τίποτα! Κι ιδού πάλι τα ίδια· λες

πως ο τοξότης βασανίζει τους Δαναούς, επειδή τάχα αρνήθηκα τα λύτρα της Χρυσηίδας: πλάσμα το ίδιο όμορφο, έξυπνο, ικανό, όμως κορίτσι δροσερό μπροστά στην Κλυταιμνήστρα.

Ας πούμε —λέω— πως συμφωνώ, αν είναι να σταθεί ο στρατός στρατός κι όχι κοπάδι. Ορίστε, την αφήνω.

Ετοιμάστε μου, λοιπόν, το τρόπαιό μου. Γιατί δεν γίνεται, ασφαλώς, να μείνω μόνο εγώ μες στους Αργείους ατίμητος. Βλέπετε, αυτό που είχα πηγαίνει τώρα αλλού...»

Πετάχτηκε ταχύτατος ο ένθεος Αχιλλέας: «Ατρείδη, άξιε μαχητή και άρπαγα μεγάλε, σαν τι τρόπαιο να σου δώσουν οι κατά τ’ άλλα πρόθυμοι Αχαιοί;

Δεν ξέρουμε να υπάρχουν πουθενά λάφυρα· όσα αρπάξαμε τα έχουμε μοιραστεί. Δεν γίνεται να τρέξουν οι στρατιώτες να τα ξαναμαζέψουν.

Άσ’ την, για χάρη του θεού, και θα σου δώσουν οι Αχαιοί διπλά και τρίδιπλα, αν ο Δίας καταδεχθεί να καταστρέψουμε την ευτειχία της Τροίας».

Κι ο Αγαμέμνων τρομερός: «Τι γενναιοδωρία! Σωστός θεός, όμως εγώ δεν ξεμωράθηκα ακόμη, Αχιλλέα, για να μείνω με άδεια χέρια.

Πώς να με πείσεις, δηλαδή, όταν κρατάς εσύ το τρόπαιό σου και ζητάς να δώσω το δικό μου;

Μόνο αν μου φέρουν —οι κατά τ’ άλλα πρόθυμοι Αχαιοί— κάτι ανάλογο· και να μου αρέσει. Μόνο τότε.

Αλλιώς θα έρθω ο ίδιος το δικό σου, του Οδυσσέα, του Αίαντα ν’ αρπάξω. Κι όποιος με δει μπροστά του —να το ξέρεις— δεν θα προλάβει να οργιστεί. Μα, τέλος πάντων, έχουμε καιρό γι’ αυτά.

Τώρα προέχει να μαυρίσει σκαρί το ένθεο κύμα, να χορτάσει χέρια ηρώων το κουπί, θυσία το κατάστρωμα κι ο γέρος της κόρης του τα μάτια.

Ας ηγηθεί ο Ιδομενέας, ο Αίας, ο ένθεος Οδυσσέας ή ακόμη ακόμη εσύ, ο φοβερός και τρομερός· κάνε ο ίδιος τη θυσία, εξάγνισέ μας στο φως του αόρατου τοξότη».

(Συνεχίζεται)

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδας Α'" είναι μια ευγενική παραχώρηση για το "Βακχικόν" του ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Μόνο οι μεταφράσεις του στην "Ομήρου Ιλίαδα Ι'" και "Ομήρου Ιλιάδα Κ'" έχουν εκδοθεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης στα 2001.

[Μτφρ. Γιώργος Μπλάνας]

27 Οκτ 2007

O Σωτήρης Παστάκας γράφει για τον Σωκράτη Ξένο...



“Ο δίσκος « Σημύδες- σουίτα για κιθάρα» κουβαλάει μια μικρή και, γιατί όχι, παραμυθένια ιστορία. Ένα βράδυ αρχές του Απριλίου 2007 περιδιαβαίνοντας τα λογοτεχνικά ιστολόγια - τα κατά κόσμον μπλογκς - βρέθηκα σε ένα τόπο που έφερε τον τίτλο «Σημύδες». Ένας ποιητής διαφορετικός από όσους είχα δει μέχρι τότε στους ιστότοπους, μια μεγάλη δεξαμενή της ελληνικής γλώσσας, μια αστείρευτη πηγή νεολογισμών και γλωσσικών εφευρημάτων. Ο Σωκράτης Ξένος έγραφε στίχους με την ίδια ευχέρεια που ο Μότσαρτ έγραφε νότες, απαντούσε στα ανοιχτά σχόλια των αναγνωστών με ευγένεια, με υπομονή, χωρίς να φαίνεται πως εντυπωσιάζεται από τις εκδηλώσεις αρκετές φορές λατρείας των φίλων του για την ποίησή του. Ψάχνοντας έμαθα ότι είναι εκπαιδευτικός και ότι ζούσε στο εξωτερικό
Μια βραδιά διάβασα ένα στίχο του που αποτυπώθηκε βαθιά μέσα μου: «με την αγάπη λειτουργώ τ’ αδιέξοδο, δε βρίσκω άλλο εξέχον κερί…»
Τότε ήταν που ήρθε στ’ αυτιά μου το πρώτο μουσικό θέμα. «Μικρό ροδάκινο, στόχε υψηλέ, με τόσα πρόθυμα κλαδιά, πόσο το μέτωπό σου ζήλεψε χώματα…» σι-ντο#-ρε-μι-φα#-ρε, από δω άρχισε η κιθάρα να πλημμυρίζει σημύδες.
«Σ’ έχει απορροφήσει τόσο η ποίηση…», του ‘γραψα, «καμιά φορά αναρωτιέμαι αν είσαι άνθρωπος, ελαιογραφία ή κομποσκοίνι».

Το ετοίμασα σε mp3, το φόρτωσα , πάτησα «αποστολή» κι η μουσική έστρεψε προς το Βορρά της Ευρώπης ξεκινώντας για το μακρύ ταξίδι της αντάμωσης με την ακοή του.
Την επόμενη μέρα ανοίγοντας τον υπολογιστή κοίταξα στην οθόνη με αγωνία. Άραγε τι εντύπωση θα του έκανε; Πετάχτηκα απ’ την καρέκλα, σαν άκουσα τη μουσική και αντίκρισα την ιδιόχειρη παρτιτούρα μου ταπετσαρία στο ιστολόγιο του Ξένου.
Από τη στιγμή εκείνη άρχισαν να γράφονται οι «Σημύδες, σουίτα για κιθάρα», μέσα σε ένα περιβάλλον λυρισμού και ψυχικής έντασης που γεννάει η δημιουργία».”
Κώστας Μπραβάκης

Κορυφαία στιγμή όταν οι δυο άντρες διαπίστωσαν μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος κοινή καταγωγή από την παγκόσμια κοιλάδα της Θράκης και μάλιστα Ανατολικορωμυλιώτες με ρίζες και στην Ανατολική Θράκη και τη Μικρασία
Το καλοκαίρι ο συνθέτης εξαφανίστηκε για λίγο απ` το κόσμο, ώσπου έβαλε την τελευταία πινελιά. Ύστερα έτοιμος πρότεινε τηλεφωνικά στον Ξένο την κυκλοφορία των «Σημύδων» σε δίσκο. Εκείνος δέχτηκε κι άρχισαν οι ηχογραφήσεις.
Μα, κάτι σίγουρα είχαν ξεχάσει . Δεν έπρεπε κάποια στιγμή να συναντηθούν, να κοιταχτούν στα μάτια, να δώσουν τα χέρια βρε αδερφέ; Έγινε κι αυτό, το καλοκαίρι, μόλις ο Ξένος επέστρεψε στην Ελλάδα λίγο πριν το Δεκαπενταύγουστο. Ανταμώθηκαν, άρχισαν να τα λένε ώρες ολόκληρες, να ανταλλάσσουν δώρα και απόψεις για τη μουσική, την ποίηση, τον πολιτισμό, να μιλάνε για όνειρα και μελλοντικές συνεργασίες. Την επόμενη μέρα έφυγε ο Ξένος κι ο συνθέτης ούτε που πρόλαβε να τον κεράσει εκείνο το παραδοσιακό ρεβανί με παγωτό που του είχε πριν καιρό υποσχεθεί.
Ο δίσκος « Σημύδες-σουίτα για κιθάρα» έχει ήδη παρουσιαστεί επίσημα στη Βέροια Ημαθίας την Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου, με τον ηθοποιό Αντώνη Μομπαϊτζή στην ανάγνωση των ποιημάτων, εκτελεστή τον Κώστα Μπραβάκη και φυσικά το Σωκράτη Ξένο ανάμεσα στο παρευρισκόμενο κοινό. Μια λιτανεία μετάγγισης μουσικής και στίχου.
Θα ακολουθήσει η παρουσίαση στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη καθώς και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας.

Σωκράτης Ξένος, Τέσσερα Ποιήματα

Υποτροπιάζον Ηλιοτρόπιο

Δυόμισι άνοιξη πάνω στην πέτρα
παραπατάει η θάλασσα και λείπει το νερό
παραπατώ μια σκέψη που από το νωρίς του ονείρου
τη μάνα μου ήθελε ρώγα και παράπονο σταφύλι
να κλείσω ένα κατάσαρκο ύπνο και δεν είχα
αγγέλου χείλη και δοκιμών φτερά
ολόκληρα ζεστά και το αστέρι στο μέτωπο

δεν πρόφτασα δεν ενθυμούμαι

κι ό,τι λέω τώρα με την καρδιά το πλέω
το στρουμπουλό πουλί που άλλαξε πολύ
στην ίδια θέση έτρωγε κόκκινο στη γνωριμία των έποχων
κι ας το ξενίτευα εδώ κι εκεί στην ίδια θέση
έπαιρνε μέρος στήθος
στο όριο των προβλέψεων
σε ύψος
σε περπατησιά
σε αγάπη

μια εποχή σε χώρα στήθους άλλωστε κι αυτή
νοτιάς ο δρόμος
Σαββατόβραδο
Ιούλιος να φεύγεις
τετράτροχη με τα μάτια τού δε σ’ αφήνω
τα τραωήγματα στην πλάτη και ξανά απ’ την αρχή
κυπαρισσία νύχτα

άλλωστε
μπορείς καθοδικό πουλί ν’ αντέξεις
λιγάκι μία σχισμή όχι παραπάνω
ένα διάδρομο ανάμεσα χωμάτων
να πάμε
στη μάνα μου να κατεβαίνω

τον πρόλογο τρέχω επίλογο

δεν έχω ιδέα πως ανιχνεύεται ο μόνος στη σιωπή
πατάει ξερό κλαδί
ή ανάβει άνθος ηλίου υποτροπιάζον;

Δάκρυ με το σπασμένο κωδικό
θα τα χαλάσεις τα μάτια σου

Τέλος Διάρκειας

Διπλή βροχή και παντίζομαι
στο κάποτε
στα βαθιά σώματά μας νερά
εκεί που σε θέλησα
από τα σκαλοπάτια του αίματος
ως το εδώδιμο άστρο

που αλλού θα με πας
σε ποιο τέλος διάρκειας;

με την πικραλίδα της άνοιξης

δεν έχω άλλο είδος καιρού να στο πω

το ελάχιστο που έριξες χαλίκι στο πέλαγος
κι αναπήδησε μέσα του η ελπίδα του πλεόμενου
επέστρεψε στο σχήμα της πέτρας

Μικρό Ροδάκινο

Μικρό ροδάκινο στόχε υψηλέ
με τόσα πρόθυμα κλαδιά
πόσο το μετωπό σου ζήλεψε χώματα

που είναι οι αστραπές τα ποτάμια οι γειώσεις του ήλιου
ραγδαίες βροχές και διψάς
Μα κανένα θολό νερό δε θα σου πει την αλήθεια

έλα θα σου δείξω και στων δρόμων τα σώματα
τάφρους της μνήμης σε στιγμή κόκκινου πανικού
αρκετά ‘ναι να σκούξει η καρδιά της πρώτης ηλικίας

μόνο μην πεις πως παιδεύτηκα στην άγνοια λυση

με σαράντα οφθαλμούς στριφογυρνώ σ’ένα σεντόνι
ως μη ελεγχόμενο επεισόδειο
κι αφού κρατά κάτι απίκραντο του αγγέλου το βλέμμα
με την αγάπη λειτούργω τ’ αδιέξοδο
Δε βρίσκω άλλο εξέχον κερί

Κίτρο

Αν
στην έρμαια νύχτα τούτης της πόλης
ορθή γραφή και δίχως λάθη
Έτσι να ερχόσουν συνάντηση ντυμένη
Μα είναι ανορθόγραφο αποψινά τ’ αηδόνι
τα χέρια στο τραπέζι μπρούμυτα
ιγκλού των διανυκτερεύσεων
δεν έλεγα
δεν είναι αδύναμη σε καύσιμο
η ερπύστρια λέξη η αλήθεια
κι ομως στην πρόποση του οριστικού
τριχιές της συλλογιστικής
εγκατέλειψα τα γένια μου στη μοίρα τους
Πάει πάλιωσε το υψωμένο ποτήρι εις υγείαν
άκρη περίβολο του ανέμου
ο λόγος διακονεύει
και πότε παρόντες λιποτάκτες τ’ άστρα
βαφτισιμιό να κάνω άλλο ένα
για τα μαλλιά σου τελευταίο
Έτσι θα φύγεις πάλι με το αβάφτιστο αντίο
την ευκολία της πέτρας
και το κλειδί
που βολευτήκε μαζί σου
να με γυρνάει αριστερά ξεκλείδωμα αγρύπνιας

Ποιος σου ‘πε περβάζι του χειλιού κίτρο να ξεβγάζεις

Ο Bella Tarr ραδιοφωνικά "Στο Κόκκινο" στους 105.5...


Το Σάβατο, 27 Οκτωβρίου, ώρα 19:00-20:30,
η εκπομπή ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ
και ο Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

έχουν την τιμή να φιλοξενούν
τον σημαντικό Ούγγρο σκηνοθέτη
BELA TARR,
να κουβεντιάζουν μαζί του
για το Νόημα της Γενναιότητας και τη Γενναιότητα του Νοήματος σήμερα,
να ακούνε μουσικές του Michael Vig,
του Lou Reed,
και της Patti Smith,
και να παίζουν σαν παιδιά με σβούρες κίτρινες, πράσινες και γαλάζιες.
Μαζί τους η σκηνοθέτις,
και τόσα πολλά άλλα,
ΛΟΥΚΙΑ ΡΙΚΑΚΗ!

Μία μοναδική ηχητική εμπειρία. Μην τη χάσετε.
"Στο Κόκκινο, 105.5 FM"

"Φωτογραφία της εβδομάδας" - Μιχάλης Γεωργιάδης (22-28/10/07)


Ο θάνατος είναι μεγάλος.

Είμαστε δικοί του

κι όταν γελούμε.

Κι εκεί που θαρρούμε

πως η ζωή μας ζώνει

τολμά να κλάψει εντός μας.

*Το ποιήμα λέγεται "επίλογος" και ανήκει στoν "Ράϊνερ Μαρία Ρίλκε". Η μετάφρασή του έχει γίνει από τον "Άρη Δικταίο".

26 Οκτ 2007

Γιώργος Μπλάνας : Απάνθισμα Στίχων - Μέρος Β'



Συνεχίζεται το απάνθισμα στίχων του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα, με μια μικρή καθυστέρηση, σχεδόν ένα μήνα μετά. Στο α' μέρος(http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/blog-post_24.html) παρουσιάσαμε τις τέσσερις πρώτες ποιητικές συλλογές του, οι οποίες μάλιστα εκδόθηκαν συγκεντρωτικά στα 2004 από τις Εκδόσεις Ερατώ, υπό τον τίτλο "Ποίηματα του Περασμένου Αιώνα". Σε αυτό το β' μέρος, θα παραθέσουμε στίχους του Γιώργου Μπλάνα, από το μονόφυλλο "Άννα" του 1998 μέχρι και τις μέρες μας :

Α. Άννα [Ερατώ, 1998]

Έλα παιδί μου, πιο κοντά. Πάψε να τρέμεις!

Λίγη ψυχραιμία θα μπορούσε να προσθέσει αρκετά στην παρουσία σου.

Το κυριότερο: θα βοηθούσε μια γριά να νιώσει λίγη σιγουριά.

Δεν είσαι παρά μια νέα μοναχή: αγία αύριο,

αν σταθείς στο ύψος των απαιτήσεων σου με σοβαρότητα επαγγελματική.
Προσπάθησε, προσπάθησε, καλή μου!
Θα σου φύγουν τα σκεύη από τα χέρια, όπως πας!

Κάνε αυτό πού είναι να κάνεις, γρήγορα.

Συντονισμός, ακρίβεια, ποιότητα, εξυπηρέτηση!

Μια μηχανή πρέπει να λειτουργεί σωστά,
αν είναι να προβάλει απαιτήσεις στη δύναμη του τυχαίου.
Ένα άλλοθι χρειάζεται.
*
Εκπλήσσεσαι, βλέπω!
Έτσι, λοιπόν!
Τα μάτια σου ζωντάνεψαν.
Κάτι είναι κι αυτό.

Σε χίλια χρόνια, ή ζωγραφιστή τους γαλήνη θ’ αξίζει πολλά.

Ίσως ξεπεράσει ακόμη κι εκείνη τη συμπαγή ανευθυνότητα της εικόνας,

Ίσως μπορέσει να πει κάτι περισσότερο
από τις κολακευτικές προθέσεις του ζωγράφου:

μια πινελιά πού προσπαθεί να υπερβεί την αυταρέσκειά της:
ένα πραγματικό έργο τέχνης.

Φαντάσου τη ζωή σου έργο τέχνης!
Τόση ασημαντότητα θεοποιημένη,

μόνο και μόνο επειδή κάποιος πίστεψε πώς πόνεσες παραπάνω από τους άλλους,
πιο βαθιά ή πιο ουσιαστικά... αστείο πράγμα!
*

Θα ήταν καλύτερα να είχα γίνει άψυχη πέτρα, να κυλούν τα δάκρυα μου, χωρίς να νιώθω τις συμφορές...
Άρχισα πάλι! Αν είχα λίγο χρόνο μες στο καμίνι του χρόνου μου, στο λέω, θα γινόμουν καλή συγγραφέας παραινετικών ποιημάτων! Τέλειωσα! Κάνε το χρέος σου. Μοναχά, μην αρχίσεις εκείνα τα φρικτά προσωνύμια! Με λένε ακόμα Άννα.

Β. Η Απάντησή Του [Νεφέλη, 2000]

Ταξίδεψα αρκετά, τ’ ομολογώ. Όμως ετούτη την πορεία δεν γίνεται να την αφηγηθείς· όχι πριν καταντήσει κάθε κουβέντα μάταιη μπρος στην σαφήνεια της σιωπής. Εβδομήντα ολόκληρα χρόνια: είκοσι πέντε χιλιάδες διακόσιες ημέρες. Κάθε μια με την δική της συμβολή στο απροσδόκητο, κάθε μια περισσότερο από ευφυής στον αυτοσχεδιασμό. Είκοσι πέντε χιλιάδες διακόσιες ημέρες! Κι αν είναι να ’ρχονται οι εποχές στην εποχή τους, αν είναι να ποτίζεταισωστά η δύστροπη διάθεση που ξαφνικά ονομάσαμε ψυχή, ακόμα μερικά λεπτά αθροισμένα στο επιβλητικό σύνολο μιας ακατανοησίας: μια σύμπτωση συμπτώσεων! Παραπάει να πεις οτιδήποτε γι’ αυτήν.
*
Περάστε, η πόρτα είναι ανοιχτή. Καλό σημάδι, αδελφοί. Αυτός που μας ανοίγει την μέρα, θα μας ανοίξει και την νύχτα. Μπείτε λοιπόν! Το αφεντικό δεν είναι εδώ. Προσπαθεί να μεθύσει την γυναίκα του παπουτσή παραδίπλα, καθώς ο παπουτσής αγκομαχά να καρπίσει την γυναίκα του ψαρά στην γωνία, κι ο ψαράς παίζει στα ζάρια μια δημόσια καλλονή του παρελθόντος έξω απ’ τα τείχη. Ξέρουν να ζουν αυτοί οι έμποροι. Ξέρουν τι τους ανήκει από το πτώμα του μέλλοντος και δείχνουν μιαν αποφασιστικότητα παράτολμη στην αξιοποίηση του παρόντος. Δεν χάνουν τον καιρό τους σε διανοήματα, όταν μπορούν να εμπορεύονται νοήματα με κάποια σχετική άνεση. Για την άνεση δεν παλεύουμε όλοι;
*

Γνωρίζουμε ήδη αρκετά για το μαρτύριο της γνώσης. Πολλές φορές μιλήσαμε και συνοψίσαμε όσα έχουν ειπωθεί. Ούτε ο ουράνιος θόλος έπαψε να είναι κυρτός, ούτε τ’ αστέρια κρύφτηκαν. Η Σελήνη δεν καλύφθηκε, η Γη δεν σκοτείνιασε˙ κεραυνοί δεν τάραξαν την Γη. Ξέρουμε πως το βάθος της ψυχής είναι αθάνατο και πως η φύση πείθει ότι οι δαίμονες είναι αγνοί και οι βλαστοί του κάκου χρηστοί και όλβιοι. Μήπως ο θάνατος δεν ενέχεται σε δύο υπερβολές; Την σκοτεινή στιγμή όλοι ζητούν ένα σώμα υβριστή. Την σκοτεινή στιγμή καθένας μια ψυχή πολεμιστή. Ας προσέξουμε το πλεονέκτημα του εχθρού. Το φως που τον δείχνει μας τυφλώνει. Αφού νικηθούμε κατά κράτος από το κακό, θ’ αφεθούμε στην καλοσύνη των δακρύων. Άνθρωποι ποταποί, θα πούμε, κατέστρεψαν το κράτος και την εξουσία μας˙ αναγνωρίζουμε στον τόπο των πληγών την επικράτεια μας. Ας φυλάξουμε τους δρόμους της γλώσσας μας. Από παντού ας αφήσουμε την παρρησία της φωτιάς μιαν ευφράδη σοφία να συντομεύσει. Χάσμα η ψυχή κατοικημένο, φάσμα ο Παράδεισος απομεμακρυσμένο, όσο υπάρχει γλώσσα.

Γ. Επεισόδιο [Νεφέλη, 2002]

Ἐπενδύουμε στό θάνατο. Στήν ἀρχή εἶναι πάντα...ἐποικοδομητικά! Ξεριζώνουμε τά χωριά τό ἕνα μετά τό ἄλλο. Ὕστερα...λασπώνουμε, συμπεριφερόμαστε στόν ἄμαχο ἄνθρωπο σάν πεινασμένοι λύκοι. Θά μᾶς ἐκδικηθοῦν, ὑποθέτω. Τούς ἐκδικούμαστε προκαταβολικά καί πάει λέγοντας, σφάζοντας, ρημάζοντας, αὐτοκτονώντας ὅλη μέρα ἐπιβιώνουμε τή νύχτα. Νεκρώνονται τά σπλάχνα μας ὅταν χιμᾶμε σέ σπλάχνα ἄλλων. Καθένας ξενυχτάει πολλούς νεκρούς γιά νά μήν κλάψει τό δικό του. Ζητᾶμε μιά πηγή καί εἴμαστε πλασμένοι ἄμμος. Καθένας γίνεται ὅλο καί περισσότερο...ἄνθρωπος. [Κι ὁ ἀετός στά ὀρεινά φτερά του ἐλπίζει ἕνα τέλος πεδινό!]
*
Κάποτε, οἱ σύντροφοι θά χάνονταν στό βάθος τοῦ ὁρίζοντα,
ἀργά, σταθερά, ἐπίμονα, μέχρι νά μείνει μόνο ψύχρα καί ἀπόσταση: ἐκεῖνο τό ὑπόλευκο ἐναιώρημα τοῦ χθές, κατάστικτο σάν ξεβρασμένο φύκι. Ἤξερα πώς δέν θά τούς ξανάβλεπα, ὄχι τουλάχιστον πάνω ἀπό μιά λίμνη αἵματος, μέ τό θάνατο νά περιφέρεται στήν ἀτμόσφαιρα, νά συμπλέκει φόβους καί τρόμους ἀγνώστων, νά διαπλέκει τήν καχυποψία, τήν ἐπιφυλακτικότητα, τή μοχθηρία πού θησαυρίζει καθένας ἀναγκαστικά ἤ τουλάχιστον ἀναπόφευκτα. Ἤξερα πώς καμιά στιγμή ἀδυναμίας δέ θά ἐπέτρεπε νά ζητήσω ἕνα κουπί σέ χρυσαφένια ἀκτή, καμιά ἐφηβική καταιγίδα δέ θ' ἀναγνώριζε στό κενοτάφιό μου τά ναυάγιά της, τά παιδιά δέ θά ἔδεναν μικρά, ἀμήχανα σκυλιά, οὕτε οἱ βοσκοί μεγάλα, ἀποφασισμένα σκυλιά. Δέ θά σήμαινα καμιά ἀμμουδιά, σημαίνοντας κάθε ἀμμουδιά.
*
πειδή σ' ἀγάπησα, σάν ὄνειρο μέ ἀμέτρητες φωτιές πίσω ἀπ' τίς ράχες τῶν βουνῶν, σοῦ γράφω καίγοντας τήν τελευταία μου σπίθα· ἐγώ, μιά πορφυρή, παράξενη φυγή, πυρπολημένη ἀπό ἀτέλειωτη λύπη. Θυμᾶσαι; «Φεύγεις σάν ἐλάφι κυνηγημένο· ἄν γλυτώσεις σάν σπουργίτι θά 'ναι θαῦμα!» Ἐπιβίωσα ἁπλά σάν ἄνθρωπος ἀποφασισμένος νά ἐκδικηθεῖ τήν ἀδικία τῆς βαρύτητάς του.

Δ. Ωδή Στον Γεώργιο Καραϊσκάκη [Εφ. Η Αυγή, 2007]

Βαθαίν' η αλήθεια κάποτε, και βρίσκεσαι αίφνης ναυαγός στην ίδια σου πατρίδα.
Κι είναι κοράκι η λεμονιά και σκύλος το θυμάρι, το πεύκο τρώει τον άνεμο και το πανί τον γλάρο,
κι ο ναυαγός που δέρνεται δεν έχει πια καθόλου μνήμη: μια φλύαρη Ολλανδή κυρία η πνιγμένη,
των σκοταδιών περίγελος ο γέρος, των βράχων καταπίστευμα ο νέος, δυο φίδια χόρτο ο άνεμος και μια βελάδα λάσπη βασίλισσα στις λεμονιές.
Ναι! Όλ' αυτά ενόσω η θάλασσα καραδοκεί βαθιά σαν την αλήθεια, να κατεβούμε κάποτε στο κύμα του θεού, τα ζώα να φορτώσουμε στο πλοίο, κι εμάς ξοπίσω.
Ναι! Όλ' αυτά ενόσω καν δεν ξέρουμε αν σώζεται ακόμα Ιθάκη.

*
Αυτά, λοιπόν, τα ορεινά, τα σύσκια για τη μάνα σου• ο πατέρας είδε γέροντες να μπαίνουν μοναχοί τους στη φωτιά
και νέους απάνω στα παλούκια να πηγαίνουν, σαν χελιδόνια οι γλώσσες τους στην τροπική αλήθεια των εγχώριων παθών
και μόνο για το δίκαιο των αιμάτων βρήκε μια κάποιαν ηδονή στον ταραχώδη βίο,
αφού από νέος ζύγιζε το αυγινό σπαθί των λογισμών του, κάτω από την πανσέληνο άλγεβρα των θυμών του.
Μέχρις εδώ για τους γονείς. Κι αν κάποιος θέλει να ξέρει περισσότερα, θα πρέπει να έχει υπόψη του πως κόβουν και τα λόγια, μα δεν φτιάχνουνε πατρίδα.
*
Συνέβη τότε, όπως ήταν φυσικό, να χάσεις το μέτρο της θηριωδίας, που όφειλες να εκτίσεις για ζωή,
και τσάκισες εν μέρει, αγρίεψες λιγάκι, έγινες ένα μείγμα φιλαργυρίας και γενναιότητας: αρχαίος άνθρωπος σ' έναν αιφνίδιο κόσμο ανθρώπων.
Καλύτερα να κρύβει ο τρομερός την τρέλα που τον δέρνει, είπε ο Ηράκλειτος,
αλλά δεν γίνεται να δει από τρία σημεία ένας άνθρωπος την ίδια κατά μέτωπο φουρτούνα. Κι ο στερημένος, είναι κάπως γενναίος κι αυτός.
Η νύχτα των αιμάτων δεν χαρίζει κάστανα, αν δεν είναι αναμμένα σαν κάρβουνα• νύχτα θα χάσει καθένας την ψυχή του; Νύχτα και το σώμα του.
Λοιπόν, μπορείς να μην πεθάνεις από φόβο κι αγωνία, πριν πεθάνεις από έρωτα και θράσος, από αγάπη για πράγματα εντελώς παράλογα.
Συνεπώς, άλλα χίλια χρόνια να ζούσες, τα ίδια λάθη θ' αγαπούσες.

*Tα βιβλία του Γιώργου Μπλάνα, υπάρχουν και σε μορφή .pdf(Free Download) στο blog http://yorgosblanas.blogspot.com/.

(Επίμετρο : Νέστορας Ι. Πουλάκος)

25 Οκτ 2007

"Η Έρημη Γη" - Ηλίας Λάγιος (Πρόλογος : Γ.Ι. Μπαμπασάκης) (1996)

... Έκατσα πάλι πλάι στον Λάγιο, κι αρχίσαμε να τραγουδάμε, μαζί κι ένας φίλος που δεν έφευγε ποτέ από την Αθήνα, που ποτέ του δεν ταξίδευε. Τώρα, καθώς μεθάμε ξανά, μου 'ρχονται στο μυαλό το ζ' και το ι' των «Μικρών σημειώσεων επί της οράσεως» (όλα, μα όλα τα κορίτσια τριγύρω μου και η νύχτα -αόμματο θηλαστικό, μουγκό σαυροειδές, λαβύρινιο κτήνος· που φτάνει). Τα θολά βλέμματά μας, τα βραχνά βλέμματά μας, η ρήξις των τριχοειδών, τα τραγούδια μας, η λογοτεχνία ...
(Γ.Ι. Μπαμπασάκης)

*

... Ρέει ο μεγάλος ποταμός, οι ηπειρώτισσες πορ-
τοκαλιές
Καρπίζουνε στο φως, κι εκείνοι που χτύπησαν
τις γιορτές της λευτεριάς
Λουφάξανε βαθιά, πίσω απ' τον κόσμο.
Η νύχτα άπλωσε ξανά, υποταγμένη, εντροπαλή,
Και βρόντησεν ο κεραυνός το μέγα γράμμα
Ε
Επανάσταση : Τι έχουμε προσφέρει;
Σύντροφς, τρανεύει το αίμα την καρδιά μου
Η ωραία τόλμη μιας ζωής εξεγερμένης
Που μια αρχαία φρόνηση ποτέ δε θ' αναιρέσει
Μ' αυτή, μόνο μ' αυτήν, έχουμε υπάρξει
Που κανείς δε θα αναφέρει στα παιδιά μας
Και μόνο εμείς θα ξέρουμε με το τριζόνι νεκρο-
πομπό
Κι αύριο μια χασισωμένη ανθρωπότητα να δημι-
ουργεί
Με το ίχνος των κορμιών μας.
Ε
Έρωτας : Άκουσα τα βήματά σου
Ένιωσα το χέρι σου στο χέρι μου
Με την άρνησή του άλλου, βεβαιώνοντας τη
φυλακή σου
Με τη μοναξιά του άλλου, σακατεύοντας τη
φυλακή σου
Μόνο τώρα που πήρε να φεγγίσει, ένα δάκρυ
Για μια στιγμή ζωντανεύει τον τρόμο της Πη-
νελόπης
Ε
Ελευθερία : Το πλοίο ανταποκρίθηκε
Χαρούμενο, στο χέρι που το στρέφει
Η πρόσκληση ήταν γαλήνια, κι η καρδιά σου
ανταποκρίθηκε
Χαρούμενα στην πρόσκληση, κυβερνημένη,
κυβερνώντας
Την ύστατη κυριαρχία.

Βγήκα απ' το αμφιθέατρο
Ξυπνώντας, πίσω μπρος και πλάι μου τα πλή-
θη
Να βγάλουμε τον κόσμο από την τάξη του.
Λύκε, λύκε είσαι εδώ;
Γαίαν παμμήτειραν αείσομαι, ηυθέμεθλον.
Ανδρ' αγαθόν περί ή πατρίδι μαρνάμενον. Γιου-
χα και πάντα γιούχα των πατρίδων.
Ξηρά οστά όντα ανθρώπινα, εν αυτοίς σάρκα
ανέδειξα κια ψυχήν.
Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμετα λάμπει η
μέρα
Σήμερα αρραβωνίζεται αητός την περιστέρα.
Επανάσταση Έρως Ελευθερία
Θάνατος Θάνατος Αθάνατος

Σύντροφοι

*Από τις ομορφότερες προσπάθειες στην νεότερη ελληνική ποίηση. Αυτή η μεταγραφία του ποιήματος "The Waste Land"(Η Έρημη Χώρα - 1922) του κορυφαίου αμερικανο-βρετανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ, από τον σπουδαίο ποιητή μας Ηλία Λάγιο, δυστυχώς μακαρίτη από το 2005[διαβάστε εδώ http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/blog-post_05.html]. Μεταφρασμένη η "Έρημη Χώρα" στα ελληνικά, από τους Κ. Κύρου, Λ. Παπατσώνη, Κ. Σαραντή, τη συγκλονιστική προσπάθεια του Π. Γιατρά αλλά και την επικρατούσα δουλειά του Γ. Σεφέρη στα 1936(ανατυπώσεις 1949, 1965, 1967), ο Ηλίας Λάγιος, ορμώμενος από το δοκίμιο του Νάσου Βαγενά "Πάτροκλος Γιατράς ή οι Ελληνικές Μεταφράσεις της Έρημης Χώρας", στο βιβλίο του "Η Συντεχνία"(Κέδρος, 1976), επαναγράφει το ποίημα στα ελληνικά μεταφέροντάς το στην Ελλάδα μετά το τέλος του β' παγκοσμίου πολέμου, ιδίως κάτά τον εμφύλιο πόλεμο. Η προσπάθεια αυτή έγινε στα 1984. Δώδεκα χρόνια αργότερα, ο Μανόλης Μανουσάκης των Εκδόσεων Ερατώ, εκδίδει τη συγκεκριμένη δουλειά του Ηλία Λάγιου. Ένα υπέροχο βιβλίο που περιλαμβάνει πρόλογο από τον συγγραφέα και ποιητή Γ.Ι. Μπαμπασάκη, σημειώσεις του Η. Λάγιου για την "Έρημη Γη" καθώς και το επίμετρο-δοκίμιο του Νάσου Βαγενά(του 1976).

Βιογραφικό Ηλία Λάγιου

Γεννημένος στην Άρτα τον Ιούλιο του 1958, ο Ηλίας Λάγιος μεγάλωσε στο Ναύπλιο και σπούδασε Φαρμακευτική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, μένοντας παράλληλα στην Αθήνα σ' όλη τη διάρκεια της ζωής του. Παρά τις ποικίλες ενασχολήσεις του, μεταξύ των οποίων σε γκαλερί και βιβλιοπωλείο, παραμένει ταγμένος στην ποίηση, όπου εμφανίστηκε στα 1981 με το ψευδώνυμο Αλέξης Φωκάς. Για μια μεγάλη χρονική περίοδο, εξέδιδε με τον ποιητή Γιώργο Κοροπούλη το περιοδικό "Ωλήν".

Ποιητικό Έργο

1. Πρόοδοι εν Προόδω (Ωλήν, 1981) ως Α. Φωκάς
2. Ασκήσεις (Ι-ΙΧ) (Ωλήν, 1984) ως Α. Φωκάς
3. Το Κατά Αλέξιον και Μαρίαν (Εστία, 1990)
4. Τριώδιο (Άγρα, 1991) με Γ. Κοροπούλη και Δ. Καψάλη
5. Ανθοδέσμη (Άγρα. 1991) με Γ. Κοροπούλη, Δ. Καψάλη, Μ. Γκανά
6. Συνεστίασις (Fratelli Sublimi, 1991)
7. Η Ιστορία της Λαίδης Οθέλλος (Εστία, 1992)
8. Το Βιβλίο της Μαριάννας (Ίκαρος, 1993)
9. Μικρός Ήρως : Το Σκετσάκι (Αντί, 1996)
10. Η Έρημη Γη (Ερατώ, 1996)
11. Μουζικούλες (Ερατώ, 1997)
12. Το Εικοσιτετράωρο της Δηούς (Καστανιώτης, 1998)
13. Θεατρολογία (Καστανιώτης, 1998)
14. Της Γυναικογυναίκας (Ερατώ, 1998)
15. Πράξη Υποταγής (Ερατώ, 2000)
16. Φεβρουάριος 2001 (Ερατώ, 2002)
17. Η Αρπαγή της Κούτας (Ερατώ, 2003)
18. Ο Άνθρωπος από τη Γαλιλαία (Ερατώ, 2004) * Ν.Ι.Π.

24 Οκτ 2007

"Μια φωτογραφία όλο ποίηση" - Μιχάλης Γεωργιάδης (24/10/07)

Αυτή η είναι μια συγκλονιστική φωτογραφία του Έλληνα φωτορεπόρτερ Γιάννη Μπεχράκη που τραβήχθηκε σε μια από τις συνεχόμενες διαμάχες μεταξύ των Παλαιστινίων και των Ισραηλινών.

Ο Γιάννης Μπεχράκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Σπούδασε φωτογραφία και στα τέλη του 1987 άρχισε συνεργασία με το πρακτορείο "Reuters". To 1988 προσελήφθη από τo "Reuters" στο Λονδίνο και ένα χρόνο μετα ανέλαβε επικεφαλής του φωτογραφικού τμήματός του στην Ελλάδα. Κάλυψε μεγάλα γεγονότα στην Ευρώπη, Αφρική, Μέση Ανατολή και Ασία, όπως τους πολέμους και εμφύλιες συρράξεις, τις ταραχές στο Ισραήλ, μεγάλα πολιτικά γεγονότα στη Δυτική Ευρώπη, τους καταστροφικούς σεισμούς στην Τουρκία και το Ιράν. Επίσης, κάλυψε τους τρεις τελευταίους Ολυμπιακούς αγώνες το παγκόσμιο κύπελλο ποδοσφαίρου στις ΗΠΑ και πλήθος μεγάλων αθλητικών γεγονότων. Η δουλειά του έχει δημοσιευτεί στα μεγαλύτερα περιοδικά και εφημερίδες του παγκόσμιου τύπου όπως οι New York Times, Washington Post, London Times,Guardian, Newsweek, Time Magazine κλπ. Ανάμεσα στις δεκάδες διεθνείς βραβεύσεις ξεχωρίζουν αυτές του Ευρωπαίου φωτορεπόρτερ το 1999 το 2002 και το 2003 το πρώτο βραβείο στην κατηγορία "Ειδήσεις" το 2000 στο Άμστερνταμ. Την ίδια χρονιά βραβεύτηκε από το "Overseas Press Club of America" στη Νέα Υόρκη για το καλύτερο ξένο ρεπορτάζ στις ΗΠΑ το πιο σημαντικό βραβείο για ξένους ανταποκριτές στην Αμερική. Το 2000 του απενεμήθη το βραβείο του Ιδρύματος Μπότση από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το 2002 κέρδισε το παγκόσμιο βραβείο Πολεμικών ανταποκριτών Bayeux στο Παρίσι. Έχει κερδίσει τον τιτλο του Έλληνα φωτορεπόρτερ της χρονιάς 7 φορές.

23 Οκτ 2007

"Αφιέρωμα : Γυναίκες : ΙΙ. Μαρία Κάλλας, Ερωτευμένη Ντίβα" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

«Vissi d’arte, vissi d’amore», Έζησα για τον Έρωτα, έζησα για την Τέχνη, ακούμε την εξαίσια Μαρία Κάλλας να λέει σπαρακτικά και αγέρωχα στην όπερα «Tosca» του Πουτσίνι, μια απόφανση που έγινε σήμα κατατεθέν της Ντίβας, αυτού του θεϊκού πλάσματος με την θεϊκή φωνή, αυτού του τόσο ξακουστού και λατρεμένου από τους φίλους του λυρικού θεάτρου συμβόλου της προσήλωσης στην υψηλή τέχνη. Η Μαρία Κάλλας ως Φλόρια Τόσκα συνεχίζει: «Non feci mai male ad anima viva!», Σε πλάσμα ζωντανό δεν έκανα ποτέ κακό. Και την αλήθεια αυτή πιστοποιούν οι δεκάδες βιογραφίες της, καίτοι είχε κάποτε υποστεί την καταλαλιά, είχε χαρακτηριστεί τίγρης και στρίγκλα και κακιά. Η Κάλλας, σε πείσμα των τιμητών της, μπόρεσε να κατακτήσει την αθανασία, να μας προσφέρει ερμηνείες συγκλονιστικές, ερμηνείας απαράμιλλης ευαισθησίας και ανοξείδωτου πάθους. Τα μεγάλα, απίστευτα εκφραστικά της μάτια, και τα θρυλικά μακριά της δάχτυλα δεν έπαυαν να μαρτυρούν για την εγγενή ποιητικότητά της, για το ισόβιο βάπτισμά της στα νάματα της τέχνης και του έρωτα.

Η Κάλλας υπέφερε, νιώθοντας τον έρωτα να φτάνει με πελώρια κύματα, να την κατακλύζει, μα να μην της δίνεται όσο και όπως θα το ήθελε. Από τη μια λαχταρούσε να ζήσει τον απόλυτο, άγριο, τρελό έρωτα, και από την άλλη ήξερε βαθιά ότι ο βίος της Ντίβας δεν της επιτρέπει την παράδοση στην παραφορά.. Κι ακόμα, ήταν μαθημένη να εμμένει στις προσωπικές της ηθικές αξίες, να μιλάει ολοένα και περισσότερο περί σεβασμού και ακεραιότητας, να ταλανίζεται από μια σχάση ανάμεσα στα όσα το σώμα θέλει και ζητεί και στα όσα η αξιοπρέπεια προστάζει. Μονάχα μία φορά, με τον Αριστοτέλη Ωνάση, μπόρεσε η Κάλλας να αγγίξει το απόλυτο, να το νιώσει βαθιά στα φυλλοκάρδια της, ακόμα και να γίνει έρμαιό του. Ωστόσο, και σε άλλες περιπτώσεις επέτρεψε να αφεθεί, με τον δικό της τρόπο, στου έρωτα τη δύναμη.

Παρότι πολλοί μίλησαν για την «ανέραστη» Κάλλας, είναι εντελώς διαφορετική η αλήθεια. Ναι, είχε αφοσιωθεί με μεγάλο μέρος της ψυχής της στη μουσική, όπως μαρτυρεί άλλωστε και η εκθαμβωτική σταδιοδρομία της. Αλλά είναι βέβαιο ότι η Κάλλας ήθελε να ερωτεύεται με όλο της το είναι, να ανοίγει την καρδιά της και να προσφέρει τα πάντα, όποιο κι αν ήταν το ρίσκο. Δεν είχε πίσω σκέψεις, η ανιδιοτέλεια και η δοτικότητα ήσαν πάντα κεντρικά της γνωρίσματα όταν ένιωθε το σκίρτημα του πάθους. Όταν σχετίσθηκε ερωτικά με τον ιμπρεσάριο Έντυ Μπαγκαρόζι –ο οποίος ήταν αισθητά μεγαλύτερός της και παντρεμένος– η Κάλλας δεν δίστασε να του υπογράψει ένα αυτοσχέδιο συμβόλαιο, «τρελή από έρωτα», όπως σημειώνει ο Νταβίντ Λελαί, όπου του παραχωρούσε το δέκα τοις εκατό από όλα της τα μελλοντικά συμβόλαια! Αυτή η έκρηξη γενναιοδωρίας, αργότερα στάθηκε η αφορμή να συρθεί στα δικαστήρια των Ηνωμένων Πολιτειών και να διασυρθεί από τους μαιτρ του «κιτρινισμού».

Όπως κάθε ευάλωτο πλάσμα, και η ίδια δεν έχανε ευκαιρία να τονίσει πόσο εύθραυστη ήταν, επιζήτησε την συναισθηματική ασφάλεια, τον μανδύα της προστασίας, την εστία που λειτουργεί σαν ένα αντιστάθμισμα στο κατ’ εξοχήν ανέστιο αερικό που είναι κάθε μεγάλος καλλιτέχνης.

Δεν είναι διόλου τυχαίο ότι η Ντίβα ανέκαθεν φρόντιζε να συνάπτει συναισθηματικές και ερωτικές σχέσεις με αρκετά, ως και πολύ, μεγαλύτερούς της σε ηλικία άντρες, που συνέβαινε μάλιστα να είναι δυναμικές, ενίοτε και δεσποτικές, προσωπικότητες. Αν εξαιρέσουμε δύο νεανικούς έρωτες, άτυχους άλλωστε, η Κάλλας γοητεύτηκε από τους ισχυρούς άντρες που ήδη είχε γοητεύσει. Παρέμεινε ως το τέλος της ζωής της συνεσταλμένη, μελαγχολική, δεσμώτρια της κατάθλιψης και συνάμα ψαλμωδός του απόλυτου έρωτα που έμοιαζε να είναι ένα πάντα παρόν μα πάντα άπιαστο όνειρο, μια διακαής επιθυμία που ωστόσο έμενε διαρκώς μετέωρη, θαρρείς για να μπορέσει να εκφραστεί μαγευτικά μόνο μέσα από τη φωνή της αοιδού. Η ίδια έλεγε ξανά και ξανά ότι είναι απαισιόδοξη, ότι η ευτυχία διαρκεί μονάχα τρία, πέντε λεπτά, ότι υποφέρει γιατί δεν καταφέρνει να προσφέρει ερωτικά όσα θα ήθελε.

Ο κεραυνοβόλος έρωτάς της για τον ευειδή και μελομανή Ιταλό αλεξιπτωτιστή Άντζιολο Ντοντόλι δεν κράτησε παρά μονάχα λίγες αυγουστιάτικες μέρες του 1942. Γνωρίστηκαν σε ένα νυχτερινό κέντρο στην Ομόνοια, τα βλέμματά τους έσμιξαν, όπως και οι φωνές τους, και μετά χάθηκαν για πάντα. Η αοιδός θα τιμήσει εκείνον τον σύντομο δεσμό πέφτοντας με τα μούτρα στη μελέτη του ρόλου της Φλόρια Τόσκα. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, και μεγάλο αστέρι στη Σκάλα του Μιλάνου, θα συναντηθεί με έναν φίλο του Άντζιολο, δεν θα έχει λησμονήσει τίποτα, θα κάνει απανωτές ερωτήσεις για τον νεανικό της έρωτα, δεν θα μάθει τίποτα, μιας και ο Ιταλός έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. Άλλωστε, ο Ντοντόλι προτίμησε την σιωπή, τα χείλη του δεν σχημάτισαν ποτέ ξανά το όνομα της μακρινής αγαπημένης.

Η άλλη νεανική περιπέτεια της Κάλλας θα έρθει δύο χρόνια μετά και θα είναι εξίσου μετέωρη και σύντομη. Ο νεαρός Εγγλέζος αξιωματικός Ρέι Μόργκαν, ένας κομψός γαλανομάτης, θα γοητεύσει την αοιδό, αλλά δεν θ’ αργήσει να ερωτευτεί τρελά την Μάρω Σαρηγιάννη, θυγατέρα στρατηγού και μετέπειτα υφυπουργού, κι έτσι η σχέση θα ατονήσει σε μια αξιοπρεπή φιλία. Μόνιμος έρωτας της Κάλλας θα μείνει και πάλι η Τέχνη. «Δεν είμαι άγγελος», θα πει το 1959 στο περιοδικό Life, «ούτε προσποιούμαι πως είμαι. Αλλά δεν είμαι ούτε και διάβολος. Είμαι μια γυναίκα και μια σοβαρή καλλιτέχνις, και έτσι θα ήθελα να με κρίνουν».

Θα ακολουθήσουν, θαρρείς με κάποια αντιστικτική συμμετρία προς τους νεανικούς εφήμερους έρωτες, οι δύο μεγάλοι δεσμοί της Κάλλας, σχεδόν δεκαετείς αμφότεροι, και με κάμποσα κοινά χαρακτηριστικά: ο γάμος με τον βιομήχανο Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι και το θυελλώδες πάθος με τον εφοπλιστή Αριστοτέλη Ωνάση. Ο Μενεγκίνι θα την κάνει αστέρι πρώτου μεγέθους. Ο Ωνάσης θα την κάνει να νιώσει γυναίκα, απόλυτη, παθιασμένη, ερωτευμένη γυναίκα.

Ο Μενεγκίνι, πατρική μορφή και είκοσι οχτώ χρόνια μεγαλύτερός της, θα συμβάλλει τα μέγιστα στην μεταμόρφωση της Μαρίας Σοφίας Άννας Καικιλίας Καλογεροπούλου, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, σε Μαρία Κάλλας. Γνωρίζονται το 1947, η Κάλλας ερμηνεύει «Τουραντό» στη Βερόνα, ο βαθύπλουτος Μενεγκίνι γοητεύεται, την ποθεί, την πολιορκεί, την εκπορθεί, κάνει μέγιστο σκοπό της ζωής του να την επιβάλλει στο μουσικό στερέωμα, να της υποβάλλει την ιδέα να αλλάξει, να προτάξει μιαν άλλη εικόνα, να αρθεί στο ύψος της φυσικής γοητείας της. Η Κάλλας θα χάσει σε μικρό χρονικό διάστημα πάνω από τριάντα κιλά, θα γίνει η Θεϊκή Κάλλας που όλοι γνωρίζουμε, πάντα υπό την καθοδήγηση του Μενεγκίνι, με τον οποίο θα παντρευτεί τον Απρίλιο του 1949, και ο οποίος θα αναχθεί σε σούπερ μάντατζέρ της.

Η Κάλλας θα κατακτήσει τη Σκάλα, λίγους μήνες μετά, και μέσα σε μια πενταετία θα γνωρίσει τον θρίαμβο και την αποθέωση. Ο έρωτας είναι μεταρσιωμένος, εκφράζεται μέσα από τις θαυμάσιες ερμηνείες της και διηθείται στην έμπλεη σεβασμού αφοσίωσή της στον Μενεγκίνι.

Αν με τον Τζοβάνι Μπατίστα Μενεγκίνι, η Κάλλας απόλαυσε το σημαντικό για κάθε γυναίκα αγαθό που λέγεται προστασία και ασφάλεια, με τον Αριστοτέλη Ωνάση βίωσε, με τρόπο μοναδικό, τον απόλυτο έρωτα, αυτή την έκρηξη από την οποία ουδείς έχει καταφέρει ποτέ να ιαθεί, να συνέλθει οριστικώς. Ο απόλυτος έρωτας είναι η απολύτως μη ιάσιμη «αρρώστια». Δεν υπάρχουν ποτέ ασφαλή προληπτικά μέτρα εναντίον της. Και μια γυναίκα με το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της μεγάλης αοιδού, δεν μπορούσε παρά να είναι εκρηκτική και στον έρωτα. Πολλοί έμειναν εμβρόντητοι όταν η Κάλλας αποφάσισε να εγκαταλείψει τον Μενεγκίνι και να κάνει στ’ αλήθεια τρέλες αγκαλιά με τον Ωνάση. Αλλά, όπως λένε οι βιογράφοι, ομοφωνώντας επί του προκειμένου, η Κάλλας έγινε και πάλι η Μαρία όταν την συνεπήραν οι θωπείες και τα φιλιά του Έλληνα. Για την Κάλλας ο Ωνάσης ήταν το παν, της έκανε συναρπαστική τη ζωή, την οδήγησε σε ένα σύμπαν ερωτισμού που η ίδια το γνώριζε έως τότε κυρίως από τις όπερες και από τη λογοτεχνία. Τώρα όμως μιλούσε η ίδια η ζωή, τώρα έκαιγε η φωτιά του αληθινού πάθους. Και η Μαρία ανακάλυψε ότι τίποτα δεν είναι πιο ισχυρό από το πάθος του έρωτα. Και είναι προς τιμήν της ότι, αντίθετα από άλλες ομότεχνές της, αντίθετα από πολλές γυναίκες που ζούνε τον έρωτα εμμέσως, ή εξ αποστάσεως, η Κάλλας ρίχτηκε ανενδοίαστα σ’ αυτή την υπέροχη, θελκτική άβυσσο, στην αληθινή ζωή!

«Ήμουν τόσο καιρό», γράφει η ίδια η Κάλλας, «κλεισμένη στο κλουβί ώστε, τη μέρα που συνάντησα τον Ωνάση και τους φίλους του, γεμάτους χάρη και ζωή, ένιωσα διαφορετική γυναίκα. Ζώντας με έναν άντρα πολύ πιο ηλικιωμένο από μένα, είχα πάθει κατάθλιψη κι είχα γεράσει πριν από την ώρα μου. Ευημερούσα με τον Μπατίστα και δεν είχα άλλη σκέψη από τα χρήματα και την κοινωνική θέση μας. Σήμερα είμαι επιτέλους φυσιολογική γυναίκα, ευτυχισμένη».
Για μιαν οχταετία, ανάμεσα στα 1959 και 1967, η Κάλλας θα πάλλεται στους άγριους ρυθμούς του ανήμερου ερωτικού πάθους. Το 1965, θα εγκαταλείψει οριστικά την όπερα. Η ευαισθησία της θα κορυφωθεί επικίνδυνα, αλλά δεν την πτοεί καμία απειλή. Ζει τον έρωτά της, ζει για τον έρωτά της

Η Κάλλας δεν δίστασε να δώσει στον Ωνάση τα πάντα, κυριολεκτικώς, όλα. Όλα! «Ho datto tutto a te!». Σου τα έδωσα όλα, τραγουδούσε ενσαρκώνοντας τη Νόρμα. Του έδωσε ακόμα και την σταδιοδρομία της. Μετά την οριστική διάλυση της σχέσης, η Κάλλας κατέρρευσε. Αποσύρθηκε στον εαυτό της, αναζήτησε παρηγοριά στη μοναξιά –τη χειρότερη παρηγοριά, οφείλω να πω– κλείστηκε στην κατοικία της, στο Παρίσι, άλλον έναν τόπο εξορίας για κάθε απελπισμένο από τον έρωτα. Το μόνο της παρόν ήταν το παρελθόν. Το μόνο της μέλλον ήταν οι αναμνήσεις.

Το 1975, ο μεγάλος έρωτας της Κάλλας, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, θα οδεύσει προς την τελευταία του κατοικία. Περίπου δύο χρόνια θα κυλήσουν ώσπου να σβήσει και η μεγάλη αοιδός. Είχε πια ήδη αποκοπεί από τη ζωή. Όταν πεθαίνει ο έρωτάς σου, σβήνεις. Ο βιολογικός θάνατος είναι απλώς ζήτημα χρόνου. «Αυτή η νότα δεν θα μου βγαίνει ποτέ, γιατί έτσι τραγουδάει κανείς όταν πεθαίνει», είχε πει η Κάλλας για το φινάλε της αγαπημένης όπερας των ερωτευμένων, της «Τραβιάτα». Η Κάλλας δεν βλέπει πια σχεδόν κανέναν. Παραμελεί τον εαυτό της. Παραμελεί την εμφάνισή της. Η ίδια θα πει ότι η επιθυμία να ξεκόψει πια απ’ όλους είχε γίνει παθολογική. Στις 16 Σεπτεμβρίου του 1977, κυριεύεται από ζάλη, νιώθει έναν πόνο στην αριστερή πλευρά, καθησυχάζει εντούτοις την πιστή της καμαριέρα, την Μπρούνα, πίνει μια γουλιά πικρό, όπως της άρεσε ανέκαθεν, καφέ, χαμογελάει. Και μετά, φεύγει. Για πάντα. Φεύγει, για εκεί όπου όλα τα κορίτσια τα λένε Βιολέτα και όλα τα αγόρια είναι ποιητές. Και ένας ποιητής, ο Πιερ Πάολο Παζολίνι, έγραψε για την Ερωτευμένη Ντίβα, την Θεϊκή Κάλλας: «Εσύ χαρίζεις, σκορπίζεις δώρα, έχεις ανάγκη να χαρίζεις, Για μένα υπάρχει ένα κενό στο σύμπαν/ ένα άνοιγμα στο σύμπαν/ κι Εσύ τραγουδάς από εκεί».

22 Οκτ 2007

"The Invisible Insurrection Of A Million Minds" - Alexander Trocchi (Επιμέλεια-Επίμετρο : Γ.Ι. Μπαμπασάκης) (1963)

O Tρόκκι γεννήθηκε στις 30 Ιουλίου του 1925 στη Γκλασκώβη. Ήταν ιταλικής καταγωγής. Σπούδασε Ιστορία, Λογική και Φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της πόλης του και μελέτησε κυρίως Πλάτωνα, Descartes, Lock, Αριστοτέλη και Kant, επιδεικνύοντας από νωρίς οξύνοια, ευαισθησία, αγάπη για την περιπέτεια και την ελευθερία. Ήδη το 1948, είχε παντρευτεί, είχε γίνει πατέρας, έτρεχε με τη μοτοσυκλέτα του (μια Ariel 500cc), είχε συνθέσει την μάλλον φιλόδοξη εργασία του "General Theory of Literary Criticsm" και δούλευε το πρώτο από τα κάμποσα μυθιστορήματα που δεν έμελλε ποτέ να ολοκληρώσει, ενώ είχε ήδη αρχίσει τους πειραματισμούς του με την μπεζεντρίνη. Δεν θα αργήσει να γοητευθεί (όπως και τόσοι άλλοι) από το Παρίσι, όπου και εγκαταστάθηκε τον Ιανουάριο του 1952. Εκείνη η πόλη, και ειδικά η Αριστερή Όχθη, ήταν τότε το απόλυτο καταφύγιο και ορμητήριο των πιο τολμηρών πνευμάτων της μεταπολεμικής εποχής. Ο Τρόκκι είχε εκκινήσει την μεγάλη του περίπολο στην ναρκοθετημένη ζώνη των αινιγμάτων της ζωής. Το γράψιμο ήταν ήδη γι' αυτόν μια διαδικασία προσδιορισμού και εξερεύνησης της ύπαρξης, μια παρατεταμένη κραυγή, ένα αέναως επεξεργαζόμενο επιφώνημα, η ίδια η εκπτύχωση της ζωής. Και το Παρίσι ήταν τότε "ο λαβύρινθος ο καλύτερα φτιαγμένος για να παγιδεύει τους ταξιδιώτες. Όσοι σταμάτησαν εκεί για δυο μέρες δεν έφυγαν ποτέ ξανά ή τουλάχιστον έμειναν όσο υπήρχε, οι περισσότεροι είδαν να έρχεται πρώτα το τέλος της σύντομης ζωής τους. Κανείς δεν εγκατέλειπε εκείνους τους δρόμους κι εκείνα τα τραπέζια όπου είχε ανακαλυφθεί το απόγειο του χρόνου". (Debord, In Girum Imusnocte Et Consumimur Igni)

*Και το βιβλίο "Η Αόρατη Εξέγερση Ενός Εκατομμυρίου Συνειδήσεων" του βρετανού λεττριστή και καταστασιακού Αλεξάντερ Τρόκκι, αποτελεί το 4ο και τελευταίο μέρος της σειράς "Φωτοβολίδα", που επιμελήθηκε τη διετία 1995-6 ο συγγραφέας, ποιητής και μεταφραστής Γ.Ι. Μπαμπασάκης για τις Εκδόσεις Οξύ [τα άλλα βιβλία είναι : "Προλογίζοντας έναν Αιώνα" http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/1995.html, "Ουρλιαχτά για Χάρη του Σαντ" http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/hurlements-en-faveur-de-sade-guy-debord.html, "Η Λογική των Γεγονότων" http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/1996.html]. Σε μετάφραση του Λευτέρη Καβιέρη και επιμέλεια, επιλογή και επίμετρο του Μπαμπασάκη, το βιβλίο στηρίχτηκε σε δυο μεταθανάτιες εκδόσεις του σκοτσέζουν επαναστάτη του 20ου αιώνα Τρόκκι, του 1991 και 1992 του Άντριου Μ. Σκοτ. Ο τόμος αυτός πειλαμβάνει : ένα 4σέλιδο πρόλογο του Γ.Ι. Μπαμπασάκη, που μας εισάγει στον κόσμο και τη ζωή του Αλεξάντερ Τρόκκι, το δοκίμιο/ μανιφέστο "Η Αόρατη Εξέγερση Ενός Εκατομμυρίου Συνειδήσεων" όπως αυτό δημοσιεύτηκε στο 8ο τεύχος της Internationale Situationniste τον Ιανουάριο του 1963 καθώς και 7 ακόμη δοκίμια του αλλόφροντα Τρόκκι [Το Σχέδιο Σίγμα(μανιφέστο του Τρόκκι και καλλιτεχνών όπως ο Μπάροουζ και ο Γκίνσμπεργκ του 1964, αιτία διαγραφής του Τρόκκι από τους Καταστασιακούς του Ντεμπόρ), Ναρκομανείς : Απειλή ή Αποδιοπομπαίοι Τράγοι(του 1965), Η Ταινία(δοκίμιο), Σημείωση Σχετικά με τον Τζορτζ Όργουελ(δοκίμιο), Πως Κατέληξα να θέλω να Ξεφύγω(σκέψεις), Θειε Άμλετ, Χαμένος στο Μεσαίωνα(του 1978), Σημειώσεις ενός Ημερολογίου Θεραπείας(του 1965).

Ο σκοτσέζος Αλεξάντερ Τρόκκι, που περιπλανήθηκε ανά τον κόσμο κατά τη μεταπολεμική περίοδο, επηρρέασε βαθύτατ τις τέχνες και τον πολιτισμό της εποχής και συμμετείχε ενεργά στις επαναστατικές ζυμώσεις που συντελέστηκαν τότε. Μέλος των Λεττριστών και των Καταστασιακών του Ντεμπόρ, φίλος και σύντεχνος σπουδαίων καλλιτεχνών της αμερικανικής χώρας, όπου έζησε για μεγάλο διάστημα, ήταν μια προσωπικότητα που στιγμάτισε ακραία επαναστατικά τις δεκαετίες '50, '60 και '70. Με την ιδιότητα του συγγραφέα, έγραψε το καταπληκτικό βιβλίο "Cain's Book" το 1961, όπως και το "Young Adam"(1957), το οποίο έγινε ταινία στα 2003 από τον Ντέιβιντ Μακένζι. Είχε εκδώσει επίσης : "Helen And Desire"(1954), "Carnal Days of Helen Seferis"(1954), "School of Wives"(1955), "Thongs"(1955), "My Lifes and Loves"(1959), "Sappho of Lesbos"(1960), "School of Sin"(1960) καθώς και τη ποιητική συλλογή "Man at Leisue"(1972) σε επίμετρο του Ουίλλιαμ Μπάροουζ. Τον Απρίλη του 1985, σε ηλικία 60 έτων, ύστερα από συνεχείς πειραματισμούς με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ παθαίνει μια κρίση πνευμονίας και πεθαίνει στο Λονδίνο. * Ν.Ι.Π.

Ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης και το Μουσικό Ταξίδι..


Τη Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου,
στο Barrio, Κεραμεικού 53,
θα πάρουν φωτιά τα πλατώ και τα ηχεία!
Από τα σαξόφωνα του John Coltrane και του Coleman Hawkins,
στις κιθάρες του Eric Clapton και του B.B. King,
έως τις φωνές του Tom Waits, του Nick Cave, και του Leonard Cohen!

Ένα Μαγικό Μουσικό Ταξίδι
με commander τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη
και guest star τη Σώτη Τριανταφύλλου!
Από τις 10 το βράδυ!

We Few, We Happy Few, We Band of Brothers!

21 Οκτ 2007

"Συμπαιγνία" - Γιώργος Μπλάνας (Διήγημα)

Το Α', Β' και Γ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/10/blog-post_14.html

Και χαμογέλασε. Χαμογέλασε και χαιρέτησε τον γέροντα κι έφυγε, πήρε τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας ίσια κάτω, έχοντας ξεχάσει την υποψία, την πίκρα, όχι όμως και τον θυμό της. Μουρμούριζε. Τα ίδια και τα ίδια. Καυγάδιζε με τον Αλέκο. Κι ο δρόμος έφευγε. Τουλάχιστον αυτό.

Λίγο πριν από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, κατάλαβε πως είχε φάει όλη τη σοκολάτα. Ένοιωσε στο στομάχι μεγάλη ταραχή. Όχι γιατί ήταν νηστική από το πρωί, αλλά γιατί είχε να φάει σοκολάτα από επτά ετών, απ’ τον καιρό της καταστροφής. Το θρεπτικό γλύκισμα την είχε σώσει από τη λιμοκτονία. Ωστόσο, μετά τα πρώτα εικοσιτετράωρα, το παιδικό στομάχι της πονούσε αβάσταχτα και τα βράδια πεταγόταν φωνάζοντας να μην της δίνουν άλλο αίμα. Νεκροί, τροφή, οσμή του θανάτου και γλυκόπικρη σοκολάτα είχαν αγκαλιαστεί εφιαλτικά στα όνειρα του ξεριζωμένου κοριτσιού.

Πήρε βαθιά ανάσα, για ν’ αποφύγει τα χειρότερα και, σηκώνοντας το κεφάλι, είδε τον ήλιο ν’ ακουμπάει σαν μανταρίνι στη ράχη του όρους Αιγάλεω. Τα μανταρίνια της άρεσαν. Τα βράδια, στην πατρίδα, ο μεγάλος της αδελφός έφτιαχνε μικρά φαναράκια με τα ευλογημένα φρούτα και στόλιζε το δικό της ψεύτικο τραπεζάκι, δίπλα στη μεγάλη τάβλα που τρωγόπιναν και, φυσικά, γλεντούσαν οι μεγάλοι. Κάθε βράδυ. Όμορφο πράγμα τα μανταρίνια: φωτεινά και ζεστά και ζωντανά, αφού η φλόγα τους σαν να τρεμόπαιζε πάντα στον οργιαστικό ρυθμό του καρσιλαμά... Συνήλθε κάπως.

Πλησιάζοντας το ποτάμι, θυμήθηκε πως ο γέροντας την είχε πει με τ’ όνομά της. Ταράχτηκε. Στέγνωσε το στόμα της. Κάθισε στα σκαλοπάτια του ναού του Αγίου Κωνσταντίνου, που φύλαγε με την αυστηρή πέτρα του την όχθη, χωρίς ωστόσο να μπορεί να φοβίσει το νερό που κάθε χειμώνα ξεπερνούσε την ορμή του πνίγοντας τα παρακείμενα περιβόλια, και προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της πως δεν την είπε με τ’ όνομά της ο άγνωστος, πως δεν της είπε: «Κατάλαβες, Καλομοίρα;» Δεν δυσκολεύτηκε.

Το παθολογικά λογικό -λόγω δειλίας και απειρίας, δυστυχώς- κορίτσι έκρυβε μέσα του μιαν ανεξάντλητη φλέβα φαντασίας, η οποία εκφραζόταν σχεδόν αποκλειστικά με τις τόσο διαδεδομένες στους λαϊκούς ανθρώπους απόψεις περί αθανασίας της ψυχής. Ορισμένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής της συνδέονταν με φαντάσματα, με άδολες, αδικοχαμένες ψυχές που έσπευδαν να τη βοηθήσουν. Ισχυριζόταν, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως ακόμα και τα λίγα γράμματα που ήξερε -συγκεκριμένα: να χρησιμοποιεί φωνητικά τα γράμματα της αλφαβήτου- της τα είχε μάθει ένα ζευγάρι νεκρών νέων, των οποίων οι ψυχές στοίχειωναν το κατώγι του σπιτιού, όπου εργαζόταν ως οικιακή βοηθός, στα δώδεκά της χρόνια. Μπορούσε να τους περιγράψει και να αναφέρει με κάθε λεπτομέρεια τα μαθήματα. Ο Αλέκος την άκουγε με ενδιαφέρον και σχολίαζε τη δημιουργική δύναμη της ανθρώπινης σκέψης. Φυσικά είχε κλονίσει τις ιδέες της περί ύπαρξης φαντασμάτων, αλλά όχι και την πίστη της στη δύναμή τους.

Εν πάση περιπτώσει, η Καλομοίρα, μπροστά στην ακατάληπτη ορμή με την οποία την απειλούσε η μορφή του γέροντα, έπεισε τον εαυτό της πως δεν είχε ακούσει τ’ όνομά της.

Είχε φτάσει πια κοντά στο ναό του Αγίου Αντωνίου, προστάτη του προσφυγικού συνοικισμού του Περιστερίου, όταν η επιμονή της την έφερε μπροστά στην πλέον τρομερή σκέψη. Ο γέροντας είχε βγει από το αναρρωτήριο κι όμως την ρώτησε από πού πηγαίνουν εκεί. Σαν να της ζητούσε την άδεια την είχε ρωτήσει. Κι ύστερα: «Τους ξέφυγα, μου ξέφυγαν... Δεν είναι δα τίποτα σπουδαίο. Παίρνεις, σου παίρνουν. Έτσι είναι η ζωή. Κανείς δεν δίνει χωρίς αντίκρισμα. Ούτε τη ζωή του».
Αυτή τη φορά, δεν μπόρεσε να περάσει την γλώσσα πάνω από τα στεγνά χείλη της. Δεν μπορούσε καν να την κινήσει. Την ένοιωθε τεράστια, πρησμένη, χαρακτηριστικό σύμπτωμα της ημικρανίας, που προκαλείται από συναισθηματική ένταση.

Στάθηκε, μια στιγμή, κοίταξε μπροστά της τα ξύλινα σπίτια να κουρνιάζουν σαν νυχτερίδες μέσα στο σκοτάδι που κατέφθανε ακράτητο, αρπάχτηκε από τα μαλλιά της κι άρχισε να τρέχει μέσα στον βυθό του απόβραδου, κραυγάζοντας σπαρακτικά.
Εισέβαλε -έπεσε θα έλεγε κανείς για ν’ ακριβολογήσει- στην παράγκα της μάνας της σαν σκοτωμένο πουλί.
«Μωρ’ κόρη μου! Μωρ’ Κόρη μου!»
«Μάνα, του έστειλα τον θάνατο, του έστειλα τον Χάρο!»
Και σωριάστηκε στα σανίδια.

Η Ασπασία Λαγού, καρτερική, αλλά όχι και παραδομένη στη μοίρα της -όπως όλες οι γυναίκες της Ιωνίας άλλωστε- την άρπαξε από το χέρι και προσπάθησε να την επαναφέρει στην πραγματικότητα.

«Μωρ’ συ, ποιον θάνατο του έστειλες; Πήγες και τον έπρηξες πάλι, άρρωστο άνθρωπο. Άσε, θα πάω εγώ αύριο. Μωρ’ συ, μωρά είναι οι άντρες... Δεν έμαθες ακόμα!» Την χάιδεψε λίγο. «Έλα τώρα. Δεν μας έσφαξε ο Κεμάλης, δεν μας σφάζει κανείς. Αυτός ήτανε ο θάνατος ολοσούσουμος. Πάει, τον περάσαμε!» Ύστερα της έδωσε μια στα πισινά, όπως όταν ήταν κοριτσάκι και: «Άντε, η αδερφή σου κοιμάται με το παιδί στην κάμαρα. Άντε κι εσύ... Βάστα. Κλάψε πρώτα καλά!»
Έκλαψε η Καλομοίρα κι ύστερα πήγε κι άνοιξε την κάμαρα κι έμεινε εκεί σαν κούτσουρο να βλέπει πώς κοιμόταν η μικρή, ίδια ο πατέρας της, και δίπλα της ένας μικρός, γαλήνιος σωρός από τον οποίο ξεχώριζε εκείνος ο κάτασπρος, τρυφερός ώμος. Ο δικός της, της αδελφής της... Μπερδεμένα πλάσματα οι άνθρωποι. Ανάποδα πλάσματα. Ανάποδοι άγγελοι κι ανάποδοι δαίμονες. Τι να σου κάνει ένας θεός!

Πλάγιασε δίπλα τους, τις αγκάλιασε και τις δυο και δεν σηκώθηκε παρά μόνον όσο χρειάστηκε για να ησυχάσει το παιδί, που ξύπνησε μέσα στη νύχτα ζητώντας σοκολάτα!

*

Στις έντεκα και μισή το πρωί της επομένης, επιστρέφοντας από το αναρρωτήριο των φυλακών Αβέρωφ, η Ασπασία Λαγού μπήκε στον προσφυγικό συνοικισμό του Περιστερίου σαν μαυροφτέρουγο πουλί, δέρνοντας την πυρωμένη άπνοια με τα χέρια της. Μπροστά στην παράγκα της, στάθηκε και μάζεψε τα χέρια στα στήθη. Ήθελε να φωνάξει, μα τα χείλη της είχαν πετρώσει, σαν να μην ήθελε η σάρκα της ν’ αποδεχθεί τη συμφορά.

«Πάει ο λεβέντης, κόρη μου», είπε πιο πέτρινα κι απ’ τη μορφή της, όταν οι κόρες της κατάφεραν να τη συνεφέρουν. «Τους σκοτώσανε οι χωροφύλακες με τις ξιφολόγχες πάνω στα κρεβάτια τους. Όλους. Ξημερώματα το σκάσανε οι κουκουέδες κι αφρίσανε οι Γερμανοί. Βάλανε τους χωροφύλακες να τους σκοτώσουν. Άλλο που δεν ήθελαν... Ανάθεμά τους... Ανάθεμά τους... Παντού Τσέτες, Τανγκαλάκια παντού!» έχασε κάθε έλεγχο, θυμούμενοι τα σώματα των ατάκτων που χρησιμοποίησαν οι Νεότουρκοι στις σφαγές το ’22. Κι ύστερα, σαν ν’ άδειαζε η ψυχή της όλη μέσα στα λόγια: «Πάει ο Αλέκος, κόρη μου!»
«Στο είπα μάνα», ψιθύρισε η Καλομοίρα, «του έστειλα τον θάνατο».
«Πάψε μωρ’ κόρη μου. Ο θεός...»
«Τι να σου κάνει ο θεός, μάνα; Εμείς έχουμε στήσει δουλειά μεγάλη με τον θάνατο... Συμπαιγνία!»
Η αδελφή της έκλαιγε.
«Τι κλαις εσύ;»
«Την κατάντια μας!»

[Το διήγημα "Συμπαιγνία" ήταν μια ευγενική παραχώρηση για το "Βακχικόν" του ποιητή-μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα].

20 Οκτ 2007

"Φωτογραφία της εβδομάδας" - Μιχάλης Γεωργιάδης (15-21/10/07)


Πετάμε τους καθρέφτες
στο κρεβάτι
και δε σπάνε.

Το κορμί μας μαζί
από πάνω
σπρώχνει βαθιά
τις πλανώμενες μορφές τους.
Επιμένει.

Θα γεννηθούμε πάλι
αφανείς.

Ηλίας Τασόπουλος

Βρήκα αυτό το ποίημα μια μέρα χαζεύοντας στο internet και μου κίνησε την προσοχή. Το έχει γράψει ο "Ηλίας Τασόπουλος" και έχει τίτλο "οι ερωτευμένοι".

" Στιγμές ( Ι ) " - Στράτος Π. (20/10/07)


Κατεβαίνω τα πλατιά μαρμάρινα σκαλοπάτια
διασχίζω το μακρύ σκοτεινό διάδρομο
Μεθυστικό άρωμα υγρασίας μετά από βροχή
μια λάμψη καλοκαιρινού ήλιου με τυφλώνει
Μπροστά μου η μεγάλη γυάλινη τζαμαρία
παιδικά χαμόγελα και φωνές ηχούν στ' αυτιά
Η αυλή με τα λευκά τριαντάφυλλα, τις γαρδένιες
οι ανθισμένες λεμονιές και εκείνη η ψηλή ροδιά
Σκιές ξεγλιστρούν τρέχοντας εδώ κ' εκεί
ευχάριστο συναίσθημα χαράς, μιας ζεστής αγκαλιάς
Δυο φιγούρες στο τετράγωνο ξύλινο τραπέζι
καθισμένοι αντικρυστά κοιτάζονται δίχως τέλος πια
Το φώς του διπλανού σπιτιού σπάει απότομα το σκοτάδι
ο χώρος άδειος κενός σιωπηλός, το τραγούδι έπαψε
Στα γόνατα λυγίζω, ο πόνος κάνει την καρδιά να σταματά
ανίκανος να χύσω ένα δάκρυ κοιτώ Εκεί: Τ' άστρα τρεμοπαίζουν..

19 Οκτ 2007

"Τάλγκο" - Βασίλης Αλεξάκης (1980)

... Θα διάβαζα μέχρι είκοσι φορές το κάθε γράμμα σου, το διάβαζα δυο-τρεις φορές όταν ερχόταν, το φιλούσα, το έχωνα στη τσάντα μου, το ξαναδιάβαζα στο λεωφορείο. Το κρατούσα σφιχτά στα χέρια μου να μη μου το κλέψουν, μη μου το αρπάξει κανείς, το κρατούσα όπως κρατάει η μάν το χέρι του παιδιού της όταν διασχίζουν κεντρική λεωφόρο. Είμασταν συνεχώς μαζί, οι άλλοι άνθρωποι γύρω μου είχαν καταντήσει ωχροί σαν αναμνήσεις. Μου έτυχε να βρεθώ με μεγάλη παρέα στο εστιατόριο χωρίς να πω ούτε ν' ακούσω λέξη. Κάποια στιγμή το μάτι μου καρφώθηκε σε μια άδεια καρέκλα όπου σιγά-σιγά εμφανίστηκες εσύ και μου χαμογέλασες. Οι άλλοι έπαψαν να υπάρχουν. Για μένα, η μόνη κατειλημμένη καρέκλα ήταν αυτή η καρέκλα, η κενή ...

*
Από τα ερωτικότερα διηγήματα της ελληνόφωνης πεζογραφίας, από έναν σπουδαίο έλληνα λογοτέχνη του εξωτερικού, τον Βασίλη Αλεξάκη, ο οποίος ζει μόνιμα στη Γαλλία από το 1968. Το "Τάλγκο", μια ερωτική ιστορία σε πρώτο πρόσωπο, που εξελίσσεται σε τρεις μεσογειακές χώρες κάτω από τον καυτό ήλιο που ενώνει τις καρδιές των ανθρώπων τους, διηγείται τον αδιέξοδο έρωτα μιας νοικοκυράς-χορεύτριας, σε συζυγικό και προσωπικό τέλμα, με ένα πετυχημένο στέλεχος της ΕΟΚ, που ζει μόνιμα στο Παρίσι. Το συγκεκριμένο βιβλίο, το τρίτο του συγγραφέα-σκηνοθέτη-σκιτσογράφου Αλεξάκη, μόλις έξι χρόνια από το ντεμπούτο του με το βιβλίο "Le Sandwich", είναι το πρώτο του μυθιστόρημα που εκδόθηκε και στα ελληνικά. Μάλιστα, στα 1984, ο έλληνας σκηνοθέτης Γιώργος Τσεμπερόπουλος μεταφέρει το βιβλίο στο σινεμά, με τίτλο "Ξαφνικός Έρωτας", με πρωταγωνιστές την Μπέτυ Λιβανού, τον Αντώνη Θεοδωρακόπουλο και τον Νικήτα Τσακίρογλου, με διευθυντή φωτογραφίας τον Γιώργο Πανουσόπουλο και καλλιτεχνικό διευθυντή τον Νίκο Περάκη, σε μουσική του Σταμάτη Σπανουδάκη και τραγούδι της Ελένης Βιτάλη, αποκομίζοντας και πολλές καλές κριτικές. Το βιβλίο εκδόθηκε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Εξάντας στα 1980 και ανατυπώθηκε από τις ίδιες εκδόσεις στα 1993.

Βιογραφικό Βασίλη Αλεξάκη

Ο Βασίλης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Αθήνα τον Δεκέμβρη του 1943. Από το 1968 ζει μόνιμα στο Παρίσι. Σπούδασε στη Ανωτάτη Δραματική Σχολή της Λιλ. Έχει εργαστεί ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Le Monde και ως χρονογράφος. Εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα στα γαλλικά, στα 1974 με τίτλο "Le Sandwich". Ακολούθησαν : "Les Girls du City Boum-Boum"(1975), "Les Grecs du Aujourd'hui"(1979), "Talgo"(1980), "Controle d' Identite"(1985), "Paris-Athenes"(1989), "Avant"(1992), "Η Μητρική Γλώσσα"(1995), "Ο Μπαμπάς"(1997) "Η Καρδιά της Μαργαρίτας"(1997), "Το Μυστικό του Κίτρινου Τάπητα"(2000), "Oι Ξένες Λέξεις"(2003), "Θα Σε Ξεχνάω κάθε Μέρα"(2005), "Το Κεφάλι της Γάτας"(2006), "Μήπως πρέπει να κλείσουμε τα Συντριβάνια όταν Βρέχει;"(2007). Έχει επίσης δημοσιεύσει τρεις συλλογές με σκίτσα, μια στα ιταλικά το 1978 και δυο στα ελληνικά το 1982 και το 1984. Τέλος έχει σκηνοθετήσει μια ταινία μικρού μήκούς "Είμαι Κουρασμένος"(1982), δυο τηλεταινίες και μια μεγάλου μήκους "Οι Αθηναίοι"(1991). * Ν.Ι.Π.