30 Νοε 2007

"Propaganda No 1 : The Nightwatchman : One Man Revolution (2007)" - Τάσος Ρήτος

2. One Man Revolution

3. Let Freedom Ring

4. The Road I Must Travel

5. The Garden of Gethsemane

6. House Gone Up In Flames

7. Flesh Shapes The Day

8. Battle Hymns

9. Maximum Firepower

10. Union Song

11. No One Left

12. The Dark Clouds Above

13. Until the End

Ένας άντρας μία επανάσταση! Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ξεκίνησε από τότε που τα όνειρα των ανθρώπων σφηνώθηκαν μέσα σε ένα κονσερβοκούτι! Από τότε που τα παιδιά κλειδώθηκαν πίσω από κάγκελα σχολείων. Από τότε που στα πεζοδρόμια ανάβλυζε φωτιά νεανική, τραγούδια επαναστατικά, παθιασμένα βλέμματα, ζωντανά ονόματα δίχως υποκοριστικά! Αίμα!


It started in basements
And it started in sheds
It started in backyards
And was hidden under beds
I turned on the TV
Don't believe a word they say
We can't stay here
And we can't get away

Έλα και κάθισε μαζί μας, γύρω απ’ τη φωτιά που αναβλύζει. Το φεγγάρι το έχουμε δέσει με τον χαρταετό μας και ένα πολύχρωμο μπαλόνι. Πριν χρόνια αποφάσισε να φύγει, θέλησε να γκρεμοτσακιστεί από ένα μεγάλο βουνό! Το πετύχαμε μια βραδιά εκεί και το πιάσαμε! Από τότε λοιπόν καθόμαστε εκεί και το προσέχουμε, το φροντίζουμε! Και βλέπεις μεγαλώνει μέρα με τη μέρα! Η δύναμη της ψυχής μας το κάνει ακόμα να ελπίζει!

I'm a one man revolution
The time is nigh
The day is dark
There's only one solution
I'm a one man
I'm a one man
I'm a one man revolution

Καθώς λοιπόν η μέρα θα μικραίνει, η νύχτα θα γεμίζει με γιορτές! Όσο λοιπόν οι άνθρωποι σκοτώνουν τη μιζέρια τους και βγαίνουν στους δρόμους, τόσο το φεγγάρι μας θα δυναμώνει! Ο χρόνος είναι πια παρελθόν, τα ρολόγια είναι περιττά αυτή τη στιγμή γύρω απ’ τη φωτιά! Το μόνο που χρειαζόμαστε είναι μια επανάσταση από το δεσμά του χρόνου!

Ten trials whose outcomes
All fixed from the start
Nine judges sitting counting
Their money in the dark
Eight towers of iron
Surround the desert town
On a cold December morning
Seven martyrs knocked them down
Six fathers still waiting
For their six sons to come home
Five mothers who know better
And accept that they're gone
Four years I've been hunted
Still I breathe free
Three times I shot the sheriff
And did not spare the deputy

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν θα πάψω ποτέ να φωνάζω, να χορεύω, να γιορτάζω αγκαλιά με τα πουλιά, με τα σκυλιά και τους ανθρώπους! Θα συνεχίσω να ψάχνω στο δρόμο το γέλιο, τη χαρά, το χαμόγελο και τα παιδιά! Είμαι ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ απόψε να αγκαλιάσω τη φωνή σου, να ζεσταθεί με την δική μου την πνοή. Είμαι ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ απόψε να σκαρφαλώσω στο φεγγάρι που έχουμε κρατήσει και να φωνάξω μαζί σας «ΕΙΜΑΙ ΕΝΑΣ ΑΝΤΡΑΣ, ΜΙΑ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ, ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ!

29 Νοε 2007

"Τέρυ Γκίλιαμ, Αφιέρωμα" - Νέστορας Ι. Πουλάκος

Το κείμενο για τον αμερικανό-βρετανό σκηνοθέτη δημοσιέυτηκε τον Μάϊο του 2007 στην Επιθεώρηση Κινηματογράφου "Cinema" του Γιώργου Κορμικιάρη.

Μήπως ο Τέρυ Γκίλιαμ είναι ένας περίεργος τύπος κι ως τέτοιον τον αντιμετωπίζουν κατά καιρούς κοινό και κριτικοί; Τι είναι τελικά αυτός ο αμερικανός animator που έγινε γνωστός ως μέλος της καλύτερης σύγχρονης κωμικής ομάδας του σινεμά από την εποχή των Αδελφών Μαρξ, τους περίφημους Μόντυ Πάιθον, και από τότε –εδώ και τρεις δεκαετίες- μας κατακλύζει με ταινίες του προσωπικού ύφους και στυλ που προκαλούν διχογνωμίες, συζητήσεις και κριτικές ποικίλου είδους.

Αφορμή για το αφιέρωμά μου στάθηκε σχόλιο γνωστού έλληνα κριτικού, όταν βγήκε στις αθηναϊκές αίθουσες κάπου στα μέσα του 2006 η τελευταία ταινία του Γκίλιαμ «Tideland». «Άλλη μια περίεργη, αλλοπρόσαλλη κινηματογραφική προσέγγιση του σκηνοθέτη της μιάμιση ταινίας…», έλεγαν περίπου τα γραφόμενα του. Μιάμιση ταινία ο Γκίλιαμ; Ε, δε νομίζω!

Ο Τέρυ Γκίλιαμ γεννήθηκε προς τα τέλη του 1940 στη Μινεσότα των Η.Π.Α., και κακώς πολλοί τον θεωρούν εκ γενετής βρετανό, έχοντας παραπλανηθεί μάλλον από την μακρά του διαμονή στην Αγγλία αλλά και από την βρετανική υπηκοότητα που τελικά απέκτησε. Παντρεμένος από την εποχή της δόξας των Πάιθον με την Μάγκι Ουέστον έχει αποκτήσει τρία παιδιά.

Οι αρχές της δεκαετίας του '60 τον βρίσκουν στο Λος Άντζελες να σπουδάζει animation και να πρωτοδουλεύει στο πετυχημένο χιουμοριστικό περιοδικό «Fang», μεταβαίνει στη συνέχεια στην Αγγλία όπου δουλεύει σε σειρές της εκεί τηλεόρασης κυρίως ως animator αλλά και ως σεναριογράφος σε τρεις από αυτές(«Do not Adjust Your Set» - 1967, «Marty» - 1968, «Broaden Your Mind» - 1968). Παράλληλα στα 1968 γυρίζει και τη πρώτη μικρού μήκους anim ταινία του «Storytime». Κι όλα αυτά μέχρι τα 1969 όπου ξεσπά το φαινόμενο Μόντυ Πάιθον.

Μαζί με τους Τέρυ Τζόουνς, Γκράχαμ Τσάπμαν, Έρικ Ίντλ, Τζων Κλης και Μάικλ Πάλιν δονούν με γέλιο την Αγγλία και κατ' επέκταση πολλές τηλεοράσεις της Ευρώπης και της Αμερικής από το 1969 ως το 1974. Και στη συνέχεια ως το 1983 με κινηματογραφικές παραγωγές. Ο Γκίλιαμ, ο μοναδικός μη-βρετανός της ομάδας, αποτέλεσε σημαντικό κομμάτι της παρέας με τις σκηνοθετικές και σεναριακές του υποδείξεις, τα animations του, τις ερμηνείες του και ότι άλλο κατεβάσει ο νους σας.

Στα 1974 γυρίζει και την δεύτερη και τελευταία μικρού μήκους anim ταινία του «The Miracle of Flight». Από το 1977 κάνει ντεμπούτο στην σκηνοθεσία με το παραμύθι «Jabberwocky» και από τότε μας έχει προσφέρει άλλες 8 ταινίες, με το «Brazil» και το «Twelve Monkeys» να μένουν για πάντα χαραγμένες στο πάνθεον της κινηματογραφικής ιστορίας. Από κει και πέρα ο Γκίλιαμ δούλεψε κατά καιρούς τόσο στην αγγλική όσο και στην αμερικανική τηλεόραση, ασχολήθηκε με την διαφήμιση βγάζοντας αρκετά χρήματα, άφησε projects ανολοκλήρωτα όπως το φιάσκο με το «The Man Who Killed Don Quixote» στην Ισπανία το 2001 με πρωταγωνιστή των Τζώνυ Ντεπ, ενώ οι ιστορίες γύρω από ταινίες που του προσέφεραν τα studios και εκείνος τις απέρριψε δίνουν και παίρνουν, όπως «Who Framed Roger Rabbit», «Enemy Mine», «Forrest Gump», «Braveheart» κ.ά. Τέλος να τονίσουμε ότι έχει προταθεί για Όσκαρ σεναρίου το 1985 για το «Brazil» και έχει αποσπάσει 13 βραβεία με προεξέχοντα εκείνα στην Βενετία(«The Fisher King») και στο Βερολίνο(«Twelve Monkeys»).

Οι ταινίες του Τέρυ Γκίλιαμ :

Monty Python's And Now For Something Completely Different (1971), μια 90λεπτη ταινία που συμπυκνώνει τα καλύτερα σκετς της πρώτης και δεύτερης τηλεοπτικής περιόδου του διάσημου σώου της κωμικής εξάδας «Flying Circus», σε σκηνοθεσία του σκωτσέζου τηλεοπτικού σκηνοθέτη Ίαν ΜακΝότον, με τον Τέρυ Γκίλιαμ πέρα από την συμβολή του στο σενάριο και την υποκριτική, να περιλαμβάνει και την φροντίδα των κινουμένων σχεδίων των ιστοριών. Η πρώτη κινηματογραφική γνωριμία των Monty Python.

Monty Python And The Holy Grail (1975), ένα χρόνο μετά την τηλεοπτική διάλυση της κωμικής εξάδας παρουσιάζεται η πρώτη αμιγώς κινηματογραφική ταινία τους, μια κλασσική βρετανική κωμωδία χαμηλού προϋπολογισμού που εκτυλίσσεται στα χρόνια του Βασιλιά Αρθούρου διακωμωδώντας την εποχή, που εξελίχθηκε σε εμπορική επιτυχία και ένα ανεπανάληπτο σώου με απίθανες ατάκες, σκηνοθετικό ντεμπούτο του Γκίλιαμ(μαζί με τον Τέρυ Τζόουνς), με συμβολή στο σενάριο, με διάφορους ρόλους στο καστ και φυσικά την επιμέλεια των αγαπημένων του animations.

Monty Python's Life of Brian (1979), κατά πολλούς η καλύτερη παϊθονική ταινία, αποθέωση του γέλιου στην πιο πετυχημένη σάτιρα των χρόνων του Ιησού, ο Γκίλιαμ δεν σκηνοθέτησε αφήνοντας μόνο του τον Τζόουνς και πέρα από την ανάληψη των κλασσικών καθηκόντων του(σενάριο, υποκριτική, κινούμενα σχέδια) ανέλαβε και τον σχεδιασμό της παραγωγής της παγκόσμια εισπρακτικά πετυχημένης ταινίας.

(Συνεχίζεται)

28 Νοε 2007

Σωτήρης Παστάκας : Απάνθισμα για έναν Φίλο

Στον φίλο και δάσκαλο Σωτήρη Παστάκα


Ο δρόμος είναι μηχανή απίθανη.
Οι βιτρίνες άσκηση της έμπνευσης.
Το χρεοκοπημένο εστιατόριο που ξηλώνουν
μεσάνυχτα, τίτλος ιδανικός.

Τα τρόλεϊ, τα ταξί, μεταφορές υπέροχες.

Σύντομες συναναστροφές, στίχοι και στροφές.
Οι ποιητές μπαίνουν στα καφενεία με στολή
ανθρακωρύχου. Ο ορυκτός πλούτος των λέξεων.
Οι καρέκλες, σημεία στίξεως των συζητήσεων.

Συκοφάντη και διαβλημένο (μεγάλη πόλη η Αθήνα)
τους βρίσκεις πλάι πλάι μέσα στο ίδιο ποιήμα.

(Ο Περίπατος του Ποιητή, στον Κ. Μαυρουδή, συλλογή "To Aθόρυβο Γεγονός", εκδ. Το Δέντρο, 1986(β' εκδ. Πλανόδιον, 2001))
Η εθνική οδός Κορίνθου-Πατρών
από ένα σημείο κι έπειτα βγάζει
σε άγνωστο τοπίο : έκπληκτος ο ταξιδιώτης
που ανασηκώνει το βλέμμα, αγνοεί
το ακριβές ύψος της διαδρομής,
όπως συμβαίνει με την άκρη του ματιού
ως ξένο και παντελώς άγνωστο
να συλλαμβάνουμε τον άνθρωπό μας.
Για να μας οδηγήσει μετά στο καθαυτό
τοπίο της ψυχής : παύει πλέον
να γνωρίζεις την κατεύθυνση, αν πηγαίνεις,
αν έρχεσαι, αν σε καλωσορίζουν ή
αν αποχαιρετάς ένα κομμάτι της ζωής σου.
Μόνος επιτέλους, στην αποβάθρα
κοιτάζεις τη θάλασσα που μόνο για χάρη σου,
λες, πάλλεται, σκιρτά κι ανασαλεύει,
ώσπου να φουσκώσουν τα νερά, το μπλε
της αναχώρησης να γίνει και πάλι
γαλάζιο του θανάτου.


(Tickets to Italy, συλλογή "Η Μάθηση της Αναπνοής", εκδ. Πλανόδιον, 1990(β' εκδ. 1999, γ' εκδ. 2001))
Να απεικονίσεις τα δέκα απ' τα εκατομμύρια
Άδεια μπουκάλια, στην ακριβή τους μορφή.
Να αποδώσεις το σχήμα της φιάλης,
Τα ιερογλυφικά της ετικέτας, το χρώμα
Του περιεχομένου τους, όπως ο πρώην αλκοολικός
Προσδίδει στο ουδέτερο ποτήρι Perrier.
Την απόχρωση και τη γεύση του αγαπημένου του
Ποτού: το υποκίτρινο του ουίσκι, το θυμώδες
Του ζύθου, το κεκορεσμένο ξανθό της ρετσίνας.
Καλλιτέχνης υπήρξε ανέκαθεν ο αποτοξινωμένος
Της πραγματικότητας, ο αποξενωμένος
Του καθ' ημέρα βίου, ο καλλιγράφος προξενητής
Της μίας και μοναδικής ανύπαρκτης φιάλης,
Που έτυχε να μας ξεδιψάσει όλους.


(Υπερφίαλος Ποιητική, συλλογή "Ο Κοινωνός των Αποστάσεων", εκδ. Νεφέλη, 1997 (β' εκδοση Πλανόδιον, 2002), διαβάστε επίσης http://vakxikon.blogspot.com/2007/05/1997.html)


(Μετρώ τα δάκτυλα του δεξιού μου χεριού/ Τελικώς είναι αληθινώς ο πόνος/ Αντίπαλον έχεις μόνον τον εαυτό σου, συλλογή "Νήσος Χίος", εκδ. Πλανόδιον, 2002, *τα ποιήματα δουλεύτηκαν κατά την παραμονή του Σ. Παστάκα στο Hawthorndern Castle, International Retreat for Writers, στο Εδιμβούργο τον Σεπτέμβρη του 2001, διαβάστε επίσης http://vakxikon.blogspot.com/2007/06/e-2002.html)

(Συγκεντρωτική συλλογή "Η Μάθηση της Αναπνοής... σε Τρεις Κινήσεις", εκδ. Μελάνι, 2006, συνοδ. με cd απαγγελίας ποιημάτων από τον Σ. Παστάκα, περιλαμβ. τις τρεις πρώτες ποιητικές συλλογές του λαρισαίου ποιητή)

Από πατέρα Έλληνα
κι Ελληνίδα μητέρα
ξύπνησα ένα απόγευμα
στο Σαντιάγο σαν Έλληνας
που του έχουν διδάξει
πως δεν αξίζει τόσο να ζεις
όσο να ταξιδεύεις,
και προπαντός σαν Έλληνας
να βγάζεις χρήματα
με την ευκολία
του αέρα που αναπνέεις.
Όταν οι θάλασσες
και οι στεριές ήταν δικές μας,
σε όποια χώρα κι αν άνοιγα
τα μάτια μου, με ένα κλείσιμο
του ματιού σφράγιζα
χρυσοφόρα ντηλς
απ’ όπου κι αν περνούσα,
Λίμα, Μαρ ντε Πλάτα,
Μπουένος Άϊρες, Βαλπαραϊζο,
εσκόρπιζα πίσω μου
μιαν ευωδία πλούτου,
γυναικείας καταπατημένης σάρκας,
κουτσούβελα που μυξοκλαίν
και κατουριούνται, αλλά δεν ήθελα
σαν τον πατέρα μου κι εγώ
να αφήσω πίσω μου
μόνον τη βαριά μυρουδιά
απ’ το πούρο μου.

Ξύπνησα ένα απόγευμα
στο Σαντιάγο της Χιλής
με την αίσθηση πως έχασα
τη μέρα μου. Χάνονται
οι μέρες όμοια στο Ρεσίφε,
στο Βανκούβερ, στο Τόκυο,
όπως και στην Αδελαΐδα.
Αποφάσισα λοιπόν, από ’δω
κι ύστερα να χάνω
τις μέρες μου στην Αθήνα,
κι απ’ τους αντίποδες φώναξα
«προσεχώς Ελλάδα».

Επέστρεψα λοιπόν,
εδώ εις τους αντίποδες
που είναι για μένα το Χαλάνδρι,
και χάνω τις μέρες μου
αγαπώντας τόσο και περισσότερο
την Ελλάδα όσο λιγότερο
τους συμπατριώτες.


(Από το Σαντιάγο της Χιλής, στον Γ. Γκούμα, συλλογή "Προσευχές για Φίλους - Prayers for Friends" εκδ. Heteron, 2007 (δίγλωσση Ελληνικά - Αγγλικά), μτφρ. Γ. Γκούμας)

[Συμμετοχή του Σ. Παστάκα στο San Fransisco International Poetry Festival 2007 μαζί με 17 ποιητές από όλον τον κόσμο(Η.Π.Α., Συρία, Παλαιστίνη, Βενεζουέλα, Κίνα, Ιταλία κ.ά) υπό την προεδρία του Τζακ Χίρσμαν, με χαιρετισμό του Λώρενς Φερλινγκέττι.]

Scretched out in the sun
On the wharf
She likes her paws,
The cat Miranda.

She washes her faces
Curls up
Bites ker tail
And kisses it.

Lifts her legs
-Shame on her!-
Kisses her belly
And her privates.

She didn't notice
That I came
On the Flying Dolphin
And in fact that I came

To hate myself
More than all other beings
A fanatic tourist
In nature's beauties.

Relaxing with a frape,
If only in my next life
I were a cat
On Hydra.

(H Aγάπη εις Εαυτόν ή Γάτα Μιράντα - Self-love or the Cat Miranda, στην Έφη Παράσχου, από τις "Προσευχές για Φίλους", μτφρ. Γιάννης Γκούμας)

["Ελληνομουσείον", Ανθολόγηση του Σ. Παστάκα για το κυπριακό αναγνωστικό κοινό, από τον εκδότη του περιοδικού "Πλανόδιον" Γ. Πατίλη, για το κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό "Ακτή"(Τευχ. 70, Άνοιξη 2007)]

Κατεβαίνοντας την Ακαδημίας δεν κατάλαβε
Το κίτρινο φυλλαράκι ακακίας που ήρθε
Και κάθισε στα μαλλιά του. Εν αγνοία του,
Ο κόσμος παραμέριζε για να περάσει,
Απρόσκοπτη η πορεία του, πράσινο
Και το επόμενο φανάρι. Δεν διέκρινε
Τα ερωτικά βλέμματα που τον έραιναν,
Τα ανεπίδοτα χαμόγελα, τα πρόσωπα
Που του έγνεφαν με άκρατη αισιοδοξία
Κι εμπιστοσύνη κι ευγένεια. Στον καθρέφτη
μόνον του ασανσέρ κατακόκκινος από ντροπή,
είδε το κίτρινο φυλλαράκι να αιωρείται
κάπου στο ύψος της γραβάτας σου και χαμογέλασε,
αυτός, το τιμώμενον πρόσωπον της Τρίτης,

ο παρασημοφορημένος της καθημερινότητας.

(Oδός Ακαδημίας, στον Μιχ. Γκανά, από την "Μάθηση της Αναπνοής")
*Ο Σωτήρης Παστάκας : Γεννήθηκε στη Λάρισα τον Δεκέμβρη του 1954. Σπούδασε ιατρική στη Ρώμη. Ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική στην Αθήνα. Εργάζεται ως ψυχίατρος στην Αθήνας από το 1985.
Ανήκει στη γενιά του ιδιωτικού οράματος, τη ποιητική παρέα του '80. Αν και, χρονολογικά, ανήκει στη β' μεταπολεμική γενιά, η ποιητική του πορεία και παρέα, τον εντάσσουν μεταγενέστερα.
Εμφανίστηκε στα γράμματα για πρώτη φορά στα 1981, με τέσσερα ποιήματά του στο περιοδικό "Το Δέντρο". Έκτοτε συνεργαζέται με ποικίλα λογοτεχνικά περιοδικά είτε έντυπα είτε ηλεκτρονικά. Είναι ιδρυτής και υπεύθυνος σύνταξης(μαζί με τον Σπύρο Αραβανή) της Επιθεώρησης Ποιητικής Τέχνης "Ποιείν"(http://www.poiein.gr/). Tέλος, έχει συμμετάσχει σε διάφορα παγκόσμια ποιητικά συνέδρια, στη Βερόνα της Ιταλίας, στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, στο Σεράγεβο και πρόσφατα στο Σαν Φρανσίσκο.
Έχει συμμετάσχει σε 16 ανθολογίες ποίησης, είτε ελληνικές είτε ξένες(αγγλικές, ουγγρικές, ιταλικές, αμερικανικές) από το 1984 έως το 2007.
Έχει μεταφράσει τρεις ιταλούς ποιητές(Vittorio Sereni, Sandro Penna, Umberdo Sabba), για τις εκδόσεις Μικρό Δέντρο τους δύο πρώτους(το 1981) και για το περιοδικό Πλανόδιον τον τελευταίο(το 1988). Τέλος, το 2003, από τις Εκδόσεις Τουμπής, έχει μεταφράσει το βιβλίο "Η Αθήνα του Περικλή με ξεναγό τον Σωκράτη".
Για το τέλος αφήσαμε το ποιητικό του έργο : πρώτη του ποιητική συλλογή "Το Αθόρυβο Γεγονός", εκδόσεις Το Δέντρο, το 1986. Ακολούθησαν "Η Μάθηση της Αναπνοής", εκδόσεις Πλανόδιον, το 1990 και "Ο Κοινωνός των Αποστάσεων". εκδόσεις Νεφέλη, το 1997. Αυτά τα τρία βιβλία, συγκεντρώθηκαν το 2006, στη συλλογή "Η Μάθηση της Αναπνοής... σε Τρεις Κινήσεις", από τις Εκδόσεις Μελάνι, με συνοδευτικό cd απαγγελίας μερικών ποιημάτων. Το 2002, ο λαρισαίος ποιητής, φτάνει το ποιητικό του απόγειο με τη συλλογή "Νήσος Χίος", εκδόσεις Πλανόδιον. Τέλος, στα 2007, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Heteron, η πέμπτη ποιητική του συλλογή "Προσευχές για Φίλους", δίγλωσση, μετφρασμένη στα αγγλικά από τον σπουδαίο έλληνα ποιητή Γιάννη Γκούμα. Μια συλλογή που γραφόταν από το 1995. Ολοκληρώνοντας, να σημειώσουμε ότι στα 2003, ο ιταλός μεταφραστής Μάουρο Τζιακέτι, μετέφρασε στα ιταλικά τη συλλογή "Η Μάθηση της Αναπνοής" με τίτλο "L' Esperienza del Respiro", η μοναδική ολοκληρώμενη απόδοση της ελληνικής ποιητικής του Σ. Παστάκα, στο εξωτερικό.
(Επιμέλεια - Επίμετρο : Νέστορας Ι. Πουλάκος]

"Μια φωτογραφία όλο ποίηση" - Μιχάλης Γεωργιάδης (28/11/07)


Αφιέρωμα στο "national geographic" Μέρος Α'

Η "National Geographic Society", με έδρα στην Ουάσιγκτον των Ηνωμένων Πολιτειών, είναι μία από τις μεγαλύτερες εκπαιδευτικές και επιστημονικές, μη κερδοσκοπικές, οργανώσεις παγκοσμίως. Στα ενδιαφέροντα της περιλαμβάνονται η γεωγραφία, η αρχαιολογία και η φυσική επιστήμη, η προώθηση της περιβαλλοντικής και ιστορικής συντήρησης, και η μελέτη του παγκόσμιου πολιτισμού και ιστορίας. Στις εκδόσεις της ανήκει το περιοδικό "National Geographic" καθώς και άλλα περιοδικά, βιβλία, σχολικά προϊόντα, χάρτες, ταινίες και διαδικτυακά προϊόντα σε πολυάριθμες γλώσσες και χώρες σε ολόκληρο τον κόσμο. Διαθέτει επίσης ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα το οποίο παρέχει επιχορηγήσεις σε οργανώσεις και άτομα ώστε να ενισχυθεί η γεωγραφική εκπαίδευση. Η "National Geographic Society", μέσω της Επιτροπής για την Έρευνα και την Εξερεύνηση, έχει δώσει επιχορηγήσεις για επιστημονική έρευνα κατά το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας της, φτάνοντας πρόσφατα τις 9,000.
Η έρευνα πραγματοποιείται παγκοσμίως και συχνά δημοσιοποιείται μέσα από τα ιδιόκτητα μέσα της τα οποία φθάνουν σε περίπου 360 εκατομμύριο ανθρώπους σε όλο τον κόσμο κάθε μήνα. Η "National Geographic Society" διατηρεί ένα μουσείο στην έδρα της στην Ουάσιγκτον το οποίο είναι ελεύθερο για το κοινό.

Ιστορική αναδρομή


1888

Ίδρυση της National Geographic Society στην Ουάσιγκτον

Στις 13 Ιανουαρίου 1888, τριάντα τρεις άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στην Ουάσιγκτον για να συζητήσουν τη "σκοπιμότητα σύστασης μιας εταιρείας για την ανάπτυξη και τη διάδοση της γεωγραφικής γνώσης". Καρπός αυτής της συνάντησης υπήρξε η National Geographic Society, που έμελλε να γίνει ο μεγαλύτερος μη κερδοσκοπικός επιστημονικός και εκπαιδευτικός οργανισμός στον κόσμο. Έπειτα από εννέα μήνες γεννήθηκε το περιοδικό NATIONAL GEOGRAPHIC, το οποίο λίγα χρόνια αργότερα, σε μια εποχή όπου τα περιοδικά αγνοούσαν τη φωτογραφία, δημοσίευσε το πρώτο του μεγάλο ρεπορτάζ: 11 σελίδες με ολοζώντανες εικόνες από το μυστηριώδες Θιβέτ. Από τότε κύλησε ένας αιώνας. Έκτοτε η NGS έχει χρηματοδοτήσει 7.000 προγράμματα. Σήμερα η NGS, με τη συνδρομή των 11 εκατομμυρίων μελών της σε όλο τον κόσμο, συνεχίζει να οργανώνει ερευνητικές αποστολές στις οποίες συμμετέχουν 200-300 επιστήμονες το χρόνο.
Φωτογραφία: Το πρώτο τεύχος του NATIONAL GEOGRAPHIC, που κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1888, απεστάλη σε 165 συνδρομητές.


1898

Ο Alexander Graham Bell γίνεται πρόεδρος της NGS

Λίγο καιρό μετά το θάνατο του "Gardiner Green Hubbard", ο γαμπρός του, ο "Alexander Graham Bell", σύμφωνα με τους δικούς του όρους, έγινε πρόεδρος της National Geographic Society, για να τη σώσει. Ο "Bell", που είχε εφεύρει το τηλέφωνο, μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα πέτυχε την αποστολή του. Στην αρχή της προεδρίας του, ο αριθμός των μελών έμεινε σχεδόν αμετάβλητος, η Society χρεώθηκε και το περιοδικό έφτασε στα πρόθυρα χρεοκοπίας. Έτσι λοιπόν, πρότεινε στο διοικητικό συμβούλιο να προσλάβει «ένα νέο άνθρωπο με προοπτικές μελλοντικής εξέλιξης που θα έδινε ένα "χεράκι" στο περιοδικό και θα αύξανε τον αριθμό των συνδρομητών». Αυτός ο νέος σωτήρας, που δεν ήταν ούτε 23 χρόνων, ονομάζεται "Gilbert H. Grosvenor". Αυτός θα είναι για 66 χρόνια, η κινητήρια δύναμη της Society.


1909

Κατάκτηση του Βόρειου Πόλου από τον Robert E. Peary

«Πάρτε τη σημαία και καρφώστε την όσο πιο μακριά μπορείτε στο βορρά αυτού του πλανήτη!» προέτρεπε ο "Gardiner Green Hubbard", πρόεδρος της National Geographic Society, τον "Robert Edwin Peary" το 1891. Αποκαμωμένος έπειτα από εκατοντάδες χιλιόμετρα που διένυσε με τα πόδια, διασχίζοντας πυκνά παγόβουνα 1.500 μέτρων, ο Πόλος παρέμενε
απρόσιτος. Έπρεπε να περιμένει μέχρι το 1906, κατά την τέταρτη προσπάθειά του, ώστε o "Peary" να καταφέρει να φτάσει στο 87° 6'Β σε απόσταση 289 χιλιομέτρων από τον Πόλο και να σπάσει το ρεκόρ του «περισσότερο στο Βορρά». Η Society απονέμει λοιπόν το πρώτο μετάλλιο στον "Hubbard" ενώ ταυτόχρονα του απονέμει και χρηματικό έπαθλο 1.000 δολαρίων. Από την πλευρά του, το Peary Club της Νέας Υόρκης, του αναθέτει να κατασκευάσει και να εξοπλίσει ένα πλοίο: το "Theodore Roosevelt". Εντέλει, την 6η Απριλίου του 1909, συνοδευόμενος από τον "Matthew Henson", τέσσερις Εσκιμώους και σαράντα σκυλιά, ο "Peary" άγγιξε το σκοπό του. «Ο Πόλος! Το ποθητό, επί τρεις αιώνες, τρόπαιο, το όνειρο και η φιλοδοξία μου για 23 χρόνια. Επιτέλους δικό μου» γράφει ο εξερευνητής στην εφημερίδα του. «Άξιζε τον κόπο αυτό που πίστευα. Όλ' αυτά μοιάζουν τόσο απλά...».


1911

Στο φως η χαμένη πόλη των Ίνκα, "Μάτσου Πίτσου"

Το "Μάτσου Πίτσου", η ιερή πόλη των Ίνκα, ανακαλύφθηκε από τον "Hiram Bingham" το 1911 στην καρδιά του δάσους των Άνδεων. Οι ανασκαφές που χρηματοδοτήθηκαν από τη National Geographic Society έφεραν στο φως την ακρόπολη σε όλο της το μεγαλείο, αποκαλύπτοντας μυστικά που η ζούγκλα κρατούσε κρυμμένα αιώνες.

συνεχίζεται...

27 Νοε 2007

"Αφιέρωμα : Ζωγράφοι : Ι. Φράνσις Μπέικον, Ο Ανατόμος της Φρίκης" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Έζησε σχεδόν όλο τον ιλιγγιώδη 20ό αιώνα με τον ίλιγγο που του άρμοζε. Δεν σπούδασε τίποτα και ποτέ, άλλαξε ένα σωρό επαγγέλματα, ερωτεύτηκε παράφορα τον μικροεγκληματία που πήγε να διαρρήξει το διαμέρισμα και ατελιέ του, κάποτε έκανε και ο ίδιος διαρρήξεις και μικροκλοπές, ταξίδεψε πολύ, είχε το πάθος μόνιμο οδηγό στον βίο και στο έργο του, έπαιξε τρελά ποσά στη ρουλέτα, πέρασε από το λαγούμι του αλκοόλ και των ουσιών, λάτρεψε το καλό φαγητό και την σαμπάνια, υπήρξε εξωφρενικά γενναιόδωρος, γνώρισε από κοντά πολλές εκδοχές της φρίκης και έγινε, ακριβώς, ο ανατόμος της φρίκης μέσα από τη ζωγραφική του, μίσησε την παντοδυναμία της φθοράς και του θανάτου, αντιστάθηκε με μανία σ’ αυτή την παντοδυναμία, ερωτοτρόπησε με την ποταπότητα και με τον σαδομαζοχισμό καταφέρνοντας, συνάμα, να είναι ένας έξοχος εστέτ, και πέρασε τα περισσότερα χρόνια του μέσα σε μιαν επιχρυσωμένη αθλιότητα. Παίζοντας, και αυτός, με τη διαλεκτική ανάμεσα στην παράδοση και στην καινοτομία, κατάφερε να γίνει ένας από τους πιο πολυσυζητημένους εικαστικούς καλλιτέχνες των καιρών μας. Επηρεάστηκε από ζωγράφους όπως ο Πικάσο και ο Βαν Γκονγκ, από σκηνοθέτες του κινηματογράφου, όπως ο Σεργκέι Αϊζενστάιν και ο Λουίς Μπουνιουέλ, από ποιητές όπως ο Τ. Σ. Έλιοτ, από φωτογράφους όπως ο Μέιμπριτζ, αλλά και από τη θέα και τη μυρωδιά των σφαγείων, από τα φθαρμένα πρόσωπα των φίλων του, και από εικονογραφημένα ιατρικά εγχειρίδια. Μας δίδαξε την τέχνη του να ζεις έντονα, παράφορα, παθιασμένα την κάθε σου στιγμή, να μην διστάζεις να βρίσκεσαι μεθυσμένος σ’ ένα λασπωμένο χαντάκι τη μια νύχτα και σε ένα υπερπολυτελές ξενοδοχείο την άλλη, δίχως να χάνεις ίχνος από την πολύτιμη αξιοπρέπειά σου και το μοναδικό σου στυλ. Έγραψαν γι’ αυτόν στοχαστές και συγγραφείς όπως ο Ζιλ Ντελέζ και ο Μίλαν Κούντερα, ενώ ο Ντάνιελ Φάρσον υπογράφει τη βιογραφία του, και ο Τζον Μέιμπερι την ταινία «Η Αγάπη είναι ο Διάβολος», στην οποία ο μέγας Ντέρεκ Τζάκομπι τον υποδύεται. Προσωπικό του μότο ήταν το «Θέλω να κερδίζω, ακόμα κι όταν χάνω συνέχεια». Προσφάτως, ένα καλλιτεχνικό βιβλίο-έργο τέχνης, σε λιγοστά αριθμημένα αντίτυπα, τον έφερε πάλι στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Ήταν απόγονος του ομώνυμου φιλόσοφου, του συγγραφέα της ουτοπικής «Νέας Ατλαντίδος», και άκουγε στο όνομα Φράνσις Μπέικον.

Ο Φράνσις Μπέικον γεννήθηκε στις 28 Οκτωβρίου του 1909, στο Δουβλίνο, από Άγγλους γονείς. Ο πατέρας του, ο Έντι Μπέικον, ήταν απόστρατος λοχαγός των Ουσάρων και επαγγελόταν τον εκπαιδευτή αλόγων. Ήταν αυστηρός στο έπακρο, οξύθυμος και τυραννικός, το άκρως αντίθετο από την κοσμική σύζυγό του, τη Γουίνι. Θρυλείται ότι διέταξε κάποτε έναν ιπποκόμο του να μαστιγώσει τον ατίθασο έφηβο Φράνσις, ο οποίος εκδικήθηκε πλαγιάζοντας διαδοχικά με τρεις ιπποκόμους του πατέρα του. Ο Φράνσις ήταν φιλάσθενος, αλλεργικός στα άλογα και στα σκυλιά, υπέφερε από άσθμα, και του έκαναν από μικρή ηλικία ενέσεις μορφίνης για να καταπραΰνουν τις κρίσεις του. Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι Μπέικον βρέθηκαν στο Λονδίνο και ο μικρός Φράνσις είχε την εμπειρία να βλέπει το Χάιντ Παρκ ψεκασμένο με ένα φωσφορίζον υλικό, μια ενδιαφέρουσα εικαστική θέα. Αυτό συνέβαινε για να μπερδεύονται τα γερμανικά Ζέππελιν και να ρίχνουν τις βόμβες τους εκεί. Ο Φράνσις διδάχτηκε ό,τι διδάχτηκε μόνος του, μιας και σχολείο πήγε ελάχιστα, μονάχα για κάτι παραπάνω από έναν χρόνο, από τα τέλη του 1924 έως τα μέσα του 1926, αλλά και πάλι έκανε συνεχώς κοπάνες ώσπου τον απέπεμψαν οριστικά. Άρχισε να ζει σε πλήρη ελευθερία, με ένα επίδομα 3 λιρών από τη μητέρα του, περιπλανώμενος διαρκώς, διαβάζοντας Νίτσε, και επιδιδόμενος σε κλοπές. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως οικιακός βοηθός και μάγειρας. Επίσης, ανακάλυψε ότι είχε το ταλέντο να γοητεύει άντρες μεγαλύτερούς του και λίαν εύπορους, οι οποίοι, διαισθανόμενοι ίσως το καλλιτεχνικό χάρισμα του Φράνσις, έσπευδαν να τον συνδράμουν, να τον φιλοξενήσουν, να του προσφέρουν σχεδόν τα πάντα με μιαν ανέμελη γενναιοδωρία, την οποία, πάντα ευγνώμων, μπόρεσε να επιδείξει και ο ίδιος ο Μπέικον όποτε του δινόταν η ευκαιρία. Και του δινόταν συχνά!

Την άνοιξη του 1927, κάποιος κύριος Χάρκορτ- Σμιθ θα οδηγήσει τον Φράνσις στο μεσοπολεμικό Βερολίνο της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, «μια πολύ ανοιχτή και πολύ βίαιη πόλη», όπως είπε χρόνια μετά, και θα γλεντήσουνε υπέροχα, μένοντας στο Ξενοδοχείο Άλντον και απολαμβάνοντας την συναρπαστική νυχτερινή ζωή της μεγαλούπολης. Σειρά είχε το πολύβουο Παρίσι, όπου ο Φράνσις έμελλε να δει μιαν έκθεση του Πικάσο στη Γκαλερί Rosenberg, και να εντυπωσιαστεί τόσο ώστε αποφάσισε να γίνει και ο ίδιος ζωγράφος. Στο Παρίσι είδε επίσης, και μάλιστα στην πρεμιέρα, το αριστούργημα «Ναπολέων» του Αμπέλ Γκανς, όπως μεταξύ άλλων εμφανίζεται και ο θρυλικός Αντονέν Αρτό. Στο Παρίσι, ο Μπέικον θα παραμείνει, με κάποια διαλείμματα, έως το 1939 και την έκρηξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Στο Παρίσι, ο Μπέικον θα δει, το 1935, το «Θωρηκτό Ποτέμκιν» του Αϊζενστάιν και θα τον στοιχειώσει, για όλη του τη ζωή, η περιλάλητη σκηνή με τα σκαλιά της Οδησσού, το μακελειό, το καροτσάκι, και το ανοιχτό στόμα της γκουβερνάντας που κραυγάζει. Στο Παρίσι, ο Μπέικον θα αγοράσει από τα μικρά βιβλιοπωλεία της Αριστερής Όχθης βιβλία σχετικά με τις ασθένειας της στοματικής κοιλότητας, και θα τα μελετήσει εμβριθώς. Στο Παρίσι, ο Μπέικον θα μάθει να ζει μες στις ποικίλες μορφές της βίας. Στο Παρίσι, ο Μπέικον θα διαμορφώσει τον καλλιτεχνικό του εαυτό και θα φτιάξει το πρόπλασμα από το εφιαλτικό σύμπαν, από αυτή την «έκθεση ωμοτήτων» για την οποία μίλησε ο Τζ. Γκ. Μπάλλαρντ,. Στο Παρίσι, ο Μπέικον θα ανακαλύψει αυτό που ο ίδιος αποκάλεσε «ωμότητα των πραγμάτων». Θα αποφανθεί: «Πρέπει να ασκώ ένα είδος βίας στο χρώμα. Σχεδόν μόνιμα ζούμε πίσω από παραπετάσματα – μια καλυμμένη ύπαρξη. Σκέφτομαι, λοιπόν, όταν καμιά φορά μου λένε πως η δουλειά μου είναι βίαιη, πως ίσως κάπου-κάπου πετυχαίνω να αφαιρέσω ένα-δύο απ’ αυτά τα πέπλα ή παραπετάσματα».

Εντωμεταξύ, ο Μπέικον άρχισε να βγάζει το ψωμί του εργαζόμενος ως διακοσμητής εσωτερικών χώρων και σχεδιαστής επίπλων και χαλιών. Ζωγράφιζε παράλληλα, και εξέθετε, αλλά σχεδόν το σύνολο των έργων του καταστρέφονταν από τα ίδια του τα χέρια. Με την έκρηξη του πολέμου, θα επιστρέψει στο Λονδίνο, θα κριθεί ακατάλληλος για το στρατό, θα πάει εθελοντής στην Αεράμυνα αλλά το άσθμα του χειροτέρεψε από τις αναθυμιάσεις και δεν θα αργήσει να απολυθεί. Θα εγκαταστήσει το ατελιέ του σε μια παλιά αίθουσα μπιλιάρδου, κι εκεί, μέσα σ’ έναν παροξυσμό δημιουργικότητας, τρομερούς πονοκεφάλους, και δεκαπέντε μέρες αδιάκοπης μέθης, θα συνθέσει το πρώτο του αριστούργημα και προοίμιο σύνολου του έργου του, τις Τρεις Σπουδές για Φιγούρες στο Κάτω Μέρος μιας Σταύρωσης. Ο Μπέικον θα γίνει εν μία νυκτί κέντρο συζητήσεων στους καλλιτεχνικούς κύκλους, συλλέκτες θ’ αρχίσουν ν’ αγοράζουν τα έργα του, και ο ίδιος θα ζει σε μια κατάσταση «εύθυμης απόγνωσης», σύμφωνα με τα λόγια του. Τα χρήματα που βγάζει τα διαθέτει, σύμφωνα με μαρτυρία του David Sylvester (έμπιστου συνομιλητή και φίλου του Μπέικον), στο να κερνάει χαβιάρι και σαμπάνια σ’ όποιον βρει μπροστά του. Δεν θα τον συγκρατεί τίποτε και κανένας. Θα μοιάζει απαλλαγμένος από κάθε είδους σύνεση. Ο ίδιος θα πει: «Είμαι άπληστος για τη ζωή. Είμαι άπληστος ως καλλιτέχνης. Είμαι άπληστος για οτιδήποτε ελπίζω πως μπορεί να μου δώσει το τυχαίο, πέρα από εκείνα που μπορώ να υπολογίσω λογικά. Η ζωή μου οφείλεται στη λαιμαργία μου – λαιμαργία για φαΐ, για ποτό, για να βρίσκομαι ανάμεσα σε ευχάριστους ανθρώπους, για τα συναρπαστικά πράγματα»

Θα μεταβεί στο Μόντε Κάρλο και θα κερδίσει σεβαστά ποσά παίζοντας ρουλέτα. Φυσικά, κατασπαταλάει όσα κερδίζει, ζώντας πάντα σε μιαν «επιχρυσωμένη αθλιότητα». Ζωγραφίζει και καταστρέφει τα έργα του. Περιβάλλεται διαρκώς από ευχάριστους, αλλά όχι πάντα ακίνδυνους, φίλους. Συγκαταλέγεται στους μεγάλους της ευρωπαϊκής ζωγραφικής, ανάμεσα στον Πικάσο και τον Μαρσέλ Ντυσάν, σύμφωνα με τον Robert Melville και το καλλιτεχνικό έντυπο Horizon. Συχνάζει σε ένα πριβέ κλαμπ, το «Colony Room» της φοβερής και τρομερής Μύριελ Μπέλτσερ. Μάλιστα, υπήρξε επίτιμο ιδρυτικό μέρος του κλαμπ και η προεξάρχουσα μορφή του, καθώς η Μπέλτσερ τον υιοθέτησε ως «θυγατέρα» της, του επέτρεπε να πίνει δωρεάν, του χορήγησε ένα εβδομαδιαίο επίδομα, και τον ενθάρρυνε να φέρνει φίλους και πλούσιους πατρόνες εκεί. Για ένα μικρό διάστημα, ο Μπέικον θα διδάξει στο Βασιλικό Κολέγιο Τέχνης. Επέμενε ότι δεν θέλει να κάνει τυπικά, επίσημα μαθήματα. Έτσι, επί τρεις μήνες είχε, κατόπιν συμφωνίας, το ελεύθερο να συζητάει με τους σπουδαστές για τα πάντα, δύο φορές την εβδομάδα.

Συνθέτει τους περιλάλητους πίνακες με κεντρική μορφή τον Πάπα Ιννοκέντιο τον Δέκατο, και αντλώντας απευθείας έμπνευση από τον Βελάσκεθ. Φιλοτεχνεί πορτρέτα φίλων του, όπως του εικαστικού Λουσιάν Φρόιντ, του David Sylvester, της Isabel Rawthstone, και της Henrietta Moraes, καθώς και έργα εμπνευσμένα από στίχους του Τ. Σ. Έλιοτ, την ποίηση του οποίου θαυμάζει ολοένα και περισσότερο. Δηλώνει ότι διαβάζει ξανά και ξανά τα «Τέσσερα Κουαρτέτα», καίτοι τον συγκινεί περισσότερο η «Έρημη Χώρα». Διαβάζει επίσης Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, και φυσικά Ουίλιαμ Σαίξπηρ. Η καταβύθισή του στο σύμπαν της ποίησης μοιάζει να είναι ένα αναγκαίο συμπλήρωμα στις περιπλανήσεις του στα σφαγεία, όπως βλέπει τα ζώα πριν από το μακέλεμά τους και οσμίζεται τη μυρωδιά του θανάτου, αλλά και στις περιδιαβάσεις του στον κόσμο του άγριου σεξ, του ακατάσχετου αλκοόλ και των επικίνδυνων σχέσεων. Όπως και άλλοι καλλιτέχνες που έζησαν πάντα στο χείλος του ολέθρου, αγαπώντας εντούτοις την κατάφαση στη ζωή και στην ένταση, έτσι και ο Μπέικον θα λατρέψει τον Μεγάλο Βάρδο και θα μπορέσει να μιλήσει με θαυμαστή ποιητική ακρίβεια γι’ αυτόν: «Αλλά μιλάμε μόνο για μοντέρνους ποιητές, ενώ θα βρεις ολόκληρο τον Έλιοτ και τον Γέιτς και όποιον άλλο ποιητή στον Σαίξπηρ~ τον Σαίξπηρ που εμψυχώνει τη ζωή –άσχετο αν κάτι τέτοιο φαίνεται μάταιο– με τρόπο που κανείς άλλος δεν μπόρεσε να κάνει. Και γίνεται αυτό τόσο με τη βαθιά του απογοήτευση και τον πεσιμισμό, όσο και με το χιούμορ του. Κι ακόμα, με τον διαβολικό, κατά κάποιο τρόπο, κυνισμό του. Τι μπορεί να θεωρηθεί πιο κυνικό απ’ τον Μάκβεθ να λέει στο τέλος του έργου: ‘Αύριο, και αύριο, και αύριο’;»

Την άνοιξη του 1952, ο Μπέικον θα συνάψει μια θυελλώδη ερωτική σχέση με τον Πίτερ Λέισι, πρώην πιλότο της RAF, τυχοδιώκτη, σαδιστή, και παντελώς αδιάφορο για το έργο του ζωγράφου, ο οποίος θα πει ότι ένας τέτοιος ακραίος έρωτας, μια τόσο απόλυτη εμμονή με κάποιον, είναι σαν τρομερή νόσος και δεν θα τον ευχόταν να συμβεί ούτε στον χειρότερο εχθρό του. Δώδεκα χρόνια μετά, το 1964, ο Μπέικον θα συνδεθεί με τον Τζορτζ Ντάιερ, με τον οποίο γνωρίστηκε ενόσω ο Ντάιερ έκανε απόπειρα διάρρηξης στο σπίτι του Μπέικον. Ο Ντάιερ ήταν μικροεγκληματίας και είχε πολλάκις εγκλειστεί σε αναμορφωτήρια και φυλακές. Η σχέση τους ήταν και πάλι θυελλώδης, γεμάτη διαπληκτισμούς, κρίσεις ανασφάλειας, χωρισμούς, συμφιλιώσεις. Ο αλκοολικός Ντάιερ δύσκολα μπορεί να ανεχτεί το μποέμικο περιβάλλον του λαίμαργου για ζωή ζωγράφου. Πάλι το Παρίσι θα είναι το σκηνικό μιας τρομερής εμπειρίας για τον Μπέικον. Εκεί, στο ξενοδοχείο όπου διέμεναν και την παραμονή μιας μεγάλης αναδρομικής έκθεσης του Μπέικον στο Grand Palais, ο Ντάιερ θα θέσει τέρμα στη ζωή του με υπερβολική δόση βαρβιτουρικών.

Το 1974, ο Μπέικον θα γνωρίσει τον Τζον Έντουαρντς, με τον οποίο θα παραμείνει εραστής και φίλος έως το τέλος. Θα ζωγραφίζει ολοένα και πιο πολλές αυτοπροσωπογραφίες, λέγοντας με πικρία ότι δεν του αρέσουν, μιας και δεν θεωρεί όμορφο το πρόσωπό του, αλλά δεν έχει άλλη λύση, είναι το μόνο διαθέσιμο κεφάλι, γιατί οι φίλοι πεθαίνουν γύρω του σαν τις μύγες. Η φήμη τον περιβάλλει όσο και η φρίκη, και ο Φράνσις παίζει ανάμεσά τους, πάντα με εύθυμη απόγνωση, πάντα με μιαν έντονη αίσθηση ματαιότητας, πάντα πρόθυμος για ακραίες κραιπάλες, πάντα λέγοντας ότι ελπίζει να κάνει το καλύτερο έργο με θέμα την ανθρώπινη κραυγή, και πάντα υπενθυμίζοντας, με το γνωστό αγγλοϊρλανδέζικο χιούμορ του, «Πάντα, ναι, πάντα ήθελα, μα ποτέ δεν τα κατάφερα να ζωγραφίσω το χαμόγελο».

Ο Φράνσις Μπέικον, ένας από τους μέγιστους καλλιτέχνες του 20ού αιώνα, άφησε την τελευταία του πνοή στις 28 Απριλίου του 1992, στη Μαδρίτη, έχοντας γενναιόδωρα αφήσει τα 11 εκατομμύρια λίρες, που του είχαν απομείνει από τα ξεφαντώματα και τα δώρα, στον Τζον Έντουαρντς. Έζησε μες στο χάος και δημιούργησε μες στο χάος, έχοντας πει: «Αισθάνομαι ότι είμαι σπίτι μου μες στο χάος, γιατί το χάος μού φέρνει στο νου εικόνες».

26 Νοε 2007

"Εσώκλειστες Σκέψεις σ' Ένα Πατάρι" - Τάσος Ρήτος


Απογειώνομαι.
Πετάω.
Μακριά στους ορίζοντες,
σε τόπους σκοτεινούς και μαγικούς,
σε μια απέραντη κόλαση,
στο σιωπηλό παράδεισο,
με μια ανέλπιστη χαρά για το άγνωστο,
με την ελπίδα για μια καινούργια γιορτή.

Φεύγω μακριά για αιώνες,
ταξιδεύω μέχρι το διάστημα,
αποφεύγω να μυρίζω το άρωμά σου.

Μα όταν κοιτάω ψηλά,
βλέπω στο φεγγάρι να καθρεφτίζει η μορφή σου.
Εκείνο το αγγελικό φτερούγισμα που προκαλούν τα μαλλιά σου.
Τότε γίνομαι τρελός σκοτώνω όλους τους δαίμονές μου κι έρχομαι κοντά σου!

Τα βουρκωμένα μάτια σου με φοβίζουν,
προσπαθώ να μην ξανατρέξω πίσω απ' τη σκιά σου,
μα σαν αντικρίζω τα αστέρια μου,
αντιφεγγίζεις πάλι και εγώ έρχομαι πάλι κοντά σου για σε απολαύσω!

Έχω στη χούφτα μου μόνο την δικιά σου ανάσα
και προσμένω στο τέλος του δρόμου αυτού,
να ζωγραφίσουμε με τις σιωπές μας την επιστροφή μας,

Κρεμασμένος πάνω σε ένα σεντόνι,
στα νύχια μου αγγελικά φτερά που ξεσκίζουν τους αγρίους καιρούς,
ταξιδιώτης μέσα στο άπειρο μυαλό σου,
ναυαγός στον πυθμένα της καρδιάς σου!

Έχω στα μάτια μου το ήλιο που ονειρευόσουν μικρή,
τρέχω να τον πιάσω, να στον χαρίσω στην επόμενη γιορτή μας!

Ξέροντας ότι ο δρόμος δεν τελειώνει ποτέ και επιστροφή δεν υπάρχει, έχοντας την ελπίδα βέβαια ότι πιθανότατα να είσαι και συ μαζί μου, τρεκλίζω πάνω στο λασπωμένο ανθοδοχείο μου και συνεχίζω να ψιθυρίζω την ανάσα σου!

Θεσσαλονίκη,
14 Νοεμβρίου 2007

Αποστολή στη Θεσσαλονίκη : 48o Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης



Μια φρέσκια ελληνική κινηματογραφική ματιά γεννιέται; Τον Μάκη Παπαδημητράτο, τον γνωρίσαμε ως ηθοποιό σε πρόσφατες ελληνικές ταινίες, που δεν έκαναν βέβαια αίσθηση, άρεσαν όμως στο συνολό τους. Το "Να μ' Αγαπάς" του Α. Θωμόπουλου, το "Όσο Υπάρχει Αλκοόλ" του Δ. Μακρή, η "Πίσω Πόρτα" του Ν. Περάκη, τα "Βίτσια Γυναικών" του Δ. Ζερβού.. Το 2005 πραγματοποιεί το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με τη σπαρταριστή καλοκαιρινή, νεανική κωμωδία "Τσίου", ένας τίτλος που γέμισε τους τοίχους των Εξαρχείων, του Μοναστηρακίου, του Ψυρρή κτλ.
Η πορεία του Παπαδημητράτου με τον καιρό γιγαντώθηκε.. Σε παραγωγή της Seven Films, ο νεαρός σκηνοθέτης με το "ναρκωτικό" πάθος χρησιμοποιεί αρχικά τη γνωστή ηθοποιό Μυρτώ Αλικάκη και με τους πρωτοεμφανιζόμενους Αλεξανδρή, Λαγούτη και Γεροφωκά συνθέτει μια ταινία 87 λεπτών που προκάλεσε αίσθηση : οι "Κλέφτες" στο πρώτο τους μισό είναι μια ανεπανάληπτη κωμωδία αλά "Τσίου" και στο δεύτερο γίνονται ένα θρίλερ μυστηρίου με εγκληματικές προεκτάσεις και απρόβλεπτες καταστάσεις.
Με τέτοιες κινήσεις, συνεχίζουμε και αναπνέουμε καλό ελληνικό κινηματογράφο..

*

Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου το πολέμησε ο μακαρίτης Νίκος Νικολαΐδης όσο ζούσε, και αυτό με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό του, τον τίμησε "αναιδώς" με ένα τεράστιο αφιέρωμα. Καλά έκαναν λοιπόν και οι φοιτητές του ΑΠΘ μοίραζαν φωτοτυπημένα φυλλάδια με όλες τις κατά καιρούς δηλώσεις του μεγάλου σκηνοθέτη κατά του Φεστιβάλ, έξω από τις αίθουσες προβολών. Έτσι λοιπόν, είδαμε ταινίες αποκυρηγμένες του Νικολαΐδη, που "κάποιοι" προσβάλλοντας τη μνήμη του πρόβαλαν στο Φεστιβάλ. Το γεγονός ότι είδαμε τη μικρού μήκους "Lacrimae Rerum" ή την τηλεταινία "Το Κορίτσι με τις Βαλίτσες", που διαφορετικά δε θα βλέπαμε ποτέ, δε δηλώνει και την ουσία του θέματος!
Στα 1993, ο Νίκος Νικολαΐδης κάνει για πρώτη και μοναδική φορά τηλεόραση! Μαζί με άλλους σκηνοθέτες του ΝΕΚ, επιχορηγούνται για να αναβαθμίζουν την -τότε- ελληνική τηλεόραση, με τον Νικολαΐδη να μεταφέρει στη μικρή οθόνη, και συγκεκριμένα στην τηλεόραση του ΑΝΤ1, το "Κορίτσι με τις Βαλίτσες". Μια ταινία απρόβλεπτη, είτε κωμική, είτε ερωτική, είτε δραματική, είτε κοινωνική, είτε μια απλή φαρσοκωμωδία, δεν ανήκει στη θεματολογία Νικολαΐδη, για αυτό και ο ίδιος ο δημιουργός της την αποκύρηξε! Στη ταινία παντρεύονται αυθεντικές νικολαΐδικές σκηνοθετικές απόψεις με τους απίστευτους κωμικούς αυτοσχεδιασμούς του πρωταγωνιστή Λάκη Λαζόπουλο. Εκτός ρόλου η κατά τα άλλα εξαιρετική στο "Singapore Sling", αμερικανίδα ηθοποιός Μέρεντιθ Χέρολντ. Και μόνο για τον καλτ ύφος της, η ταινία άξιζε, και μόνο για το σπάνιο της αξίας της, τη μοναδική παρέκκλιση του μεγάλου σκηνοθέτη της "Γλυκιάς Συμμορίας", ας χωνέψουμε την προβολή της! *Ν.Ι.Π.

"Oμήρου Ιλιάδα Α'" - Γιώργος Μπλάνας


Το Α', Β', Γ' και Δ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/11/blog-post_18.html

Στο μεταξύ η Θέτις δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να σκέφτεται τον γιο της. Άρπαξε κύμα αδάμαστο και κάλπασε στην πέτρινη μεθόριο των θεών.


Βρήκε μονάχο του τον γιο του Κρόνου να εποπτεύει απ’ την ψηλότερη κορφή τη γη σαν τον αητό.

Γονάτισε μπροστά του, του έπιασε το γόνατο, του χάιδεψε τα γένια η μάνα, τον ικέτευσε:
«Δία πατέρα. Αν κάποτε η καρδιά σου χόρτασε λόγια κι έργα μου, άκου με, σώσε την τιμή τού εφήμερου παιδιού μου.

Ανδρών ηγέτης του στερεί προνόμιο ανδρικό, τον ταπεινώνει ο Αγαμέμνων. Κάνε κάτι. Εσύ ’σαι, Ολύμπιε, λογικός.
Στάσου στων Τρώων το πλευρό, ώσπου να μάθουν οι Αχαιοί να στέκονται στον γιο μου όπως πρέπει».

Συννεφιασμένος σώπαινε αυτός ώρα πολλή. Έσφιξε εκείνη την παλάμη στο γόνατό του να την νοιώσει και συνέχισε:

«Τι σκέφτεσαι λοιπόν; Πες την αλήθεια. Εσύ δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς. Απλά, θέλω να ξέρω αν συμφωνείς ή πρέπει
να θεωρώ τον εαυτό μου μια θεά τής συμφοράς». Αναστέναξε ο Δίας της συννεφιάς:
«Δύσκολα, δύσκολα τα πράγματα! Κακός πάλι θα γίνω με την Ήρα, πάλι θ’ άρχισει να με ψέλνει, να γκρινιάζει να με βρίζει. Τέλος πάντων!
Έτσι κι αλλιώς με θεωρεί των Τρώων υποστηρικτή. Φύγε τώρα μην σε νοιώσει. Και μείνε ήσυχη, θα γίνουν όλα όπως θες. Τέρμα οι κουβέντες. Θα σου γνέψω. Κι όταν γνέφω —το γνωρίζεις— δεν σηκώνω αντιρρήσεις ούτε από τους αθανάτους».

Σώπασε κι έσμιξε τα φρύδια κι έγνεψε Ναι ο Κρονίδης κι έγνεψε Ναι κι η τελευταία τρίχα στην θεία κεφαλή, κι ανατρίχιασαν οι ρίζες του Ολύμπου.
Συμφώνησαν και χώρισαν και βρέθηκαν εκείνη κατάβυθα των σκοταδιών κι ο Δίας στα φωτεινά του θρόνου του. Σηκώθηκαν αμέσως οι θεοί,
όταν τον είδαν. Έσπευσε κι ο τελευταίος να σταθεί μπροστά του. Κάθισε αυτός στον μέγα θρόνο. Όμως η Ήρα
γνώριζε πως είχε συναντήσει το φλογερό κορίτσι τού γέροντα βυθού και τον κοιτούσε ειρωνικά.


«Ύπουλε», ξέσπασε, «ποιος ξέρει πάλι τι σκαρώνεις και με ποιον θεό συνομωτείς πίσω απ’ την πλάτη μου, όπως πάντα. Σου αρέσει να μου κρύβεσαι. Μοιράστηκες ποτέ μια σκέψη σου μαζί μου;»

«Ήρα μην θες να ξέρεις πάντα τι σκέφτομαι», της γύρισε ο πατέρας θνητών και αθανάτων.
«Είσαι γυναίκα μου, ασφαλώς, και δύσκολο να σου κρυφτώ, όμως να είσαι βέβαιη πως αν υπάρχει κάτι που ακούγεται, κανείς —θεός ή άνθρωπος — δεν το ακούει πριν από σένα.
Σύνελθε, λοιπόν, και μην ρωτάς, μην ψάχνεις τι σκέφτεται ο υπεύθυνος θεός».

Κάρφωσε πάνω του τ’ ωραίο της βλέμμα η αρχόντισσα και του είπε: «Ξέρεις τι λες, Κρονίδη φοβερέ και τρομερέ;
Πότε έψαξα και ρώτησα και θέλησα να μάθω τι σκέφτεσαι; Σ’ ενόχλησα ποτέ;
Τώρα όμως τρέμω και τρελαίνομαι στην σκέψη πως μπορεί να σ’ έπεισε το φλογερό κορίτσι τού γέροντα βυθού,
η Θέτις, λέω, που σου ’πιανε το γόνατο πρωί πρωί, να πάρεις το μέρος του Αχιλλέα και να θάψεις τους Αχαιούς στην άμμο».

«Δαιμόνισσα, δεν γίνεσαι με τίποτε καλά», ξέσπασε ο Δίας, «όμως να ξέρεις πως ματαιοπονείς. Στο τέλος θα σε σιχαθώ.

Κι αν είναι όλα όπως τα λες, έτσι μου κάνει κέφι. Πάψε, λοιπόν, και άκου με. Μαζέψου, μην σ’ αρπάξω στα χέρια μου κι ούτ’ Όλυμπος ούτε θεοί σε σώζουν».
Χαμήλωσε η αρχόντισσα τα μάτια τα ωραία. Μαζεύτηκε και κάθισε αμίλητη. Αναστέναξαν οι ουράνιοι παρώντες.
Άρχισε τότε ο Ήφαιστος για την λευκή αγκαλία τής μάνας του τα λόγια να χαλκεύει: «Δύσκολα, δύσκολα πολύ τα πράγματα, αν τσακώνεστε για τους θνητούς, ταράζοντας την ησυχία των θεών· ούτε να φάει κανείς πια δεν μπορεί εδώ πάνω μ’ αυτή τη φασαρία.
Μου φαίνεται, λοιπόν, πως η μητέρα —και το γνωρίζει άλλωστε— πρέπει να πάψει να επιτίθεται στον Δία και ν’ αγριεύει εκείνος και να κάνει το τραπέζι άνω κάτω.
Γιατί ποτέ δεν ξέρεις πότε ξεσπάζει η μπόρα του και μας τινάζει στον αέρα ο κεραυνός.

Μίλα του, καλόπιασέ τον και θα μας λυπηθεί ο υπέρτατος Ολύμπιος», είπε κι αρπάζοντας αμέσως ένα αμφικύπελλο το έβαλε στης μάνας του το χέρι.
«Κάνε κουράγιο, μάνα, δώσε τόπο στην οργή. Χίλιες φορές καλύτερα να είσαι λυπημένη παρά δαρμένη λέω εγώ.
Δεν θα το αντέξω να σε δω στα χέρια του και δεν μπορώ, ξέρεις, να σε γλυτώσω.
Μανούλα, είναι άγριος! Δες, τις προάλλες, πήγα να σε υπερασπιστώ... Δεν μ’ άρπαξε, λοιπόν, από το πόδι; Δεν με πέταξε ίσια κάτω;
Μια μέρα ολόκληρη έπεφτα και μόνο όταν σουρούπωσε κατάφερα να σκάσω κακήν κακώς στη Λήμνο. Καλά που ήτανε κι αυτοί οι Σίντιες και με μάζεψαν...»

Χαμογέλασε η θεά κι έκλεισε το ποτήρι μες στο λευκό της χέρι. Έπιασε εκείνος να κερνάει τους θεούς νέκταρ γλυκό, αρχίζοντας από δεξιά, κουτσαίνοντας, ασθμαίνοντας, τσαλαβουτώντας στον κρατήρα.
Τραντάχτηκε η αίθουσα του θρόνου από τα γέλια των μακαρίων κι ώσπου να γείρει ο ήλιος έτρωγαν κι έπιναν χωρίς να στερηθούν ούτε ό,τι άξιζε καθένας, ούτε τη φόρμιγγα εκείνη την περίτεχνη του Απόλλωνα, ούτε και των Μουσών τις όμορφες φωνές.


Μάζεψε ο ήλιος τις λαμπράδες του και σκόρπισαν καθένας στο δικό του το παλάτι:
όλα φτιαγμένα με του Ηφαίστου τα χέρια τα γερά κι όλα βγαλμένα απ’ του Ηφαίστου το πρακτικό μυαλό.
Πήγε αστραπή ν’ αναπαυθεί ο Δίας στο κρεβάτι, που ονειρευότανε συχνά. Άφησε τα χρυσάφια του θρόνου της η Ήρα και ξάπλωσε αγγαλιά του.


*H μετάφραση "Ομήρου Ιλιάδα Α'" είναι μια ευγενική προσφορά του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Οι μεταφράσεις "Ομήρου Ιλιάδα Ι'" και Ομήρου Ιλιάδα Κ'" κυκλόφορησαν από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης το 2001.

Αποστολή στη Θεσσαλονίκη : Διάφανα Κρίνα


Μ' ένα άδειο ποτήρι στο χέρι να μένουν
αυτοί που να ζούνε μονάχα υπομένουν

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η συναυλία ήταν για πεινασμένους λύκους που αναζητούσαν λιγοστή τροφή για να γιορτάσουν. Ήταν για ονειροπόλους που ξερνούσαν ποιήματα πάνω σε άδεια μνήματα. Για ζωγράφους τρελούς που βάψανε το ατμόσφαιρα διάφανη, ώστε να διαπερνάει από μέσα το χρώμα της φωτιάς. Κόκκινο!

3 ώρες γεμάτες με κρασί, ποίηση και αρετή! Μπορεί κανείς να εξηγήσει τις λίγες ώρες πριν, αναμένοντας την στιγμή; Μπορεί κανείς να εξηγήσει τα λίγα λεπτά μετά το τέλος; Θα πω εγώ πως νιώθω κάθε φορά που πλησιάζει μια τέτοια συναυλία – γιορτή.

Καθημερινότητα, άγχος, επιβίωση, γνώση, αγωνία και αναμονή. Αναμονή μέχρι τη στιγμή που ο ηλεκτρονικός ταχυδρόμος θα σου αποστείλει το νέο. 24 Νοέμβρη στην Υδρόγειο! Τα χέρια μου τρέμουν, και το μυαλό μου αλληγορεί! Μια απίστευτη λάμψη, μια χαρά και ένα κρυφό χαμόγελο με πλημμυρίζουν. Είχα να τους δω πριν από έξι μήνες και πραγματικά η απουσία τους με είχε εξουθενώσει. Λίγες ώρες πριν, έχοντας βέβαια κάνει τα πιθανά σενάρια ποια τραγούδια θα ακουστούν, ποιες γνωστές φατσούλες θα συναντήσουμε.

« Ναι εκεί στη γωνία θα κάτσουμε δίπλα στον τοίχο»,

« Αδερφέ βάλε να πιούμε!»

« Φωτιά έχεις!»

« Συγνώμη, να περάσω λίγο!»

« Θέλω να παίξει τις σαράβαλες!».

Η συναυλία ξεκινάει, τα φώτα χαμηλώνουν, ο κόσμος σωπαίνει, το ταξίδι ξεκινάει.

Πως είναι η στιγμή της απογείωσης μέσα σε διαστημόπλοιο; Κάπως έτσι! Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο παρά μόνο. . . . Λα, Λα, Λάρα Λα Λα!

Τα φώτα ανάβουν, το μόνο που διακρίνεις μέσα στο χώρο, είναι μικρά αγγελούδια να κρέμονται αγκαλιά μ’ ένα χαρταετό πάνω στην οροφή! Τίποτα δεν θα το ίδιο με πριν, έχεις γίνει κιόλας καλύτερος άνθρωπος!

Υπομονή μέχρι την επόμενη συναυλία, Κρινάκια!

Μέχρι τότε……;

«Θα συνεχίσω να ψάχνω στη μουσική όσα δε μου ‘δωσε και όσα μου πήρε η ζωή»

Τάσος Ρήτος, 24/11/07, Υδρόγειος

*

Υδρόγειος ώρα 11. Όλα αρχίζουν με μουσική..

Υδρόγειος ώρα 2. Όλα τελειώνουν με μουσική.. Με το εκπληκτικό ποίημα του Κώστα Καρθαίου "Βάλτα να Πιούμε".

Χαμός στην Υδρόγειο. Πέντε μήνες μεά, τα Διάφανα Κρίνα και πάλι on stage. Μυρίζοντας Θερμαϊκό και πατώντας θεσσαλονικιότικο έδαφος..

Έξι καινούρια κομμάτια.. Από το δίσκο που θα βγεί μέσα στο 2008..

Επιστροφή στον ήχο του 1996, με ροκιές, κραυγές και αλαλαγμούς..

Όλοι οι γνωστοί μαζεμένοι εκεί..

Ο Μάχας να έχει κέφια στα ντραμς, ο Τσουκαλάς στην κιθάρα και ο Ανεστόπουλος να ξελαρυγγιάζεται..

Πανικός..

Μια αποτυχημένη ηχογράφηση..

Μερικά ποδοπατήματα..

Ένα βρώμικο μετά, η αφίσα υπό μάλης και το εισητήριο τσαλακωμένο..

Και μετά "Silver" με τα παιδιά της μπάντας για ουίσκι..

Νέστορας Πουλάκος, 24/11/07, Υδρόγειος

24 Νοε 2007

"Στο Τελωνείο, μια Ταξιδιωτική Περιπλάνηση" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος


«Το τελωνείο είναι ένας προθάλαμος,
ένα πέρασμα όπου οι ψυχές περιμένουν
μετέωρες, τι θα βρουν άραγε εκεί έξω.»
José Saramago


- Καλώς ήρθατε στην Αθήνα, ελπίζω να έχετε ομπρέλα μαζί σας, γιατί ο καιρός είναι βροχερός τις τελευταίες ημέρες εδώ. Έχετε να δηλώσετε κάτι;

Δεν έχω ομπρέλα, όχι. Έρχομαι από το Παρίσι κι έχω μαζί μου αυτόν εδώ τον υπέροχο μεταλλικό αναπτήρα με χαραγμένο επάνω του το πρόσωπο και την υπογραφή του Yves Montand και μερικά πακέτα τσιγάρα, Gitanes και Gauloises, για μένα και για τη γυναίκα μου. Από τη μακρινή εκείνη εποχή που άρχισα, στα κρυφά, να καπνίζω, να μαθαίνω γαλλικά και να ονειρεύομαι το Παρίσι (γεγονότα που συνέβησαν σχεδόν ταυτόχρονα στη ζωή μου) με φανταζόμουν πάντοτε να μπαίνω σ’ ένα tabac και να ζητάω από τον υπάλληλο αυτά ακριβώς τα τσιγάρα. Και παρόλο που θα μπορούσα πια να τ’ αγοράσω μια χαρά κι από δω, δεν θέλησα να στερήσω από τον εαυτό μου τη χαρά της εκπλήρωσης μιας τόσο παλιάς μου επιθυμίας – όλο αυτό το ταξίδι εξάλλου δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η ευτυχής πραγματοποίηση ενός τέτοιου αρχαίου ονείρου μου.

Στη βαλίτσα μου έχω τους επτά τόμους (πάνω από 2000 σελίδες!) με τα άπαντα του Benjamin Péret, που κάθε τόσο τους κοίταζα μέσω του υπολογιστή μου στο amazon και ποτέ δεν αποφάσιζα να τους παραγγείλω. Μόλις, όμως, τους εντόπισα στο βιβλιοπωλείο και, βαστώντας τους στα χέρια μου, άρχισα να διαβάζω επάνω στα μονόχρωμα εξώφυλλα τούς εξαίσιους τίτλους, προχώρησα χωρίς να το σκεφτώ καθόλου προς το ταμείο και τους αγόρασα όλους. Και μόνο να τα συλλαβίζεις αρκεί: Trois cerises et une sardine, Le déshonneur des poètes, Mort aux vaches et au champ d'honneur, 152 proverbes mis au goût du jour, Anthologie de l'amour sublime, Je ne mange pas de ce pain-là – ήταν αδύνατον να μην αποκτήσω όλους αυτούς τους τόμους αμέσως. Και κάμποσους ακόμη άλλων συγγραφέων, εδώ που τα λέμε, όπως μπορείτε να καταλάβετε από το βάρος που έχουν οι βαλίτσες μου. Δεν πειράζει, πάντως, αφού κατάφερα να τις κουβαλήσω ως εδώ, θα τις πάω και μέχρι το σπίτι.

Έχω ακόμη ένα γυάλινο σταχτοδοχείο κι έναν τιμοκατάλογο που πήρα τις προάλλες από ένα εξαίσιο café, στο οποίο συνήθιζα να κάθομαι τα απογεύματα και να κοιτάζω τους διαβάτες που περνάνε. Κι όταν, την παραμονή της αναχώρησής μου, έπιασε μια ξαφνική βροχή, ένα ψιλόβροχο στην πραγματικότητα, κι όλοι έτρεξαν να καλυφτούν κάτω από τις μεγάλες ομπρέλες κουβαλώντας μαζί τους τα φλιτζάνια και τα ποτήρια τους, εγώ σηκώθηκα από την καρέκλα μου, πήρα με τρόπο από το τραπέζι τον κατάλογο και το τασάκι με τ’ αποτσίγαρά μου μαζί και βάδισα αργά ως το ξενοδοχείο κοιτάζοντας τα φύλλα των δέντρων που γυαλίζανε απ’ τις σταγόνες της βροχής - ούτε και τότε δεν είχα ομπρέλα μαζί μου. Δεν βλέπω την ώρα να το βάλω στο τραπέζι της βεράντας μου, να γεμίσω δυο ποτήρια με λευκό κρασί, ν’ ανάψω ένα από τα Gauloises μου και ν’ αρχίσω να διηγούμαι στη γυναίκα μου ιστορίες από τις μέρες και τις νύχτες που πέρασα στο Παρίσι κι ιστορίες από τη ζωή του Péret στο Παρίσι και στο Μεξικό. Και να σχεδιάζουμε το επόμενο ταξίδι μας, που θα το κάνουμε μαζί αυτή τη φορά, εκεί ακριβώς, στο μυθικό Μεξικό.

- Καλώς ήρθατε στη Νέα Υόρκη! Έχετε να δηλώσετε κάτι;

Δεν έχω τίποτε να δηλώσω εκτός από τη μεγαλοφυΐα μου. Η αλήθεια είναι, πάντως, πως μάλλον απογοητεύτηκα από τον Ατλαντικό· δεν τον βρήκα όσο μεγαλοπρεπή τον περίμενα.

(Ο Όσκαρ Ουάιλντ στις αρχές του 1882 κατά την άφιξή του στην Αμερική)

- Καλώς ήρθατε στην Ελβετία. Θα μας επιτρέψετε να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά στα πράγματά σας; Έχετε μήπως να δηλώσετε κάτι;

Έχω ήδη προτού μπω στο αεροπλάνο παραδώσει έναν ελβετικό σουγιά που έχω διαρκώς στην τσέπη μου με μαχαιράκι, ψαλίδι, ανοιχτήρι μπουκαλιών και μια μικρή λίμα και έχω – εδώ και πολύ καιρό – μιαν απύθμενη απέχθεια για το πρόσωπό μου· μια βαλίτσα γεμάτη με σχέδια που βγήκανε όλα λανθασμένα και ένα χρυσό δαχτυλίδι που κληρονόμησα από τον πατέρα μου, μα ακόμα δεν έχω παραδεχτεί να το φορέσω στο χέρι μου, ακόμα δεν έχω παραδεχτεί να είμαι όπως ήταν εκείνος και ό,τι ήταν εκείνος. Αντί γι’ αυτό έχω επάνω σε κάθε έργο μου τον αδυσώπητο ίσκιο της αποτυχίας και στο μυαλό μου ακλόνητη την απόφαση να φεύγω διαρκώς – να φεύγω πάντοτε από τη ζωή μου χωρίς ποτέ να γυρίζω για να κοιτάξω πίσω. Δεν είναι απαραίτητο να ζεις, είναι απαραίτητο να ταξιδεύεις, έτσι κάπως το έλεγε ένας στίχος που διάβασα πριν από χρόνια κι έχω ξεχάσει ολότελα πια το όνομα του ποιητή, αν το ‘ξερα και ποτέ – τόσο δική μου έχει γίνει η διατύπωση. Δεν ξέρω τι γυρεύω, ίσως τίποτε, μα δεν θα σταματήσω μέχρι να βρω κάτι ή κάτι να βρει εμένα.

Όχι, δεν έχω να δηλώσω τίποτε. Όχι ακόμα τουλάχιστον. Μόνο εκείνο τον ελβετικό σουγιά με το μαχαιράκι (για τις φλέβες μου, όπως συνηθίζω να λέω αστειευόμενος) και τα υπόλοιπα άχρηστα εξαρτήματά του.

- Καλώς ήρθατε στη Μεγάλη Βρετανία, έχετε να δηλώσετε κάτι;

Έχω φέρει μια εσάρπα κι ένα άρωμα τριαντάφυλλου δώρο για τη μητέρα μου και μερικά σπασμένα μάρμαρα από την Ακρόπολη των Αθηνών για τον φίλο μου τον Χομπχάουζ. Έχω ακόμα, για μένα, ένα φιαλίδιο με κώνειο από την Αττική, τέσσερα κρανία από την Αθήνα και αυτές εδώ τις τρεις χελώνες· α, ναι, και τη συνήθεια να μασάω ταμπάκο. Και σ’ αυτήν εδώ την τσάντα έχω τα χειρόγραφά μου των δύο τελευταίων χρόνων: μια παράφραση της Ποιητικής Τέχνης του Οράτιου, Hints from Horace την ονόμασα, μερικά σύντομα ποιήματα που έγραψα και κάμποσες στροφές από ένα ποίημα που το λέω Το προσκύνημα του Τσάιλντ Χάρολντ, μα δεν νομίζω, εδώ που τα λέμε, πως αξίζει και πολλά πράγματα.

(Ο Λόρδος Μπάιρον στις 8 Ιουλίου του 1811 επιστρέφοντας στο Λονδίνο μετά από το διάρκειας δύο ετών ταξίδι του στην Ανατολή)

- Καλώς ήρθατε στην Κωνσταντινούπολη, κυρία μου. Έχετε μαζί σας κάτι που πρέπει να δηλώσετε στην υπηρεσία του τελωνείου;

Όχι, δεν έχω τίποτα να δηλώσω – κι εξάλλου, δεν ήρθα ακριβώς στην Κωνσταντινούπολη· περισσότερο έφυγα από τη Γαλλία, όπου βρισκόμουν προηγουμένως. Όπως είχα φύγει πρωτύτερα από την Ιταλία και πιο πριν από τη Ρουμανία, από την Ελλάδα, από την Αίγυπτο… Εδώ και μήνες δεν πηγαίνω πουθενά πια. Εδώ και μήνες μόνο φεύγω. Κι αν, καθώς λένε, φεύγω σημαίνει πεθαίνω λίγο, τότε τον τελευταίο καιρό έχω πεθάνει, έστω από λίγο, αμέτρητες φορές. Κι ας είναι ο μόνος θάνατος που πραγματικά φοβάμαι το να μείνω για διάστημα μεγαλύτερο από είκοσι-τριάντα μέρες στο ίδιο μέρος – κι όσο περνάει ο καιρός, το διάστημα αυτό γίνεται όλο και μικρότερο. Σε λίγο καιρό, αν συνεχίσει έτσι, ούτε μέρα δεν θα μπορώ να σταθώ στον ίδιο τόπο χωρίς να αντιμετωπίσω τον μεγαλύτερο κίνδυνο και τον χειρότερο εφιάλτη, τον πιο φρικτό πόνο.

Έφυγα στην αρχή γιατί όλοι με θεωρούσανε τρελή, γιατί στ’ αλήθεια, για όποιον δεν ήξερε, και φυσικά κανείς δεν ήξερε τίποτα, φερόμουν σαν τρελή. Δεν μ’ ένοιαζε όμως αυτό· έφυγα κυρίως για να γλιτώσω από τα φαντάσματα που διαρκώς με καταδιώκουν και δεν μ’ αφήνουνε ούτε στιγμή να ησυχάσω. Ή, μάλλον, με αφήνουν όσο χρειάζεται ακριβώς για να πιστέψω ότι τέλειωσε οριστικά πια και τότε εμφανίζονται ξανά. Και φεύγω. Μάταια όμως! Κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να ξεφύγει απ’ ό,τι τον κυνηγά.

Όταν πάτησα για πρώτη φορά το πόδι μου στην Ελλάδα (κι ήταν πράγματι αυτή η πρώτη φορά που έφευγα από τον τόπο μου), ένιωσα επιτέλους ελεύθερη. Πίστεψα πως εκεί θα μπορούσα να συνεχίσω να ζω ή, μάλλον, πίστεψα πως εκεί θα μπορούσα να ξαναρχίσω να ζω. Είχε ήλιο, την ώρα που κατέβαινα από τ' αεροπλάνο, και ζέστη πολλή, όπως στην πατρίδα μου, μα φυσούσε κάθε τόσο ένα απαλό αεράκι, που το ‘νιωθα να εισχωρεί ως την ψυχή μου δροσερό και να τη μαλακώνει. Γύρισα πολύ, όσο καιρό έμεινα στην Ελλάδα. Πήγα στο Σούνιο κι έμεινα ώρες να κοιτάζω το πέλαγος από ψηλά, ανέβηκα στην Ακρόπολη και περπάτησα στην Αγορά, πήγα στους Δελφούς, πήγα στην Επίδαυρο και είδα στο αρχαίο θέατρο να παίζουνε τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου – στα ελληνικά βέβαια και δεν καταλάβαινα λέξη, μα από τη μητέρα μου που ήτανε μεγάλη ηθοποιός στην πατρίδα μας έχω κληρονομήσει το πάθος για το θέατρο και γνωρίζω καλά όλα τα κλασικά έργα. Ήταν μάλιστα δικό της όνειρο να ταξιδέψει κάποτε στην Ελλάδα και να πατήσει το πόδι της σ’ ένα αρχαίο θέατρο, μα δεν πρόλαβε η ίδια να το πραγματοποιήσει κι είναι γι’ αυτό που απ’ όλα τα μέρη που υπάρχουν διάλεξα να πάω εκεί όταν πρωτοέφυγα κυνηγημένη από το σπίτι μου.

Δεν κράτησε όμως πολύ. Πριν περάσει ένας μήνας, τα φαντάσματα του παρελθόντος ξαναγύρισαν. Ξαφνικά! Όπως πάντα. Νόμιζα πως είχα γλιτώσει οριστικά πια. Είχα αρχίσει μάλιστα να επιδιώκω επαφές με πατριώτες μου εκεί, για να με βοηθήσουν να βρω κάποια δουλειά. Ήμουν διερμηνέας στην Αίγυπτο, προτού βέβαια αρχίσει το κακό, και πίστευα πως δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να εργαστώ σε μια ξένη χώρα, μα δεν υπολόγισα καλά. Και ξανάφυγα. Πήγα στη Ρουμανία, στην Ιταλία, στη Γαλλία, πήγα σε χώρες και σε πόλεις, όπου κανένας δεν με γνώριζε και δεν γνωρίζω κι εγώ κανέναν – πίστευα πως έτσι θα ήταν πιο εύκολο να ξεφύγω, μα όχι, δεν ήταν, δεν είναι. Και τώρα είμαι εδώ, τελευταίος σταθμός, τα χρήματά μου τελειώνουν κι αν κι εδώ δεν καταφέρω να το νικήσω, αν κι εδώ το φάντασμά της με κυνηγήσει, μ’ εξουθενώσει και με συντρίψει, όπως κάνει εδώ και τέσσερις μήνες, θα γυρίσω πίσω. Δεν μου μένει τίποτε άλλο να κάνω, θα γυρίσω πίσω. Θα γυρίσω πίσω και θα ομολογήσω.

(Συνέχεια)

[Το κείμενο "Στο Τελωνείο" είναι μια ευγενική προσφορά στο "Βακχικόν" του συγγραφέα και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Είχε δημοσιευτεί στο περιοδικό Δέκατα το 2005.]

"Φωτογραφία της εβδομάδας" - Μιχάλης Γεωργιάδης (19 - 25/11/07)

Ειν’ ένας δρόμος μακρύς και σιωπηλός.
Βαδίζω στο σκοτάδι και παραπατώ και πέφτω
και σηκώνομαι και με πόδια τυφλά πατώ πέτρες βουβές και ξερά φύλλα
και κάποιος πίσω μου κάνει το ίδιο:
αν σταματήσω, σταματάει
Αν τρέξω, τρέχει. Στρέφομαι κανείς.
Τα πάντα σκοτεινά και δίχως έξοδο
και στρίβω και ξαναστρίβω σε γωνιές που πάντα βγάζουνε στο δρόμο
όπου κανένας δεν περιμένει, δε μ’ ακολουθεί
όπου εγώ ακολουθώ κάποιον που παραπατά και που σηκώνεται και λέει βλέποντας με : κανείς.

*το ποίημα ανήνει στον Οκτάβιο Παζ με τίτλο "ο δρόμος".

23 Νοε 2007

"6 Συνθοίματα" - Γιώργος Μπλάνας (2007)

ΤΡΑΒΗΞΟΥ! ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΡΕΚΛΙΣΩ ΤΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΣΚΟΤΑΔΙ.
*
ΠΩΣ ΝΑ ΤΑ ΒΓΑΛΕΙ ΠΕΡΑ ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΜΕ ΤΟΣΗ ΣΥΝΝΕΦΙΑ ΨΥΧΩΝ;
*
ΚΙ Ο ΑΕΤΟΣ ΣΤΑ ΟΡΕΙΝΑ ΦΤΕΡΑ ΤΟΥ ΕΛΠΙΖΕΙ ΕΝΑ ΤΕΛΟΣ ΠΕΔΙΝΟ.
*
ΜΟΝΟ ΣΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ. ΠΟΤΕ ΣΑΝ ΦΥΛΛΟ.
*
ΠΟΣΟ ΦΩΣ ΜΠΟΡΕΙ Ν' ΑΝΤΕΞΕΙ ΜΙΑ ΒΙΑΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΑΠΕΛΠΙΣΙΑΣ;
*
ΜΑΚΡΥ ΧΕΡΙ ΜΕΓΑΛΗ ΕΥΛΟΓΙΑ. ΜΕΓΑΛΟ ΤΕΙΧΟΣ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΣΦΑΓΗ.

*
Έξι καινούριοι στίχοι, έξι μικρές ποιήσεις από τον μεταφραστή και ποιητή Γιώργο Μπλάνα. Ειδικά για το "Βακχικόν"..
Αυτή τη χρονική περίοδο, ο Γιώργος Μπλάνας επιμελείται μια καινούρια σειρά αριστουργημάτων της παγκόσμιας λαϊκής λογοτεχνίας, από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα. Kυκλοφόρησαν ήδη τα πέντε πρώτα βιβλία της σειράς : "Spring-Heeled Jack : Ο Τρόμος του Λονδίνου"(Ανώνυμου 1885), "Μadame Butterfly : Η Γιαπωνέζικη Κούκλα"(John Luther Long), "Doctor Nicola : Ολέθριο Πείραμα"(Guy Boothby), "Brigadier Jerard : Ο Ήρωας της Συμφοράς"(Sir Arthur Conan Doyle) και "Yue Laou : Ο Φεγγαροποιός"(Robert W. Chambers), σε μεταφράσεις των Γιώργου Μπλάνα, Σάντυ Παπαϊωάννου, Μιχάλη Παπαντωνόπουλο και Γιώργου Βέη. *Ν.Ι.Π.

22 Νοε 2007

Διαβάζοντας Γ.Ι. Μπαμπασάκη : Η Μουσική των Γεγονότων [Ερατώ, 1998]

Ο μνήμων, φίλοι, ο μνήμων της συντροφιάς, είναι ανήμπορος πια να ανασυνθέσει τις μνήμες, να συνάξει τα κομμάτια, να ξαναβάλει τους πεσσούς στα τετραγωνίδια που πρέπει, να βρει μια φωνή που ν' αρμόζει στα βλέμματά μας, όπως μας τα έκαναν οι συγκινήσεις και ο χρόνος. Παίζω και χάνω, Μαρίνα, και μ' αυτόν τον αξιοθρήνητο επικήδειο χάνω τα πάντα, καίω το έσχατο χαρτί για μας, για την παράταση ενός διαλόγου ανάμεσά μας, επιτέλους αξιοπρεπούς, όπως τον ήθελες, απαλλαγμένου επιτέλους από βρισιές κι από μεθυσμένες ανάσες κι από οδυνηρές αιχμές. Ο μνήμων αποτυγχάνει, και, μαζί μ' αυτόν, αποτυγχάνει και ο νηφάλιος και ο "στο-ύψος-των-περιστάσεων" και ο αβρός. Δεν μπορεί, λοιπόν, παρά να θριαμβεύσει το χάος, η κακοφωνία, η αγανακτισμένη μεροληπτικότητα, η αποθέωση ενός δόλιου εγωαφανισμού. Με μια λέξη, η ύβρις.

*Δυο χρόνια πέρασαν από το διπλό πεζογραφικό "χτύπημα" του Γ.Ι. Μπαμπασάκη["Η Λογική των Γεγονότων"(Οξύ) και "Βιβλίο Συμβάντων και Αναφορών"(Ερατώ)] και ύστερα από προτροπή του Μ. Μανουσάκη, των Εκδόσεων Ερατώ, άνηκε σε εκείνη την τετράδα συγγραφέων, που συνέθεσαν τα τέσσερα μονόφυλλα, τα οποία κυκλοφόρησαν στην αγορά στα 1998, με μεγάλη επιτυχία. Μοναδικό πεζογράφημα, αυτό του Μπαμπασάκη, σελίδες 29, σε αυτό το πρασινοπό, απλό εξώφυλλο, ο σύχρονος ποιητής, συγγραφέας και μεταφραστής, μας αφηγείται ιστορίες έρωτα και μίσους, στο ύψος του ανικανοποίητου αλλά και του ικανοποιημένου άντρα, με την Αλίκη και την Μαρίνα. Μας μιλάει για τις οινοποσίες και τις περιπέτειες με τους φίλους του, αλλά πάνω από όλα για αυτές τις δύο γυναίκες και τις σκέψεις του για εκείνες, εν μέσω μουσικών, ναι πολλών μουσικών, 7 σελίδων παρακαλώ, από τον Νηλ Γιανγκ στον Νικ Κέιβ και από τον Λέοναρντ Κοέν στον Μπομπ Ντύλαν και τούμπαλιν. Και κάπου εκεί, συνεχίζει να ακούγεται ο Κάπταιν Μπηφχαρτ και ο Τιμ Μπάκλευ, με τον Ρόρυ Γκάλαχερ να παίρνει τη σκυτάλη από τον Τομ Γουέητς.
Ολοκληρώνοντας, τα άλλα τρια μονόφυλλα των Εκδόσεων Ερατώ, ήταν τρεις θαυμάσιες ποιητικές συλλογές : η "Άννα" του συνεργάτη Γιώργου Μπλάνα, ο "Άγγελος της Ιστορίας" του Χάρη Βλαβιανού και "Της Γυναικογυναίκας" του μακαρίτη Ηλία Λάγιου.

Διαβάστε για άλλα πεζογραφήματα του Γ.Ι. Μπαμπασάκη :
- Κόκκινες Νύχτες [Ερατώ, 1985] : http://vakxikon.blogspot.com/2007/11/1985.html
- H Λογική των Γεγονότων [Οξύ, 1996] : http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/1996.html
- Ηarmolypi's Blues [Μεταίχμιο, 2003] : http://vakxikon.blogspot.com/2007/08/harmolypis-blues-2003.html
- Η Φυλή των Happy Few [Ηλέκτρα, 2004] : http://vakxikon.blogspot.com/2006/05/happy-few-2004.html *Ν.Ι.Π.

21 Νοε 2007

"Μια φωτογραφία όλο ποίηση" - Μιχάλης Γεωργιάδης (21/11/07)


"Ο φωτογραφικός φακός και η ψυχή γίνονται ένα
για να συλλάβουν τη στιγμή
και να την κρατήσουν στην αιωνιότητα"
Ανδρέας Σμαραγδής

Ο Ανδρέας Σμαραγδής γεννήθηκε στην Κρήτη, το 1947. Σε μικρή ηλικία παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής στην Κρήτη.Έκανε μαθήματα φωτογραφίας για πολλά χρόνια και παρακολούθησε σεμινάρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Μαθήτεψε το 1973 και 1974, διπλα στον διεθνώς βραβευμένο φωτογράφο Δημήτρη Χαρισιάδη. Έχει οργανώσει 3 ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε 8 ομαδικές. Από το 1978 μέχρι το 1988 υπήρξε καθηγητής φωτογραφίας στην σχολή "ΑΚΤΟ". Το 1991 ίδρυσε τη σχολή φωτογραφίας "BLOW UP". Από το 1980 και μέχρι σήμερα διευθύνει την εταιρία κινηματογραφικών, φωτογραφικών παραγωγών "ΠΛΑΤΩ ΕΠΕ", εκεί δούλεψε με σκηνοθέτες όπως τους Μ.Κακογιάννη, Κ.Κουτσομύτη, Π.Βούλγαρη, Ν.Παναγιωτόπουλο και άλλους. Έχει ασχοληθεί με την μουσειακή φωτογραφία και τα αρχαιολογικά θέματα και την φωτογράφηση έργων τέχνης. Φωτογραφίες του έχουνε δημοσιευθεί σε πολλά Έντυπα όπως "Γαιόραμα-Experiment" Μετρό της Αθήνας.. και πολλά Λευκώματα ("Οδηγός Θράκης", "Ιερά Μονή Σιμωνόπετρας Αγίου Όρους", Δίτομο Λεύκωμα "Ιερά Μονή Βατοπεδίου Αγίου Όρους" (βραβευμένο από την Ακαδημία Αθηνών), Λεύκωμα "Ιερά Μονή Ορμυλίας" στη Χαλκιδική, Λεύκωμα "Ο Σαντορίνης της Σαντορίνης" για την παραγωγή σαντορινιών κρασιών της εταιρίας Μπουτάρης, Λεύκωμα "Η Άλλη Χαλκιδική") Έχει βραβευτεί από τον Ελληνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ) για την ποιότητα της τουριστικής-καλλιτεχνικής φωτογραφίας. Ο Ανδρέας Σμαραγδής είναι ένα σημαντικό κεφάλαιο για την φωτογραφία στην Ελλάδα αλλά και παγκοσμίως.

η επίσημη ιστιοσελίδα του είναι www.smaragdis.gr

"Αναπολώντας τα '80s"- Νίκος Πουρνάρας

Κινηματογράφος - Μουσική Δεκαετίας 1980

Η δεκαετία του 1980, με την προβολή ταινιών, καθιέρωσε αρκετούς ηθοποιούς. Το γεγονός αυτό, είχε σαν αποτέλεσμα ο κάθε ηθοποιός να διακρίνεται όχι από το σύνολο της δουλειάς του αλλά κυρίως από το ρόλο (χαρακτήρα) που του δινόταν. Ακόμη και σήμερα ,μετά σχεδόν από τριάντα χρόνια μπορούμε να ξεχωρίσουμε τους ηθοποιούς από το ρόλο τους στο παρελθόν.

Ο λόγος που συμβαίνει το γεγονός αυτό είναι ότι προφανώς επιδίωκαν όχι μόνο την εμπορικότητα αλλά και την ποιότητα. Η μουσική και ο στίχος των τραγουδιών συνδέονταν άρρηκτα με τις σκηνές από τις ταινίες και σκοπό είχαν την δημιουργία ενός καλού κλίματος.

Ο δημιουργός επιδιώκει τον τηλεθεατή να ταυτιστεί με τους ρόλους των ηθοποιών ώστε η δουλειά του να μείνει στο χρόνο. Η περίοδος αυτή για πολλούς ηθοποιούς χαρακτηρίζεται ως ο προθάλαμος για την έναρξη της υποκριτικής τους καριέρας. Ορισμένοι συνεχίζουν να εργάζονται ως ηθοποιοί μέχρι σήμερα και άλλοι εργάζονται ως παραγωγοί ή σκηνοθέτες στη δημόσια τηλεόραση ή στο εξωτερικό. Η ανεργία όμως, ορισμένους ηθοποιούς τους οδήγησε στην αυτοκτονία.

Επίσης, πολλοί τραγουδιστές, το 1980 όπου ξεκίνησαν, σήμερα είναι στο περιθώριο τουλάχιστον εδώ και μια δεκαετία. Οι μουσικές τάσεις έχουν αλλάξει καθώς και η ποιότητα των τραγουδιών έχει μεταβληθεί. Τα τελευταία χρόνια γίνονται αρκετές διασκευές με μουσική σε ρυθμό hip – hop και bit ενώ προστίθενται και νέοι στίχοι. Το γεγονός αυτό προβάλλει την διαφορετικότητα του κάθε τραγουδιού με το παρελθόν και χαρακτηριστικό είναι η διακριτικότητα μουσικά με το χθες.

Στο παρελθόν, τα μέσα που χρησιμοποιούσαν, ήταν λιγότερα σε σύγκριση με το παρόν, οι τεχνικές - τεχνολογικές δυνατότητες μουσικά είναι τελείως διαφορετικές (σε άλλο επίπεδο). Οι αλλαγές ήταν τόσο ραγδαίες από χρόνο σε χρόνο σε σημείο, οι διαφορές να είναι τόσο έντονες και μεγάλες σαν η μέρα με την νύχτα.

Η μουσική επένδυση των τραγουδιών σήμερα γίνεται με περισσότερα μέσα απ' ότι χθες (στο παρελθόν). Τα βιντεοκλίπ έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα επεξεργασίας με την χρήση μηχανημάτων όπως υπολογιστές. Παράλληλα, είναι εφικτή η δυνατότητα τεχνοτροπιών.

*80's Manifesto :
- Χόρεψες τα "Παπάκια" αλλά δεν το έχεις εξομολογηθεί ούτε στον πνευματικό σου;
- Πλήρωσες εισιτήριο (με δραχμές παρακαλώ) για να δεις ταινία του Στάθη Ψάλτη στο σινεμά;
- Φόρεσες παντελόνι baggy, μπλούζα με μανίκι νυχτερίδα, Τ-shirt με τον Donald Duck;
- Βλέπεις το καλοκαίρι σε 1000στή επανάληψη το "Ρετιρέ";

[από το ανενεργό μπλογκ fantastic80s.blogspot.com]

Δρ. Νίκος Πουρνάρας
μελετητής των '80s