31 Δεκ 2007

Καλή Χρονιά, Ευτυχισμένο το 2008...

Η Πρωτοχρονιά γιορτάζεται σ’ όλο τον κόσμο με μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα και με διάφορες εκδηλώσεις. Κατά την ημέρα αυτή γίνεται ανταλλαγή επισκέψεων και δώρων και επικρατούν διάφορα έθιμα, όπως της βασιλόπιτας κ.ά., τα οποία μας κληροδότησαν οι Βυζαντινοί πρόγονοί μας, γιατί, σύμφωνα με τις πληροφορίες των αρχαίων συγγραφέων, ούτε οι Έλληνες ούτε οι Ρωμαίοι γιόρταζαν την πρώτη μέρα του χρόνου. Οι δύο αυτοί λαοί που εκπροσωπούν τον αρχαίο κόσμο, συνήθιζαν να γιορτάζουν την πρώτη ημέρα κάθε μηνός. Οι περισσότερες μάλιστα ελληνικές πόλεις δε συμφωνούσαν ούτε ως προς την αρχή του χρόνου. Το ίδιο συνέβαινε και ανάμεσα στους ανατολικούς λαούς.
Η 1η Ιανουαρίου σαν αρχή του χρόνου επικράτησε να γιορτάζεται στη Ρώμη από το 48 π.Χ., την εποχή δηλαδή του Καίσαρα, και πήρε πολλά στοιχεία από τη ρωμαϊκή γιορτή Σατουρνάλια. Από τότε την 1η Ιανουαρίου δέχτηκαν σαν Πρωτοχρονιά όλοι οι λατινογενείς λαοί, καθώς και όλοι οι ρωμαιοκρατούμενοι λαοί.
Η Ορθόδοξη όμως Εκκλησία, της εποχής κυρίως του Μεγάλου Κωνσταντίνου, επειδή ήθελε να χωρίσει τους Χριστιανούς από τους ειδωλολάτρες, απαγόρευε στους χριστιανούς να γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά όπως εκείνοι. Τα αποτελέσματα όμως της απαγόρευσης αυτής ήταν πολύ μικρά. Απαλείφτηκαν μόνο τα στοιχεία εκείνα που έρχονταν σε τέλεια αντίθεση προς τη χριστιανική ηθική.
Η Πρωτοχρονιά λοιπόν, όπως αυτή διαμορφώθηκε κάτω από την επίδραση της Εκκλησίας και τη σύνδεσή της με τη γιορτή του Αγίου Βασιλείου, διαιωνίστηκε μέχρι σήμερα σαν λαϊκή γιορτή. Τα σημαντικότερα έθιμα αυτής είναι τα ακόλουθα:
· Η διανομή στα παιδιά δώρων, τα οποία οι νοικοκυρές παρασκευάζουν στα σπίτια. Αυτά κυρίως είναι γλυκίσματα, όπως κουραμπιέδες, μελομακάρονα κ.ά.
· Συντροφιές μικρών παιδιών από την παραμονή ψάλλουν τα κάλαντα στα σπίτια και στα μαγαζιά και μαζεύουν φιλοδωρήματα.
· Τα μεσάνυχτα της παραμονής, λίγα δευτερόλεπτα πριν από τις 12, σβήνουν τα φώτα και οι οικογένειες γύρω από το πρωτοχρονιάτικο τραπέζι ψάλλουν ύμνους, ανταλλάσσουν φιλιά και κόβουν την πατροπαράδοτη βασιλόπιτα. Εκείνος μάλιστα που βρίσκει στο κομμάτι του το νόμισμα, που είναι κρυμμένο μέσα σ’ αυτήν, θεωρείται ο τυχερός της χρονιάς.
· Πολλοί καλούν έναν που να έχει «καλό ποδαρικό» το πρωί της Πρωτοχρονιάς.
· Επίσης δε δίνουν τίποτα έξω από το σπίτι, δε ρίχνουν νερό έξω από αυτό και δεν αναφέρουν ονόματα επιβλαβών ζώων, εντόμων κ.λπ.


(Από την εγκυκλοπαίδεια 2002)

30 Δεκ 2007

Γιώργος Μπλάνας : "De Cive"

Δεν είναι σίδερο, αλλά τρελαίνονται σκουριά,
όταν ο θάνατος ισχύει ανάμεσά τους,
ορθώνοντας ατσάλινες προβλέψεις,
προτείνοντας ορείχαλκες επενδύσεις,
αποφέροντας θάνατο, θάνατο, προσεκτικά
καθαρισμένα γυαλιά, επιμελείς γραβάτες,
άψογα σιδερωμένα πουκάμισα, σάβανα,
σάβανα· σκουριά ο λάκκος που χορταίνει
την ξύλινη φιλοδοξία.

Καύσιμα θηλαστικά σε κατάσταση αποσύνθεσης.

*O Γιώργος Μπλάνας σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

29 Δεκ 2007

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος : "8 η ώρα το πρωί"

Εγώ και όλοι οι άλλοι
καθόμαστε στις συνηθισμένες μας θέσεις,
8 η ώρα το πρωί, και πίνουμε καφέ
κοιτάζοντας τον δρόμο που τον διασχίζουν τροχοφόρα
ή τη θάλασσα που σχηματίζεται από το παρελθόν μας
και όλο αγριεύει απ’ τον αντίμαχο καιρό

Εκείνη όμως είναι μια ξανθιά, που πίνει μπύρα
με ξεβαμμένο τζιν παντελόνι και λευκή μπλούζα
χωμένη σε μια γωνιά του μαγαζιού
καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο –
ένα μπουκάλι είναι κιόλας άδειο
επάνω στο τραπέζι της
το άλλο το κρατάει ανάμεσα στα δυο της χέρια·
τα πόδια της, με βγαλμένα τα παπούτσια
είναι απλωμένα στην απέναντι καρέκλα
η ματιά της κοιτάζει επίμονα
κάποιο σκοτεινό σημείο του χώρου

Εγώ την κοιτάζω
και σκέφτομαι τις γυναίκες του Bukowski
εξαίσια απελπισμένες,
μέσα στα μπαρ να πίνουν το ποτό τους
ή εκείνη τη γριά γυναίκα του Lowry
που παίζει ντόμινο στις εφτά η ώρα το πρωί

Και είναι πια φθινόπωρο
ο αέρας δυναμώνει, τον ακούμε κιόλας
οχυρωμένοι πίσω από τα τζάμια,
έρχεται για να σαρώσει ό,τι έχει απομείνει

*Ο Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

Mιχάλης Γεωργιάδης : "Νοσταλγία" του Κ. Καρυωτάκη


Μεσ' από το βάθος των καλών καιρών
οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.

Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.

Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
- πόσος καιρός! - τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.

Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.

Τα μάτια που κρεμούν - ήλιοι χλωμοί -
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...

* Ο Μιχάλης Γεωργιάδης σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

28 Δεκ 2007

Τάσος Ρήτος : "Τζαζ"

Κοιτάζω απ' το παράθυρο τα χαμόσπιτα,
κατρακυλούν πάνω στο λόφο,
μοιάζουν μικροί επαναστάτες,
που έχουν ξεφύγει απ' την κουλτούρα της τσιμεντούπολης.

Κοιτάζω τα φουγάρα τους,
καπνίζουν το ξύλο.

Κοιτάζω τη λίμνη,
μοιάζει σαν σεντόνι που σκεπάζει το γήινο κρεβάτι.

Κοιτάζω το βουνό,
ένας αφηρημένος πίνακας του Πικάσο.

Κοιτάξω τις ξύλινες καρέκλες, τα πέτρινα πατώματα,
ανασαίνουν όλα!

Το τζάκι με καπνίζει, γίνομαι στάχτη!
Με απολαμβάνουν κάτι περιθωριακοί τζατζίστες απ' το παρελθόν, οι οποίοι ξεφυσούν ελπίδες για το ανεκπλήρωτο παρόν!

Τζάζ χορός
Τζάζ φορέματα
Τζάζ αλκοόλ
Τζαζ ποιήματα
Τζάζ τσιγάρα
Τζάζ έρωτας
Τζάζ, Τζάζ, Τζάζ!

Καθώς αρχίζει και μικραίνει η μέρα μέσα απ' το παράθυρο μου,
βλέπω τα χαμόσπιτα να χορεύουν στο ρυθμό της τζαζ!
Κάναμε έρωτα όλο το απόγευμα!
Προσπεράσαμε τα σύννεφα και φτάσαμε στα άστρα του απέναντι βουνού, καπνίζοντας χόρτο και πίνοντας γαλλική σαμπάνια.

Μπόμπ Ντύλαν,
Έρικ Μπάρντον,
Μπάρυ Γουάιτ,
Τόμ Γουέιτς,
Τζάνις Τζόπλιν,
Τζέιμς Μπράουν,
λίγοι απ' τους εκλεκτούς καλεσμένους μας στο μικρό ξυλοπέτρινο δωματιάκι.

Χορός στην ομίχλη!
Χορός πάνω στο βουνό!
Χορός πάνω στα σώματα!
Χορός πάνω στα παπλώματα!

Το άλλο πρωί άφησα τις κόκκινες κουρτίνες ορθάνοιχτες,
ο ήλιος διαπέρασε το μικρό παράθυρο και τρύπωσε μέσα στις καρδιές μας για να τις φωτίσει. Η λίμνη άφαντη, στη θέση αυτής ένα πελώριο σύννεφο να χορεύει τζάζ!
Πετάμε στα σύννεφα χορεύοντας κι εμείς τζάζ!

Οι αχτίδες του ήλιου πέφτουν πάνω στα παπλώματα,
στα γυμνά κορμιά μας. Τα μάτια αγκυστρομένα απ' την τσίμπλα, ανοιγοκλείνουν θέλοντας να γευτούν το άρωμα αυτό του ήλιου, το άρωμα αυτής της καλημέρας!

Τα πρωινά εδέσματα περιμένουν στο τραπέζι.
Μέλι, βούτυρο, μαρμελάδα, κρασί! Το κρασί ρέει άφθονο παντού και πάντα, πλημμυρίζει το σώμα ολάκερο!

Κοίταζα απ' το παράθυρο όλες τις ημέρες από λίγο, δηλαδή απ' όσο χρόνο είχα να νιώθω λίγο ξεμέθυστος!

Ήρθε η ώρα όμως να φύγουμε!

Αφήσαμε πάνω σε ένα άστρο μία πέτρα και ένα ξύλο απ' το δάσος! Ψάξτε να τα βρείτε και εμείς θα ξανά επιστρέψουμε!
Επιστροφή τώρα στα βρώμικα μονοπάτια της πόλης!


Καστοριά, 1/12/07
*Ο Τάσος Ρήτος σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

Νάσος Ριτζ : "Νάσος Ριτζ"

Ο Νάσος άφησε το αυτοκίνητο του στα έμπιστα χέρια του πατέρα του δεκαπεντάχρονου φίλου του Γιάννη, για να αποκαταστήσει τις πιο πρόσφατες ζημιές από τη σύγκρουση στη συμβολή των οδών Ανατολικής Ρωμυλίας και Αγ. Λαύρας. «Πάλι χάθηκα στις σκέψεις μου και αυτή την διαρκώς αυξομειούμενη μουσική που παίζεται στο μυαλό μου.» Πήρε το μετρό από τον Αγ. Αντώνη και έφτασε στο αεροδρόμιο ανήσυχος και κακόκεφος. Όχι γιατί ξέχασε να πάρει τον οδηγό του Lonely Planet, αλλά γιατί δεν του άρεσε να ταξιδεύει μόνος. «Και όχι τίποτα δηλαδή, αλλά έχω γυρίσει και το μισό κόσμο έτσι να πάρει..» Άσε αυτή την ηλίθια διαδικασία στα αεροδρόμια. «Check in και μαλακίες, ο καθένας κουβαλάει το μισό σπίτι του μαζί και για επιδόρπιο πρέπει να με ψάξουν κιόλας.»

Η Σωτηρία του όμως τον περίμενε στον μοναχικό γκισέ. Είχε πράσινα μάτια, ολόγιομο πρόσωπο, στρογγυλά σκουλαρίκια και λυτά μαλλιά. «Ο απόλυτος συνδυασμός.» πρόφερε παραγνωρίζοντας ότι έως τότε είχε πει τα ίδια πάνω από όσες φορές είχε δει γυναίκα στη ζωή του. Του θύμισε αμέσως την Χριστίνα. «Πώς ούρλιαζε αυτή η γκόμενα» χωρίς να κατεβάσει μια ζεστή ρουφηξιά καπνού αυτή τη φορά αν και έψαξε αυθόρμητα την πίσω τσέπη του υφασμάτινου ζεστού παντελονιού του, αλλά ήταν αυτό το χάδι που του κάρφωσε στο μυαλό για τα καλά εκείνον τον ξανθό άγγελο και χάθηκε στους ήχους του… Fold των Archive και μιας γουλιάς Tupelo του Νίκ.

Του χαμογέλασε, έγειρε το κεφάλι αριστερά και πίσω, χρησιμοποίησε τα πιο γλυκά ρήματα, τις πιο προκλητικές στοματικές αυλακώσεις και με την φωνή της Ειρήνης Στεφοπούλου του ζήτησε διαβατήριο, εισιτήριο και να σβήσει από το πρόσωπό το ζόρικό του. «Κούκλα δεν πιάνουν αυτά σε μένα και άλλη φορά να μην φοράς στηθόδεσμο, νομίζω θα σου πηγαίνει καλύτερα», «Ορίστε κύριε» πολύ αυστηρά και χωρίς να κάνει βήμα πίσω. « Εντάξει δεν περίμενα και θαύμα» μα να που το θαύμα τον συνάντησε 95 μοίρες δεξιά. « Η Ευδοκία. Τι θέλει εδώ; Γιατί κρατάει εισιτήρια και γιατί περιμένει πίσω μου;» Αυτή του απάντησε και τις τρεις ερωτήσεις με μια αγκαλιά και ο Νάσος ανταποκρίθηκε με ένα τρυφερό χαστούκι στον κώλο της και με μια πρόταση «Έλα μωρό μου να πιούμε μ’ ένα καφέ να μου τα πεις με την ησυχία σου.»

Η αχνή μυρωδιά του έλυσε την όσφρηση και τα λόγια της Ευδοκίας. «Νάσο φεύγω με τον δικό μου με προορισμό τη Βηρυτό». Ο Νάσος άδειασε το μυαλό του από τις επιπλέον σκέψεις και κράτησε μία. Βίασε το όπλο της φαντασίας του και καθώς ο μεγάλος δείκτης κάλυπτε τον μικρό στο ρολόι του καμπαναριού, του από χρόνια έρημου χωριού, πυροβόλησε με δύο σφαίρες την καρδιά του εραστή της. «Τώρα μπορούμε να πιούμε ένα ποτό, γάμα τον καφέ» Εκείνη ξεκόλλησε από τη σκονισμένη γη τον ετοιμοθάνατο εχθρό της αυτοκυριαρχίας της, τον κουβάλησε μέχρι το πλησιέστερο μπαρ, του Άγγελου, που για κάποιο λόγο είναι πάντα κοντά και άνοιξε απότομα την κουβέντα μαζί του. Ένα Talisker, γρήγορα σε παρακαλώ. Δεν βλέπεις; Ο άνθρωπος πεθαίνει για ένα τέτοιο. Στην άλλη άκρη του ίδιου μπαρ, με το ποτό ήδη στα χέρια του, ο Νάσος τσαλάκωσε το ζοριλίκι του, πύρωσε την μανία του και την μετέπλασε σε ένα μικρό χαμόγελο. «Καριόλα μαζί του ως το θάνατο, σε λατρεύω, προφανώς ότι αγαπάς είσαι.» ενώ με το δεξί του χέρι έδινε στο πικαπ να παίξει τον δίσκο των Dirty Three με τίτλο Whatever you love, you are.

*Ο Νάσος Ριτζ σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά

27 Δεκ 2007

Νέστορας Ι. Πουλάκος : "Προτελευταίο Μένος"

Απροσδιόριστα τα «σ’ αγαπώ» σου,
πιθανολογούμενος έρωτας στο παιχνίδι της μιζέριας.

Σ’ αναζήτησα στην άβυσσο της απόγνωσης,
κι εσύ εκεί, ιέρεια απάνθρωπων τεράτων άυλης μορφής.

Τα βλέμματα μας συναντήθηκαν ματαίως,
πάνω από το καζάνι με τις αμαρτωλές ψυχές.

Και σου ‘ρθε να με φας, καταραμένη,
με δόντια κοφτερά και στόμα κόκκινο από το αίμα

Αφέθηκα στην αγκαλιά σου απεγνωσμένος,
σιχάθηκα κάθε λεπτό μακριά σου, μετά από αυτό.

Μα εσύ με έδωσες στους φύλακες της νύχτας,
στους μπράβους της παραφοράς, τους σκύλους της παρανομίας.

Με πούλησες, ξεψυχισμένη, σε άγνωστα «εγώ»,
αλλοτινών όντων, αιωρούμενων στη σφαίρα του άλογου.

Τελειωτικά, εδώ, θα παραμείνω, περιμένοντας σε,
κι εσύ, αν θες, μην έρθεις, άγαλμα θα γίνω σιωπηλό.

Θα σε προσμένω, κουρασμένος, νεκρή μούσα των ονείρων μου.

[(...)-Χ']

*Ο Νέστορας Ι. Πουλάκος σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

Ιωάννα Κουτζούκου : "Οι Γλυκιές Μέρες, οι Άνομες" του Π. Βερλαίν

Οι γλυκιές μέρες, οι άνομες, έφεγγαν όλη μέρα
και τρέμουν, να, στις χάλκινες τις αντηλιές της δύσης.
Κλείσε τα μάτια σου, φτωχιά ψυχή μου, κι έλα μέσα:
παγίδες στήνει ο πειρασμός. Θα κολαστείς, ψυχή μου!

Όλο έφεγγαν, καθώς κυματιστό χαλάζι φλόγες,
τα κλήματα όλα δέρνοντας στη ράχη, όλα λυγώντας
τα στάχυα των αγρών, και τον ολόγλαυκο εμολεύαν
τον ουρανό, τον μουσικό ουρανό, που σε φωνάζει.

Ω φρίκη! ω φύγε, αργόπορη και δένοντας τα χέρια!
Τα ωραία μας τα Αύριο αν πέσουνε βορά στα Χτες – στοχάσου!
Το πάθος το παλιό αν ζητάει να πάει ακόμα πέρα;

Στρέφουν απάνω σου: χρωστάς ξανά να τις σκοτώσεις;
Μια έφοδο ανήμερη, σκληρή – η υπέρτατη, το ξέρω!
Ω προσευχήσου, ενάντια προς τη θύελλα, προσευχήσου!

(Μετάφραση: Τέλλος Άγρας)

*Η Ιωάννα Κουτζούκου σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

26 Δεκ 2007

Μαίρη Αλεξοπούλου : "Οι Καλοί"

Οι καλοί με βαραίνουν με την καλοσύνη τους.
Στέκουν απέναντί μου
πράο παράδειγμα λαμπρό.
Αιωρούνται
ήσυχοι άγγελοι καθημερινοί
μ' όλες τις απαντήσεις στέραιες.
Βούδες χρυσοί μ' αχνό χαμόγελο
δεν έχουν τίποτε
να αποδείξουν
οι καλοί.

Κι εγώ ανάπηρη
βγαίνω τις νύχτες πίνω γαμιέμαι ουρλιάζω είμαι.
Κουτσαίνω την κακία μου
μέσα στο σύμπαν τους
έκπτωτη
όχι στα μάτια τους (αυτοί ποτέ δεν κρίνουν).

Να πάρω μια χατζάρα να τελειώνουμε.

Άμεσες λύσεις.

*Η Μαίρη Αλεξοπούλου σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

25 Δεκ 2007

Γ.Ι. Μπαμπασάκης : "Σύναξη Ψυχών"

φέρτε το Μεγάλο Μαύρο Αρνί
και κόκκινο κρασί για τη Μεγάλη Μέθη
θά ‘ρθουν οι αλήτες βρωμιάρηδες της Κρόιτσμπεργκ
και μαύρα δερμάτινα μπλουζόν του Σαιν Ζερμαίν
θά ‘ρθουν θαρραλέα μειράκια της Σεούλ
κι ανένδοτες Μολότοφ απ’ το Μπέρκλει
μονάχα φέρτε το Μεγάλο Μαύρο Αρνί
και κόκκινο κρασί για τη Μεγάλη Μέθη
θα ‘ρθεί ο Ρόμπι Ρόμπ ο Άτεγκτος
παίζοντας στο χέρι του το σκουλαρίκι
του φίλου του Σαιν Ζυστ
παίζοντας στην καρδιά του φλόγα
για πανούργα ανταπόδοση
θά ‘ρθει η Ουλρίκε
αγκαλιά με το ζαβό της φιλαράκο
Ιωάννη Παύλο
συγγραφέα καμπόσων σκουπιδιών
αλλά και
συγγραφέα του έπους


το Είναι και το Μηδέν
μονάχα το Αρνί και το Κρασί
για τη Μεγάλη Μέθη φέρτε
θά ‘ρθουν αγέρωχοι μοτοσυκλετιστές απ’ τα Εξάρχεια
άγγελοι μ’ αμπέχωνα
απ’ την Κατάλωνία
κι ο Μπάσταρδος Ναύτης του Ποτέμκιν
και του Μακαβέγιερ
θά ‘ρθει ο παλιάτσος διονύσιος σεκλέτης
κοροιδεύοντας τον εαυτό του όπως πάντα
ύπουλο άλλοθι για να εμπαίζει
τα δάκρυα των φίλων του
και της φτωχολογιάς
μονάχα φέρτε το Αρνί
φέρτε μονάχα το Κρασί
για τη Μεγάλη Μέθη
θά ‘ρθουν οι αδερφες Τατά
που ήσαν δύο μοναχά
κι αυτές θα φέρουν έπειτα
τα φυστίκια το βερμούτ
και την εξαθλίωση
τόσων και τόσων γενεών
θά έρθει ο Πειρατής Λαφίτ
ο μαύρος άμοιρος Μπακούνιν Μιχαήλ
κι η Καβαλαρία του Νέστορα Μάχνο
αήττητη απόψε
διψασμένη
για κρέας και κρασί

γι’ αυτό σας λέω
φέρτε το Μεγάλο Μαύρο Αρνί
και κόκκινο κρασί
για τη Μεγάλη Μέθη
θα ‘ρθούν οι Γέροντες Σοφοί
Χένρι Μίλερ, Μπάροουζ Ουίλιαμ και Στριφνός Σελίν
να μας διδάξουν την αντίσταση στο Χρόνο και το Κρύο
θά ‘ρθουν οι μικροί νεκροί
Ντην και Ντυκάς
για να μας μάθουν
πώς καίγονται τα χιλιόμετρα
πώς καίγονται τα μνημεία
οι σιωπές
και
τα
ημερολόγια
μονάχα φέρτε το Κρασί και το Αρνί
φέρτε μονάχα το Κόκκινο το Μαύρο
φέρτ’ επιτέλους τη Μέθη τη Μεγάλη
θα είναι ‘δω ο Άγιος Ζενέ
με δέκα οπλοφόρους εραστές ανατροπείς
θα είναι ‘δω ο Άγιος Τζάκσον Πόλλοκ
που γενναιόδωρα
τους πίνακές του χάριζε
μ’ αντάλλαγμα μονάχα ένα χαμόγελο
και δώδεκα κουτάκια μπίρα
θα ‘ρθούν επίσης
οι Τσαλής Βασίλειος, Καιάφας Παναγιώτης, Λουδοβίκος
Νικόλαος,Τζώρτζης Ιωάννης, Ματσούκας Κων-
σταντίνος, Μπάστης Ευθύμιος
και Μπαντίδος Γεώργιος
συμμαθητές και φίλοι
από μιαν άλλη εποχή
συμμαθητές και φίλοι
από έν’ άλλο κλάμα

γι’ αυτό, επαναλαμβάνω,
φέρτε το Μεγάλο Κόκκινο
φέρτε το Μεγάλο Μαύρο
θα έρθουν τα κορίτσια μας
Λητώ Χαρά και ζίλκε
θα ‘ρθούν και οι αγάπες μας
από χαμένα όνειρα
θα έρθουν οι γυναίκες μας
από άλλα δευτερόλεπτα
θά ‘ρθει κι η Σάρον Τέιτ λυτρωμένη
από τη Ματωμένη
Παρωδία του Διαβόλου
θα ‘ρθεί η Μελανί
νανουρίζοντας το άτακτο μωρό:
την εφηβεία μας
και η Μαρία θα έρθει
να μας λυτρώσει
από τον άγριο εφιάλτη
που απειλεί
την άγια σύναξή μας
φέρτε λοιπον το Μαύρο Αρνί
και το Κρασί το Κόκκινο
φέρτε τα κρίματά σας
φέρτε και το Λευκό σας Μυστικό
να γίνουν έν’ απόψε
που ο Ουρανός γιορτάζει
κι οι Αναμνήσεις μου θρηνούν
το Τέλος
της
Μεγάλης
Μέθης!

*Ο Γ.Ι. Μπαμπασάκης σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

24 Δεκ 2007

Στράτος Προύσαλης : "Χαμένη Ιθάκη"


Χάρισε μου τη φωνή σου, χάδι απαλό
χαμόγελο που με ξυπνά σε ένα ανοιξιάτικο κήπο...
Σώπα!!! Τέλειωσε. Η εποχή της αθωότητας έχει χαθεί.
Δεν θυμάμαι πια πως έμοιαζε, απαρνήθηκα αγάπη-έρωτα.

Μπρόστα μου κοιτώ αυτό που κάποτε μισούσα.
Το μόνο που νιώθω ο παγωμένος αέρας στα μαλλιά.
Οι λέξεις βαραίνουν το χαρτί, παρασύρεται στο άπειρο.
Βυθισμένος στο χάος της ψυχεδέλειας μου γράφω λέξεις.

Λερώνω το λευκό, να σπάσω τη μονοτονία του.
Τα λόγια πολλά, το στόμα οπή μιας βελόνας.
Η θλίψη έγινε οργή - ο πόνος αναισθησία.
Πως να μιλά για ζωή ένας ήδη νεκρός; Φεύγω.

Ο Θάνατος... Καμιά λύτρωση στο όνομά του
Ένα τέλος... σκόνη, στάχτη - καμιά συνέχεια
Ο έρωτας... Χα χα!
Η αγάπη... Χα χα χα!

Μεσημέρι Δευτέρας... Το δωμάτιο μικρό,
μια αυτοκαταστροφική νύχτα, ένα τραγικό πρωϊνό.
Η δίψα για ηδονή σήμερα στο πρόσωπό σου.
Αύριο στο πρόσωπό της, μεθαύριο στο πρόσωπο εκείνης.

Η ψυχή μια σκύλα, ουρλιάζει υπό το φεγγαρόφως.
Γερασμένη πόρνη, όπως αυτή των εφηβικών μου χρόνων.
Έψαχνε την ουτοπία, έλεγε - απλά αναλώθηκε,
στη σωρεία αντρών που πέρασαν ανάμεσα από τα σκέλια της.

Ο Οδυσσέας δεν γύρισε ποτέ στην Ιθάκη.
Η Πηνελόπη παντρεύτηκε τον Αγέλαο.
Ο Άργος κείτεται νεκρός στο λιμάνι, κοιτώντας ακόμα το πέλαγος.
Νιώθω... χάνω τον δρόμο της επιστροφής.

Η θύμηση θολή, η λήθη γίνεται αμνησία...

*Ο Στράτος Προύσαλης σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

Αθηνά Πολυκανδριώτη : "Το Τέλος"

Το χέρι μαράθηκε
Πάνω στο χαρτί
Μαύρες κηλίδες μελανιού
Και εναγώνιος ιδρώτας

Συνθέτουν..
Κάτι από νεκρή φύση
πάνω στο τραπέζι

Κάποτε έπλεκα της ύπαρξης το νήμα
Σε λευκό χαρτί
Υφαίνοντας υγρές εικόνες

Καταπιάστηκα πως έκαμα τάχα κάτι σημαντικό

Μυρωδιά ύβρης
Και Σαπισμένης έμπνευσης
ξεχύθηκε στην ατμόσφαιρα..

προτού οι ατσούμπαλοι στίχοι
ξεπροβάλλουν
σώζω τις τελευταίες ρανίδες αξιοπρέπειας

Κοιμού εν ειρήνη
Ψιθυρίζω στα δάχτυλα μου

*Η Αθηνά Πολυκανδριώτη σας εύχεται Καλές γιορτές και Καλή χρονιά.

23 Δεκ 2007

"Ομήρου Ιλιάδα Β'" - Γιώργος Μπλάνας

To A', B' και Γ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/12/blog-post_9725.html

Κι αν έτσι πράξεις και υπακούσουν οι Αχαιοί, θα ’ναι πανεύκολο να ξέρεις ποιος αρχηγός και ποιος στρατιώτης είναι δειλός ή τολμηρός, αφού θα μάχονται μαζί με τους δικούς τους.
Και μόνο τότε θα μπορείς να πεις αν σου στερεί την πόλη θεού θυμός, δειλία ανδρών ή άγνοια ηγέτη».
Κι ο Αγαμέμνων, όπως πρέπει η κεφαλή: «Πραγματικά, τους τσάκισες τους γιους των Αχαιών με την ανδρεία των λόγων σου, άρχοντα τιμημένε.
Δέκα συμβούλους σαν κι εσένα να ’χαν ο Δίας ο πατέρας κι ο Απόλλων κι η Αθηνά, θα σπάραζε στα χέρια μας τούτη την ώρα η πόλη του Πριάμου.
Με άλλες πληγές, όμως, ο Δίας με κατακεραυνώνει. Βροντάει λόγια εμφύλια κι αστράφτει σπαραγμούς αδελφικούς.
Για ένα κορίτσι κάναμε τα λόγια μας λεπίδες να σφαγούμε εγώ κι ο Αχιλλέας.
Πρώτος εγώ τρελάθηκα. Το λέω· και λέω πως αν συμβεί να συμφωνήσουμε ποτέ, δεν θα ’χουν χρόνο ούτε να δουν οι Τρώες τον όλεθρό τους. Ελάτε, όμως, τώρα να φάμε κάτι, κι ύστερα πιάνουμε του Άρη τις δουλειές.
Κοιτάξτε ν’ ακονίσετε τα δόρατα καλά. Οι ασπίδες θέλουν μάζεμα και τ’ άλογα τα γρήγορα τροφή. Ελέγξτε τ’ άρματα σχολαστικά, φροντίστε να ’στε στο πόλεμο σωστοί.
Η μέρα που έρχεται ανήκει στον Άρη αποκλειστικά. Μας βλέπει και μας κρίνει ο στυγερός. Μονάχα το σκοτάδι της νύχτας θα εκδιώξει την μανία των ανδρών απ’ το πεδίο της μάχης.
Στο μεταξύ, θέλω να δω τους τελαμώνες των ασπίδων να πίνουν αξεδίψαστα ιδρώτα από τους ώμους, όχι απ’ τα μπράτσα των ανδρών.
Θέλω να δω τα χέρια να λυγίζουν στων δοράτων την άσπλαχνη δουλειά και τ’ άλογα ν’ αφρίζουνε μπρος στα βασταγερά στολίδια των αρμάτων.
Κι αν δω πάνω στην άψη του μακελειού κανέναν να γυρίζει προς τα καράβια, θα τον κάνω βορά σκυλιών κι αρπακτικών, πριν φτάσει καν στον ίσκιο τους».
Έτσι είπε κι έγιναν βοή βαθιά οι αλαλαγμοί των Αχαιών: κύμα θεριό που σήκωσε ο νοτιάς για να συντρίψει κάποιαν ακτή κατάγκρεμνη στο έλεος των ανέμων αφημένη.
Σηκώθηκαν και σκόρπισαν κατά τα πλοία βιαστικά και άναψαν φωτιές μες στις σκηνές τους και κάθισαν το κάτι να χορτάσουν.
Κι όλο σε κάποιον αθάνατο θεό θυσίαζε καθένας, κι όλο και προσευχόταν να μείνει ζωντανός κι απλήγωτος στη μάχη.
Ο Αγαμέμνων τέλεσε σφαγή —σαν κυβερνήτης— ενός βοδιού πέντε χρονών καλοθρεμμένου στον παντοδύναμο Κρονίδη.
Και κάλεσε των Αχαιών τούς ένδοξους ηγέτες: πρώτα τον Νέστορα, ύστερα τον άρχοντα Ιδομενέα. Τους δύο Αίαντες μετά και του Τυδέα τον γιο. Έκτο στο τέλος, προικισμένο με του Δία τη λογική, τον Οδυσσέα.
Όσο για τον στεντόρειο Μενέλαο... Αυτός κλήθηκε μοναχός του. Ένοιωθε, βέβαια, μέσα του πόσο κοπιάζει ο αδελφός. Τριγύρισαν το βόδι και γέμισαν τα χέρια τους κριθάρι να ευλογήσουν.
Άρχισε ο Αγαμέμνονας την προσευχή: «Ένδοξε Δία, καπετάνιε της μαύρης συννεφιάς, μην σκοτεινιάσεις
πριν πέσω απάνω στην εστία του Πριάμου, πριν θρέψω με πορτόφυλλα την φλόγα του χαμού του, πριν οργώσω τον θώρακα του Έκτορα και σπείρω τα στήθη του χαλκό ακονισμένο, πριν γεμίσει ο τόπος γύρω άντρες που βόσκουν μαύρο χώμα».
Αυτά δεήθηκε. Ο Κρονίδης, ασφαλώς, δεν έπραξε τα δέοντα αμέσως. Δέχθηκε ωστόσο τη θυσία κι απλώς δυσκόλεψε το πράγμα όσο μπορούσε.
Ευχήθηκαν και σκόρπισαν κριθάρι στον βωμό. Έπιασαν πρώτα κι έσφαξαν το ζώο και το έγδαραν, έκοψαν τα μεριά, τα τύλιξαν με τις ξυγγιές, άπλωσαν πάνω τα ψαχνά, πέρασαν τις συκωταριές στις σούβλες κι άρχισαν να χορταίνουν τη φωτιά.
Κάποτε κάηκαν τα μεριά, έφαγαν τις συκωταριές, λιάνισαν τα ψαχνά, τα σούβλισαν και τα ’ψησαν κι αυτά προσεκτικά. Ετοίμασαν τραπέζι κι άρχισαν να χορταίνουν καθένας την αξία του.
Έφαγαν κι ήπιαν, βέβαια, όσο τραβούσε η καρδιά του καθενός. Κάλπασε τότε τα λόγια του ο Γερήνιος ο Νέστορας μπροστά τους:
«Ένδοξε Ατρείδη, κυβερνήτη Αγαμέμνονα, οι κουβέντες κι ραστώνη ετούτη εδώ, μου φαίνεται, καθυστερούν το έργο που μας ανέθεσε να φέρουμε σε πέρας ο θεός.
Διώξε τους κήρυξες να τρέξουν να μαζέψουν τον χαλκοχίτωνα λαό των Αχαιών μπρος στα καράβια
κι ας πάμε σύσσωμοι εμείς τους άντρες ν’ ακονίσουμε για το πεδίο της μάχης».
Έτσι είπε και υπέκυψε στη δύναμη των λόγων του ο κυβερνήτης των ανδρών, ο Αγαμέμνων. Πρόσταξε τους κήρυκες να τρέξουν να λαλήσουν πως είναι ώρα ν’ ανεμίσουν για τον Άρη των Αχαιών οι χαίτες.
Έτρεξαν, λάλησαν οι κήρυκες να τρέξουν οι μαχητές, να μαζευτούν. Κι έτρεξαν, παρατάχθηκαν εκείνοι,
σύσσωμοι βγήκαν οι άρχοντες και μοίραζαν διαταγές, κι έτρεχε από πίσω τους η Αθηνά, βαστώντας την πολύτιμη, απρόσβλητη κι αγέραστη ασπίδα
και κρέμονταν οι φούντες εκατό, ολόχρυσες, εξαίσια πλεγμένες, μια εκατόμβη η κάθε μια ν’ αξίζει,
κι έλαμπε στον ήλιο η θεά και σκόρπιζε γαλάζια τα βλέμματά της και καλούσε στην παράταξη τους άνδρες.
Κι όποιος την έβλεπε ένοιωθε τα σπλάχνα του να εγείρονται, να θέλουν να σφάξουν να σφαγούν
και του φαινόταν το πεδίο της μάχης τόπος γλυκύτερος κι απ’ την γλυκιά πατρίδα που του έταζαν τα λυγερά σκαριά των καραβιών.
Σαν πυρκαγιά που αφανίζει αλύπητα τα δάση στην κορφή κάποιου βουνού, πέρα μακριά, και λες φουντώνει ο κόσμος, καταύγαζε τον ουρανό ο εξαίσιος χαλκός στων μαχητών τα χέρια.
Κι όπως τ’ ανάερα έθνη των χηνών, των γερανών, των λυγερών των κύκνων, στήνουν απάνω απ’ τα νερά του Καϋστρίου πανηγύρι φτερωτό κι αντιλαλεί του Ασίου το λιβάδι,
έτσι πετάγονταν μιλιούνια απ’ τις σκηνές και τα καράβια οι άνδρες και ορμούσαν στο πεδίο του Σκαμάνδρου,
και μούγκριζε κατάσπλαχνα η γη κατ’ απ’ τα πόδια τους, κι άνοιξη δεν αξιώθηκε ποτέ φύλλα και άνθη όσ’ άλογα και μαχητές βλάστησε εκείνη την ημέρα της μάχης το λιβάδι.
Μιλιούνια, σμήνη αμέτρητα μυγών που γυροφέρνουν σαν τρελές την στάνη όταν τρέξει το γάλα στις καρδάρες, ορμούσαν στην παράταξη οι Αχαιοί και τίναζαν τις χαίτες τους έτοιμοι για σφαγή. Όσο για τους ηγέτες:
σαν τους ποιμένες τους καλούς που ξεχωρίζουν εύκολα ποιο είναι το κοπάδι τους μέσα στο πέλαγος των ζώων που βόσκουν,
διέκριναν τους άνδρες τους και τους τραβούσαν σθεναρά να πορευτούν γραμμή στη μάχη.
Όμως ο Αγαμέμνονας! Αυτός —ιδίως αυτός— άστραφτε ανάμεσά τους: βλέμμα του Δία κεραυνός, πρόσωπο αθανάτου, σφυρά του Άρη αδάμαστα και στέρνο αλύγιστο του Ποσειδώνα.
Ταύρο μες στο κοπάδι του τον έκανε ο Δίας εκείνη την ημέρα, ήρωα μες στους μαχητές και θρύλο μες στους ήρωες.
Μιλήστε, Μούσες, τώρα εσείς, απ’ τις ολύμπιες κάμαρες που κατοικείτε. Είστε θεές και βλέπετε και ξέρετε τα πάντα.
Εμείς μονάχ’ ακούσαμε κείνη τη δόξα που είδατε από κοντά. Ποιοι ήταν, λοιπόν, οι αρχηγοί, ποιοι κυβερνούσαν τους Δαναούς; Τα λόγια μου το πλήθος δεν χωρούν.
Κι αν είχα δέκα στόματα, δέκα τις γλώσσες, πέτρινη φωνή, ψυχή χαλκό, πάλι δεν θα μπορούσα να μνημονεύσω όσους ήρθανε στο Ίλιο,
δίχως εσάς, ολύμπιες Μούσες, παιδιά του κεραυνού. Ιδού, λοιπόν, οι αρχηγοί των πλοίων και τα πλοία.
Ο Πηνέλεως και ο Λήιτος κι ο Αρκεσίλαος κι ο Κλονίος κι ο Προθοήνωρ διοικούσαν τους Βοιωτούς, που είχαν έρθει απ’ την Υρία και την πέτρινη Αυλίδα,
απ’ την Σχοίνο και τον Σκώλο, τις πλαγιές του Ετεωνού και τη Θέσπεια, την Γραία, την πλατειά Μυκαλησσό,
απ’ το Άρμα, το Ειλέσιο, Ερυθρές και Ελεώνα. Απ’ την Ύλη, τον Πετεώνα, Ωκαλέη και Μεδεώνα, πόλη ωραία καλοχτισμένη,
απ’ τις Κώπες και την Εύτρηση, απ’ τη Θίσβη με τα μύρια περιστέρια, την Κορώνεια την Αλίαρτο την ανθούσα,
απ’ την Πλάταια, τον Γλισάντα, τις ωραίες, καλοχτισμένες Υποθήβες κι απ’ την Ογχηστό, το άλσος το πανέμορφο ιερό του Ποσειδώνα,
απ’ της Άρνης τα απέραντα αμπέλια, απ’ τη Μίδεια, τη Νίσα τη σεβάσμια κι ακόμη απ’ την άκρα Ανθηδόνα.

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Β'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Οι μεταφράσεις του "Ομήρου Ιλιάδα Ι'" και "Ομήρου Ιλιάδα Κ'" έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης στα 2001.

22 Δεκ 2007

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

στη Ράνια

«Mais voilà qu’ Elle s’ étendue, belle, blanche et nue, sur la table basse, au-dessous des corbeilles, cachant sous son beau corps alangui la feuille entière de papier lisse.»

Charles Cros

«Μ’ ευχαριστεί τώρα που πλουτίστηκαν τα περασμένα μου
ν’ ακούω τους ήρεμους ήχους αυτών των λόγων μας να ξανάρχονται.
Προσπαθώ με τη μουσική των
να φτιάξω γι’ αυτήν την ερωτική νύχτα καινούργια ιστορία.»

Νικόλαος Κάλας

«Οποτεδήποτε μιλάω για την άνοιξη ή για κάποιες ηδονές που δοκιμάζω ή για την ευχάριστη εξοχή, σκέφτομαι μια κουβέντα που είχα με έναν φίλο στην πόλη, λίγο πριν φύγω. “Ευελπιστώ”, είπε με ένα άσχημο πονηρό βλέμμα, “πως θα απαλλάξεις το αναγνωστικό κοινό από τις ασήμαντες εν ευδαιμονία περιπέτειές σου”.»

E. B. White
Στον δρόμο

Μια Βαλίτσα Βιβλία

Όταν ο Μάλκολμ Λόουρυ πάτησε το πόδι του στη Νέα Υόρκη και ρωτήθηκε από τους τελωνειακούς υπαλλήλους τι έχει να δηλώσει, απάντησε – ευρισκόμενος, κατά πάσα πιθανότητα, ήδη από εκείνη την εποχή σε κατάσταση διαρκούς μέθης – πως δεν είχε ιδέα και χώνοντας το χέρι του στη βαλίτσα έβγαλε από μέσα ένα ταλαιπωρημένο αντίτυπο του Μόμπυ Ντικ και μια μπάλα του ράγκμπι. Ο Όσκαρ Ουάιλντ πάλι, κατά την αποβίβασή του το 1882 στο λιμάνι της ίδιας πόλης, δεν είχε να δηλώσει παρά μόνο το πνεύμα του και μια μικρή απογοήτευση από τον Ατλαντικό Ωκεανό, τον οποίο δεν τον βρήκε όσο μεγαλοπρεπή περίμενε. Ο Μπρους Τσάτουιν, αντιθέτως, ξεκινώντας για το θρυλικό του ταξίδι στην Παταγονία μετέφερε μες στο σακίδιό του, μεταξύ ποικίλων χρήσιμων προμηθειών, το Ταξίδι στην Αρμενία τού Μάντελσταμ και το Στην εποχή μας τού Χέμινγουεϊ, καθώς και κάμποσα σημειωματάρια Moleskine· ενώ ο πρωταγωνιστής του Μαγικού βουνού τού Τόμας Μαν, οδεύοντας προς το σανατόριο Μπέργκχοφ, όπου σκόπευε ως επισκέπτης να περάσει τρεις ευχάριστες εβδομάδες, δεν είχε στη βαλίτσα του παρά μόνο τα απολύτως απαραίτητα για τούτο το χρονικό διάστημα: μερικά ρούχα, την ομπρέλα και το μπαστούνι του, ένα βιβλίο σχετικό με τις σπουδές του και διακόσια πούρα Μαρία Μαντσίνι.

Δεν έχω την παραμικρή αμφιβολία (έχω εξάλλου σχετική εμπειρία από ανάλογες περιστάσεις) πως η δική μου βαλίτσα θα ήταν κατά την αναχώρησή μου γεμάτη κυρίως με βιβλία, ενώ η επιστροφή στο σπίτι θα με έβρισκε με κάμποσους ακόμη τόμους να βαραίνουν στην πλάτη μου, ακόμη και αν επέστρεφα από την παγωμένη Παταγονία ή από ένα απομονωμένο σανατόριο στην ορεινή Ελβετία. Όπως περίπου περιγράφει κι ο Οδυσσέας Ελύτης την επιστροφή του από το πολύβουο Παρίσι: στο λιμάνι της Μασσαλίας, φόρτωνα τα πράγματά μου στο πλοίο – τρία κιβώτια βιβλία παραπάνω και μια μικρή, φτηνή βαλίτσα, λιγότερο. Τη βαλίτσα με τα χειρόγραφα. Χαλάλι. Πράγματι, ένα ταξίδι ή μια συνειδητή περιπλάνηση μπορούν ν’ αλλάξουν, αν τους επιτρέψουμε, με ποικίλους τρόπους την οπτική μας και την κρίση μας για τους ανθρώπους, τις ιδέες και τα έργα μας και δεν είναι καθόλου απίθανο να γυρίσουμε από αυτά με ακυρωμένα ή μεταμορφωμένα όλα μας τα σχέδια και τους προγραμματισμούς. Επειδή όμως η μετακίνηση στον χώρο, με όποιο μέσο και να γίνει, δεν είναι κάθε φορά ικανή για μια τέτοια επίδραση ή δεν είναι καμιά φορά ούτε καν στο ελάχιστο ικανοποιητική, φροντίζω να έχω πάντα στη βαλίτσα μου, στον σάκο ή στην τσέπη του παλτού μου ένα τετράδιο και δυο – τρία ή τριάντα βιβλία, δια παν ενδεχόμενο.

Κι αν οι μισές σελίδες του τετραδίου είναι γεμάτες κατά την επιστροφή μου στο σπίτι με πρόχειρες σημειώσεις ή με λεπτομερείς καταγραφές όσων είδα και άκουσα και σκέφτηκα κατά τις εξορμήσεις μου αυτές, οι υπόλοιπες γεμίζουν κάθε φορά με αντιγραφές θραυσμάτων και παραθεμάτων από τα βιβλία που διάβασα – ο Δημοσθένης λένε είχε αντιγράψει με το ίδιο του το χέρι οχτώ φορές την Ιστορία του Θουκυδίδη, προκειμένου να διδαχθεί έτσι τον εξαίσιο χειρισμό της γλώσσας και τη βαθιά πολιτική σοφία του μεγάλου έλληνα ιστορικού, ενώ ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είχε μονίμως στην τσέπη του ένα μαύρο σημειωματάριο, δεκάδες μαύρα σημειωματάρια στη διάρκεια της ζωής του δηλαδή, μέσα στα οποία κατέγραψε χιλιάδες ξένες φράσεις ή δικές του σκέψεις και παρατηρήσεις, που με ποικίλες μορφές ενσωμάτωσε στη συνέχεια στα κείμενά του. Δεν διαφέρει, ως προς την πρόθεση τουλάχιστον, καθόλου και η δική μου αναγνωστική και αντιγραφική συμπεριφορά από τις ανάλογες του Δημοσθένη και του Μπένγιαμιν ή κι από του Ουίλιαμ Μπάροουζ, για να αναφέρω ακόμη ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:

Για άσκηση, όταν κάνω ένα ταξίδι, όπως από την Ταγγέρη στο Γιβραλτάρ, το καταγράφω σε τρεις στήλες σ’ ένα σημειωματάριο που έχω πάντα μαζί μου. Η μία στήλη περιέχει απλώς έναν απολογισμό του ταξιδιού, τι συνέβη: έφτασα στο αεροδρόμιο, τι είπαν οι υπάλληλοι, τι κρυφάκουσα στο αεροπλάνο, σε ποιο ξενοδοχείο εγκαταστάθηκα. Η επόμενη στήλη έχει να κάνει με τις αναμνήσεις μου: δηλαδή, τι σκεφτόμουν εκείνη τη στιγμή και τι αναμνήσεις μού ξύπνησαν οι τυχαίες αυτές συναντήσεις. Και η τρίτη στήλη, την οποία αποκαλώ στήλη ανάγνωσης, εμπεριέχει αποσπάσματα από οποιοδήποτε βιβλίο έχω πάρει μαζί μου για διάβασμα. Έχω ένα ολόκληρο μυθιστόρημα, ουσιαστικά και μόνο από τα ταξίδια μου στο Γιβραλτάρ.

Δεν έχω φτάσει ίσως εγώ τόσο μακριά όσο ο Μπάροουζ, να συνθέσω δηλαδή ένα ολόκληρο μυθιστόρημα από αυτούσιο υλικό αυτού του είδους και αυτής της προέλευσης (δεν έχω φτάσει τόσο μακριά, επειδή δεν το έχω κατορθώσει ακόμη, όχι επειδή αμφιβάλλω για την αξία ενός τέτοιου εγχειρήματος), δεν απέχω ωστόσο και πολύ από αυτό. Αν στο γράψιμο ο τόπος μου είναι πολύ συχνά οι παρυφές της αυτοβιογραφίας, αν ο τρόπος μου, για να το πω διαφορετικά, είναι ο βιωματικός, αναπόφευκτα τότε οι αναγνώσεις μου δεν μπορεί παρά να καταλαμβάνουν το ένα τρίτο τουλάχιστον, όπως το καθορίζει και ο μεγάλος αμερικανός συγγραφέας, των όσων σημειώνω στα τετράδιά μου. Γιατί η βαλίτσα μου είναι πάντοτε γεμάτη με βιβλία. Και γιατί οι μέρες και οι νύχτες μου είναι γεμάτες με έρωτα και μουσική, με θάλασσα και με φιλία, με γράψιμο και νοσταλγία – με το υλικό δηλαδή από το οποίο φτιάχνονται τα βιβλία.

(Συνεχίζεται)

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]

"Φωτογραφία της εβδομάδας" - Μιχάλης Γεωργιάδης (17 - 23/12/07)

Δεν μπορεί κανείς να ζήσει χωρίς έρωτα,
δεν μπορεί να κάνει τη ζωή της πέτρας, του δέντρου, του φυτού.
*Μαρσέλ Πρεβό

21 Δεκ 2007

"Propaganda No 3 : Γιάννης Αγγελάκας/ Νίκος Βελιώτης : Πότε Θα Φτάσουμε Εδώ (2007)" - Τάσος Ρήτος

1. Γκρραουνγκ
2. Πότε θα φτάσουμε εδώ
3. Μέσα στα άγρια δάση
4. Μέσα στη θάλασσα
5. Έβλεπα τη φωτιά που ερχόταν καταπάνω μου
6. Όπως ξυπνούν οι εραστές
7. Η σιωπή είναι θηρίο
8. Ωκεανός
9. Θέλω να είμαι η μουσική
10. Το ξέρουν τα ποτάμια


Ξεκίνησε πριν πολλά χρόνια, να σφυροκοπάει την κεφάλι του με σκέψεις! Η ψυχή του ανάβλυζε φωτιά! Τα χέρια του μεταμορφώνονταν άλλοτε σε πέτρες που σκάβανε το χώμα και άλλοτε σε δίχτυα που απλώνονταν στον απέραντο γαλαξία!
Πέρασε τους αιώνες, βυθίστηκε στις πιο άγριες θάλασσες, γκρεμίστηκε μέσα σε αχανείς χαράδρες!

Την μοναξιά μου ακολουθώ μέσα στα άγρια δάση
Μα ο λύκος που έχω στην καρδιά δεν λέει να χορτάσει
Δεν την αντέχει η σκέψη μου την τρέλα που με καίει
Μα αν την ακούει να τραγουδά μαζί της σιγοκλαίει

Κάποια στιγμή η φωτιά που ανάβλυζε μέσα του έκαψε όλες τις πληγές του. Αυτός βγήκε στο δρόμο κι απ’ τη χαρά του έβαλε φωτιά! Έβαλε φωτιά τα όμορφά του μαλλιά, έβαλε φωτιά τα ωραία του νύχια! Έβαλε φωτιά και τα πόδια του! Στο τέλος έμεινε μόνο στάχτη! Λίγο πριν σβήσει, ήρθε η σιωπή και μια λάμψη απ’ το παρελθόν τον ξύπνησε και τον πέταξε ξανά γυμνό στο δρόμο! Αυτός απ’ τη χαρά άρχισε να τρέχει, να χάνεται σε μονοπάτια σκοτεινά! Ξαφνικά εκεί που έτρεχε σε ένα ομιχλώδες μονοπάτι, ένας κεραυνός έπεσε μπροστά του!
Έσκισε τα σύννεφα, και έβαλε τον ήλιο να φωτίζει την καρδιά του! Με λόγια ψιθυριστά του είπε:

Κάποτε εγώ κι εσύ
θα βγούμε δεν μπορεί
κάτω στη θάλασσα.
Θα διαλυθούμε μαζί
όπως ορμάει βροχή
μέσα στη θάλασσα.
Δεν θα ‘μαι εγώ το σφυρί
δε θα ‘σαι εσύ η πληγή
θα ‘μαστε η θάλασσα!
Δεν θα ‘μαι εγώ η πληγή
Δε θα ‘σαι εσύ το σφυρί
θα ‘μαστε η θάλασσα!


Από τότε συνέχισε το ταξίδι του έχοντας ένα σημάδι, τον κεραυνό που έπεσε πάνω του! Ένα βράδυ χώθηκε σ’ ένα βαθύ πηγάδι και έκλεισε τα μάτια του να μην βρέχονται απ’ τα δάκρυα του ουρανού. Το άλλο πρωί βούτηξε σε μια λίμνη και έπλυνε τα χέρια απ’ το σκοτάδι. Βγήκε στην στεριά, ντύθηκε με φύλλα και συνέχισε να τρέχει. Όταν έφτασε στην έρημο, θέλησε να ξεδιψάσει, βρήκε ένα μικρό λυχνάρι το έτριψε και μια όαση εμφανίστηκε στον ορίζοντα. Έτριψε τα μάτια του μα ήταν άμμος, ήταν μια φωτιά που ερχόταν καταπάνω του!

Άδειαζε ο ουρανός όλο το φως του επάνω μου.
Κι έπεφταν στα κεφάλι μου τ’ αστέρια ένα- ένα.
Έβλεπα τη φωτιά που ερχόταν καταπάνω μου.
Και δρόσιζα τη σκέψη μου με σένα.

Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Πληγώθηκε!
Έκλαψε!
Αγάπησε!
Μίσησε!
Γιόρτασε!
Γέλασε!
Χόρεψε!
Είδε στα μάτια του όλα τα πλούτη του κόσμου, τα έχασε!
Ταξίδεψε σε όλο τον γαλαξία, γνώρισε μυριάδες ανθρώπους,
Μίλησε με τα ζώα, τα πουλιά. Βυθίστηκε μέσα σε άγριες θάλασσες, μέσα σε άγρια δάση! Τον παρέσυραν τα ποτάμια.
Βρώμισε τους υπονόμους με ευχές. Φυλάκισε με τα μάτια του όλες τις γιορτινές εικόνες, για να μπορεί να τις βλέπει όταν θα πέφτει το σκοτάδι, όταν η θλίψη θα λούζει το κεφάλι του!
Τώρα σφήνωσε σε μια σπηλιά, έξω απ’ την ριγμένη πόλη. . .

Δεν με βλέπουν και νομίζουν πως κοιμάμαι.
Πως ξεχάστηκα στη λάσπη στο βυθό.
Μα εδώ κάτω τα όνειρά μου τραγουδάνε.
Και το ξέρω πως δεν είμαι μοναχός

. . . αγκαλιά με την αγάπη του!
Συναντηθήκανε κάποτε κάτω από ένα σεντόνι καθώς αναζητούσαν λιγοστά αστέρια που είχαν ξεμείνει από την βροχή της νύχτας. Ένας παγερός τυφώνας τους πήρε μαζί του και τους πέταξε πάνω σε έναν έρημο βράχο στη μέση του ωκεανού! Θαρρείς το έκανε για να γλιτώσουν!
Έχοντας στα χέρια τους τα αστέρια τσακισμένα, βουτήξανε στον ωκεανό, θέλοντας να φτάσουν την μουσική που έπαιζαν τα ψάρια! Κολυμπήσανε στον πάτο της θάλασσας, σκάψανε την άμμο και φτάσανε στην άλλη μεριά. . .ταξίδεψαν αγκαλιά για αιώνες. . .

Μεθούσαμε και πίναμε απ’ τα φιλιά που δίναμε
και σβήναν μία μία οι φωτιές.
Και το πρωί ξυπνήσαμε απ’ τα’ όνειρο που ζήσαμε
έτσι γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές.


. . .αγκαλιά για αιώνες . . .
. . .αγκαλιά με τους αιώνες. . .

Ανάβαμε και σβήναμε και πάλι ξαναρχίζαμε
και γίναν μία των δυο μας οι καρδιές
Και το πρωί ξυπνήσαμε απ’ τα’ όνειρο που ζήσαμε
έτσι γλυκά όπως ξυπνούν οι εραστές

Σφηνώθηκαν λοιπόν σε αυτή την σκοτεινή κι έρημη σπηλιά.
Το φως απ’ τις αστραπές των ματιών τους έφτανε για να φωτίσει ολόκληρο το γαλαξία. Η καρδιά τους σαν μαξιλάρι ξεκούραζε τα χρόνια τους απ’ τα ταξίδια. Ήταν πια γέρος, ήταν πια γριά, ήταν όμως τόσο νέοι, τόσο ζωντανοί! Κάθε μέρα τραγουδούσανε, χορεύανε, γελούσανε! Ήσαν τόσο γλυκύτατοι εραστές!

Θέλω να είμαι η μουσική που ξαγρυπνά μαζί σου,
σαν ασταμάτητη βροχή να πέφτω στην ψυχή σου.
Να γίνω αέρας και να ‘ρθώ να κλαίω στην αυλή σου,
σαν σκύλος, σαν θεός, σαν εραστής σου.

Η ιστορία δεν τελειώνει, όπως δεν τελειώνει κι ο δρόμος. Διάλεξε τον και ζήσε όμορφα όλες τις χαρές του, όλες τις λύπες του, όλους τους κινδύνους του και τις γλυκείες στιγμές.
Κάποια στιγμή θα φτάσεις στην σπηλιά σου, εξουθενωμένος, εξαθλιωμένος και θα έχεις αγκαλιά την αγάπη σου.

Πότε θα φτάσουμε εδώ!
Δεν έχει δρόμο πιο μακρύ πιο δύσκολο απ’ αυτόν!

20 Δεκ 2007

"Visuals Poets : Julian Schnabel : Before Night Falls (2001)" - Ιωάννα Κουτζούκου

Το Α' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/12/visuals-poets-julian-schnabel-basquiat.html

B' Mέρος

Πρόκειται για τη μεταφορά της βιογραφίας του συγγραφέα Reinaldo Arenas, που γεννήθηκε στην Κούβα το 1943. Περνάει φευγαλέα την παιδική του ηλικία επικεντρώνοντας κυρίως στις δεκαετίες των ‘60 και ’70, κατά τις οποίες ο Reinaldo Arenas (Javier Bardem) θεωρούταν αντεπαναστάτης από την κουβανέζικη κυβέρνηση εξαιτίας του γραψίματός του, αλλά και της ομοφυλοφιλίας του. Η ταινία κλείνει με το θάνατο του στη Νέα Υόρκη, δίνοντας ένα ακόμα πιο τραγικό ύφος στη ζωή του.
Πρωταγωνιστούν: Javier Bardem, Olivier Martinez, Andrea Di Stefano, Michael Wincott, Johnny Depp, Sean Penn/ Σκηνοθεσία: Julian Schnabel /Σενάριο: Reinaldo Arenas, Cunningham O’Keefe/ Διάρκεια: 133’. Προτάθηκε για Όσκαρ το 2001. Κέρδισε 4 βραβεία στο Φεστιβάλ της Βενετίας, εκ των οποίων το καλύτερης ανδρικής ερμηνείας στο Javier Bardem, ακόμη προτάθηκε για το χρυσό λιοντάρι.

Την ταινία διέπει ένας υποβόσκων λυρισμός, που επιτυγχάνει να ενισχύσει την ωμότητα και το σχεδόν ντοκιμαντερίστικο ύφος της, δημιουργώντας μία άκρως ρεαλιστική αίσθηση. Ο Julian Schnabel δεν κάνει χάρες παρουσιάζοντας την κοφτερή εικόνα του Arenas μέσω των κακοποιήσεων και των διακρίσεων του καθεστώτος του Κάστρο. Υπερβολικά καλά δοσμένη, είναι μία ταινία που κάνει ισχυρή αίσθηση για πολλά πράγματα που θεωρούμε δεδομένα, όπως η ελευθερία του λόγου, της έκφρασης και του συναθροίζεσαι. Παρά, λοιπόν, το νοσηρό περιβάλλον στο οποίο ο μεγαλώνει, ωριμάζει και σαν άνθρωπος, αλλά και σα συγγραφέας, παραμένει αδιάλλακτος όσον αφορά στο έργο του και καταφέρνει να το δημοσιεύσει (έστω και στη Γαλλία, όπου κερδίζει το βραβείο για το καλύτερο ξένο μυθιστόρημα της χρονιάς).

Αλλά αυτό που πραγματικά απογειώνει την ταινία, είναι το πορτραίτο του Arenas που αποτυπώνει εκπληκτικά ο Javier Bardem. Ο Bardem καταφέρνει να αποδώσει στην εντέλεια την πολύπλοκη προσωπικότητα του Arenas. Η ιδιομορφία του, το περπάτημά του, η γλώσσα του σώματος, γενικά με λίγα λόγια ο Bardem δίνει μάθημα κινησιολογίας. Όπως και στην προηγούμενη ταινία του, ο Schnabel πλαισιώνει τον πρωταγωνιστή από διάφορα ηχηρά ονόματα σε μικρούς ρόλους. Χαρακτηριστικά, αναφέρω τον Johnny Depp (που κρατάει δύο ρόλους που βρίσκονται σε πλήρη αντιδιαστολή, από τη μία την Bonbon, μία τρανσέξουαλ που περνάει πράγματα από τη φυλακή, μεταφέροντάς τα στον…, και από την άλλη τον υπολοχαγό Victor, που ανακρίνει και βασανίζει τον Arenas) και τον Sean Penn (που υποδύεται ένα χωριάτη).

Παρασκήνιο:

- Σχεδόν κάθε σκηνή γυρίστηκε με ένα ειδικό σοκολατί φίλτρο στο φακό, κάτι που προσέδωσε πολύ ιδιαίτερους τόνους στα χαρακτηριστικά των ηθοποιών.
Η γυναίκα του Julian Schnabel παίζει τη μητέρα του Reinaldo Arenas. Επίσης, όλα τα παιδιά του σκηνοθέτη έχουν μικρούς ρόλους στην ταινία.

- Τέλος, για τους βιβλιόφιλους, το βιβλίο του Reinaldo Arenas “Before Night Falls” κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, σε έκδοση του 2001 και μετάφραση από τη Αγγελική Βασιλάκου.

"James Ivory, Ο Άνθρωπος που Έφερε τη Λογοτεχνία στον Κινηματογράφο" - Νέστορας Πουλάκος

To πορτρέτο του Τζέιμς Αΐβορυ δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο του 2007 στην Επιθεώρηση Κινηματογράφου του Γιώργου Κορμικιάρη.

Ξεκινώ, λοιπόν, αυτό το αφιέρωμα στη σχέση λογοτεχνίας-κινηματογράφου, με ένα μικρό ξετύλιγμα της καριέρας ενός σύγχρονου σκηνοθέτη, που αφιέρωσε το σύνολο της φιλμογραφίας του σε αυτήν ακριβώς την σχέση, τον αμερικανό James Ivory, ετών 79 πλέον, που μετρά τρεις οσκαρικές υποψηφιότητες(1985, 1992, 1993) και συνολικά 23 βραβεία στη μέχρι τώρα πορεία του.

Ο Ivory έχει μείνει χαραγμένος στη συνείδηση του σινεφίλ κοινού από την άριστη συνεργασία του με τον ινδό παραγωγό Ismail Merchant(ο οποίος απεβίωσε το 2005) –μάλιστα η σχέση αυτή τιμήθηκε το 1987 από το Ινστιτούτο Κένεντυ- και την γερμανό-πολωνή σεναριογράφο Ruth Prawer Jhabvala, μια σχέση που κρατά από τη δεκαετία του ’60, πριν ακόμα το κινηματογραφικό τρίο αφοσιωθεί αποκλειστικά στην μεταφορά αγγλικής λογοτεχνίας στο σινεμά και εγκατασταθεί στο Λονδίνο. Τότε, με κεντρικό πυρήνα την Ινδία, ο Ivory γυρίζει τις πρώτες του ταινίες(“The Householder”-1963, “Shakespeare-Wallah”-1965, “The Guru”-1969). Η δεκαετία του ’70 τον βρίσκει στις Η.Π.Α. και στη συνέχεια στην Αγγλία μαζί με τον Merchant και σε κάποιες ταινίες και με την Jhabvala(“Bombay Talkie”-1970, “Savages”-1972, “The Wild Party”-1975, “Autobiography of a Princess”-1975, “Roseland”-1977, “).

Ουσιαστικά η απαρχή της λογοτεχνικής διατριβής του Ivory έγινε στα 1979 με τη μεταφορά του κλασσικού αριστουργήματος “The Europeans” του αμερικανό-βρετανού συγγραφέα Henry James. Μια μεταφορά και η ανάλογη συνεργασία που άρεσε στο κοινό της εποχής, αγγίζοντας η ταινία έως και τα Όσκαρ. Η δεκαετία του ’80 είναι ουσιαστικά εκείνη που καθιέρωσε τον αμερικανό σκηνοθέτη. Εγκατεστημένος πλέον στο Λονδίνο μαζί με τους δυο στενούς του συνεργάτες, επιδίδεται σε μια παραγωγή ταινιών, από την οποία ξεχωρίζουν αξιολογότατες ταινίες βασισμένες σε βιβλία που άφησαν εποχή : “Quartet”-1981 της συγγραφέως Jean Rhys με θαυμάσιες ερμηνείες του Alan Bates και της Isabelle Adjani, “The Bostonians”-1984 του Henry James με τον Christopher Reeve και την Vanessa Redgrave στο πρωταγωνιστικό δίδυμο, “Room With A View”-1985 του βρετανού συγγραφέα E.M. Forster, μια ταινία σταθμός της φιλμογραφίας των ‘80s με 3 Όσκαρ και ερμηνείες από την Helena Bonham Carter, Julie Dench, Daniel Day-Lewis και Maggie Smith που άρεσαν και τιμήθηκαν, “Maurice”-1987 και πάλι του E.M. Forster με τον Hugh Grant σε μια αξέχαστη ερμηνεία. Την ίδια δεκαετία ο Ivory και άλλες τρεις –μάλλον- μέτριες ταινίες για τα δεδομένα του τότε : “Jane Austen In Manhattan”-1980 βασισμένη σε σημειώσεις της ίδιας της βρετανής συγγραφέως, “Heat And Dust”-1983 βασισμένη σε μυθιστόρημα της ίδια της Jhabvala και «Slaves of New York” βασισμένη σε ιστορίες του Tama Janowitz, σύγχρονου συγγραφέα που επιμελήθηκε και το σενάριο.

Η δεκαετία του ’90 συνεχίζεται πετυχημένα με ταινίες-βιβλία που αφήνουν στο στίγμα τους στον παγκόσμιο κινηματογράφο : “Howards End”-1992 του E.M. Forster για ακόμη μια φορά με Vanessa Redgrave, Helena Bonham Carter, Anthony Hopkins και Emma Thomson στο καστ καθώς και 3 Όσκαρ, “The Remains of The Day”-1993 του γιαπωνέζου συγγραφέα Kazuo Ishiguro με ένα θαυμάσιο καστ, 8 οσκαρικές υποψηφιότητες και άλλα 15 βραβεία. Από κει και πέρα η φιλμογραφία του Ivory κυμάνθηκε είτε σε ικανοποιητικά επίπεδα(“Mr. And Mrs. Bridge-1990 του Evan S. Connell, “A Soldier’s Daughter Never Cries”-1998 της Kaylie Jones) είτε σε κάτω του μετρίου παραγωγές όπως το “Jefferson In Paris”-1995, που μετά από χρόνια δε βασίστηκε σε κάποιο λογοτεχνικό βιβλίο αλλά μόνο στο σενάριο της Jhabvala, αλλά και το “Surviving Picasso”-1996 βασισμένο στο βιβλίο της δικιάς μας Arianna Huffinghton.

Οι ακαδημαϊκές προσεγγίσεις των βιβλίων, για τις οποίες τόσο φαίνεται ότι έχει πολεμηθεί από κριτικούς και κοινό η παρέα του Ivory, έδειξα τα σημάδια της όπως και τη κόπωση τόσων χρόνων με τη νέα χιλιετία. Το αξιολογότερο απ’ όλα η ερωτική ιστορία του “The Golden Bowl”-2000 βασισμένη σε βιβλίο του Henry James και στο καστ οι ηθοποιοί Uma Therman, Kate Beckinsale, James Fox, Anjelica Huston, Nick Nolte σε καλές ερμηνείες. Απαράδεκτα όμως τόσο το “Le Divorce”-2003 βασισμένη σε μυθιστόρημα της σύγχρονης αμερικανής συγγραφέως Diane Johnson όπως και το περυσινό “The White Countess” σε σενάριο του γνωστού από το «The Remains of the Day” γιαπωνέζου συγγραφέα Kazuo Ishiguro.

Πλέον δεν υπάρχει Merchant, το έτερο ήμισυ του Ivory, και η παραγωγή πλέον πρέπει να προσεχθεί από τον ίδιο τον αμερικανό σκηνοθέτη. H Jhabvala ενεργοποιήθηκε και πάλι για τη μεταφορά της νουβέλας του Peter Cameron “City of your Final Destination”, που βγαίνει στις αίθουσες μες στο 2007. Δε ξέρουμε κατά πόσο πλέον ο James Ivory είναι σε θέση να προσφέρει κάτι φρέσκο στη κινηματογραφική ματιά μέσα από τη λογοτεχνική της προσέγγιση, είναι όμως ο άνθρωπος που τουλάχιστον δυο δεκαετίας μας έφερε κοντά(“ο κινηματογράφος είναι ένα ανοικτό παράθυρο στον κόσμο” άλλωστε κατά Μπαζέν)με μεγάλα διαμάντια της αγγλικής λογοτεχνίας.

19 Δεκ 2007

"Μια φωτογραφία όλο ποίηση" - Μιχάλης Γεωργιάδης (19/12/07)

Η φωτογραφία ανήκει στον Στέλιο Ματσάγγο από το ταξίδι του στην Σομαλία

Ο Στέλιος Ματσάγγος γεννήθηκε σ'ένα μικρό χωριό του Ν.Λαρίσης, τη Σκήτη και μεγάλωσε στη Θεσαλλονίκη όπου και έζησε μέχρι το τέλος της Μέσης Εκπαίδευσης..
Σπούδασε κοινωνιολογία και φωτογραφία στα "Universite de Grenoble" kai "Paris III" στην Γαλλία. Δραστηριοποιείται ως Φωτορεπόρτερ δώδεκα χρόνια και είναι μέλος της Ένωσης Φωτορεπόρτερ Ελλάδος (ΕΦΕ). Εργάζεται ως μόνιμος συνεργάτης στις εκδόσεις του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη (ΔΟΛ), ενω έχει συνεργαστεί με τα έντυπα, Ταχυδρόμος, Έψιλον, Επταήμερο Καθημερινής, Ημερησία, Εξουσία, Γεωτρόπιο, Ταξιδεύοντας, Δίφωνο, Ποπ & Ροκ, Oxygen, Echo &Artis.
Έχει πραγματοποιήσει δημοσιογραφικές αποστολές σε πολλές περιοχές του πλανήτη, όπως Γεωργία, Αρμενία, Αζερμπαιτζαν, Λίβανο, Σομαλία, Αιθιοπία, Βαλκάνια, Ν.Α. Τουρκία (Κουρδιστάν), Πακιστάν και άλλες. Είναι συνεργάτης του Φωτογραφικού Πρακτωρείου I.M.L. Έχει επίσης συνεργαστεί με τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και τους Γιατρούς του Κόσμου.
Έχει εκθέσει τέσσερις φορές την δουλειά του, σε δύο ατομικές εκθέσεις με θέμα:
α) Γιατροι Χωρίς Σύνορα,
β) Εν πλώ (Σχετικά με την ζωή των ναυτικών)
και σε δύο ομαδικές με θέμα "Πρόσφυγες"& "Ματιές στον κόσμο".
Επίσης, έχει προβεί σε δύο εκδόσεις με θέματα:
α) Γιατροί Χωρίς Σύνορα
β) Καλάς, οι απόγονοι του Μ.Αλεξάνδρου
Η επίσημη ιστιοσελίδα του είναι: www.matsagos.gr

Ευτυχία Παναγιώτου, Νέοι Στίχοι

"η γκρίζα ζώνη"

συλλαβίζοντας τους χτύπους της καρδιάς σου
γνώριζα καλά πως αγκάλιαζες δύο γυναίκες.
δυο μούσες αιμοβόρες σε εμπόλεμη κατάσταση.
σαν μου φιλούσες το λαιμό γλυκά
δάγκωνες της άλλης το λαιμό βάναυσα
και σαν χάιδευες εκείνη, έμπηγες
τα δόντια σου στο δέρμα το δικό μου.
στο κρεβάτι μας θριάμβευε ο κανιβαλισμός
των προσώπων μου
και εγώ στον κοπετό, δεν ήξερα ποιον
απ’ τους δυο εαυτούς μου να θρηνήσω,
από τους σκοτεινούς μου δίδυμους ποιον,
το θύτη ή το θύμα.

στων ματιών σου τον καθρέφτη εκείνες
το πρωί ηρεμούσαν — ήταν ο τρόμος
μπρος στης αγάπης σου το άσυλο.

δυσοίωνα όμως ξημέρωσε η άλλη μέρα,
όταν σε είδα ξάφνου απ’ το κρεβάτι να
σηκώνεσαι διπλός.
το σώμα σου ήταν μια σημαία νίκης
αλλά η καρδιά σου —ένα μαύρο μωρό,
στην κοιλιά μου κουρνιασμένο—
χαροπάλευε με το κοντάρι στο στήθος της.

τότε ήταν που
αποφάσισα να παίξω
ένα μονόπρακτο,
ένα θέατρο που τέλειωνε με σένα
θεατή.

δίχως ψέματα:
«δεν αγαπάς εμένα!»
είπα.

"νευραλγία"

η ζωή μου έχει την έκταση μιας τάξης
δύο επί δύο και ακόμη δύο,
η προέκταση της φαντασίας μου.
το πρόσωπό σου που επιμηκύνεται,
ή απλώς ο χάρακας που φτάνει
ώς το μαυροπίνακα.
όρθια με την κιμωλία χαράζω ένα αλφαβητάρι
μιαν άκαμπτη σπονδυλική στήλη ποζάροντας.

«πλάτες κολυμβητή», λες,
μα η πίστη μου είναι γαντζωμένη στο ικρίωμα
της καρδιάς σου — δύο επί δύο,
χωράνε κι άλλες δυο.

μα, στην ουσία,
σου γυρνώ την πλάτη χωροταξικά.

"ερωτοτροπή"

μου κλείνεις την πόρτα ακαριαία,
την ώρα που ανοιγοκλείνω τα βλέφαρα.
από τις υγρές μου βλεφαρίδες μοιάζεις
με ένα ευχαριστήριο γράμμα προς τις
υπηρεσίες δωματίου.

τελειώνω τη δουλειά μου άψογα.
οι υποτροπές μου είναι όλες σφηνωμένες
σε μια οπή — το ματάκι της πόρτας
από όπου παραφυλάς για να βλέπεις
το στήθος μου καλύτερα,
δίχως ραγάδες, δίχως μαρασμό.
είσαι τελειοθήρας από
απόσταση ασφαλείας.

γιατί αν το παραδεχτούμε πως
η εποχή του στήθους τελείωσε
η αγάπη θα υποκλιθεί με ύφος
πρόζακ.

"η καινούργια κούκλα"

ερωτοπλανταγμένη η χρονιά όλη,
μια κοινή κούκλα με χαλασμένα τα κουμπιά.
το κουμπί για το γέλιο ξεκόλλησε
το κουμπί για το κλάμα κόλλησε
η ίδια βελόνα κάθε μήνα
η ίδια ιστορία κάθε μέρα
με αυτό το πάνινο παλιόρουχο ολούθε
γυροφέρνει φόρεμα — απένταρη.

τα μάτια της έχουν φτάσει ώς στο πάτωμα
τα μάγουλά της έχουν ρουφηκτεί
κι εσύ τη λες άρρωστη, αγαπητέ, και αχάριστη
καθώς το χέρι της σηκώνει να σου σφαλίσει το στόμα.
να σου πειράξει τη γλώσσα με τα δυο της χέρια
δεν μπορεί: ήσουν ο πλάστης της.

θυμάται ποιος ήσουν, δεν ξέρει ποιος έγινες.
το μάγουλό σου πάγωσε, της φαίνεσαι χλομός,
ένας πλάνης νεκρός των ξεραμένων κήπων.
κι έπειτα της λες, «ζήσε, ζήσε εσύ, τι είναι ο θάνατος;»
ζήσε, σου λέει ο νεκρός.

κι εγώ λέω, γράφε, γράφε
«γλυκιά μήτρα μου»,
«γλυκιά πλαστική μήτρα μου»
για τον άντρα που σου πήρε τα εντόσθια
—τα περίφημα όργανα που φώναζαν υπάρχω—
για τον άντρα που σου δάγκωσε τη γλώσσα
—το υπέροχο εκείνο εργαλείο που έλεγε φιλώ—
για τον άντρα που σου έβγαλε
την μπλούζα,
τη φούστα,
τα εσώρουχα
—τα μαύρα εσώρουχα—
αλλάζοντάς σου όλα τα κουμπιά
για τον άντρα εκείνο που σε έπλασε κούκλα
για να σε κάνει
συνηθισμένη,
ελαττωματική
κούκλα.

«κούκλα» γράφε!
κούκλα ησύχασε.
κούκλα είσαι γυμνή.

είμαι στ’ αλήθεια γυμνή.
φοράω μόνο τα τακούνια.
μα μες σ’ αυτή την αμφίεση
μπορώ άνετα να φιδοσέρνομαι
σάμπως δέρμα.


*Καινούριοι, φρέσκιοι στίχοι από την κύπρια ποιήτρια και φίλη Ευτυχία Παναγιώτου. Αυτές τις μέρες, που γιορτάζει την έκδοση της πρώτης ποιητικής συλλογής της, τον "μέγα κηπουρό" από την "Κοινωνία των Δεκάτων", που θα κυκλοφορήσει τον Γενάρη του 2008(http://vakxikon.blogspot.com/2007/12/blog-post_11.html), μας έστειλε μερικά από τα νέα της ποιήματα, σαφώς ωριμότερα, από εκείνα της συλλογής, πιο μεστά και πιο τακτοποιημένα τα συναισθήματα στην ψυχή της, και οι σκέψεις στο μυαλό της. Μερικούς νέους στίχους είχαμε δημοσιεύσει και τον Σεπτέμβρη(http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/blog-post_12.html), στο ίδιο τέμπο, στο ίδιο μοτίβο, στον ίδιο ηδονικό στίχο.

Και σαφώς επηρεασμένη από την μετάφραση των "καταραμένων" ποιημάτων της Αν Σέξτον(http://vakxikon.blogspot.com/2007/09/blog-post_16.html), η Ευτυχούλα μας, θα συνεχίζει να μας χαρίζει τις ποιητικές σκέψεις, κι εμείς από εδώ, ευχόμαστε να περάσει όμορφες γιορτές στη Λευκωσία. Την περιμένουνε για Πρωτοχρονιά στην Αθήνα. * Ν.Ι.Π.

18 Δεκ 2007

"Αφιέρωμα : Ζωγράφοι : ΙV. Φρίντα Κάλο, Η Αδάμαστη" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Κάμποσοι σπουδαίοι καλλιτέχνες ταύτισαν τη ζωή τους με το έργο τους, και οδήγησαν τούτη τη σεβαστή και συναρπαστική ταύτιση στα άκρα. Η ζωή τους φλόγιζε το έργο τους, και το έργο τους με τη σειρά του πυράκτωνε τη ζωή. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να γίνουν παρανάλωμα του πυρός, να καούν για να κάνουν τον κόσμο να λάμψει λυτρωτικά. Η ζωή τους ήταν μια διαρκής διελκυστίνδα ανάμεσα στη λαμπερή λατρεία της ζωής και στην έως θυσίας δοτικότητα, στην προσφορά την ανιδιοτελή, στην προσήλωση σε έναν στόχο, σε ένα πάθος, σε μία βλέψη. Κάμποσοι σπουδαίοι καλλιτέχνες τίμησαν τη φωτερή κατάφαση στη ζωή, μολονότι είχαν γεννηθεί κάτω από το σκοτεινό άστρο του θανάτου. Μεγαλειώδες παράδειγμα, και αστείρευτη πηγή έμπνευσης για κάθε άνθρωπο που λαχταράει να ζήσει, υπήρξε και παραμένει η ζωγράφος Φρίντα Κάλο. Έναν αιώνα μετά τη γέννησή της, η Κάλο, με την υποδειγματική ζωή της και το εξαιρετικά πρωτότυπο έργο της, δεν παύει να κινεί το ενδιαφέρον των μελετητών, δεν παύει να είναι ανοξείδωτη μέσα στο χρόνο, δεν παύει να κομίζει μιαν επίκαιρη ενθάρρυνση σε κάθε καλλιτέχνη που επιζητεί την εναρμόνιση βίου και έργου.

Η Μαγκδαλένα Φριέδα Κάλο Καλδερόν γεννήθηκε στο Κογιοακάν του Μεξικού στις 6 Ιουλίου του 1907. Ήταν η Τρίτη από τις τέσσερις θυγατέρες της Ματίλντε Καλδερόν και του γερμανικής καταγωγής φωτογράφου Γκιγιέρμο Βίλχελμ Κάλο. Η μοίρα, που τόσες και τόσες φορές έμελλε δυσοίωνα και οδυνηρά να την επισκεφτεί, στα σαράντα εφτά χρόνια της πολυτάραχης ζωής της, την χτύπησε μεταμφιεσμένη φριχτά σε πολιομυελίτιδα, στα 1913, για να της σακατέψει για πάντα το δεξί της πόδι. Το πλήγμα είναι βαρύ, αλλά η Φρίντα κυριεύεται από την μανία να γευτεί τους χυμούς της ζωής, να γίνει ένα πανίσχυρο διεισδυτικό βλέμμα ικανό να διαπεράσει την επιφάνεια και να φτάσει στην ουσία των πραγμάτων, να συγκλονιστεί από την τέχνη των άλλων και να συγκλονίσει με τη δική της τέχνη. Διαβάζει, γράφει, ονειρεύεται. «Πάνω στα θαμπά τζάμια», γράφει στο Ημερολόγιό της, «ζωγράφιζα μια πόρτα, κι απ’ αυτήν την πόρτα το έσκαγα με τη φαντασία μου με μεγάλη χαρά και φούρια. Πήγαινα μέχρι ένα γαλακτοπωλείο που το λέγανε Πίνσον. Περνούσα μέσα από το ‘Ο’ του Πίνσον κι από κει κατέβαινα μέχρι το κέντρο της γης». Εκεί την περίμενε ένα πλάσμα της φαντασίας της, μια παντοτινή φίλη, ευκίνητη και πάντα γελαστή, μια φίλη που χόρευε λες και δεν είχε βάρος, ουσιαστικά ο άλλος της εαυτός, ο εαυτός που τον ήθελε η Φρίντα αλώβητο από τα χτυπήματα, ανθεκτικό, εύθυμο, απρόσβλητο από κάθε θλίψη, δημιουργικό πάντα και αισιόδοξο.

Οπλισμένη με αυτόν τον άλλο της εαυτό, η Φρίντα θα εγγραφεί στην Προπαρασκευαστική Σχολή, και θα βρεθεί στο επίκεντρο μιας ομάδας νεαρών παθιασμένων με τη λογοτεχνία, με τη μουσική, με τη ζωγραφική, και με την επανάσταση. Στα 1922, η δεκαπεντάχρονη Φρίντα θα είναι ερωτευμένη με τον Αλεχάνδρο Γκόμες Αρίας, φοιτητή της νομικής, αρθογράφο και διαπρύσιο κήρυκα επαναστατικών ιδεών και, κυρίως, χάρη στην αδάμαστη θέλησή της, θα είναι μία από τις τριάντα πέντε πρώτες γυναίκες στο Μεξικό που είχαν πρόσβαση στο Πανεπιστήμιο και σπούδαζαν ανάμεσα σε 2000 φοιτητές. Ο Αλεχάνδρο θα δει στην Φρίντα ένα υπερευαίσθητο και αλλόκοτο κράμα ηδυπάθειας και ιδεατού, μια τολμηρή συνένοχο και ένα πλάσμα που κλείνει μέσα του ανεκτίμητες ικανότητες έκφρασης.

Την επόμενη χρονιά, η Φρίντα θα πάει, με όλο της το θάρρος, να παρακολουθήσει τον μεγάλο ζωγράφο Ντιέγκο Ριβέρα να φιλοτεχνεί μια τοιχογραφία στην Αίθουσα Μπολιβάρ της Προπαρασκευαστικής Σχολής. Ο Ντιέγκο θα εντυπωσιαστεί από την έφηβη κοπελίτσα. «Είχε ένα τελείως ασυνήθιστο ύφος αξιοπρέπειας και σιγουριάς, μια παράξενη φλόγα έκαιγε στο βλέμμα της», θα πει. Τρία χρόνια μετά, θα συναντηθούν ξανά. Κι αυτή τη φορά, η συνάντηση θα κρατήσει για όλη τους τη ζωή και θα αποτελέσει μιαν από τις σημαντικότερες ιστορίες πάθους, έρωτος, και αγάπης στον 20ό αιώνα.

Θα μεσολαβήσει το τραγικό δυστύχημα που λίγο έλειψε να κόψει το νήμα της ζωής της. Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1925, το λεωφορείο στο οποίο επιβαίνει μαζί με τον Αλεχάνδρο διεμβολίζεται από ένα τραμ, η ατσάλινη ράμπα του διαπέρασε την κοιλιά της Φρίντας, τσακίζει σε τρία σημεία της οσφυϊκής της χώρας τη σπονδυλική της στήλη, θρυμματίζει τον μηριαίο αυχένα της, σπάζει τα πλευρά της, συντρίβει το ήδη βεβαρημένο από την πολιομυελίτιδα δεξί της πόδι, προκαλεί έντεκα κατάγματα στο αριστερό, σπάζει σε τρία μέρη τη λεκάνη της. Οι γιατροί μένουν κατάπληκτοι από το πώς γαντζώθηκε στη ζωή η δεκαοχτάχρονη κοπέλα. Στη μητέρα της θα πει λιτά και γενναία: «Δεν είμαι νεκρή και, επιπλέον, έχω ένα λόγο για να ζήσω. Ο λόγος αυτός είναι η ζωγραφική». Και πράγματι, από την τραγωδία εκείνη θα γεννηθεί η αθάνατη ζωγράφος Φρίντα Κάλο.

Κυλάνε δύο χρόνια, η σχέση της με τον Αλεχάνδρο κλονίζεται, η Φρίντα παλεύει ενάντια σε κάθε κακοδαιμονία, ζει με ατσάλινους κορσέδες και δεκανίκια, παθιάζεται με τα επαναστατικά βιβλία που διαβάζει, προσχωρεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα του Μεξικού, λατρεύει την τέχνη των τοιχογράφων που τους θεωρεί μοναδικούς πραγματικούς μυθιστοριογράφους της επανάστασης, υποδέχεται τον Ντιέγκο Ριβιέρα, όταν αυτός έρχεται για πρώτη φορά στο Κογιοακάν σαν ερωτευμένο σχολιαρόπαιδο, σκαρφαλωμένη ψηλά σ’ ένα δέντρο και σφυρίζοντας τη «Διεθνή».

Ο Ντιέγκο ερωτεύεται τρελά τη Φρίντα, και η Φρίντα παράφορα τον Ντιέγκο. Θα παντρευτούν στις 21 Αυγούστου του 1929, στο Κογιοακάν. Εκείνη είναι 22 ετών. Εκείνος, γεννημένος το 1886, έχει σχεδόν τα διπλά της χρόνια. Ο γάμος θα είναι ένα μουρλό ξεφάντωμα, κάτι σαν ξέφρενη παρωδία γαμήλιας τελετής. Η Φρίντα θα είναι ντυμένη Ινδιάνα. Ο πελώριος Ντιέγκο θα φοράει γκρίζο κοστούμι, τεράστιο πλατύγυρο καπέλο και λευκό πουκάμισο. Θα ακολουθήσει μια φιλική συγκέντρωση για να γιορταστεί το γεγονός, αλλά εκεί θα εισβάλει και θα κάνει τρομερή σκηνή ζηλοτυπίας η πρώην σύζυγος του Ριβιέρα, η Λούπε Μαρίν, ο Ντιέγκο θα μεθύσει άσχημα, θα ρίξει με το ρεβόλβερ του σε διάφορα αντικείμενα, θα τραυματίσει μάλιστα έναν από τους καλεσμένους. Έτσι αρχίζει μια κοινή ζωή, πάντα περιπετειώδης, πάντα μέσα στην έξαψη της δημιουργικότητας, πάντα μέσα στις φλόγες του πάθους.

Θα ζήσουν στην Πόλη του Μεξικού, θα ζήσουν στην Κερναβάκα, θα περιπλανηθούν σε όλη τη χώρα για να δουν και να θαυμάσουν και να απαθανατίσουν το εσωτερικό μικρών πλινθόκτιστων κατοικιών που καίτοι φτωχικές είναι πλούσιες σε θάλπος, συναισθήματα, χρώματα και στολίδια καμωμένα από κομμένα χαρτιά –θα πουν ότι αυτές οι κατοικίες αποτελούν έναν βωμό στη θρησκεία των χρωμάτων– κι ύστερα θα θριαμβεύσουν, αλλά και θα προκαλέσουν, με τα έργα τους, στο Σαν Φρανσίσκο, στη Νέα Υόρκη, στο Ντιτρόιτ. Ο αλήστου μνήμης ηθοποιός Έντουαρντ Ρόμπινσον θα γίνει παθιασμένος αγοραστής και συλλέκτης έργων της Φρίντας, ενώ η ίδια θα δημιουργεί ταλανισμένη πάντα από το τσακισμένο της κορμί, από την εφιαλτική απογοήτευση απανωτών αποβολών, αλλά και αντλώντας θάρρος από την αδάμαστη θέλησή της και από την παρουσία του Ντιέγκο που γενναιόψυχα θα πει ότι η γυναίκα του πρόσφερε μια σειρά αριστουργήματα χωρίς προηγούμενο στην ιστορία της τέχνης, πίνακες που, με μια βασανιστική ποίηση, εξυμνούσαν τα γυναικεία χαρίσματα της αντοχής απέναντι στην αλήθεια, στην πραγματικότητα, τη σκληρότητα και τον πόνο. Αριστουργήματα όπως τα «Ανάμεσα σε δύο κόσμους», «Οι δύο Φρίντες», «Σπασμένη Κολώνα», «Αυτοπροσωπογραφία με κομμένα μαλλιά», «Μερικές Μικρές Μαχαιριές», πέρα από την μεγάλη καλλιτεχνική τους αξία αποτελούν αθάνατες μαρτυρίες της κατάφασης στη ζωή, της μεταρσίωσης της οδύνης σε κοσμογονία.

Η Φρίντα θα ταλανιστεί επίσης από την ερωτική περιπέτεια του Ντιέγκο με την ίδια της την αδελφή, την Κριστίνα, ένα γεγονός «τερατώδες και ανυπόφορο», μια άθλια, καίτοι ανθρώπινη πολύ ανθρώπινη, προδοσία που δείχνει πώς ο άνθρωπος, κάθε άνθρωπος, μπορεί να γίνει έρμαιο των παθών του, μπορεί αλόγιστα να βρεθεί από το γαλάζιο του ουρανού στη μαυρίλα της ποταπότητας μόνο και μόνο στην προσπάθειά του να αναμετρηθεί με το κάλλος, να συμβολίσει τη δημιουργική βία της ζωής, να παίξει με τα ένστικτα του θανάτου και της ηδονής. Όπως γράφει ο Λε Κλεζιό τον Ντιέγκο, που καίτοι πελώριος άντρας και δημιουργός, είναι ενίοτε ένα μικρό παιδί, «τον χαρακτηρίζει μια αδιαφορία σχεδόν τερατώδης απέναντι στις συμβατικότητες και τις ευπρέπειες, ένα είδος παραμορφωτικού καθρέφτη που τον εμποδίζει να καταλάβει τον πόνο εκείνων που τον περιστοιχίζουν». Η Φρίντα, τσακισμένη από την αποκάλυψη, θα καταφύγει και αυτή σε άλλες αγκαλιές, ανάμεσα στις οποίες και αυτή του τότε γηραιού εξορισμένου στο Μεξικό επαναστάτη Λέοντα Τρότσκι, του Αμερικανοϊάπωνα γλύπτη Ισάμου Νογκούσι, του αναγνωρισμένου φωτογράφου Νίκολας Μάρεϊ. Αλλά, παρά τις εφήμερες παρηγοριές, ο Ντιέγκο και η Φρίντα ζούνε καθημερινή την πονεμένη ανάμνηση μιας ανοιχτής πληγής, την κόλαση της απώλειας του άλλου, το σκότος των εικοσιτετραώρων δίχως τον διαρκή διάλογο με τον απόλυτο έρωτα, με την απόλυτη αγάπη σου. Σε τέτοια εμπρηστικά και επικίνδυνα παιχνίδια, όπως λέει μια παροιμία από το Περού, «Ο νικημένος είναι νικημένος, και ο νικητής χαμένος».

Θαρρείς αναπόδραστα, ανήμποροι να ζήσουν ο ένας δίχως τον άλλον, πριν καν συμπληρωθεί ένας χρόνος από το διαζύγιό τους, η Φρίντα και ο Ντιέγκο θα οδηγηθούν στην απόφαση να παντρευτούν και πάλι. Ο δεύτερος γάμος τους θα γίνει στις 8 Δεκεμβρίου του 1940, για να ακολουθήσουν δεκατέσσερα χρόνια ζωής στο περιλάλητο Γαλάζιο Σπίτι του Κογιοακάν, χρόνια πλημμυρισμένα σε στιγμές μεγάλης δυστυχίας αλλά και ανείπωτης ευτυχίας, παθιασμένης δημιουργικότητας, βραβεύσεων, ασθενειών, εγχειρήσεων, δακρύων, πόνου και πάθους.

Η Φρίντα Κάλο θα σβήσει, στις 13 Ιουλίου του 1954, στο Γαλάζιο Σπίτι. Ένα συνταρακτικό, μες στον ωμό του λυρισμό, ποίημά της συνοψίζει τη ζωή της όλη. «Μέσα στο σάλιο μέσα στο χαρτί μέσα στην έκλειψη μέσα σ’ όλες τις γραμμές μέσα σ’ όλα τα χρώματα μέσα σ’ όλα τα πιθάρια μέσα στο στήθος μου μέσα, κι έξω, μέσα στο μελανοδοχείο μέσα στη δυσκολία να γράψω μέσα στο θαύμα των ματιών μου μέσα στα τελευταία φεγγάρια του ήλιου (μα ο ήλιος δεν έχει φεγγάρια) μέσα σε ΟΛΑ και το να λέω σε όλα είναι ανούσιο και υπέροχο ΝΤΙΕΓΚΟ μέσα στα ούρα μου ΝΤΙΕΓΚΟ μέσα στο στόμα μου μέσα στην καρδιά μου μέσα στην τρέλα μου μέσα στο όνειρό μου μέσα στο στυπόχαρτο μέσα στην αιχμή της πένας μέσα στα μολύβια μέσα στα τοπία μέσα στην τροφή μέσα στο μέταλλο μέσα στη φαντασία μέσα στις αρρώστιες μέσα στις προθήκες μέσα στις πονηριές σου μέσα στο στόμα σου μέσα στα ψέματά σου».

Το ποίημα θα φτάσει στα χέρια του Ντιέγκο τρία χρόνια μετά το θάνατο της Φρίντας. Λίγες ημέρες μετά, στις 24 Νοεμβρίου του 1957, ο μεγάλος Μεξικανός δημιουργός θα πάει να συναντήσει την αδάμαστη Φρίντα, τη θυγατέρα ερωμένη σύζυγο μάνα σύντροφο, την αμάραντη αγάπη του, εκεί που χορεύουν όλα τα χρώματα και ακούγονται τα πιο όμορφα τραγούδια.
Όπως τόσο ωραία το διατύπωσε ο Αντρέ Μπρετόν, «Η τέχνη της Φρίντας Κάλο ντε Ριβέρα είναι μια κορδέλα γύρω από μια βόμβα».

*Το πορτρέτο "Φρίντα Κάλο, Η Αδάμαστη" δημοσιεύτηκε παλιότερα στο "Έψιλον" της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας.

"Revolution : The Walking Dead" - Eldediery M. Fadul (2001)

All Around The Motherland

Oh, Olympian Gods
What a plague
An uncureable disease
Where to hide and who
To blame
No escape
Grief and pain
All around
Pitiless
Pitiless
This misery meant
Only for you and me

The Motherland

Children of my country
People of my country :
Cannot weep in cold blood
Their heads have been cast inside
Metal Shields
And their eyes have been pierced
Can’t you see?
This is why they lost their tears
Can’t you see, or sense?
They weep from inside
Blood blood blood
And cold in blood
Pain and misery
Surrounding

Murder

The south
In the south
The land in a terrible state
A nightmare
A symphony of grieving notes
Our land in a terrible fashion
Guns, batteries and rockets
Air crafts. Drumming…
Double – Triple – Counter bass
And bullets buzzing
Through the forest in the field
Among the cattle inflicting pain
Nude and plain, the land stripped
Of the Grain
John and Mary are slain.

The Evil

An evil shadowed the land
A dragon nested inside there
This mythological animal?
Haunted the land
The Nile was poisoned
And the rivers flooded
With blood.
Abandoned…
The land turned to ruins.

An evil settled inside there.

*Σουδανός πολιτικός πρόσφυγας, καλλιτέχνης του δρόμου, μορφή των Εξαρχείων τα τελευταία είκοσι χρόνια, ο "Didi" είναι ζωγράφος, ηθοποιός, ποιητής και perfomer και κοσμεί το κέντρο της Αθήνας με την παρουσία του και το εκτόπισμά του. Τρίτο ποιητικό βιβλίο του, τρίγλωσσο αυτή τη φορά(στα αγγλικά, στα ελληνικά και στα σουδανικά) κυκλοφόρησε στα 2001 από τη "Media Press" και άρεσε στα αναρχικά και καλλιτεχνικά στέκια του κέντρου της πόλης. Ένας από τους 17 ποιητές που θα παρουσιαστούν στην ανθολογία ποίησης "Μονοδιάλογοι" από τις Εκδόσεις ΚΨΜ και τον πολυχώρο Ash In Art(σε επιμέλεια και πρόλογο του Νέστορα Πουλάκου), ο "Didi", ήδη στα 52 χρόνια του, τόσο με τις ερμηνευτικές ικανότητες όσο και με τις ποιητικές προσεγγίσεις του συνεχίζει να μας συναρπάζει ακόμα.

Ο "Didi" είναι :

Γεννήθηκε το 1955 στο Σουδάν. Αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου του Χαρτούμ(1975) και στη συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις Καλές Τέχνες και στην Υποκριτική στο Πανεπιστήμιο Carnegie-Mellon και στο Ινστιτούτο Τέχνης του Πίτσμπουργκ στις Η.Π.Α.. Από το 1985 ζει στα Εξάρχεια, ως πλανόδιος μουσικός, ζωγράφος, εικαστικός, ποιητής, ηθοποιός, όντας γνωστός ως «Didi». Πολιτικός πρόσφυγας, πραγματοποιεί παραστάσεις και εκθέσεις ιδιαιτέρου ενδιαφέροντος. Στις αρχές του 2000, σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Line of Eternity». Έχει επίσης, πρωταγωνιστήσει στην ταινία «Ντανίλο Τρέλες»(1985) του μεγάλου έλληνα σκηνοθέτη Σταύρου Τορνέ, ενώ έχει εμφανιστεί μεταξύ των άλλων στις ταινίες «Οι Φωτογράφοι»(Ν. Κούνδουρος), «Πάμπτωχοι Α.Ε.»(Α. Κόκκινος), «Αντίο Βερολίνο»(Δ. Αθανίτης), «Λόγοι και Αμαρτήματα»(Β. Μαζωμένος), σε σήριαλ, μικρού μήκους ταινίες και βιντεοκλίπ. Τέλος, έχουν κυκλοφορήσει τρεις δίγλωσσες ποιητικές του συλλογές : «Η Κραυγή της Γέννησης»(Ελεύθερος Τύπος, 1987), «Didi Poems»(Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1993) και «Επανάσταση : Οι Νεκροί που Περπατούν»(Media Press, 2001).

17 Δεκ 2007

"Πεπρωμένο" - Τάσος Ρήτος

ΟΤΑΝ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΣΚΕΠΑΣΕΙ ΤΑ ΒΛΕΜΜΑΤΑ ΤΩΝ ΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ
ΚΑΙ ΤΑ ΓΛΥΚΑ ΟΝΕΙΡΑ ΤΡΥΠΩΣΟΥΝ ΚΑΤΩ ΑΠ' ΤΟ ΣΕΝΤΟΝΙ ΣΟΥ

ΟΤΑΝ Τ' ΑΣΤΕΡΙΑ ΠΕΤΑΞΟΥΝ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
ΚΑΙ ΤΟ ΣΤΡΟΓΓΥΛΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ ΑΝΕΒΕΙ ΣΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ

ΤΟΤΕ Θ' ΑΝΟΙΞΕΙ ΔΙΑΠΛΑΤΑ Η ΜΙΚΡΗ ΤΡΥΠΑ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΟΥ
ΓΙΑ ΝΑ ΧΩΡΕΣΕΙ ΕΝΑ ΤΟΣΟ ΔΑ ΣΠΙΝΘΙΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΜΑΤΙΑΣ ΜΟΥ

ΤΟΤΕ Θ'ΑΝΟΙΞΕΙ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΚΑΜΑΡΑΣ ΣΟΥ
ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΤΕΙ ΕΝΑ ΣΙΓΑΝΟ ΨΙΘΥΡΙΣΜΑ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΜΟΥ

ΘΑ 'ΝΑΙ Η ΩΡΑ ΠΟΥ 'ΧΩ ΑΓΓΙΞΕΙ ΤΟ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ ΣΟΥ!
ΘΑ 'ΧΕΙΣ ΓΙΝΕΙ Η ΙΕΡΗ ΜΟΥΣΑ ΜΟΥ!
ΘΑ 'ΜΑΣΤΕ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΜΙΚΡΗ ΦΑΝΤΑΣΙΑ ΤΟΥ ΜΥΑΛΟΥ ΜΑΣ!

16 Δεκ 2007

"Ομήρου Ιλιάδα Β'" - Γιώργος Μπλάνας

Το Α' και το Β' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/12/blog-post_09.html

Μ’ ας έχει χάρη! Ο Αχιλλέας δεν άναψε, δεν φούντωσε για τα καλά. Αλλιώς θα είχαμε τελειώσει μια για πάντα με την περίπτωσή του».
Τέτοια ξερνούσε ασύστατα το στόμα του για τον ηγέτη Ατρείδη, όταν βρέθηκε μπροστά του ο Οδυσσέας. Τον άρπαξε στο βλέμμα του κι άρχισε να τον πλήττει με λόγια καταιγιστικά:
«Ωραία τα λες τα βρωμερά, Θερσίτη, όμως κρατήσου. Μην παίζεις με τους άρχοντες, σίχαμα, γιατί όντως χειρότερη ασχήμια δεν έφεραν στο Ίλιο μαζί τους οι Αχαιοί.
Δεν έχουν τα δημόσια τραυλίσματά σου ανάστημα. Μονάχα για φυγή είσαι ικανός εσύ.
Δεν ξέρω τι και πώς, αν πρέπει ή δεν πρέπει να φύγουν οι Αχαιοί για την πατρίδα,
αν δίνουν λίγα ή πολλά οι ήρωες Δαναοί στον Αγαμέμνονα, όμως ξέρω πως χλευάζεις τον ηγέτη του λαού. Γι’ αυτό, λοιπόν, ό,τι σου πω θεώρησέ το γεγονός τετελεσμένο.
Μην σε συλλάβω άλλη φορά, βλακόμουτρο, να σπέρνεις τα βρωμερά σου λόγια στο λαό,
γιατί να μην αξιωθούν του Οδυσσέα οι ώμοι κεφάλι κι ο Τηλέμαχος πατέρα αν δεν σε γδύσω —χιτώνα, χλαίνη, ό,τι λερό σκεπάζει την ντροπή σου—
κι αν δεν σε πάω δέρνοντας από την αγορά μέχρι τα πλοία, αφού το θες, να φύγεις επιτέλους, ολόγυμνος, δαρμένος και κλαμένος».

Αυτά του είπε κι άφησε το σκήπτρο να λαλήσει χρυσάφι οδυνηρό στους ώμους και στην πλάτη του κι έχυσε δάκρυ εκείνος γενναίο μα την αλήθεια.
Μελάνιασαν οι ώμοι του, διπλώθηκε απ’ τον πόνο, φοβήθηκε και τράβηξε παράμερα την πρόστυχη μορφή του.

Οι άλλοι γύρω, ξέχασαν πως είχαν ταραχθεί όταν σταμάτησε η φυγή, κι άρχισαν να γελούν. Κι έλεγαν μεταξύ τους:
«Κι αν έχει κάνει, αν έχει πει, αν έχει παρασύρει άντρες και άντρες στην ορμή της μάχης ο Οδυσσέας!
Σπουδαία όλα! Όμως αυτό... δεν έχουν ξαναδεί τέτοιο καλό οι Αργείοι. Του έκλεισε του πρόστυχου το αγοραίο στόμα.
Δεν θα τολμήσει, ο δειλός, να ξεσαλιάσει άλλη φορά βρισιές στους βασιλιάδες μας».
Έλεγαν κι έγινε βοή μεγάλη. Ο πορθητής, ωστόσο, ο Οδυσσέας το σκήπτρο ύψωσε, ενώ του Δία η κόρη, η Αθηνά, κήρυκας απαράμιλλος έτρεχε ανάμεσά τους και τους καλούσε στη σιωπή: ν’ ακούσει και να μάθει κι ο τελευταίος Αχαιός τι θέλει ο βασιλιάς.

Σώπασαν κι άρχισε αυτός να λέει τα λόγια τα σοφά. «Ατρείδη», είπε, «άρχοντας είσαι κι όμως γυρεύουν σαν το χειρότερο ανθρωπάκι να σε δουν.
Σου έδωσαν υπόσχεση πως δεν θα επιστρέψουν στου Άργους τις βοσκές, πριν να θερίσουν στα γερά την ευτειχία της Τροίας, μα υποσχέσεις δεν κρατούν.
Κλαίγονται τώρα σαν παιδιά, σκούζουν σαν χήρες και ζητούν να τρέξουν στην πατρίδα.
Βέβαια, άνθρωποι είμαστε! Παίρνει ο πόνος το σκαρί, κάνει η ψυχή πανιά για την πατρίδα.
Κάθε φεγγάρι μακριά απ’ την κυρά του κρεβατιού σου εδώ, ένας χειμώνας μεσοπέλαγα σαν να ’ναι,
κι εσύ απάνω στο κουπί, να προσπαθείς με βογκητά όλους τους κλύδωνες να φύγεις του πελάγους.
Μετρήστε τώρα χρόνια εννιά, άπρακτα χρόνια και... Δεν αδικώ των Αχαιών τη θλίψη. Οπωσδήποτε λαχτάρησαν καρίνες στα νερά.
Όμως είναι κατάπτυστο να λείπουμε τόσον καιρό και να γυρνάμε πίσω με άδεια τα καράβια.
Κάντε κουράγιο, φίλοι μου! Ας μείνουμε όσο πρέπει για να μάθουμε αν ο Κάλχας μαντεύει ή όχι τα σωστά.
Κοιτάξτε μέσα σας, βαθιά, και είμαι βέβαιος πως θα δείτε —μάρτυρες βάζω όσους δεν σκύλεψαν ακόμα οι άγγελοι του θανάτου ανάμεσά μας—
τη μέρα εκείνη που έδεσαν τα πλοία στην Αυλίδα και φόρτωναν τον όλεθρο του Πρίαμου και των Τρώων
κι εμείς θυσία προσφέραμε στους αθανάτους. Σαν εχθές ήτανε. Ένα πλατάνι, μια πηγή, πλάι στην πηγή ο βωμός, σκιά πλατύφυλλη και γάργαρο νερό κι αίφνης σημάδι μέγα:
ένα δρακόφιδο φρικτό, με ράχη κατακόκκινη έφερε ο Δίας στο φως. Ξετρύπωσε από το βωμό και χύθηκε ν’ ανέβει στο πλατάνι.
Ήταν εκεί σ’ άκρο κλαρί, κάτω απ’ τα φύλλα κουρνιασμένα, κάτι πουλάκια μια σταλιά —μέρες που είχαν γεννηθεί—
οκτώ, με τη μητέρα τους εννιά. Κι άρχισε το δρακόφιδο να τα κατασπαράζει.
Και τσίριζαν τα δύστυχα σαν τα τρελά κι η μάνα σπαρταρούσε —όχι πετούσε— στον αέρα από τον πόνο και θρηνούσε τα χαμένα της παιδιά.
Ώσπου τινάχτηκε ο φονιάς, την άρπαξε κι αυτήν απ’ το φτερό, την τέλειωσε την έρημη.

Χόρτασε κλάματα παιδιών και μάνας σπαραγμό και τότε ο ίδιος ο θεός, που τον ξετρύπωσε απ’ της γης τα σκοτεινά, τον άφησε να δείξει την μορφή του:
πέτρα τον έκανε ο γιος του Κρόνου του πανούργου, μπροστά στα μάτια μας, κι εμείς στέκαμε ανήμποροι να δέσουμε στον νου μας το πράγμα που συνέβη.
Ωστόσο, επειδή τέτοια φρικτά και σκοτεινά και θεϊκά αναμείχθηκαν στην τέλεση των προσφορών, ανέλαβε ο Κάλχας να μας διαφωτίσει:
‘Γιατί πετρώσατε; Πού είναι ν’ ανεμίσουν οι στολισμένες χαίτες σας τώρα Αχαιοί; Του Δία σημάδι είν’ όλα αυτά, κι ό,τι απορείτε σήμερα θα γίνει αύριο χθες.
Οχτώ πουλάκια έφαγε ετούτο το δρακόφιδο, εννιά με τη μητέρα, εννιά θα πολεμήσουμε χρόνια κι εμείς. Στα δέκα πάνω θα οργώσουμε τους δρόμους της μεγάλης πολιτείας’.

Έτσι μας είπε κι έτσι φαίνεται να έρχεται το πράγμα. Άντε, λοιπόν, τι τις φοράτε τις όμορφες κνημίδες, Αχαιοί; Πάρτε τα πόδια σας, αφήστε το νερό κι ασχοληθείτε με τον όλεθρο της πόλης του Πριάμου».
Τέτοια τους είπε ο ένθεος Οδυσσέας και ξέσπασαν οι Αργείοι σε ιαχές και τρίξανε των καραβιών τα ξύλα απ’ τη βοή,
ώσπου κάλπασε η γερήνια μορφή του Νέστορα μπροστά τους και τους είπε: «Αλίμονό μας, Αχαιοί! Συνέλευση είν’ αυτή ή των παιδιών χαρά; Παιχνίδι είναι ο πόλεμος ή μέριμνα της μάχης;

Πόσες φορές δεν συμφωνήσαμε στα λόγια τα σωστά; Πόσες φορές δεν ορκιστήκαμε την πίστη την κοινή; Ποιο ήταν τ’ όφελος, λοιπόν;
Στάχτες στον άνεμο οι θέσεις κι οι προθέσεις και τα σχέδια των ανδρών. Αποκαΐδια οι πλούσιες σπονδές κι οι χειραψίες που τάχα επισφραγίζουν αποφάσεις.
Τόσον καιρό είμαστε εδώ και στήνουμε ενέδρες μεταξύ μας με τα λόγια κι ούτε ένα βήμα δεν μπορέσαμε να κάνουμε. Ατρείδη,
κράτα τη θέση σου, οδήγησε με σθένος τους Αργείους στην επικράτεια των μαχών,
κι άφησ’ εδώ τον έν’ αυτόν κι εκεί τους άλλους δυο, που θέλουν να ’χουν άποψη δική τους, να σαπίζουν. Άκρη δεν πρόκειται να βγάλουν ούτως ή άλλως.
Αυτοί θα είναι στο Άργος, πολύ πριν πέσει ο κεραυνός του Δία, πολύ πριν λάμψει η αλήθεια των υποσχέσεών του.

Γιατί ο παντοδύναμος Κρονίδης —σας το λέω— άστραψε σίγουρα για μας εκείνη την ημέρα, που φόρτωναν τον όλεθρο των Τρώων οι Αχαιοί στα γρήγορα καράβια.
Και σφράγισε οπωσδήποτε την αίσια κατάληξη των πάντων. Μην βιάζεστε, λοιπόν, ν’ ανοίξετε πανιά για την πατρίδα,
πριν πάρετε απ’ την αγκαλιά κάποιας Τρωάδας γλύκα νυχτερινή για όσες αγρύπνιες έδωσε η σκέψη της Ελένης στον καθέναν.
Κι αν κάποιος δεν μπορεί να κρατηθεί, αν θέλει να επιστρέψει στην πατρίδα, ας φροντίσει να χωθεί στα σκοτεινά του πλοίου του κι ας πάει να πεθάνει μια ώρα αρχύτερα, λοιπόν.
Όσο για σέναν, άρχοντα... Εσύ αποφασίζεις. Μα ίσως δεν είναι άστοχο ν’ ακούσεις ό,τι πω.
Χώρισε, Αγαμέμνονα, τους άνδρες κατά φύλα και φατρίες. Φύλο το φύλο να φυλάει, φατρία την φατρία να στηρίζει.

*Η μετάφραση της "Ομήρου Ιλιάδος Β'" είναι μια ευγενική παραχώρηση στο "Βακχικόν" του ποιητή και μεταφραστή Γιώργου Μπλάνα. Οι μεταφράσεις του "Ομήρου Ιλιάδα Ι'" και "Ομήρου Ιλιάδα Κ'" έχουν κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης στα 2001.

15 Δεκ 2007

"Φωτογραφία της εβδομάδας" - Μιχάλης Γεωργιάδης (10 - 16/12/07)


Είσαι όμορφη σαν ρόδινο του φθινοπώρου δείλι!
μα η λύπη ως κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,
κι αφήνει όταν πισωδρομά στ' αράθυμά μου χείλη,
της θύμησης της πιο πικρής τον κατασταλαγμό.

- Μάταια γλυστράει το χέρι σου στου στήθους μου τα ψύχη·
καλή μου, εκείνο που ζητάει ρημάδι εγίνει πιά,
απ' της γυναίκαςτ' άγριο το δόντι και το νύχι.
Μη την καρδιά μου πια ζητάς, τη φάγαν τα θεριά.

Είν' η καρδιά μου ανάκτορο, απ' όχλους ρημαγμένο·
μεθούν εκεί, σκοτώνονται, τραβιούνται απ' τα μαλλιά!

- Μ' από το στήθος σου άρωμα βγαίνει, το γυμνωμένο!...

Ω των ψυχών κακιά πληγή! το θες κι εσύ Ομορφιά!
με τα λαμπρά, τα φλογερά σου μάτια ως φωταψία,

κάψε και τα ρημάδια αυτά που αφήσαν τα θηρία!

*το ποίημα ανήκει στον Charles Baudelaire με τίτλο "Συνομιλία" Μετάφραση: Γ. Σημηριώτης

"Τις Παρασκευές Πίναμε Συνήθως Ουίσκι..." - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Πίναμε μπίρες εκείνη την ημέρα. Ή Δευτέρα θα ήταν, λοιπόν, ή Τετάρτη. Τις Παρασκευές πίναμε συνήθως ουίσκι, εναλλάξ με μπίρες, και τρώγαμε πατατάκια και ξηρούς καρπούς. Τις υπόλοιπες μέρες της εβδομάδας δεν συναντιόμασταν. Εκτός κι αν τύχαινε καμιά αργία ή κάτι έκτακτο. Σε κανέναν μας, ωστόσο, δεν είχε τύχει ποτέ τίποτα έκτακτο. Ήμασταν τέσσερις, εκατόν εξήντα χρονών όλοι μαζί, όπως συνηθίζαμε να λέμε, για να υπογραμμίσουμε την πείρα ζωής που μοιραζόμασταν τρεις φορές την εβδομάδα. Τις τέσσερις μέρες που μένουνε δεν είχαμε καμία επικοινωνία μεταξύ μας κι όποτε τύχαινε ν’ απαντηθούμε κάπου στον δρόμο, μια καλημέρα ή μια καλησπέρα ήταν η μόνη σχεδόν κουβέντα που ανταλλάσσαμε.

Ο Θοδωρής ήταν κηπουρός. Δούλευε, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, στον Δήμο Αθηναίων και, παράλληλα, φρόντιζε μερικούς κήπους σπιτιών στα προάστια, που οι ιδιοκτήτες τους, για αδιευκρίνιστους λόγους, σπανίως τα επισκέπτονταν και ποτέ δεν τα κατοικούσαν. Στην πραγματικότητα δούλευε ελάχιστα. Μην έχοντας, ήδη από τότε που διορίστηκε στον Δήμο, καμία φιλοδοξία για εργασιακή ανέλιξη και κανένα πραγματικό μεράκι για την κηπουρική, δέχτηκε κάμποσες διαδοχικές δυσμενείς μεταθέσεις, ώσπου έφτασε να φροντίζει την αναδασωμένη πλαγιά ενός λόφου, στα όρια του Δήμου, που ποτέ δεν επρόκειτο να ξαναγίνει δάσος. Πήγαινε καθημερινά εκεί, φρόντιζε να ποτίζονται σωστά τα καταδικασμένα πευκάκια και οι σκόρπιες πικροδάφνες και μέχρι το μεσημέρι – αν έμενε ως εκείνη την ώρα – άκουγε ραδιόφωνο και λαγοκοιμόταν στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου. Ανύπαντρος και χωρίς καμιά διάθεση ή κουράγιο να βρει γυναίκα, ήταν ο μόνος που πήγαινε καθημερινά στο καφενείο όπου συναντιόμασταν. Και ο πρώτος πάντα που έφτανε εκεί.

Δεύτερος ήμουν συνήθως εγώ. Ο δάσκαλος – έτσι με λέγανε όλοι. Εδώ που τα λέμε, δεν δούλευα κι εγώ πολύ περισσότερο από τον Θοδωρή. Καθημερινά έφευγα από το σχολείο το αργότερο στη μία η ώρα κι έτσι που, χρόνια τώρα, φρόντιζα να διδάσκω στην ίδια πάντα τάξη, δεν είχα και πολλά πράγματα να κάνω στο σπίτι. Κι όσα δεν μπορούσα να τα αποφύγω – γιατί τα βιβλία κάθε τόσο αλλάζουν, οι μέθοδοι διδασκαλίας παρομοίως (αν και, για να λέμε την αλήθεια, καμία νέα μέθοδος δεν εφαρμόζεται από τους παλιούς δασκάλους, αν προηγουμένως δεν παλιώσει κι αυτή) και γιατί διάφορες δραστηριότητες και εκδηλώσεις απαιτούν μιαν έστω ελάχιστη προετοιμασία – με βοηθούσε η γυναίκα μου, συνάδελφος κι αυτή, σε άλλο σχολείο όμως, να τα διεκπεραιώσω. Όταν, βέβαια, δεν είχε μάθημα χορού ή συνεδρίαση του δημοτικού συμβουλίου, του οποίου για δεύτερη τετραετία ήταν δραστήριο μέλος.

Ο Γιώργος ήταν επίσης δάσκαλος. Γείτονες, συμμαθητές από το δημοτικό και αργότερα συμφοιτητές, ακολουθήσαμε από την αρχή της ζωής μας κοινή πορεία, εκείνος όμως ποτέ δεν εξάσκησε το επάγγελμα που σπουδάσαμε. Ήδη από τα φοιτητικά μας χρόνια δούλευε στο φωτοτυπείο που είχε ο πατέρας του απέναντι σχεδόν από τη Νομική και αυτό συνέχιζε να κάνει και τώρα που ο πατέρας του είχε πια πεθάνει. Σπανίως γύριζε στο σπίτι πριν από τις οχτώ η ώρα το βράδυ, σπανίως έτρωγε στο σπίτι του και σπανίως έβλεπε πια τη γυναίκα του, η οποία από πέρσι, όταν η κόρη τους πέρασε στη Φιλοσοφική Σχολή της Θεσσαλονίκης, είχε εγκατασταθεί στην πόλη μαζί της.
Για την κόρη του δεν μας μιλούσε σχεδόν ποτέ, ήταν φανερό ωστόσο, όποτε ερχόταν η κουβέντα, πως αποτελούσε μία από τις μεγάλες απογοητεύσεις της ζωής του. Υπερβολικά συνεσταλμένη, άχαρη, χωρίς η εμφάνισή της να το δικαιολογεί, και φοβισμένη από τον κόσμο, προτού ακόμη να τον γνωρίσει, από μικρή ακολουθούσε τη μάνα της στην εκκλησία της ενορίας, σε μοναστήρια ανά την επικράτεια και σε διάφορες φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. Η τελευταία ελπίδα που είχε απομείνει στον Γιώργο για τη μοναχοκόρη τους, η φοιτητική ζωή της Θεσσαλονίκης, χάθηκε όταν συνειδητοποίησε ότι η Ρένα, η γυναίκα του, δεν είχε καμία πρόθεση να επιστρέψει στην Αθήνα, όπως είχε εξαρχής δηλώσει ότι θα έκανε μετά τον πρώτο καιρό, αφού δηλαδή θα βοηθούσε την κόρη της να εγκατασταθεί και να τακτοποιηθεί εκεί.
«Δεν έπρεπε να την παντρευτώ αυτή τη γυναίκα», συνήθιζε να δηλώνει τις Δευτέρες και τις Τετάρτες ο Γιώργος. «Και σίγουρα δεν έπρεπε να κάνω μαζί της παιδί. Από την αρχή έδειχνε πού θα κατέληγε το πράγμα· εγώ όμως πήγα και στραβώθηκα απ’ την ομορφιά της και να τώρα.»

Τις Παρασκευές, με το ουίσκι και την προοπτική ενός ακόμη Σαββατοκύριακου μπροστά μας, όπου τίποτα πάλι δεν θα γινόταν, σπανίως μιλούσαμε. Ή κι αν μιλούσαμε, λέγαμε για ποδόσφαιρο και πολιτική, κι αυτό χωρίς κανένα πραγματικό πάθος και ενθουσιασμό. Όχι πως και τις άλλες μέρες ήμασταν ιδιαιτέρως ομιλητικοί. Μόνο ο Γιώργος διέφερε απ’ όλους μας σ’ αυτόν τον τομέα.
«Δεν ξέρω κι εγώ τι θα ‘κανα, αν δεν υπήρχαν κι οι φοιτήτριες με κείνα τα τρυφερά βυζάκια και τα μουνάκια τους», έλεγε και κοίταζε, χαμογελώντας πονηρά, προς τη μεριά τού Δημήτρη.
Ο Δημήτρης ήταν το μόνιμο θύμα των πειραγμάτων του Γιώργου. Αν και δεν αντιδρούσε πια σε αυτά, όπως κάποτε. Σοβάρευε, όμως, απότομα, σήκωνε το ποτήρι του απ’ το τραπέζι, έπινε μια μικρή γουλιά και προσηλωνόταν στο ποτό του. Ο Γιώργος επέμενε: «Χθες το απόγευμα, όταν είχε σπάσει πια η δουλειά στο μαγαζί, πέρασα μια πρωτοετή στο μέσα δωμάτιο, για να με βοηθήσει, τάχα μου, να κάνω μια δύσκολη θερμοκόλληση στις σημειώσεις της, και την κατάφερα να μου τον γλείψει μέχρι που τέλειωσα μουγκρίζοντας πάνω στην μπλούζα της – αυτό το τελευταίο δεν της άρεσε καθόλου, αύριο πάντως θα την ξαναδώ· θα είναι η σειρά μου να τη γλείψω». Ξέραμε πως μόνο τα μισά απ’ όσα μας έλεγε ήταν αλήθεια και πάλι όμως ήταν πολύ περισσότερα απ’ όσα είχαμε πετύχει οι υπόλοιποι σε αυτόν τον τομέα – ή και σε οποιονδήποτε άλλο.

Ο Θοδωρής, πριν από χρόνια, το ‘χε γλεντήσει με μια σαραντάρα που έκανε τζόκινγκ στο βουνό του, μα ποτέ άλλοτε δεν του έτυχε τίποτα παρόμοιο. Ήτανε καλοκαίρι, νωρίς το πρωί, κι εκείνη φορώντας ένα μπλουζάκι που κολλούσε πάνω της από τον ιδρώτα κι ένα ελάχιστο σορτσάκι, του ζήτησε να πιει λίγο νερό και να βρέξει το πρόσωπό της. Ο Θοδωρής φρόντισε να γίνουν με τη μάνικα μούσκεμα και οι δυο τους, να γδυθούν γελώντας και παίζοντας με τα νερά, και ν’ απλώσουν τα βρεγμένα τους πάνω στα νεαρά πευκάκια. Μέχρι να στεγνώσουν τα ρούχα έκαναν «το γαμήσι της ζωής τους», σύμφωνα με τη δική του διατύπωση, «το νερό κι ο ιδρώτας πάνω στο σώμα της είναι το ωραιότερο κοκτέιλ που έχω δοκιμάσει ποτέ μου». «Και το μοναδικό», πρόσθετε ο Γιώργος κάθε φορά που άκουγε την ίδια ιστορία. Η οποία μπορεί να θυμίζει σενάριο φτηνής πορνοταινίας, είναι ωστόσο αληθινή και, γι’ αυτό ίσως, δεν επαναλήφθηκε ποτέ.

Καμία παρόμοια ιστορία δεν έχω να διηγηθώ για τον εαυτό μου. Παντρεύτηκα πολύ νέος και ποτέ δεν επιζήτησα περιπέτειες αυτού του είδους. Τον πρώτο καιρό ήμουν πολύ ερωτευμένος για να ονειρεύομαι ξένα κορμιά και μυστικά ραντεβού· στη συνέχεια, και ως σήμερα, ήμουν ευχάριστα βολεμένος για να διακινδυνεύσω τη συζυγική μου νιρβάνα προκειμένου μόνο και μόνο να κυνηγήσω δυο διαφορετικά στήθη ή μια διαφορετική σωματική οσμή – όχι πως δεν τα ονειρεύομαι τώρα πια, ως εκεί όμως.

Παρόμοια με τη δική μου πρέπει να είναι και η περίπτωση του Δημήτρη, ο ίδιος ωστόσο ποτέ δεν μας έχει μιλήσει σχετικά. Ξέρουμε πως είναι παντρεμένος με τη Ζωή εδώ και δεκαπέντε χρόνια και πως δεν έχουν παιδιά, παρόλο που η Ζωή ήθελε να αποκτήσουν και, επειδή είναι σίγουρο πως ο Δημήτρης δεν υπήρχε περίπτωση να της φέρει αντίρρηση, υποθέτουμε πως κάποιος από τους δύο δεν μπορούσε να κάνει. Η Ζωή είναι δικηγόρος, εργάζεται, πολλές ώρες καθημερινά, μαζί με τον αδελφό της στο δικηγορικό γραφείο που κληρονόμησαν από τον πατέρα τους μόλις αυτός συνταξιοδοτήθηκε, πρόωρα προκειμένου να ελευθερώσει το πεδίο για τα δυο παιδιά του. Ευτυχώς η Ζωή βγάζει, απ’ ό,τι φαίνεται, αρκετά χρήματα ώστε να συντηρεί και τον Δημήτρη, ο οποίος εδώ και τρία χρόνια είναι άνεργος.
Δούλευε στην Εφορία αρκετά χρόνια, σε κάποιο περιφερειακό τμήμα μηχανογράφησης, μπλέχτηκε όμως, απ’ όσο ξέρουμε, ή τον έμπλεξαν σε κάποιαν απάτη και, όταν αυτή αποκαλύφθηκε, έχασε και τα λεφτά και τη δουλειά του μαζί. Χάρη στις δικηγορικές ικανότητες και γνωριμίες της Ζωής και, περισσότερο, του αδελφού της γλίτωσε τη φυλάκιση, αναγκάστηκε όμως να επιστρέψει το ποσό που είχε καταχραστεί και να παραιτηθεί από τη θέση του. Έκτοτε παραμένει άνεργος. Κάποια δίκη, που εκκρεμεί δυο χρόνια τώρα, μπορεί να του δώσει πίσω τη δουλειά του, όσο όμως η υπόθεση δεν εκδικάζεται, ο Δημήτρης παραμένει άνεργος και σιωπηλός.
Τα πρωινά μένει στο σπίτι, αφού φεύγει η Ζωή, και πίνει καφέ καπνίζοντας και βλέποντας τηλεόραση ως τις έντεκα η ώρα περίπου κάθε μέρα. Μετά όμως φοράει τα ρούχα που φορούσε πάντα στη δουλειά (πουκάμισο, γραβάτα και σακάκι), παίρνει την τσάντα του στο χέρι, άδεια, βγαίνει, ανεβαίνει στο λεωφορείο για το κέντρο και πηγαίνει στο καφενείο, όπου χρόνια τώρα συνήθιζε να περνάει μερικές ώρες κάθε Σάββατο παίζοντας σκάκι με άλλους σκακιστές του Σαββατοκύριακου – σαν τον ίδιο.
Οι γονείς του θεώρησαν το ενδιαφέρον που στα οκτώ του χρόνια έδειξε για το σκάκι ως σημάδι ιδιαίτερης κλίσης του προς την ευγενή και επικερδή, όπως φαντάζονταν, αυτή δραστηριότητα και έσπευσαν να προσλάβουν έναν δάσκαλο για να τον προπονεί. Δυο φορές την εβδομάδα επί έντεκα χρόνια και μερικές αδιάφορες ή ελάχιστα ικανοποιητικές συμμετοχές σε αγώνες απέδειξαν σε όλους τη μετριότητα της περίπτωσής του. Η υποχρεωτική αποχή από προπονήσεις και αγώνες κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας διέκοψαν οριστικά τη συστηματική του εξάσκηση στο σκάκι, δεν άρκεσαν, ωστόσο, για να εξαλείψουν από μέσα του τη συνήθεια της εβδομαδιαίας ενασχόλησης με αυτό.
Ήταν πολύ λίγα τα Σάββατα στη διάρκεια της ζωής του που δεν πέρασε την πόρτα του μισοφωτισμένου καφενείου, για να πιάσει τη συνηθισμένη του θέση και να περάσει τέσσερις-πέντε ώρες παίζοντας σκάκι και ανταλλάσσοντας ελάχιστες κουβέντες με έναν ξεπεσμένο ηθοποιό, έναν ελαιοχρωματιστή και δυο συνταξιούχους καθηγητές πανεπιστημίου – όλη κι όλη η γνωριμία τους περιοριζόταν στις ώρες που περνούσαν σκυμμένοι πάνω από τη σκακιέρα. Όλο και κάποιον από αυτούς έβρισκε και τις καθημερινές που τώρα πια οι ώρες αργίας του τον οδηγούσαν στον ίδιο αυτό προορισμό για να παίξει.
Και πάντα έβρισκε τον Θοδωρή, τον Γιώργο κι εμένα στο δικό μας συνοικιακό καφενείο όπου συναντιόμασταν, τρεις φορές την εβδομάδα, για να πιούμε την μπίρα ή το ουίσκι μας και να παρακολουθήσουμε κανέναν αγώνα στην τηλεόραση. Ποτέ δεν έλεγε πολλά σε αυτές τις συναντήσεις μας, τον τελευταίο όμως καιρό ήταν ακόμη πιο σιωπηλός απ’ ό,τι παλιότερα. Η τελευταία ίσως ουσιαστική κουβέντα που ακούσαμε απ’ το στόμα του ήταν όταν, μονολογώντας περισσότερο παρά συζητώντας μαζί μας, δήλωσε ότι σκεφτόταν να ψάξει να βρει μερικά παιδάκια που να ενδιαφέρονται για το σκάκι και να τους κάνει μαθήματα. Ο Γιώργος δεν έχασε ευκαιρία να του πει πως ήξερε αυτός κάμποσες ζουμερές φοιτήτριες που θα ήταν ό,τι πρέπει για μαθήτριες του Δημήτρη. Εκείνος δεν απάντησε, εμείς ανάψαμε τσιγάρο και δεν είπαμε τίποτα. Ο Γιώργος παράγγειλε άλλο ένα ουίσκι – Παρασκευή θα ήτανε μάλλον. Έχουν περάσει δυο μήνες από τότε.
Τις προάλλες – Δευτέρα ήτανε, τώρα είμαι σίγουρος – πίναμε μπίρες και συζητούσαμε για τους αγώνες του Σαββατοκύριακου, αφήνοντας, ως συνήθως, να μεσολαβούν ανάμεσα στις κουβέντες μας μεγάλα διαστήματα σιωπής. Η ώρα ήταν δέκα κι ο Δημήτρης δεν είχε φανεί ακόμα. Ήμασταν ήδη αρκετά πιωμένοι και χωρίς θέμα συζήτησης εδώ και αρκετή ώρα, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα· μαζί του μπήκε στο καφενείο κι ένα κύμα ψύχους που ξέραμε πως η παμπάλαια σόμπα πετρελαίου θα χρειαζόταν τουλάχιστον δέκα λεπτά για να το εξουδετερώσει. Κανείς άλλος δεν ήταν εκεί. Έκανε ένα νεύμα προς το τραπέζι που καθόμασταν, ζήτησε απ’ τον κυρ Κώστα ένα ουίσκι – στραφήκαμε όλοι παραξενεμένοι και τον κοιτάξαμε, κι ο κυρ Κώστας μαζί με μας – και κάθισε στη συνηθισμένη του θέση, ανάμεσα στον Θοδωρή και στον Γιώργο.
Το ύφος του, σκοτεινό και βαρύ, δεν σήκωνε ερωτήσεις και σχόλια. Ακόμη κι ο Γιώργος, για δυο λεπτά σχεδόν, δεν είπε τίποτα. Μετά μίλησε.
«Κόπηκες στο ξύρισμα, Δημήτρη; Ο γιακάς του πουκαμίσου σου έχει κάτι κόκκινο πάνω.»
Κοιτάξαμε όλοι το λευκό πουκάμισο. Και μετά το αξύριστο πρόσωπο.
«Μαγείρευα πριν έρθω», είπε. «Μοσχάρι κοκκινιστό. Έκοβα τις ντομάτες για τη σάλτσα όταν γύρισε η Ζωή από τη δουλειά. Την άκουσα την ώρα που έμπαινε να τραγουδάει κάποιο τραγούδι. Δεν ξέρω πώς το λένε, μα της αρέσει πολύ τον τελευταίο καιρό – την ακούω κάθε τόσο να το ψιθυρίζει. Μόλις με είδε στην κουζίνα, έκοψε απότομα το τραγούδι της, μου είπε ένα “γεια” και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Την ακολούθησα και, μπροστά στον καθρέφτη, της έμπηξα το μαχαίρι που κρατούσα στο χέρι μου στην πλάτη της. Ούτε που θα κατάλαβε τι έγινε.»
Μια μύγα ακούστηκε να πετάει – πού βρέθηκε τέτοια εποχή μύγα μες στην πόλη, αναρωτήθηκα Ο κυρ Κώστας σηκώθηκε απ’ τον πάγκο του και πήγε και κλείδωσε την πόρτα. Τράβηξε και τις κουρτίνες. Ο Δημήτρης ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι του. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Κοίταξα την ξεθυμασμένη μου μπίρα. Πώς θα ‘θελα ένα ουίσκι κι εγώ τώρα. Η μύγα πετούσε γύρω μας. Πήρε φόρα και κοπάνισε δυνατά πάνω στο τζάμι. Κανείς δεν κουνήθηκε.

*Το κείμενο "Τις Παρασκευές Πίναμε Συνήθως Ουίσκι..." είναι μια ευγενική προσφορά στο "Βακχικόν" του συγγραφέα και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Δέκατα" μέσα στο 2007.