12 Ιαν 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Το Α' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2007/12/blog-post_22.html

Ζωοδόχος Πηγή

Ακόμα κι όταν δεν την αντιλαμβάνομαι, μια ερωτική διάθεση, που έχει τη δύναμη να μετασχηματίζει ανάλογα με τις επιθυμίες μου το αστικό τοπίο γύρω μου, και τις γυναίκες ιδιαιτέρως, ακατάπαυστα και ακούραστα εργάζεται και σε κάποια βάθη του μυαλού μου ακάθεκτη μεγαλουργεί. Και παρόλο που έτσι κι αλλιώς η δημιουργική αυτή επιθυμία έρωτος σπανιότατα με εγκαταλείπει, υπάρχει ωστόσο, σε μια μικρή πλατεία της Αθήνας, όπου συνηθίζω, άεργος εγώ, να περιμένω υπομονετικά τη μικρή μου Αγαπημένη να σχολάσει από τη δουλειά της και να εμφανιστεί για να με συναντήσει, υπάρχει εκεί ένα συγκεκριμένο παγκάκι στο οποίο όποτε κάθομαι η ανεξήγητη αυτή διάθεση μεγεθύνεται και με κυριεύει σε τέτοιο βαθμό που και ο ίδιος απορώ και βλέπω άλλ’ αντί άλλων. Αν εξαιρέσουμε την ειδική μου ψυχική αντίδραση σ’ εκείνο συγκεκριμένα το ξύλινο παγκάκι της πλατείας, κάπως έτσι, καταπώς φαίνεται και καταπώς παραδέχεται και ο ίδιος, πρέπει να ήταν τα πράγματα και με τον ιδιοφυή ισπανό σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ, γεγονός που, όταν το πρωτοσυνειδητοποίησα, με γέμισε με την ιδιαίτερη εκείνη χαρά και την αστήρικτη υπερηφάνεια που μάς καταλαμβάνει κάθε φορά που αναγνωρίζουμε ένα δικό μας χαρακτηριστικό στις πράξεις ή τα λόγια κάποιου προσώπου που για άλλους λόγους ήδη θαυμάζουμε.

Από την πρώτη στιγμή που ήρθα σε επαφή με το κινηματογραφικό έργο τού Μπουνιουέλ και γνώρισα κάποια γεγονότα του βίου του, ένιωσα τέτοια συγγένεια ιδιοσυγκρασίας μαζί του, ώστε δεν δίσταζα να δηλώνω σε φίλους και γνωστούς, αστειευόμενος βέβαια (έτσι νόμιζαν), ότι ο Λουίς Μπουνιουέλ είναι φυσικός μου εκ μητρός πρόγονος. Για την κοινή μας ερωτική διάθεση λέει λοιπόν σε κάποια σελίδα της αυτοβιογραφίας του εκείνος που προηγήθηκε εμού κατά εβδομήντα ένα ολόκληρα χρόνια: Μετά βίας γνώριζα κάποιες στιγμές ηρεμίας· για παράδειγμα, δεν προλάβαινα να καθίσω σ’ ένα διαμέρισμα τρένου και αμέσως με τύλιγαν ερωτικές εικόνες. Ήταν αδύνατο να αντισταθώ σ’ αυτή την επιθυμία, να την ξεπεράσω, να την ξεχάσω. Δεν μπορούσα παρά να της υποτάσσομαι. Κι εκείνη κάθε φορά ξαναγύριζε, ακόμη πιο δυνατή. Γιατί πρόκειται πράγματι για μια επιθυμία δυνατή, καθημερινή, πιο απαιτητική ακόμη κι από την πείνα, συχνά πιο δύσκολη στο να ικανοποιηθεί. Ενδεχομένως βέβαια το διαμέρισμα ενός τρένου να αποτελεί συνήθη χώρο διέγερσης της ερωτικής επιθυμίας· έχει εξάλλου υπάρξει κατά το παρελθόν αντικείμενο σχετικής διαπραγμάτευσης τόσο από τον Milo Manara και τον Jean-Pierre Enard όσο και από πολλούς άλλους παραγωγούς κειμένων και εικόνων. Στην περίπτωσή μου ωστόσο δεν βρίσκει εφαρμογή μόνο το συγκεκριμένο παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο ισπανός κινηματογραφιστής, μα και η γενική του διάθεση, όπως ακριβώς την περιγράφει, είναι απολύτως ταιριαστή, καθημερινή και τυραννική.

Αξεχώριστη με την ερωτική διάθεση, αλλά δυστυχώς με απογοητευτικά τις περισσότερες φορές αποτελέσματα, εμφανίζεται σε μένα και η δημιουργική παρόρμηση, και έτσι βρίσκομαι συχνά στην παράδοξη μα δίχως αμφιβολία ενδιαφέρουσα θέση να συνθέτω, καθισμένος σ’ εκείνο ακριβώς το παγκάκι (αλλά και σε άλλα παρόμοια), ποιήματα και άλλου είδους κείμενα την ίδια ώρα που το βλέμμα μου δεν παύει να επισκοπεί τον περιβάλλοντα χώρο και το μυαλό μου να αναδιατάσσει τα στοιχεία και τα περιστατικά που τον συγκροτούν κατά το προσωπικό μου ερωτικό-ποιητικό δοκούν. Το αποτέλεσμα, όπως το περιέγραφα σε κάποιο ποίημα που επιτόπου είχα συνθέσει και επιτόπου είχα ξεφορτωθεί, είναι περίπου (γιατί είναι σχεδόν αδύνατος ένας επιτυχημένος συγκερασμός τόσο διαφορετικών εικόνων, σκέψεων και συνειρμών) το εξής:

Κάθομαι εδώ που κάθομαι, σ’ ένα παγκάκι ξύλινο μπροστά στη Ζωοδόχο Πηγή, και περιμένω να φανείς απ’ την απέναντι γωνία. Απ’ αυτήν ακριβώς τη γωνία έρχονται εν τω μεταξύ γυναίκες, άνδρες και αυτοκίνητα, με βιασύνη βαδίζοντας και ολότελα ανυποψίαστοι για τις ερωτικές μεταμορφώσεις που πρόκειται να τους συμβούν καθώς περνούν μπροστά από το αδηφάγο βλέμμα μου. Γιατί εγώ μ’ ένα βιβλίο στο χέρι τη μια κοιτάζω τις σελίδες του, γυρίζοντας τα φύλλα όπως τύχει, την άλλη κοιτάζω τους περαστικούς και όλα μαζί τα βλέπω άλλ’ αντί άλλων: κοιτάζω γυναίκες της Αθήνας να περνούν και βλέπω ημίγυμνες (ή και εντελώς γυμνές) με μακριά μαλλιά βγαλμένες απροσδόκητα από τους πίνακες του Ντελβώ ή του Μπαλτύς ενδεχομένως. Δεν βλέπω αυτοκίνητα και άλλα τροχοφόρα, βλέπω αμείλικτα θηλαστικά που εφορμούν ακάθεκτα και σμίγουν με κραυγές. Δεν ακούω χορτάτα περιστέρια και σπουργίτια που πεινούν, ακούω ανακραυγάσματα κι ερωτικές φωνούλες. Τα ρούχα των γυναικών γίνονται διάφανα αντικείμενα, τα στήθη τους εξαίσια λευκά, βαριά και γυμνωμένα ή, άλλες φορές, μικρά, από τον ήλιο μαυρισμένα και με γεύση λεμονιού. Πουλιά του παραδείσου, πουλιά του Προύθου και πουλιά του Αμαζονίου φεύγουν τρομαγμένα κάτω από τα φορέματα των κοριτσιών μ’ ένα σπυρί υγρό αλάτι μες στο ράμφος τους. Τα πόδια τους είναι γυμνά κι όπως βαδίζουνε αφήνουν το ξυπόλυτο αποτύπωμα στο χώμα και στις πλάκες, ενώ τα χέρια τους σηκώνουνε τα κόκκινα φορέματα να δω τα ελάχιστα βρακάκια από μέσα. Τότε πια είναι που έρχεσαι κι εσύ κι όπως φιλώ τα χείλη σου και τα ωραία μάτια, μυρίζει όλο το μέλλον μας μέλι κι υγρή μαστίχα. Εδώ όμως η ποιητική νεοπλασία έχει πια δώσει τη θέση της στην καθημερινή πραγματικότητα και συνεχίζω έτσι τη νηφάλια εξιστόρηση.

Χωρίς σε καμία περίπτωση να έχω εγκαταλείψει τη γενική αυτή διάθεση, εγχείρημα που δεν είναι και απολύτως στο χέρι μου εξάλλου, αλλά με μόνη διαφορά την αντικατάσταση τού βιβλίου, που απαραιτήτως με συνοδεύει στις καθημερινές βόλτες μου στο κέντρο ή στα προάστια, από έναν αναλυτικό χάρτη της Ελλάδας, μόλις αγορασμένο από παρακείμενο χαρτοπωλείο, είχα πιάσει από νωρίς το μεσημέρι τη συνηθισμένη θέση στο παγκάκι μου, ενώ η άνοιξη ακάθεκτη και θελκτική προχωρούσε από τα περίχωρα προς το κέντρο της πόλης και απειλούσε, ήδη ορατή, με διασάλευση τη χειμερία καθεστηκυία τάξη. Στο παγκάκι εκείνο – που σπανίως μόνο έτυχε να το μοιραστώ με κουρασμένους παρεπίδημους, βιαστικούς ούτως ή άλλως, ή με τον μοναδικό άστεγο θαμώνα, όταν κάποτε δεν ήταν άδεια η μόνιμη θέση στο δικό του παγκάκι – και με μοναδικό πρόσθετο εφόδιο ένα κουτάκι παγωμένο τσάι άπλωσα τον ανοιγμένο χάρτη πάνω στα πόδια μου κι ενώ ο αέρας πάλευε με την προαιώνια σταθερότητα της γεωγραφίας εγώ βάλθηκα να περνάω το δάχτυλό μου πάνω από πόλεις και νησιά και να συλλαβίζω, σαν αρχάριος ταξιδευτής, ένας μαθητευόμενος Μπρους Τσάτουιν ας πούμε, τα τοπωνύμια και τις χιλιομετρικές αποστάσεις, με αγωνία ψάχνοντας (ακούστε, ακούστε, αν είναι δυνατόν!, που θα ‘λεγε κι ο Εμπειρίκος) τον πλήρη εκ των προτέρων προορισμό μου!

Στο μπλε μικρό μου σημειωματάριο, που το ‘χα δίπλα μου, όπως πάντα, ανοιχτό κι ακουμπισμένο στο παγκάκι κι αυτό, έπιασα με το μολύβι μου να σημειώνω όσα ονόματα ένιωθα να αγκυλώνουν έστω λίγο την αφή, καθώς το δάχτυλο περνούσε από πάνω τους – σε αυτό το ίδιο, κατά σύμπτωση, σημειωματάριο, όπου, λίγες ημέρες νωρίτερα, υπό τον τίτλο ΧΑΡΤΗΣ ΑΜΕΡΙΜΝΟΣ ή Προσωπική Γεωγραφία είχα καταπιαστεί ανεπιτυχώς να συνθέσω όλα τα τοπωνύμια που συναντάει ο αναγνώστης στα έργα του Εμπειρίκου σε ένα ενιαίο ποιητικό κείμενο· μια αφορμή στην πραγματικότητα για να διαβάσω άλλη μια φορά ολόκληρο το έργο του αγαπημένου μου έλληνα ερωτικού υπερρεαλιστή. Γη του Πυρός, ίσως το Ανόβερον, ίσως το Μεκλεμβούργον, το Μυνχ, το Γιούγκφραου και το Άιγκερ, το Μάττερχορν και το Γοτθάρδο και όλες οι κορφές της Εγκαντίνας, στην όχθη του Τσόρναγια, από τα Ιαβλανόια κι ως την Οχοτσκική κι ακόμη Ινδίες, Σιγκαπούρη, Ποντοηράκλεια, Ιμαλάια, Γρενάδα, Εκβάτανα, Ισπαχάν και Αλταμίρα κι άλλα πολλά εξωτικά, σελίδες και σελίδες, που λίγο έλειψε να ξεχαστώ διαβάζοντάς τα.

Γύρισα φύλλο λοιπόν και άρχισα καταλογάδην και ανάκατα, για να το κάνω πιο ενδιαφέρον, να σημειώνω τα δικά μου ελληνοκεντρικά, νησιωτικά και ηπειρωτικά τοπωνύμια: Καλάβρυτα και Αίγιο. Ξυλόκαστρο, Αστακός, Νέα Κίος, Ασίνη. Λεωνίδιο, Δημητσάνα. Βυτίνα και Άρτα. Γρεβενά, Δοξάτο, Κάτω Νευροκόπι, Αστυπάλαια, Ρόδος, Κάλυμνος, Βύσσα. Ορεστιάδα, Σαμοθράκη, Κάρυστος, Καρπενήσι, Λαγανάς και Ζαχάρω. Φιγαλεία, Ειρηνούπολη, Χερσόνησος, Ηγουμενίτσα. Καλαμαριά, Πολίχνη, Μέτσοβο, Ιθώμη, Αγία Τριάδα, Κέρκυρα, Ιθάκη, Πικρολίμνη. Σιθωνία και Κερκίνη. Σάμη και Λιβαδειά. Νεάπολη, Φολέγανδρος, Σύρος, Νάξος, Γαύριο. Γύθειο, Μονεμβασιά, Μακρύς Γιαλός, Ευεργετούλα, Καλλονή, Λευκάδα, Ιωλκός, Κορώνη. Ρέθυμνο και Αμοργός. Κομοτηνή, Καρλόβασι, Εύδηλος, Ράχες, Αμφίπολη. Υπάτη, Αμύνταιο, Σφακιά. Δελφοί, Γραβιά, Καρδάμυλα, Βαθύ και Τροιζηνία.

Ο Δάντης είχε σε κάποιο έργο του παραδεχθεί πώς έγραψε κάποτε μιαν επιστολή μες στην οποία κατέγραψε εβδομήντα γυναικεία ονόματα, προκειμένου να του δοθεί με αυτό τον τρόπο η ευκαιρία να βάλει ανάμεσά τους και το όνομα της αγαπημένης του Βεατρίκης (όπως λένε επίσης ότι έγραψε ολόκληρη τη Θεία κωμωδία μόνο και μόνο για να σκηνοθετήσει στο πλαίσιό της μια συνάντησή του με την ίδια αυτή Βεατρίκη, που η αληθινή ζωή τού είχε αρνηθεί). Μπορεί τα τοπωνύμια που κατέγραψα εκείνο το μεσημέρι στο μπλε μου σημειωματάριο να μην έφθασαν τελικά τα εβδομήντα, μα, όταν άφησα πια κατά μέρος το μολύβι μου, έκλεισα τον χάρτη και βάλθηκα να τα διαβάζω, δεν έκανα κι εγώ κάτι διαφορετικό από το να προσπαθώ να εντοπίσω ανάμεσά τους, σε γεωγραφικό όμως επίπεδο, τη δικιά μου Βεατρίκη. Κάθε όνομα, που το ψιθύριζα ανάμεσα στα χείλη μου με κίνδυνο να γίνω αντιληπτός απ’ τους περαστικούς, μα αδιαφορώντας στην πραγματικότητα αν θα γίνω ή όχι αντιληπτός, έβαζε σε λειτουργία μέσα μου τον μηχανισμό των συνειρμών, που δεν παύει ποτέ έτσι κι αλλιώς, κι έφερνε ως τη μνήμη μου ονόματα και συγκυρίες αλλοτινές, εικόνες και ημερομηνίες περασμένες, μα ακόμα, καθώς φαίνεται, σε κάποιο βάθος ισχύουσες και δραστικές.

Οι Δελφοί δεν μου θύμισαν το ξακουστό μαντείο και τις άλλες αρχαιότητες ή έστω τον Άγγελο Σικελιανό και τις δελφικές εορτές του, μα ένα ανάλαφρο και φωτεινό έξι τόνων γλυπτό από πεντελικό μάρμαρο του Γεράσιμου Σκλάβου, για χάρη του οποίου και μόνο είχα ταξιδέψει ως εκεί λίγα χρόνια νωρίτερα για να το δω και να το φωτογραφίσω (des Delphes une flame a brulé mon âme). Το Ξυλόκαστρο έφερε στον νου μου τη Ζιζή, μια συμφοιτήτρια του αδελφού μου, ο πατέρας της οποίας είχε εκεί ένα ζαχαροπλαστείο που είχαμε προ αμνημονεύτων χρόνων επισκεφθεί και δοκιμάσει τα γλυκά του. Η Σαμοθράκη είναι απολύτως συνδεδεμένη στο μυαλό μου με την απελπισία που αισθάνθηκα όταν έμαθα ότι από μια παρέα πέντε νέων φαντάρων μόνον εγώ δεν είχα πάρει μετάθεση για εκεί, αλλά έπρεπε να φύγω αμέσως και μόνος για την κοσμοπολίτικη Ρόδο. Η Κέρκυρα είναι για μένα το νησί όπου είχα μεθύσει μαθητής ακόμα πίνοντας βότκα ανακατεμένη με τα κουμ-κουάτ που είχα αγοράσει για να τα πάω στους γονείς μου στην Αθήνα ως σουβενίρ από την Κέρκυρα· είναι το νησί όπου χρόνια αργότερα τριγύριζα σε στενά δρομάκια με τη μικρή Αγαπημένη μου στο πλάι κι αγόρασα από ένα μικρό βιβλιοπωλείο την ωραιότερη έκδοση ποιημάτων του Hölderlin· η Κέρκυρα είναι το νησί στο οποίο έζησε και δημιούργησε για πολλά χρόνια η Γλυκερία Μπασδέκη. Η Αμοργός μισή ανήκει στον Γκάτσο κι η άλλη μισή είναι ο τόπος καταγωγής εκείνης που ορίζει το πεπρωμένο μου. Στη Μονεμβασιά είχα βρεθεί για δυο μόνο μέρες πριν από λίγους μήνες. Στο Καρπενήσι ποτέ, στα Καλάβρυτα (όπου μια διήμερη εκδρομή είχε καταλήξει το 1990 επταήμερη λόγω αποκλεισμού όλων των δρόμων από το χιόνι) επανειλημμένως.

Οι δυνατότητες στον κόσμο είναι συναρπαστικές, σκεφτόμουνα εμφανώς ικανοποιημένος (αν κρίνω σωστά από τις ματιές των περαστικών που χαραμίζουν κάποια βλέμματα για να κοιτάξουν προς το μέρος μου) και ονειρευόμουνα ταξίδια και διαδρομές επάνω στο χαρτί μου χωρίς ωστόσο να βγάζω καμιά άκρη. Κοίταζα άλλη μια φορά τον χάρτη μου, προσπαθούσα να υπολογίσω με το μάτι και το δάχτυλο πόση περίπου θα είναι η απόσταση από τις Οινούσσες στη Χίο, από τα Σφακιά στο Ηράκλειο και πόση από την Ασίνη στην Τροία. Σήκωνα μια στιγμή το βλέμμα προς τα δεξιά, για να κοιτάξω μια μελαχρινή με ταγιέρ και, λίγο πίσω της, μιαν άλλη με κοντό μπλουζάκι, που άφηνε όλη τη μέση της και την κοιλιά της ανοιχτή στον δροσερό αέρα, να ανεβαίνουνε τα μαρμάρινα σκαλιά της εκκλησίας και να μπαίνουνε μέσα – δυο περιστέρια εκείνη την ώρα ακριβώς πέταξαν με θόρυβο από ένα ψηλό παράθυρο και χάθηκαν προς την πλατεία Συντάγματος. Δυο νεαροί ιάπωνες, ένας άντρας και μια γυναίκα, σ’ ένα παρτέρι πίσω μου έχουν ανοίξει τα ρούχα τους και καθισμένοι κατάχαμα ο ένας απέναντι στον άλλο αγγίζουν τα γυμνά τους κορμιά μιλώντας ψιθυριστά σε μια γλώσσα που δεν καταλαβαίνω. Ένα μικρό κορίτσι – μια μικροσκοπική ακροβάτις, κατά την ακλόνητη πεποίθησή μου – στέκει για μια στιγμή ακίνητη μπροστά μου και πατώντας το πόδι της στο παγκάκι που κάθομαι δένει το λυμένο κορδόνι τού παπουτσιού της· προλαβαίνω να δω (μια γρήγορη ματιά μονάχα) το λευκό της βρακάκι κάτω από τη φούστα κι ένα μικρό τατουάζ που είχε στον αριστερό της αστράγαλο – έγραφε, με μαύρα κεφαλαία γράμματα, ΙΚΑΡΙΑ.

Καθώς απομακρύνεται αριστερά προς την πλατεία Κάνιγγος, ένα κύμα δροσερού αέρα φυσάει από τα δεξιά μου· γυρίζω να κοιτάξω κι είναι εκείνη, που ποτέ δεν κουράζομαι να την περιμένω, που έρχεται.
- Ικαρία, της λέω και φιλάω τα χείλη της.
- Η Άντα μόλις γύρισε από κει, με ενημερώνει. Είναι ενθουσιασμένη. Νομίζω μάλιστα πως γνώρισε και κάποιον εκεί.
Η Άντα είναι η αγαπημένη μου εξαδέλφη· ή, για να γίνω πιο ακριβής, είναι η αγαπημένη μου εξαδέλφη της μικρής μου Λατρεμένης· ή, μάλλον, ακόμη καλύτερα, είναι η αγαπημένη μου ανεξαρτήτως βαθμού συγγενείας. Είναι αυτή που μου έγραψε σε κασέτα το Ok computer! των Radiohead και μου χάρισε ένα σωρό άλλα.
- Ικαρία, λοιπόν.
- Η Άντα όμως πήγε εκεί για πασχαλινές διακοπές· δέκα μέρες μόνο.
- Εγώ θα πάω για δέκα μήνες.
- Ικαρία, λοιπόν, ας είναι.
- Ικαρία, definitely.

(Συνεχίζεται)

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]