17 Ιαν 2008

"Ωδή στον Άρχοντα του Τρόμου και της Αγωνίας : Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ "μεταφέρει" Θέατρο και Λογοτεχνία στον Κινηματογράφο" - Ν.Ι. Πουλάκος

Το Α' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/01/blog-post_10.html

Β' Μέρος

Η Αμερικανική Περίοδος

Και ο σερ Άλφρεντ είναι στις Η.Π.Α., αρχές της πιο ταραχώδους δεκαετίας για την Ευρώπη, αλλά και τον κόσμο γενικότερα. Με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και με τις κινηματογραφικές επιτυχίες της τελευταίας πενταετίας στην Αγγλία στις αποσκευές του, ο Χίτσκοκ μεταβαίνει στο Χόλυγουντ, αντιμετωπίζοντας όμως της δυσπιστία των εκεί παραγωγών όσον αφορά τις ικανότητές του στην ανάληψη ακριβών projects. Όπως είπαμε άλλωστε, στο α’ μέρος, η αναγνώριση στο πρόσωπο του μεγάλου άγγλου σκηνοθέτη δεν είχε επέλθει ακόμα.

Πάντως το ξεκίνημα κάθε άλλο παρά κακό ήταν. Το «Rebecca» ήταν η έκπληξη του 1940 στην Αμερική, με τον σπουδαίο παραγωγό Ντέιβιντ Σέλζνικ να εμπιστεύεται την σκηνοθετική κρίση του Χίτσκοκ προσφέροντάς του τα αστέρια της εποχής Λώρενς Ολιβιέ και Τζόαν Φοντέιν. Και ο ίδιος ο Χίτσκοκ όμως εμπιστεύτηκε για δεύτερη συνεχόμενη ταινία την αγγλίδα συγγραφέα Δάφνη Ντε Μωριέ, μετά το πετυχημένο «Jamaica Inn»(1939), με την πετυχημένη ομώνυμη νουβέλα της και με την συνδρομή τριών σεναριογράφων, οδήγησε την ταινία σε δύο Όσκαρ. Την ίδια χρονιά και μετά την επιτυχία που προαναφέραμε, ο Χίτσκοκ ανέλαβε μια φιλοαμερικάνικη/ φιλοσυμμαχική ταινία, στα πρότυπα των ταινιών που έκανε στην Αγγλία τελευταία, το κατά τα άλλα αξιολογότατο «Foreign Correspondent», σε σενάριο του επί χρόνια συνεργάτη του στα βρετανικά studios αλλά και συγγραφέα Τσαρλς Μπένετ.

Την επόμενη χρονιά ο Χίτσκοκ μεταφέρει στο σινεμά μια απολαυστική ιστορία του οσκαρικού σεναριογράφου Νόρμαν Κράσνα με την Κάρολ Λόμπαρντ και τον Ρόμπερτ Μοντγκόμερυ, τη ταινία «Mr. And Mrs. Smith». Και λίγους μήνες μετά το οσκαρικό φιλμ νουάρ που άφησε εποχή «Suspicion», με την Τζόαν Φοντέιν και τον Κάρυ Γκραντ, μεταφορά της νουβέλας «Before the Fact» βρετανού συγγραφέα Άντονυ Μπέρκελευ. Στα 1942 ο Χίτσκοκ γύρισε το ικανοποιητικό «Saboteur» βασισμένο σε μια δική του ιστορία, σπάνιο φαινόμενο όπως έχουμε ξαναπεί. Ένα χρόνο αργότερα βγαίνει στις αίθουσες μια ακόμη σπουδαία ταινία του μεγάλου δασκάλου του τρόμου, το φιλμ νουάρ θριλερικών προεκτάσεων «Shadow of the Doubt», βασισμένο σε ιστορία του αμερικανού σεναριογράφου Γκόρντον ΜακΝτόνελ.

Στα 1944 με το πόλεμο στο πιο κρίσιμο σημείο του, ο Χίτσκοκ αναλώθηκε σε προπαγανδιστικές ταινίες της εποχής. Αρχικά δημιούργησε δυο ταινία μικρού μήκους, το «Bon Voyage» και το «Aventure Malgache»(στα γαλλικά), και στη συνέχεια τη μεγάλου μήκους «Lifeboat», βασισμένο σε ιστορία του σπουδαίου αμερικανού συγγραφέα Τζων Στάινμπεκ, η οποία μάλιστα προτάθηκε για 3 Όσκαρ. Με την λήξη του πολέμου, στην τελευταία πενταετία της δεκαετίας του ’40 δηλαδή, ο Χίτσκοκ στράφηκε σε πιο προσεγμένες καλλιτεχνικές παραγωγές, χωρίς βέβαια να απορρίψει τις χολυγουντιανές αποτυπώσεις στο πανί και τα σπουδαία ονόματα στο κάστ. Η αρχή έγινε με το ψυχολογικό «Spellbound», με την περίφημη σκηνή του ονείρου φροντισμένη από το ισπανό σουρρεαλιστή καλλιτέχνη Σαλβαδόρ Νταλί. Η ταινία βασίστηκε σε επιστημονικά βιβλία ψυχολογίας των Τζων Πάλμερ και Χίλαρυ Τζόρτζ Σάντερς και με πρωταγωνιστές τους Γκρέγκορυ Πεκ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν οδηγήθηκε στην κατάκτηση ενός Όσκαρ. Το μεταπολεμικό δράμα.. με ολίγη κατασκοπία και πρωταγωνιστές τους Κάρυ Γκραντ και Ίνγκριντ Μπέργκμαν «Notorious»(1946) άρεσε στο κοινό της εποχής και προτάθηκε για δύο Όσκαρ.

Από κει και πέρα η κινηματογραφική πορεία του Άλφρεντ Χίτσκοκ στις Η.Π.Α. ακολούθησε μόνιμη ανοδική πορεία για τουλάχιστον είκοσι χρόνια, με ταινίες σπουδαίες και διαχρονικές. Η απόφαση του να παραμείνει στις Πολιτείες μετά τον πόλεμο αποδείχθηκε σωστή. Στα 1947 μεταφέρει στη οθόνη το πετυχημένο βιβλίο «The Paradine Case», δικαστικό δράμα, του βρετανού συγγραφέα Ρόμπερτ Χίσκενς, με πρωταγωνιστές τον Γκρέγκορυ Πεκ και την Αν Τόντ. Ένα χρόνο αργότερα ακολούθησε η ταινία μυστηρίου «Rope», ένα θρίλερ εγκλημάτων βασισμένο σε θεατρικό του βρετανού συγγραφέα Πάτρικ Χάμιλτον, με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Στιούαρτ. Η πρώτη ταινία επιφανειακό μονπλάνο στην ιστορία του σινεμά(ο Χίτσκοκ στους πειραματισμούς του πλέον στο πανί γυρίζει θεωρητικά ένα πλάνο διότι στην πραγματικότητα κάνει απλά cut σε σημεία που να μη φαίνεται ότι τελειώνει το φιλμ που χρησιμοποιεί) και η πρώτη έγχρωμη για τον Χίτσκοκ. Παρολαυτά το δράμα εποχής «Under Capricorn» του 1949 που βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό των αμερικανών θεατρανθρώπων Τζων Κόλτον και Μάργκαρετ Λίντεν δεν ικανοποίησε ιδιαίτερα.

Η δεκαετία του ’50 μπαίνει ιδιαίτερα δυναμικά για τον Χίτσκοκ. Το θριλεράκι «Stage Fright» με την Μάρλιν Ντίτριχ και την Τζέιν Γουάιμαν βασίστηκε στο ομώνυμο μυθιστόρημα του βρετανού συγγραφέα Σέλγουιν Τζέπσον και άρεσε πολύ στο κοινό. Το μυθιστόρημα όμως της Πατρίτσια Χάισμιθ «Strangers On A Train» το 1951 σημείωσε τρομερή εισπρακτική επιτυχία, χάρη και στην σκηνοθετική μαεστρία του ίδιου του Χίτσκοκ αλλά και στο μεγάλο όνομα της αμερικανίδας συγγραφέως, στην πρώτη μεταφορά βιβλίου της στον κινηματογράφο. Με ένα χρόνο απουσίας, ο Χίτσκοκ επιστρέφει στα 1953 με το αγαπημένο αστυνομικό θρίλερ «I Confess», που βασίστηκε στο θεατρικό του Πωλ Άρθελμ. Στα 1954 όμως, το «Dial M for Murder» με πρωταγωνιστές την Γκρέις Κέλυ και τον Ρόμπερτ Κάμμινγκς, γνώρισε ανέλπιστη επιτυχία ενώ θεωρείται από τις σπουδαίες δουλειές του Χίτσκοκ. Βασίστηκε στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Φρέντερικ Κνοτ. Την ίδια χρονιά το θρίλερ μυστηρίου «Rear Window», ένα έξυπνο φιλμ που προτάθηκε για 4 Όσκαρ και πρωταγωνιστούσαν και πάλι η Γκρέις Κέλυ, αυτή τη φορά με τον Τζέιμς Στιούαρτ στο πλάι της, βασίστηκε σε ιστορία του αμερικανού συγγραφέα Κορνέλ Γουλριτς. Η συγκεκριμένη ταινία θεωρείται στις 250 καλύτερες ταινίες του αμερικάνικου κινηματογράφου.

Ο αμερικανός συγγραφές Ντέιβιντ Ντότζ στα 1955 παραχωρεί τη νουβέλα του «To Catch A Thief» στον Χίτσκοκ, προκειμένου ο τελευταίος να κάνει μια θαυμάσια ταινία με τον Κάρυ Γκραντ και την Γκρέιις Κέλυ, η οποία μάλιστα θα κερδίσει και Όσκαρ. Την ίδια χρονιά η κωμωδία μυστηρίου «The Trouble With Harry», βιβλίο του άγγλου συγγραφέα Τζακ Τρέβορ Στόρυ, θα ικανοποιήσει το κοινό του Χίτσκοκ, που σιγά-σιγά δημιουργείται. Στα 1956 πέρα από το remake της σπουδαίας αγγλικής ταινίας του «The Man Who Knew Too Much» του 1934, ο Χίτσκοκ θα μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το αξιόλογο βιβλίο, φιλμ νουάρ με δραματικές προεκτάσεις, του αμερικανού συγγραφέα Μάξουελ Άντερσον «The Wrong Man», ένα φιλμ με πανούργα πλοκή και πρωταγωνιστές τον Χένρυ Φόντα και την Βέρα Μάιλς.

Και φτάνουμε στα 1958, μετά από ένα χρόνο απουσίας, και στην περίφημη ταινία «Vertigo». Ο Χίτσκοκ, έχοντας κερδίσει ήδη την αναγνώριση που του άξιζε, χάρη στο σπουδαίο έργο των «νέο-κυματιστών» Γκοντάρ και Τρυφώ και σε όλη την ομάδα του «Cahiers du Cinema», φτιάχνει ένα υπαρξιακό θρίλερ για τη ζωή και τον θάνατο μεταφέροντας στη μεγάλη οθόνη τη παραλλαγή του μυθιστορήματος «Celle Qui N’ Etait Plus»(γνωστό και ως «Les Diaboliques» από την κινηματογραφική μεταφορά του από τον Κλουζώ το 1955) των γάλλων συγγραφέων Πιερ Μπουλώ και Τόμας Νάρτσεζακ με τίτλο «...d’ Entre Les Morts» γραμμένο από τους ίδιους τους συγγραφείς ειδικά για τον Χίτσκοκ! Πρωταγωνιστές ο Τζέιμς Στιούαρτ και η Κιμ Νόβακ, η ταινία προτάθηκε για δύο Όσκαρ, με τον Χίτσκοκ να ΠΡΕΠΕΙ να πάρει το Όσκαρ. Τι Ταινία! Όπως και ένα χρόνο αργότερα, που το απλά ονειρικό «North By Northwest» με τον Κάρυ Γκραντ και την Εύα Μαρί Σαίντ προτάθηκε για τρία Όσκαρ, με την απαράμιλλη σκηνοθεσία του σερ Άλφρεντ, βασισμένη στο σενάριο του Έρνεστ Λίμαν.

Και στα 1960 «σκάει» η εμπορικότερη και κατά πολλούς η καλύτερη ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ. Σίγουρα πάντως θεωρείται η No 1 ταινία θρίλερ. Το «Psycho», που βασίστηκε στο μυθιστόρημα του αμερικανού συγγραφέα Ρόμπερτ Μπλοκ, με τον Άντονυ Πέρκινς, τη Βέρα Μάιλς και την Τζάνετ Λι και τα 4 Όσκαρ να προτείνονται αλλά ποτέ να μην προσγειώνονται στα χέρια του Χίτς. Την επόμενη χρονιά ολοκληρώνεται και το περίφημο τηλεοπτικό σώου του «Alfred Hitchcock Presents», που ήταν στον αέρα από το 1955 μέχρι το 1961, με τον διάσημο δημιουργό να σκηνοθετεί τα 17 επεισόδια από τα συνολικά 268(στα υπόλοιπα παρουσίαζε δουλειές ανθρώπων που εκτιμούσε και επέλεγε ο ίδιος), μεταφέροντας ιστορίες διαφόρων συγγραφέων όπως Χάρολντ Σουάντον, Ρόαλντ Νταλ, Α.Ε. Μέισον κ.ά. Μάλιστα την επόμενη χρόνια ξεκίνησε το δεύτερο τηλεοπτικό σώου της καριέρας του «The Alfred Hitchcock Hour», που προβλήθηκε από το 1962 μέχρι το 1965 με 98 επεισόδια συνολικά(με δουλειές άλλων σκηνοθετών), με τις λογοτεχνικές ιστορίες να δίνουν και να παίρνουν μπροστά από τα μάτια του αμερικάνικου τηλεοπτικού κοινού.

Η δεκαετία του ’60 σηματοδοτείτε για τον Χίτσκοκ με άλλες τέσσερις ταινίες : η επιτυχία του «The Birds» ολοκληρώνει το σκηνοθετικό του οίστρο στα θρίλερ, μεταφέροντας την ομώνυμη ιστορία της αγαπημένης του φίλης βρετανίδας συγγραφέως Δάφνης Ντε Μωριέ. Το «Marnie» του 1964, βιβλίο του άγγλου συγγραφέα Ουίνστον Γκράχαμ, με πρωταγωνιστές τον Σων Κόνερυ και την Τίπι Χέντερν άρεσε πολύ! Ο Πωλ Νιούμαν και η Τζούλι Άντριους πρωταγωνίστησαν στο «Torn Curtain» του 1966, ένα θρίλερ μυστηρίου με όχι και τόσο ικανοποιητικά εμπορικά αποτελέσματα. Βασίστηκε μάλιστα στο σενάριο του βρετανού συγγραφέα Μπράιαν Μουρ. Tέλος στα 1969 ο Χίτσκοκ μετέφερε στο σινεμά το ομώνυμο βιβλίο του αμερικανού συγγραφέα Λέουν Ούρις με τίτλο «Topaz», με εμφανή τα σημάδια της καλλιτεχνικής γήρανσης.

Η δεκαετία του ’70 ήταν για τον Άλφρεντ Χίτσκοκ ο χρόνος που απολάμβανε ως κορυφαίος σκηνοθέτης της εποχής. Έτσι κι αλλιώς οι δύο τελευταίες του ταινίες, δεν ήταν παρά το επιστέγασμα μιας λαμπρής καριέρας 54 ταινιών, βασισμένων κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό στη λογοτεχνία και το θέατρο, αυτός ο άρχοντας του τρόμου που δεν τιμήθηκε όσο έπρεπε, θα είναι όμως για πάντα στις κινηματογραφικές καρδιές μας. Για την ιστορία και μόνο, στα 1972 επιστρέφει στην Αγγλία ύστερα 32 χρόνια, κάνοντας το θρίλερ «Frenzy», βασισμένο στο μυθιστόρημα του άγγλου συγγραφέα Άρθουρ Λα Μπερν. Τέσσερα χρόνια αργότερα ολοκληρώνει την καριέρα του στις Η.Π.Α. με το «Family Plot», μια κωμικοτραγική ταινία με προεκτάσεις τρόμου, που βασίστηκε στην ομώνυμη νουβέλα του βρετανού συγγραφέα Βίκτορ Κάννινγκ, κερδίζοντας τις εντυπώσεις, λίγο πριν μας αφήσει για πάντα στις 29 Απριλίου του 1980.