11 Ιαν 2008

"Propaganda No 4 : Piano Magic : Part Monster(2007)" - Tάσος Ρήτος/ Κατερίνα Δρέπα


1. The last Engineer
2. England's Always Better (As you 're Pulling Away)
3. Incurable (reprise)
4. Soldier Song
5. The King Cannot Be Found
6. Great Escape
7. Cities & Factories
8. Halfway Through
9. Saints Preserve Us
10. Part Monster.
Έβρεχε ασταμάτητα απ’ το πρωί ως το βράδυ. Κάπου σε ένα μικρό ξυλόσπιτο, στα βάθη μιας αγγλικής αποικίας, κατοικούσε κλεισμένος ο γερόλυκος ο Τζο. Τέσσερις τοίχοι, ένα πιάνο, 4 μπουκάλια ρούμι και αυτός να σιγοψήνεται πλάι στο τζάκι απ’ τη φλόγα της καρδιάς του.

Cause this is not our town
A smile and a joke
And then a line of coke
Watch the sun going down
On our rusty crown
All apologies and queues
And bright red people
With ludicrous views
And the last day of summer
Trickles down the drain

Κάπως έτσι περνούσαν οι μέρες του στη στεριά, άδειες κενές. Πάνω στην κουνιστή καρέκλα μ’ ένα μπουκάλι ρούμι τη φορά, το κάθε τελευταίο λάφυρο, ανάμνηση από εκείνες τις τζογαδόρικες στιγμές που νικούσε παίζοντας ζάρια στο γέρικο σαπιοκάραβό του. Κλείνοντας τα μάτια λοιπόν μονοδιαλογεί. . .

I feel alone in the city
I feel alone in the crowd
I try to listen to reason
But the city's too loud

I took my heart to a doctor
He took one look in my eyes
He told me hearts may be broken
But the love never dies

Κάποτε θα σου διηγηθούν όλες τις λεπτομέρειες της ζωής σου, αλλά εσύ δε θα τις γνωρίζεις, κι άλλοτε σε μια πάροδο ή σ’ ένα καφενείο βλέπεις πρόσωπα για πρώτη φορά κι όμως νιώθεις ότι έζησες πολύ καιρό μαζί τους, σε ποιαν άλλη ζωή τάχα ή στη μοναξιά του φθινοπώρου ή μες στ’ όνειρο για έναν κόσμο ωραιότερο – μην παραξενευόσαστε λοιπόν που έμεινα τόσο νέος: εγώ δεν είχα ιστορία, όπως και τα πιο ωραία λόγια που τα βρίσκουμε όταν δεν είναι πλέον αργά κι αυτές οι πορφυρές ανταύγειες του δειλινού στο βάθος σαν τις πυρκαγιές σε μια παλιά χαμένη εξέγερση, τι έγινε; κανείς δεν επέζησε να μαρτυρήσει – δίκαιη ώρα του λυκόφωτος, όταν πλανιόμαστε σε προκυμαίες ή ουρανούς, ώρα που σταματάμε άξαφνα στη σκάλα και κοιτάζουμε το αινιγματικό παρελθόν, ενώ από κάπου ακούγεται μια μελωδία παιδική ξεχασμένη σαν ένας άγγελος που έχασε το δρόμο του – ζούμε σ’ ένα ανεξιχνίαστο όνειρο απ’ όπου δε θα βγούμε παρά για ν’ αγκαλιάσουμε, σαν μόνη εξήγηση τη σιωπή. . .

(«Λυκόφως», Τάσος Λειβαδίτης)

Κι η σιωπή ανάβλυζε από το πουθενά και γινόταν η πιο στενή του παρέα. Η ζωή του στην αποικία, που άλλοτε φάνταζε όνειρο γεμάτο με τους πιο διακαείς του πόθους έτοιμος να τους γευτεί, τώρα τον αδειάζει.

I know your story
I looked into your eyes
And everything had died
Time was
You glistened
You had a lot to say
But you threw it all away

And now your silence is just an excuse
And I’m embarrassed by the lies you produce
You start to crack up when you're faced with the truth
You start to crack up when you're faced with the truth

Ακροβατώ πάνω στη σιωπή σου Τζο!
Ακροβατώ πάνω στα μάτια σου Άλις!
Ακροβατώ πάνω στα στήθη σου, καθώς μου φανερώνεις το κατάλευκο σαν σύννεφο σώμα σου. Άλις τα χείλη σου, κατακόκκινα, ζωγραφίζουν το κατάλευκο σαν σύννεφο σώμα σου. Άλις τα κατακόκκινα χείλη σου, μου θυμίζουν το ηλιοβασίλεμα που αντίκριζα στην πλώρη καθώς απομακρυνόμουν από σένα.
Άλις η σιωπή μου σε αγγίζει;
Άλις η αλήθεια μου σε εμπνέει;
Άλις η πόλη μου πόσο μακριά σε άφησε;
Άλις είμαι μόνος μου στο μικρό αρχοντικό μου!
Άλις δεν φαντάζεσαι πόσο πολύ μου λείπεις!

I produce too much of something
Not enough of something else
But the doctors cannot help me
With the puzzle of my health

And I’m tired of easy music
And I’m tired of pretty girls
And I’m tired of being tired
And I’m tired of being hurt

I am the soldier at the back
Who is burdened by his books
Though I stare into the mirror
It does not tell me how I look

So I’m shaving in the darkness
And I’m turning in my sleep
And I’m turning like a monster
With a dead man in his teeth

Ζήτησε απ’ το Θεό να το λυπηθεί, εκεί στην κουνιστή καρέκλα του πλάι στο τζάκι. Μα ο Θεός ανύπαρκτος, δεν του αποκρίθηκε. Έκλεισε τα μάτια του, έγειρε το κεφάλι του και αποκοιμήθηκε. Ακόμα μια φορά δεν κατάφερε να ανατρέψει εκείνη την βροχερή πρωινή μέρα, που στα μέσα της ίσως προσδοκούσε την αλλαγή. . .

Οι νύχτες του χειμώνα μεγαλώνουν κλέβοντας τις έγνοιες της μέρας
ο ποιητής χάνεται για μία λέξη, οι εραστές για μια απάντηση οι αιχμάλωτοι απελευθερώνονται μ’ ένα μονάχα πυροβολισμό
το ουράνιο τόξο είναι η παράξενη αλληλογραφία ανάμεσα σε δύο καταφρονημένους.
(«Παρερμηνείες», Τάσος Λειβαδίτης)

Η ιστορία πάνω κάτω θα επαναλαμβάνεται, μέχρι η σιωπή να σβήσει. Το πιάνο στη γωνία της κάμαρας θα παίζει πάντα εκείνη την πρόστυχη μελωδία που σφύριζες εκείνο το βροχερό πρωινό. Η φλόγα στο τζάκι θα σβήσει μαζί με τη σιωπή, όταν πάλι αποκοιμηθείς πλάι της. Το καράβι που ονειρευόσουν χθες το βράδυ θα ξεκινήσει και πάλι το ταξίδι του. Το μπουκάλι που κέρδιζες κάθε φορά αύριο θα είναι πάλι γεμάτο.