16 Φεβ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Το Α', Β', Γ', Δ', Ε' και ΣΤ' μέρος εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_09.html

Στη Θάλασσα

Οι Πρώτες Ώρες, οι Πρώτες Μέρες

Χρειάστηκε να περάσουν δεκαπέντε μήνες και πολύ νερό να κυλήσει στο μεταξύ προτού καταπιαστώ επιτέλους αυτή την ώρα να καταγράψω τα πρώτα βήματά μου σ’ εκείνο το νησί που επρόκειτο να με φιλοξενήσει για δέκα ολόκληρους μήνες. Κι αν αποφάσισα να το κάνω πια είναι γιατί σήμερα το βλέμμα μου έπεσε κατά τύχη επάνω στον χοντρό πράσινο τόμο, που περιέχει το Plexus του Henry Miller και το οποίο ήταν ένα από τα τρία βιβλία που είχα στο μικρό μου, πράσινο επίσης, σακίδιο, όταν ξεκίνησα, αρχές του Σεπτέμβρη, για τούτο το ταξίδι, του οποίου πρώτος σταθμός – για μένα – ήταν η Σάμος και τελικός προορισμός, λίγες ώρες αργότερα, η Ικαρία. Δεν ήταν όμως απλά η ανάμνηση που, όταν είδα το βιβλίο, ξύπνησε μέσα μου και μ’ έκανε να καθίσω μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή και να αρχίσω, χτυπώντας τα πλήκτρα συλλογισμένος, να τραβάω από τη λήθη τις πρώτες μέρες μου στην Ικαρία. Έτσι κι αλλιώς, παλαιά μου προσωπική συνήθεια οδηγεί τα βήματά μου και το βλέμμα μου εκατό φορές κάθε μέρα μπροστά στα ράφια της βιβλιοθήκης μου κι είχε τύχει συχνά πυκνά να πέσει το μάτι μου εκεί που βρίσκονται το ένα δίπλα στο άλλο όλα τα βιβλία του Μίλερ που έχω στην κατοχή μου, αυτή τη φορά όμως έπιασα το Plexus στα χέρια μου και διάβασα το σημείωμα που υπάρχει στο οπισθόφυλλο και στάθηκε αυτό ικανή αφορμή, για να το φέρω ως το γραφείο μου και να ξεκινήσω το γράψιμο.

Το Plexus, ας το υπενθυμίσω σε αυτό το σημείο, για να μη χρειαστεί να το κάνει μόνος του ο αναγνώστης, αποτελεί το δεύτερο μέρος μιας τριλογίας του Χένρι Μίλερ, της Ρόδινης Σταύρωσης, η οποία πραγματεύεται, σύμφωνα με τον συντάκτη του οπισθοσημειώματος, την πορεία του ήρωα-αφηγητή προς την κατάκτηση της συγγραφικής τέχνης και της πνευματικής ολοκλήρωσης μέσα από την αυτογνωσία. Θα το έλεγα ίσως κάπως διαφορετικά (δεν αποκλείεται εξάλλου να το κάνω παρακάτω ή κάπου αλλού), αλλά η παραμονή μου στην Ικαρία για ένα σχεδόν χρόνο εξελίχθηκε τελικά για μένα σε μια παρόμοια πορεία με άγνωστη όμως ακόμα την κατάληξη – ίσως να είναι κανόνας ότι οι τέτοιες διαδρομές ολοκληρώνονται πάντοτε στα πλαίσια τριλογιών. Και με δυσκολία η Ικαρία θα αποτελούσε από μόνη της μια προσωπική μου τριλογία· θα της έδινα μάλλον τη δεύτερη θέση σε μια υποτιθέμενη τριμερή σύνθεσή μου με ανάλογο περιεχόμενο, όπως έκανε εξάλλου και ο ίδιος ο Χένρι Μίλερ για το έργο του που κρατούσα στα χέρια μου και διάβαζα τον περασμένο Σεπτέμβριο ευρισκόμενος στο κατάστρωμα του επιβατηγού – οχηματαγωγού πλοίου, το οποίο με αφετηρία τον Πειραιά και ενδιάμεσες στάσεις τη Σύρο, την Τήνο, τη Μύκονο και την Ικαρία θα με έφερνε στη Σάμο και πίσω, μετά από λίγες ώρες, ξανά στην Ικαρία.

Η επιλογή του βιβλίου που θα έχω μαζί μου, όταν, για λίγες μέρες ή και για λίγες ώρες μόνο, απομακρύνομαι από το σπίτι μου δεν είναι για μένα καθόλου απλή μα και καθόλου δυσάρεστη εργασία. Περπατάω κατά μήκος των ραφιών της βιβλιοθήκης μου, περνάω από το ένα φορτωμένο με βιβλία έπιπλο στο άλλο, διατρέχω σαν να λέμε το σύμπαν (που άλλοι το λένε Η Βιβλιοθήκη) και προσπαθώ να προβλέψω ποιες θα είναι οι συνθήκες και ποια θα είναι η διάθεσή μου κατά τη διάρκεια της απουσίας μου, ώστε να επιλέξω και τον καταλληλότερο για αυτές έντυπο συνοδό, που πολύ σπάνια είναι μόνο ένας τόμος, αφού πολύ σπάνια επίσης μπορώ να είμαι σχετικά βέβαιος για το άμεσο μέλλον. Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση κατά την οποία είμαι τελείως προσηλωμένος στο βιβλίο που ήδη διαβάζω, οπότε δεν υπάρχει πιθανότητα να το εγκαταλείψω για κάποιο άλλο (την εποχή, ας πούμε, που διάβαζα τη βιογραφία του Μαρξ από τον Φράνσις Γουίν, δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσω από τα χέρια μου προτού την τελειώσω, εκτός και αν ήταν για να ξαναδιαβάσω την ανάλογη του Isaiah Berlin, όπως και έγινε εξάλλου λίγο αργότερα).

Είχα ήδη τοποθετήσει στον σάκο μου τον Ναό του κόσμου του Γιάννη Υφαντή (που είχα αποκτήσει στις είκοσι εννέα του Μαΐου εκείνης της χρονιάς και τον είχα ακόμη αδιάβαστο) και Το κρυφό σχολειό (χρονικό ενός μύθου) του Άλκη Αγγέλου και σκεφτόμουνα, λίγες μέρες πριν αναχωρήσω, ποιο θα είναι το μυθιστόρημα που θα με συνόδευε αυτές τις λίγες πρώτες μέρες μου στο νησί, γιατί η προοπτική ήταν να μείνω εκεί για καμιά εβδομάδα, να βρω σπίτι και το πρώτο σαββατοκύριακο να ταξιδέψω πίσω στην Αθήνα για να επιστρέψω πάλι στην Ικαρία με όλα μου τα πράγματα. Αφού έπιασα λοιπόν και άφησα πάλι στη θέση τους ένα σωρό αδιάβαστα ή διαβασμένα βιβλία από τη βιβλιοθήκη μου, χωρίς κάποιο από αυτά να βρεθεί το κατάλληλο, τη μέρα ακριβώς της αναχώρησής μου μπήκα τελικά σ’ ένα βιβλιοπωλείο και αγόρασα το Plexus του Χένρι Μίλερ, επιλογή που, ευτυχώς, δεν με απογοήτευσε καθόλου. Και μόνο οι τελευταίες σειρές της δέκατης σελίδας θα αρκούσαν για να με κάνουν να το αποκτήσω αμέσως με οποιοδήποτε τρόπο: Κείνον τον καιρό, παρόλα μου τα πρώτα μικροβάσανα, τα κατάφερνα κάπως. Ένα βράδυ ο Ούλριχ έφερε τον μεγάλο χάρτη του Παρισιού (τον χάρτη του Μετρό) και πέσαμε όλοι στα χέρια και στα γόνατα και αρχίσαμε να χαζεύουμε: επισκεφτήκαμε σχολεία, βιβλιοθήκες, μουσεία, μητροπόλεις, ανθοπωλεία, σφαγεία, νεκροταφεία, μπορντέλα, σταθμούς, καφέ σαντάν, καταστήματα, τα πάντα. Την επομένη ήμουνα τόσο γεμάτος από Ευρώπη που δεν μπορούσα να πάω στη δουλειά. Πάντα το ‘χα συνήθεια να δίνω άδεια στον εαυτό μου όταν μου γουστάριζε και τούτο το κλεφτό σκασιαρχείο ήταν πάντα το καλύτερο. Σηκωνόμουνα αργά, τεμπέλιαζα με τις πιτζάμες μου, έβαζα δίσκους, ξεφύλλιζα βιβλία, έκανα μια βόλτα στην προκυμαία και ύστερα από ένα ωραίο φαΐ πήγαινα σε μια απογευματινή παράσταση στο βαριετέ.

Εννοείται πως δεν άγγιξα καθόλου τα άλλα δύο βιβλία μου· ο Χένρι Μίλερ, η ανοιχτή θάλασσα κι ο δυνατός αέρας, ο ήλιος που έδυσε και πάλι ανέτειλε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού κι οι τελευταίοι τουρίστες του καλοκαιριού ήταν ερεθίσματα ικανά, μαζί με τις σκέψεις μου για τους μήνες που θα ακολουθούσαν, για να με συντροφέψουν μια χαρά εκείνες τις δώδεκα ώρες κι ακόμη περισσότερες αν ήταν ανάγκη. Διαφορετικά ήταν τα πράγματα από τη Σάμο και μετά, αυτές τις τρεις ώρες που χρειάστηκε το πλοίο για να μας φέρει πάλι στην Ικαρία, γιατί εν τω μεταξύ είχε μεσολαβήσει η γνωριμία μου με τη Σύλια κι ο Χένρι Μίλερ νομίζω δεν θα είχε καμία αντίρρηση να βάλω το Πλέγμα του στον σάκο μου και να περάσω τις υπόλοιπες ώρες μου μαζί της, όπως δεν είχαν καμία αντίρρηση και οι τελευταίοι τουρίστες του καλοκαιριού, που επέστρεφαν στον Πειραιά, η θάλασσα και ο ήλιος, που δεν έδειξαν καθόλου να επηρεάζονται από τη συμπεριφορά μου.

Το μεσημέρι, αφού είχαμε πια ξεμπερδέψει από τους οχληρούς περισπασμούς της γραφειοκρατικής κοινωνίας, ήμασταν ελεύθεροι και ως το απόγευμα απερίσπαστοι να δούμε το νησί του Πυθαγόρα ή να κολυμπήσουμε στη θάλασσα του μεσημεριού. Ήταν η ώρα δηλαδή που με τη Σύλια καθίσαμε μόνοι μας στο πλησιέστερο ταβερνάκι και φάγαμε πίνοντας κάνα δυο παγωμένες μπίρες (λίγους μήνες αργότερα στην Ικαρία θα γνώριζα και τον Σταύρο, ο οποίος δεν μπορούσε ούτε καν να διανοηθεί ότι θα έπινε μπίρα που δεν θα ήταν ζεστή), δεν καπνίσαμε λόγω έλλειψης τσιγάρων και μείναμε, ως το απόγευμα σχεδόν, ευφρόσυνα κουβεντιάζοντας, δυο άγνωστοι που μόλις γνωριστήκαμε. Στο μεταξύ η ζέστη δυνάμωνε κι η Σύλια άλλαξε μπλούζα αφήνοντας τα μαλλιά της, μελαχρινά και μακριά, να πέφτουνε και να μισοσκεπάζουνε τον λαιμό της και τους γυμνούς της ώμους κι εγώ την κοίταζα ψιθυρίζοντας τους στίχους του Αρχίλοχου που κάποτε είχα καταπιαστεί να τους μεταφράσω ως εξής: χαιρότανε μ’ ένα κλαδάκι από μυρτιά / και μ’ ένα ανθάκι όμορφο τριανταφυλλιάς στο χέρι / και τα μαλλιά της σκέπαζαν / τους ώμους και την πλάτη. Στο καράβι αργότερα της μίλησα για τον Εμπειρίκο, για τους U2 και για την Propaganda και αυτή μου έλεγε για την παιδική της ηλικία και τις Χίλιες και μια νύχτες

- Ω ωραία και γλυκιά Σαχραζάτ! τι γοητευτικές που είναι οι ιστορίες σου!
- Και τι είναι αυτές μπροστά σε τόσες άλλες που έχω να σου πω, αν ευδοκήσεις να κλίνεις σε μένα την καρδιά σου.

Μου έδειχνε με το δάχτυλο, πρώτη φορά καθώς προσεγγίζαμε, τις ακτές της Ικαρίας – εγώ κοίταζα το ασημένιο δαχτυλίδι που φορούσε στον αντίχειρα κι ανέπνεα βαθιά το δροσερό αεράκι.

Το ίδιο αεράκι που αργά το ίδιο βράδυ αναπνέαμε πίνοντας τα ουζάκια μας εκεί που έσκαγε απαλά το κύμα και συνεχίσαμε τη γλυκιά κουβέντα, με την Έρη εν τω μεταξύ να έχει προστεθεί στην παρέα μας. Κι αργότερα εξαντλημένος στο ξενοδοχείο άνοιξα ξαπλωμένος στο κρεβάτι το βιβλίο μου, διάβασα δυο – τρεις μόνο σελίδες και αποκοιμήθηκα. Μπορεί κανένας να μεθύσει με τις σκέψεις ενός άλλου ανθρώπινου πλάσματος, τόσο που να φοβάται μην εκραγεί και μην ξεχειλίσει. Όλοι, φαντάζομαι, είχανε κάποτε μια τέτοια εμπειρία. Αυτό το «άλλο πλάσμα», θυμίζω, είναι ένα είδος «άλλου εγώ» - ένα alter ego. Δεν είναι απλώς θέμα ταύτισης με μια συγγενική ψυχή, είναι ένα αιφνίδιο συναπάντημα, κατάφατσα, με τον ίδιο σου τον εαυτό! Τι θεσπέσια στιγμή! Κι αυτές ήταν οι πρώτες ώρες μου στην Ικαρία, νύχτα να πίνω το ουζάκι μου μπροστά στη θάλασσα και να φτάνει ως την ακοή μου η φωνή της Σύλιας με τον ήχο από το κύμα ενωμένη.

Οι επόμενες μέρες κύλησαν διαφορετικά, χωρίς ωστόσο καμία από αυτές να αρθεί πραγματικά στο ύψος των περιστάσεων και να λάβει τις μυθικές διαστάσεις, στις οποίες το μυαλό μου, πάντα επιρρεπές σε αυτή τη λειτουργία, τείνει να προσαρμόζει την επικαιρότητα. Ενδεχομένως ο αντίκτυπος της παρουσίας τής Σύλιας κατά τις πρώτες ώρες μου στο ανατολικό Αιγαίο και η πρόσκαιρη εξαφάνισή της στα ενδότερα της νήσου τις επόμενες λίγες ημέρες συνετέλεσαν ώστε αυτές να παρουσιάζονται στη συνείδησή μου με μειωμένη τη σημασία τους. Κανά δυο φορές μόνο με την Έρη οδηγήσαμε τα βήματά μας ως τη θάλασσα για μπάνιο και επιχειρήσαμε αναγνωριστικές διαδρομές και άλλες συναφείς δραστηριότητες στα βόρεια και δυτικά του νησιού, με πενιχρά όμως αποτελέσματα. Εκείνες τις μέρες, αφού πια είχα εγκατασταθεί στο μικρό βεραντάκι του νέου μου σπιτιού, κυρίως κοίταζα τη θάλασσα πίνοντας απανωτούς καφέδες ως πέρα στον ορίζοντα ή λίγο αριστερότερα μέχρι τη μακρινή Χίο και την Τουρκία. Κοίταζα το νερό της θάλασσας ώσπου, στο τέλος, γινόταν πρόσωπο που μου ‘μοιαζε και έφεγγε απ’ όλη την περασμένη μου ζωή (γιατί ακόμη κι αν δεν έχω πάντοτε τα βιβλία του μαζί μου, έχω δια παν ενδεχόμενο στη μνήμη μου τον Ελύτη ολόκληρο).

Είχα ωστόσο μέσα στον σάκο μου τα ποιήματα του Υφαντή και, όπως ήταν αναμενόμενο, αφού έφτιαξα έναν ακόμη παγωμένο καφέ, δεν άργησα να τα ανοίξω και αυτά για να διαβάσω σε μία τους σελίδα λίγες γραμμές από τη συνήθη κατάσταση της ύπαρξής μου: Τηλεφωνώ στους φίλους· όλοι εργάζονται. / Σ’ αυτό τον κόσμο ρε γαμώ το δηλαδή / μόνο εγώ κι ο ήλιος τεμπελιάζουμε; Η αλήθεια, βέβαια, στην περίπτωσή μου δεν είναι εντελώς αυτή· γιατί ξέρω εγώ τους φίλους εκείνους που έχουν την εργασία για εξαίρεση και έσπευσα μάλιστα από τις πρώτες μου στην Ικαρία στιγμές να επικοινωνήσω μαζί τους, μα είναι πάντα όμορφη η στιγμή όταν συναντάς άλλον έναν συνοδοιπόρο στις ώρες της αργίας. Ήταν πάντως λίγες σελίδες παρακάτω που βρήκα εκείνο το ποίημα που μ’ έκανε να κλείσω το βιβλίο μου και να μεταφερθώ στο τραπέζι για να προσθέσω δυο – τρεις σελίδες ακόμη στο μεγάλο βιβλίο της αλληλογραφίας, που από το μυθικό 1989 επιμελώς τηρούμε με τη Μαρία, και στο οποίο, φυσικά, περιέλαβα και τους στίχους του Υφαντή που σπεύδω να αντιγράψω και σε αυτό το σημείο – γιατί αυτοί ακριβώς ήταν που θέλησα εκείνη την ώρα να μοιραστώ μαζί της, όπως χρόνια τώρα συνηθίζω να κάνω.

Μεσάνυχτα και κάτι το ‘σκασε κρυφά από το σπίτι της·
σιγοπατώντας βγήκε απ’ την αυλή της·
αυτή μαθήτρια στα δεκάξι της
κι εγώ φυγάς θεόθεν και αλήτης.
Στης εξαδέρφης την κουζίνα φκιάχναμε καφέ
κ’ είπα εγώ
«πλάκα δεν έχουμε;»
κ’ είπε αυτή
«αγάπη έχουμε».
Κ’ ύστερα εγώ καθώς χυνόμουν μέσα στο μουνάκι της την είπα «Παναγιά μου»
κ’ είπε αυτή «Πρώτη φορά που με φωνάζουν στ’ όνομά μου».

Πήρε να βραδιάζει το απόγευμα και βγήκα να αγοράσω γραμματόσημα· είδα το πλοίο να αφήνει το λιμάνι, είδα τα φώτα να ανάβουνε στους δρόμους, είδα ανθρώπους να βαδίζουνε παρέα και περιπλανήθηκα ακόμα· είδα τις πέτρες και τους αχινούς, όπως διακρίνονται επάνω από τον μόλο, είδα τραπέζια πλάι στη θάλασσα να γεμίζουνε με τσίπουρα και ούζα (κι αμέσως να αδειάζουνε, για να γεμίσουνε ξανά), είδα αυτοκίνητα να φεύγουνε για άγνωστες διαδρομές και περιπλανήθηκα ακόμη λίγο, ώσπου συνάντησα τη Βούλα, την αδελφή της Σύλιας, στο ξενοδοχείο να διαβάζει Ρουσσώ κι έμεινα να συζητήσω λίγο μαζί της, προτού πάρω καπνίζοντας τον ανήφορο για τη βεράντα και τον έναστρο ουρανό της, του οποίου από προχθές είχα βαλθεί να μετρήσω τα αστέρια (και πέρασαν πολλοί νυχτερινοί μήνες σ’ αυτή τη βεράντα, ώσπου τελικά να παραδεχθώ το αδύνατον του εγχειρήματος και το ευφρόσυνον της προσπάθειας).

Λίγες ημέρες ακόμη πέρασαν έτσι. Είχα τη θάλασσα, είχα τον νυχτερινό ουρανό, είχα ανηφόρες και κατηφόρες για τα βήματά μου (ίσιο δρόμο δεν βρήκα πουθενά σε τούτο το νησί, εκτός κι αν ήταν δίπλα στη θάλασσα), είχα το μικρό μου καφέ σημειωματάριο και τις ονειροπολήσεις μου, είχα την ησυχία μου. Μα δεν είχα μουσική ν’ ακούω, δεν είχα το ξύλινο αγαλματίδιο του Δον Κιχώτη που είχα αγοράσει ένα καλοκαίρι στη Βαρκελώνη και δεκαπέντε χρόνια τώρα βρίσκεται μονίμως στο γραφείο μου, όπως και ένας μικροσκοπικός σοφός της Άπω Ανατολής που κρατάει στα χέρια του ένα μεγάλο ψάρι και τον είχα αποκτήσει κάποιο μεσημέρι που έβρεχε στο Μαρούσι, στον σταθμό του τρένου, όπου είχαμε καταφύγει περιμένοντας να περάσει η μπόρα, δεν είχα το κουτί με τα γράμματα της Μαρίας, δεν είχα μαζί μου ένα βιβλίο για το οποίο να μπορώ να μιλήσω, όπως έκανε ο Henry Miller για το Λυκόφως της Δύσεως, κι ας διάβαζα το δικό του υπό παρόμοιες περιστάσεις: Έτυχε βέβαια ν’ αρχίσω να διαβάζω το βιβλίο αυτό τις μοναχικές νύχτες που με είχαν τυλίξει. Κάθε βράδυ μετά το φαΐ γυρίζω στο δωμάτιό μου, βολεύομαι όσο μπορώ καλύτερα και χώνομαι με τα μούτρα σ’ αυτόν τον τεράστιο τόμο μέσα στον οποίο ξετυλίγεται το πανόραμα του ανθρώπινου πεπρωμένου. Έχω πλήρη συναίσθηση του γεγονότος πως η ανάγνωση αυτού του μεγάλου έργου αντιπροσωπεύει άλλο ένα μνημειώδες κομμάτι της ζωής μου. Δεν είχα την Ιλιάδα, το Cain’s book ή τα Αξιώματα του La Rochefoucauld (από τα οποία ωστόσο θυμόμουνα πως είναι πιο απαραίτητο ανθρώπους να μελετούμε παρά βιβλία), δεν είχα όσους αγαπώ και δεν είχα ακόμη αγαπήσει κανέναν εδώ, δεν είχα, κυρίως, εκείνη που δεν κουράζομαι ποτέ να αγαπώ και δεν θα την είχα δίπλα μου τους επόμενους μήνες παρά ελάχιστα.

Που όμως επρόκειτο πολύ γρήγορα να έρθει στην Ικαρία, αλλά για τρεις – τέσσερις μόνο ημέρες, φέρνοντας μαζί της και το αυτοκίνητο φορτωμένο ως επάνω με πράγματα (ρούχα, βιβλία, τον υπολογιστή και δυο μπουκάλια Gordon’s gin) κι έτσι δεν ήτανε να φύγω από το νησί προτού περάσουνε ακόμα τρεις εβδομάδες. Μα όταν φτάνει η αφήγηση στη μικρή μου Αγαπημένη, δεν γνωρίζει παρά να μετατρέπεται σε ποίημα, όπως γίνεται πάντα, όπως έγινε και τότε με Το αχ που βγάνει η αγάπη. Επειδή όμως δεν γράφω σήμερα τη Νέα Ζωή τού Δάντη και δεν χωράνε άλλα ποιήματα σε τούτη τη σελίδα, αφήνω για άλλη περίσταση πιο ευνοϊκή τους υπόλοιπους στίχους κι αντιγράφω εδώ μόνο δύο, ασύνδετους μεταξύ τους εξάλλου (ή μήπως όχι;):

Για τα χαράματα και τ’ απογεύματα που μ’ έβρισκαν σιμά της
Αχ, πώς ζαλίστηκα κι ακόμη, αχ, πώς πίνω.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]