26 Φεβ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : VΙΙ. Δημήτρης Μητρόπουλος, ο Δημιουργός, ο Αναδημιουργός, ο Δάσκαλος" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

«Στο ξόδεμα του χρόνου και του εαυτού μου δεν βάζω όριο», έλεγε ο μεγάλος μαέστρος, ο Δημήτρης Μητρόπουλος. «Φθάνω σιγά σιγά στην κατανόηση του έργου χωρίς να εκβιάζω το αποτέλεσμα. Αρχίζω τη δουλειά με μια άγνωστη παρτιτούρα, διαλύοντάς την κυριολεκτικά σε μικρά μικρά κομματάκια, όπως θα έκανα με το μηχανισμό ενός ρολογιού... Μετά τη συναρμολογώ ξανά. Τότε ξέρω πια πώς είναι φτιαγμένη... Το μυστικό μου είναι η πλήρης αφομοίωση της παρτιτούρας». Το ταλέντο του ήταν εκρηκτικό, αλλά η βαθιά μελέτη, η εξονυχιστική ανάλυση, η επίμονη μεθοδικότητα, έκαναν τον Μητρόπουλο έναν από τους σημαντικότερους αρχιμουσικούς του αιώνα που αφήσαμε πίσω μας. Και τα λόγια του αυτά είναι μια καλή απάντηση σε όσους θέλησαν να τον μεμφθούν για «μηχανική» ακαμψία ή απλώς τον θεώρησαν προικισμένο με «φωτογραφική» μνήμη.

Δεν ήταν κάποιες εκκωφαντικές καινοτομίες, δεν ήταν κάποιο καλπάζον πνεύμα ριζικών ανανεώσεων, δεν ήταν η ρήξη με το πνεύμα των καιρών του, όχι, αυτό που πρωτίστως και πάνω απ' όλα χαρακτήριζε τον αείμνηστο Δημήτρη Μητρόπουλο, αυτό που πρωτίστως και πάνω απ' όλα του προσφέρει μια μεγάλη σελίδα στο Βιβλίο της Ανησυχίας του εικοστού αιώνα, είναι η προσήλωση στο έργο του και η ακρίβεια. Το έργο του ήταν, μονολεκτικά, η μουσική. Η αγάπη για τη μουσική τον οδήγησε στην περιπέτεια της δημιουργίας, της αναδημιουργίας και της διδασκαλίας. Το να λειτουργήσει σαν γέφυρα ανάμεσα στο δημιουργό και στο κοινό ήταν γι' αυτόν ένα είδος ηθικού σκοπού.

Ο Μητρόπουλος ήταν ένας ιεραπόστολος της μουσικής, όπως μας λέει ο Teodoro Celli. Δεν ήταν άνθρωπος της επίδειξης. Δόθηκε στη μουσική «όπως κάποιος άλλος αφιερώνεται στο μοναστικό βίο». Συνέθεσε, διηύθυνε, δίδαξε. Συνάμα, φρόντισε να κάνει γνωστά σε ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό τα πρωτοποριακά έργα της ατονικής μουσικής που άλλοι μαέστροι δίσταζαν να παρουσιάσουν. Ο Αρνολντ Σένμπεργκ πιστοποίησε με ευγνωμοσύνη ότι ο Μητρόπουλος ήταν από τους λίγους που διήυθυνε δωδεκάφθογγη μουσική στα χρόνια της δεκαετίας του 1940. Και ακόμη, ξέρουμε σήμερα σε ποιον οφείλεται η ανανέωση του ενδιαφέροντος για το έργο του μεγάλου Γκούσταβ Μάλερ.

Ο Δημήτρης Μητρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου του 1896. Καταγόταν από ένα μικρό ορεινό χωριό της Αρκαδίας, τα Τρεσταινά. Εκανε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Β' Βαρβάκειο, δείχνοντας από νεαρότατη ηλικία έντονο ενδιαφέρον και κλίση για τη μουσική. Για όλα τα άλλα μάλλον αδιαφορούσε. Θα κάνει μαθήματα πιάνου από το 1910, ενώ δύο χρόνια αργότερα ένα ταξίδι στη Ρώμη θα αποτελέσει την εκκίνηση για την αφοσίωση στη μουσική. Την ευκαιρία την έδωσε ο Βέλγος συνθέτης, μαέστρος και βιολονίστας Αρμάν Μαρσίκ, δάσκαλος του Μητρόπουλου. Στη Ρώμη, ο νεαρός μαθητής του Μαρσίκ θα συνθέσει ένα κομμάτι για πιάνο, το «Σκέρτσο» σε μι ύφεση μείζονα. Λίγο αργότερα, θα συνθέσει το Un Morceau de Concert (Κομμάτι Κονσέρτου) σε ντο ελάσσονα για βιολί και πιάνο, και ύστερα από πρωτοβουλία του Μαρσίκ, ο Μητρόπουλος θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο κοινό, μάλιστα με τη διπλή ιδιότητα του συνθέτη και του εκτελεστή, στις 22 Μαρτίου και στις 4 Απριλίου του 1913.

Συνεχίζει τις σπουδές αλλά και τη δημιουργική σχέση με τη μουσική. Συνθέτει τον «Κορνιαχτό», για ανδρική χορωδία, το «Dance des Faunes, Scherzo Fantastique», για κουαρτέτο εγχόρδων, την «Ταφή», για ορχήστρα -την οποία θα διευθύνει ο ίδιος, κάνοντας την πρώτη του δημόσια εμφάνιση στο πόντιουμ, στις 29 Απριλίου του 1915. Παράλληλα, θα παίζει κρουστά στην ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών, μια θέση που κράτησε ώς το τέλος των σπουδών του και που ενέπνευσε στον Τ. Κ. Παπατσώνη την ποιητική φράση, «Ηταν ο Μητρόπουλος που διαφέντευε τα κρουστά... Η ψυχή είχε στήσει την έδρα της στα τύμπανα».

Τον Ιούλιο του 1920 και αφού είχε περατώσει τις σπουδές του, ο Μητρόπουλος θα αναχωρήσει για τις Βρυξέλλες ως υπότροφος του Ωδείου, οι παράγοντες του οποίου προσδοκούν (ερήμην του, ενδεχομένως) ότι θα εξελιχθεί σε μεγάλο «Ελληνα» συνθέτη - μια προσδοκία που, όπως σημειώνει ο Απόστολος Κώστιος, «εκφράζει το γενικό πνεύμα του λαού, που η εθνική του συνείδηση, γαλβανισμένη από τη Μεγάλη Ιδέα, αποζητά μια πατριωτική μουσική». Ξέρουμε ότι ο Μητρόπουλος διέψευσε αυτή την προσδοκία. Ξέρουμε επίσης ότι δέχθηκε σκληρές επιθέσεις γι' αυτό από τους συμπατριώτες του, και μάλιστα από μουσουργούς, όπως ο Μανώλης Καλομοίρης - καίτοι του είχε προσφέρει τη θέση του συνδιευθυντή της Ορχήστρας του Εθνικού Ωδείου διακηρύσσοντας:―«Ουκ εγώ ειμί το φως αλλ' ο οπίσω μου ερχόμενος».

Το φθινόπωρο του 1921, ο Μητρόπουλος θα εγκατασταθεί στο Βερολίνο -την ίδια εποχή ζουν εκεί πολλοί Ελληνες, ανάμεσα στους οποίους ο Νίκος Σκαλκώτας, ο Πάνος Αραβαντινός, μόνιμος συνεργάτης της Κρατικής Οπερας Unter den Linden, και η Κατίνα Παξινού, με την οποία ο Μητρόπουλος θα συνδεθεί φιλικά. Την επόμενη χρονιά, με τη μεσολάβηση του Αραβαντινού, ο Μητρόπουλος θα προσληφθεί ως μουσικός εκγυμναστής στην Οπερα και, όλο και πιο τακτικά, θα του ανατίθεται το καθήκον τού να διευθύνει την ορχήστρα στις πρόβες. Μια λαμπρή σταδιοδρομία είναι μπροστά του. Ωστόσο, ο Μητρόπουλος θα εγκαταλείψει τα πάντα και θα επιστρέψει στην Αθήνα. Και εδώ πια θα έρθει αντιμέτωπος με τη διαβόητη κακοδαιμονία που ακούει στο όνομα αγώνας γοήτρου - τρία ωδεία (το Ελληνικό Ωδείο, το Ωδείο Αθηνών και το Εθνικό Ωδείο) ερίζουν, «αλληλοτρώγονται», και οδηγούν στον κατακερματισμό και την αποδυνάμωση του καλλιτεχνικού δυναμικού.

Εν πάση περιπτώσει, ο Μητρόπουλος θα αντιμετωπίσει με τον καλύτερο τρόπο τις αντιξοότητες, θα τοποθετηθεί, το 1927, επικεφαλής της Συμφωνικής Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών, θα επιδοθεί σε έναν πολυμέτωπο αγώνα. Συγκρατεί τους μουσικούς που μπαίνουν στον πειρασμό να εγκαταλείψουν την ορχήστρα για μια επικερδέστερη θέση, πασχίζει να τους εμπνεύσει συνείδηση «συνόλου», προσπαθεί με κατανόηση να συμβιβάσει αντιμαχόμενα συμφέροντα, αφήνει ελεύθερη την είσοδο στις δοκιμές της ορχήστρας για τους σπουδαστές της μουσικής, καλλιεργεί το γούστο του κοινού, το φέρνει σε επαφή με έργα καθιερωμένου ρεπερτορίου και αγωνίζεται να το εξοικειώσει με άγνωστους συνθέτες. Και, φυσικά, δεν έλειψαν εκείνοι που τον πίκραναν. Στις 28 Ιανουαρίου του 1928 παρουσίασε για πρώτη φορά στην Αθήνα την «Ιστορία του Στρατιώτη» του Στραβίνσκι, ύστερα από πολύμηνη και κοπιαστική προετοιμασία. Η αποδοκιμασία του κοινού ήταν βιαιότατη! Η προκατάληψη και η στενομυαλιά μιας μεγάλης μερίδας της κριτικής δεν ήταν λιγότερο βίαιες. Τα έργα που παρουσίασε ο Μητρόπουλος θεωρήθηκαν ότι εκπροσωπούν «κομμουνιστικές και ανατρεπτικές τάσεις της εποχής» (έργα του Ντεμπισί, του Σένμπεργκ, του Μιγιό, του Στραβίνσκι), ενώ άλλοι μίλησαν για «ηθική κατάπτωση», «ακολασία», «ιππόδρομο» (!), «εκφυλισμό», «επιδημική γρίπη».

Παράλληλα, ο Μητρόπουλος θα συνθέτει και θα κάνει εμφανίσεις στο εξωτερικό. Στο Βερολίνο η αντιμετώπισή του από το κοινό και τους κριτικούς θα είναι εντελώς διαφορετική από εκείνη που του επιφυλάσσεται στην Αθήνα. Ο ενθουσιασμός είναι ο κοινός παρονομαστής μεγάλων κριτικών, ανάμεσα στους οποίους και ο συγγραφέας της «Ιστορίας της Μουσικής», ο Εμίλ Βιλερμόζ. Στο Παρίσι θα χαιρετιστεί ως ένας από τους μεγάλους διευθυντές ορχήστρας και στη Ρώμη θα τον δεξιωθούν ως σπουδαίο μαέστρο και έξοχο πιανίστα. Οι πετυχημένες εμφανίσεις του στην Ευρώπη θα ανοίξουν το δρόμο για την Αμερική. Ο Σεργκέι Κουσεβίτσκι, αρχιμουσικός της Συμφωνικής Ορχήστρας της Βοστώνης, θα τον καλέσει να διευθύνει την ορχήστρα του και η επιτυχία θα είναι ακαριαία. Ο Μητρόπουλος θα επαινεθεί για το μεγάλο του ταλέντο, για την ασυνήθιστη ποιότητα της μαεστρικής του τέχνης, για την ασύγκριτη τεχνική και ποιότητά του. Θα διευθύνει, εν συνεχεία, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Μινεάπολης, η οποία θα του ανακοινώσει επισήμως την απόφασή της να προσληφθεί ως «Principal Conductor». Ετσι, στις 31 Αυγούστου του 1939 την παραμονή της εισβολής του Χίτλερ στην Πολωνία, ο Μητρόπουλος θα ταξιδέψει με το πλοίο για την Αμερική, αφήνοντας την Ελλάδα, όπου έμελλε να επιστρέψει ύστερα από 16 ολόκληρα χρόνια.Μονάχα η απέραντη αγάπη για τη μουσική, η ανιδιοτέλεια και η ανάγκη για προσφορά κράτησαν τον Μητρόπουλο στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου βέβαια του δόθηκαν πάμπολλες ευκαιρίες και όλα τα υλικά μέσα που του επέτρεπαν να κοινωνεί στον κόσμο τα επιτεύγματα σπουδαίων μουσουργών. Αξίζει να παραθέσουμε αποσπάσματα από επιστολές του στην Καίτη Κατσογιάννη, για να γευθούμε το λόγο και το πνεύμα του μεγάλου μαέστρου: «Η Γαλλία έπεσε, καθώς και το Παρίσι, στα χέρια των βαρβάρων!.. Θεέ μου, γιατί σε μια τέτοια περίσταση να μην είναι κανείς κοντά μου να μου δώσει κουράγιο, παρά κρύοι Αμερικανοί... Η μέθη του comfort και τίποτε άλλο δεν τους ενδιαφέρει. Η ambition κάθε μουσικού μου είναι το πώς θα αγοράσει αυτοκίνητο...».

Η επιτυχία του στη Μινεάπολη θα τον οδηγήσει στη Νέα Υόρκη. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1948 θα ανακοινωθεί επισήμως η πρόσληψη του Λεοπόλδου Στοκόφσκι και του Δημήτρη Μητρόπουλου ως συνδιευθυντών της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης, της ορχήστρας που είχαν διευθύνει ο Αρτούρο Τοσκανίνι και ο Μπρούνο Βάλτερ. Στις 23 Ιανουαρίου του 1951 ο Μητρόπουλος θα αναλάβει και την καλλιτεχνική διεύθυνση της ορχήστρας. Οι εμφανίσεις του θα αποτελούν θρίαμβο της μουσικής. Οι κριτικοί θα εγκωμιάσουν την ακρίβεια και το πάντα ελεγχόμενο πάθος του. Ενας απ' άυτούς, ο Walter Oehlemann θα πει ότι μετά το θάνατο του μεγάλου Φούρτβενγκλερ, ο Μητρόπουλος είναι ο σημαντικότερος μαέστρος. Εμφανίζεται στην Ευρώπη, σε σημαντικά μουσικά κέντρα, στη Σκάλα του Μιλάνου, στο Φεστιβάλ του Ζάλτσμπουργκ και στην Αθήνα ως επικεφαλής της Φιλαρμονικής της Βιέννης.

Από τη σεζόν 1958-59 ο Μητρόπουλος δεν θα είναι πια καλλιτεχνικός διευθυντής της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης αλλά θα ανήκει στους προσκεκλημένους μαέστρους της. Η υγεία του έχει αρχίσει να κλονίζεται, αλλά θα επιμείνει να εργάζεται σκληρά παρά τις προειδοποιήσεις των γιατρών. Η Καίτη Κατσογιάννη μαρτυρεί ότι «ήταν φανερό πως αν ήθελε να ζήσει έπρεπε να πάψει να διευθύνει, μα θα ήταν χειρότερο από θάνατο, αφού για κείνον ζωή και μουσική δραστηριότητα ταυτίζονταν. Αποφάσισε λοιπόν, με σκληρή συνείδηση, να εξακολουθήσει τη δουλειά του με την ίδια πάντα ένταση». Θα διευθύνει, πάντα με επιτυχία, τη Φιλαρμονική του Βερολίνου και τη Φιλαρμονική της Βιέννης. Στις 31 Οκτωβρίου του 1960, θα εμφανιστεί στην Κολωνία ως επικεφαλής της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας της Κολωνίας. Αυτή θα είναι και η τελευταία του εμφάνιση μπροστά στο κοινό.

Αμέσως μετά, ο Μητρόπουλος θα μεταβεί στο Μιλάνο όπου είχε αναλάβει να διευθύνει την Ορχήστρα του Θεάτρου της Σκάλας σε μία συναυλία αφιερωμένη στη μνήμη του Γκούσταβ Μάλερ, αγαπημένου συνθέτη του Ελληνα αρχιμουσικού. Εκεί θα συναντηθεί με το θάνατο και η συνάντηση θα είναι συγκινητική και ζηλευτή - όσο ζηλευτή μπορεί να είναι μια τέτοια τραγική περίσταση. Ο Μητρόπουλος θα είναι στο πόντιουμ και θα διευθύνει μια δοκιμή στο δεύτερο μέρος από την Τρίτη Συμφωνία του μεγάλου Αυστριακού μουσουργού. Είναι η δεύτερη μέρα του Νοεμβρίου του 1960. Ξαφνικά, ο μαέστρος θα σωριαστεί στο πόντιουμ. Νέα καρδιακή προσβολή, αυτή ήταν η αιτία του θανάτου του, σύμφωνα με τη νεκροψία.

Αξίζει να παραθέσουμε την ιδιόχειρη επιστολή και διαθήκη του Μητρόπουλου, που βρέθηκε πάνω του. Τόσο ατάραχα περίμενε τη στιγμή του θανάτου του. «Αποτελεί αμετάκλητον επιθυμίαν μου, όπως εις περίπτωσιν θανάτου μου δημοσιευθή ειδοποίησις προς αποφυγήν αποστολής ανθέων. Παν άτομον το οποίον θα επεθύμει να αποτίσει φόρον τιμής δύναται να συμβάλη εις κεφάλαιον συγκεντρωθησόμενον εις το όνομά μου. Το κεφάλαιον τούτο θα χρησιμοποιήται επ' ωφελεία των Αμερικανών συνθετών, την διαχείρισίν του δε δέον να αναλάβη η Εταιρεία της Φιλαρμονικής Ορχήστρας της Νέας Υόρκης. Η σορός μου να μην εκτεθή εις κοινήν θέαν και να αποτεφρωθή άνευ τελετής και κατά τον πλέον σύμφορον τρόπον. Η τέφρα μου να αποδοθή εις τον Τζέιμς Ντίξον, διαμένοντα εις την πόλιν Αϊόβα, εις την οδόν Σένταρ 1333, να τοποθετηθή δε εντός κοινής ληκύθου ή ετέρου δοχείου αγορασθησομένου εις την ονομαστικήν του αξίαν. Ο προαναφερθείς Τζέιμς Ντίξον δύναται, εάν το επιθυμή, να παραδώσει την ως άνω λήκυθον εις την Ελλάδα».

Η αποτέφρωση θα γίνει στο Λουγκάνο της Ελβετίας στις 5 Νοεμβρίου και την επομένη θα μεταφερθεί η τέφρα στην Αθήνα με αεροπλάνο της Πολεμικής Αεροπορίας. Μία πένθιμη τελετή στο Ηρώδειο θα αποχαιρετήσει τον μεγάλο μαέστρο, τον μεγάλο λάτρη της μουσικής, τον ιεροφάντη Δημήτρη Μητρόπουλο.

Τα λόγια που ακολουθούν είναι δικά του, είναι το credo του, εκφράζουν την αντίληψή του για τη μουσική, την πίστη του για την επίδρασή της στην ανθρωπότητα και συνάμα δείχνουν πόσο ανιδιοτελής θέλησε να είναι και ήταν ο Δημήτρης Μητρόπουλος.

«Θέλησα να διδάξω και με το λόγο και με τη μουσική την αδελφοσύνη των ανθρώπων... Ηρθε η εποχή που η τέχνη πρέπει να 'χει μια ηθική βάση και οι καλλιτέχνες πρέπει να δίνουν το παράδειγμα της ύψιστης ακεραιότητας και της ηθικής... Φτάσαμε τώρα στο σημείο όπου καθετί που δεν υπηρετεί κάποιον ηθικό σκοπό είναι ανώφελο, ακόμη και επικίνδυνο... Βλέπω τον καλλιτέχνη σαν έναν ιεροκήρυκα, που οι αρχές του, οι πράξεις, η ζωή του θα αποτελούν παράδειγμα για μίμηση... Για μένα, το μεγάλο έργο πρέπει να 'χει ηθικό σκοπό, και δεν μπορώ να δω κάποιο νόημα στην επιδίωξη της τέχνης για την τέχνη... Ως καλλιτέχνης οφείλω να επιμείνω στην άποψη ότι η δουλειά μας απαιτεί πιο σταθερή ενασχόληση με την κατανόηση των συνανθρώπων μας... Η τέχνη πρέπει να φτάνει στον άνθρωπο. Πίστευα πάντοτε πως πρέπει κανείς να είναι ένας χρήσιμος άνθρωπος».

Ολοι οι σπουδαίοι καλλιτέχνες του εικοστού αιώνα αυτό πίστευαν, ο καθένας με τον τρόπο του. Πως ο καλλιτέχνης πρέπει να είναι ένας χρήσιμος άνθρωπος.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 12/1/2001.