1 Μαρ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα υπόλοιπα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/02/blog-post_23.html

Microdaries

Από την αρχαία εκείνη εποχή της βιαστικής μου εφηβείας (που όμως κάθε τόσο επανέρχεται δριμύτερη και δεν λέει να φύγει), οπότε, μέσα από τα βιβλία του Ελύτη αρχικά και του Ανδρέα Μπρετόν στη συνέχεια και πιο συστηματικά, ανακάλυψα την αυτόματη γραφή και το απροσχεδίαστο γράψιμο, έπαψα πια να σημειώνω οποιαδήποτε χρονολογική ένδειξη στα γραψίματά μου. Το υποσυνείδητο, έλεγα, με το οποίο θεωρούσα πως βρίσκομαι πλέον και κατά βούλησιν σε άμεση επικοινωνία, δεν συγκρατεί τα τοπωνύμια και τις ημερομηνίες και δεν συνδέει με τα συνήθη κριτήρια ονόματα και φυσιογνωμίες, και έτσι απέκτησα μιαν έντονη και πολλαπλώς εκπεφρασμένη απέχθεια για την αυστηρή χρονολόγηση των γεγονότων του βίου μου και για την τήρηση κάθε μορφής ημερολογίου (και για το μυθιστόρημα επίσης, μα αυτό είναι θέμα που θα μας βγάλει πολύ μακριά) – ακόμη και στις επιστολές που σωρηδόν έστελνα στη Μαρία λίγα χρόνια αργότερα έβαζα μόνο την ένδειξη της μέρας – Τρίτη, Τετάρτη, Πέμπτη – και τίποτε άλλο (κι η Μαρία εξάλλου δεν έκανε τίποτε διαφορετικό, μα από εντελώς άλλη αφετηρία ξεκινώντας αυτή).

Παρόλα αυτά, όταν η τύχη μέσα από αινιγματικές διεργασίες και πρωτοβουλίες μ’ έφερε στη δολιχόσχημη Ικαρία, είχα αρχίσει πια να συμφιλιώνομαι σιγά – σιγά με τις χρονολογίες· σημείωνα πάνω στα βιβλία που αγόραζα την ημερομηνία αγοράς τους και χρησιμοποιούσα ήδη ένα μικρό τετράδιο από ανακυκλωμένο χαρτί, που μου είχε χαρίσει ο αδελφός μου, για να καταγράφω – άγνωστο για ποιον λόγο – ποια βιβλία διάβαζα κάθε μήνα (συνήθεια που κρατούσε κιόλας δύο χρόνια). Ποτέ πάντως δεν τελείωσα κάποιο δικό μου γραπτό σημειώνοντας στο τέλος του την ημερομηνία ή τον τόπο σύνθεσής του· θυμόμουνα πάντα το παράδειγμα και τον λόγο του Ελύτη που απαγόρευε ρητά στον ποιητή την τέτοια συμπεριφορά προς το ποίημά του, τον εγκλεισμό της σημασίας του σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Αυτό δα μας έλειπε, έλεγα, να γράφουμε για τον ήλιο και τη θάλασσα μόνο όταν είμαστε Ιούλιο μήνα σε νησί! Από εκεί λοιπόν μέχρι να φτάσω στο σημείο να κρατάω συστηματικά ημερολόγιο η απόσταση ήταν τεράστια κι ούτε είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό μου ότι μπορεί να τη διέτρεχα.

Και όμως! Εάν ο Ρίτσος υπήρξε για δεκαετίες η διάρροια της ποίησης, για ένα διάστημα λίγων μηνών υπήρξα με τη σειρά μου η μικροδιάρροια των ημερολογίων. Μια φορά την εβδομάδα ή και πιο σπάνια, κάθε δέκα – δεκαπέντε μέρες, έγραφα μια σελίδα ημερολογίου ή λίγο παραπάνω και την έστελνα – άλλοτε ως MicroDiary και άλλοτε ως ΜικροΔιάρροια – σαν ανταπόκριση (από το βορειοανατολικό μέτωπο, όπου βρισκόμουνα πολεμώντας ανύπαρκτους εχθρούς) σε πέντ’ έξι φίλους που ήταν σκορπισμένοι σε διάφορα σημεία της Ελλάδας και σ’ έναν ακόμη στη Γερμανία. Ένα ιδιότυπο χωρίς αμφιβολία ημερολόγιο, αφού η πρόθεση του γράφοντος δεν ήταν σε καμία περίπτωση η αυστηρή παρακολούθηση και η εν θερμώ καταγραφή των γεγονότων του βίου του (που δεν ήταν άλλωστε διόλου εξαιρετικά) ή των σκέψεών του (παρομοίως). Αυτό που κυρίως γύρευα σημειώνοντας με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και ταχυδρομώντας κάθε τόσο ορισμένες περιστάσεις της ζωής μου ήταν πρωτίστως να θέσω σε κίνηση έναν μηχανισμό επικοινωνίας μεταξύ φίλων προσωρινά και μόνο τοπικά απομακρυσμένων και παράλληλα με τα υλικά που διέθετα να συγκροτήσω πια (στα τριάντα μου!) μια προσωπικότητα που να την αναγνωρίζω και να την αποδέχομαι ορισμένως για δική μου τόσο εγώ όσο και αυτοί που αγαπούσα.

Όσον αφορά την πρόθεσή μου για συχνότερη και άλλου τύπου ενδεχομένως επικοινωνία, πέραν δηλαδή της συνήθους αλληλογραφίας που ήταν πάντοτε πυκνή και ουσιαστική (δια του παραδοσιακού ή/και του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αλλά και μέσω σύντομων μηνυμάτων από το τηλέφωνο για όσους εξ ημών αρέσκονταν στη μινιμαλιστική αποτύπωση σκέψεων και στιγμών τού καθ’ ημέραν βίου τους) πολύ γρήγορα διαπίστωσα με ικανοποίηση και υπερηφάνεια πως η προσπάθεια που έκανα με την κοινοποίηση του μικροΗμερολογίου μου στέφθηκε με σχεδόν απόλυτη επιτυχία. Το αμέσως επόμενο διάστημα, που ξεπέρασε σε χρονική διάρκεια τους πέντε μήνες, έγινα δέκτης ευγενικών και ευνοϊκών σχολίων για τις ανταποκρίσεις μου οι οποίες εκλήφθηκαν, και πολύ σωστά, ως δώρο εν προόδω από τους παραλήπτες τους, ένα είδος πότλατς, όπως λέμε μεταξύ μας, και τέθηκε σε κίνηση τελικά μια διαδικασία ανταλλαγής δώρων (που έτσι κι αλλιώς, πρέπει να πω, ήδη λειτουργούσε σε κάποιο βαθμό), κατά την οποία γράμματα και αντικείμενα – κυρίως κασέτες με μουσική αλλά και άλλες προσφορές – πήγαιναν και ερχόντουσαν δια ξηράς και θαλάσσης. Κατά βάθος, πρόκειται για μια διαδικασία μέθεξης. Οι ψυχές αναμιγνύονται με τα πράγματα και τα πράγματα με τις ψυχές. Πρόσωπα και πράγματα βγαίνουν το καθένα από τη σφαίρα τους και συμπλέκονται αναμεταξύ τους. Αυτή ακριβώς η μέθεξη προσώπων και πραγμάτων αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό της ανταλλαγής, κατά τον σοφό Μαρσέλ Μως.

Από την άλλη πλευρά η επίτευξη του δεύτερου νεφελώδους και φιλόδοξου στόχου μου, η δημιουργία (ή μήπως η ανακάλυψη;) μιας συγκροτημένης προσωπικότητας, παραμένει πάντα ζητούμενο και κατά τα φαινόμενα έτσι θα παραμείνει, αφού ο άμεσα και πιεστικά ενδιαφερόμενος είναι πάντοτε, όπως και ο απατημένος σύζυγος, ο τελευταίος που μαθαίνει τα νέα, ο τελευταίος δηλαδή που αντιλαμβάνεται την ύπαρξη και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας τέτοιας προσωπικότητας ή την έλλειψή της και την απουσία ως εκ τούτου ιδιαίτερων χαρακτηριστικών – και ζήτημα είναι, εδώ που τα λέμε, αν θα το καταλάβει ποτέ. Γιατί, κι ίσαμε σήμερα ακόμα, όποτε βαλθώ να ερευνήσω κάπως συστηματικά τον εαυτό μου, κατά το προσφιλές μου πρότυπο τού Ηρακλείτου, σπάω τα μούτρα μου διαρκώς χτυπώντας με φόρα σε πλήθος αντιφατικά στοιχεία και χαρακτηριστικά (προθέσεις, σκέψεις και ενέργειες), που μου είναι αδύνατον να τα παραδεχτώ όλα για δικά μου – εκτός βέβαια, μα δυσκολεύομαι να το ομολογήσω, και αν είναι αυτή ακριβώς η αντιφατικότητα που συνέχει κάπως την προσωπικότητά μου· μαζί φυσικά με την αχώριστή μου οκνηρία (που εκδηλώνεται και καλύπτεται συνήθως ως φιλαναγνωσία), η οποία αποτελεί ταυτόχρονα και άλλον έναν ανασταλτικό παράγοντα για τη συστηματική εκ μέρους μου τήρηση κάποιου είδους ημερολογιακών σημειώσεων.

Υπερνικώντας ωστόσο (άγνωστο με ποιες βαθιά στην ψυχή μου κρυμμένες δυνάμεις) τα δύο αυτά μυθικά εμπόδια, την απέχθεια δηλαδή προς τη χρονολόγηση και την έμφυτη ραθυμία μου, παρήγαγα τελικά στη διάρκεια λίγων μηνών μια σειρά ψευδοημερολογιακών ντοκουμέντων, τα οποία ταχυδρόμησα σε έξι – επτά φίλους, που τα δέχτηκαν ευθύς εξαρχής ασμένως και με παρακίνησαν ποικιλοτρόπως να συνεχίσω το βιολί μου. Όπως και έκανα πράγματι. Ανελλιπώς και ευσυνείδητα τον πρώτο καιρό και με ολοένα αυξανόμενες διαλείψεις στη συνέχεια, από τότε δηλαδή που ήρθε η Ρεβέκκα στο διπλανό δωμάτιο για να μοιραστούμε στο εξής τη θέα προς το πέλαγος από τη βεράντα μας πίνοντας καφέ τα μεσημέρια στη λιακάδα και για ν’ αδειάζουμε το κονιάκ από το μπουκάλι τα βράδια που κατ’ εξαίρεσιν δεν βγαίναμε έξω ή και πριν βγούμε καμιά φορά.

Γιατί ήταν ακριβώς τα βράδια που καταπιανόμουνα με τούτη την άγνωστη εργασία του ημερολογίου. Αργά το βράδυ που έμενα μόνος στο δωμάτιο, με τον αέρα να βουίζει δυνατά απ’ έξω και τα παντζούρια κλειστά από νωρίς, αφού και όταν καμιά φορά τ’ άφηνα ανοιχτά, πάλι δεν έβλεπα τίποτε κοιτάζοντας από το υγρό και θολό τζάμι μου προς την άγρια σκοτεινή θάλασσα (μόνο ένας φάρος στα δεξιά άναβε κι έσβηνε κανονικά, για να κάνει πιο πηχτό το σκοτάδι κάθε που κοίταζα κατά κει). Κι ήτανε τέτοιες οι περισσότερες νύχτες εκείνη τη χρονιά από τον Νοέμβριο ως τον Φεβρουάριο. Τα πρωινά κάπως περνάγανε με τη δουλειά και τα με ούζα ύστερα στη Βαγγελιώ και λίγο το ξεχνάγαμε το φριχτό φορτίο του Χρόνου που έσπαζε πάνω στους ώμους μας και έκανε το κορμί μας να γέρνει στη γη και για λίγο έστω δεν το νιώθαμε το κενό που από το μεσημέρι και μέχρι το ξημέρωμα άνοιγε κάτω από τα πόδια μας και έχαινε απειλητικό. Δεν είχε έρθει ακόμη ο καιρός (και θ’ αργούσε ακόμη λίγο) που τα βράδια και τα ξημερώματα θα μας έβρισκαν όλους μαζί να πίνουμε στο Περίπου ακούγοντας τη δική μας μουσική ή να περπατάμε στον μόλο κρατώντας σφιχτά ο ένας τον άλλο για να μην μας παρασύρει ο αέρας και η νοσταλγία.

Αυτό που με επιμονή κάναμε προς το παρόν ήταν, κάποια βράδια μόνο, ν’ αντέχουμε το κρύο και τις σταγόνες του νερού που έφερνε ο αέρας στα τραπεζάκια πάνω από τη θάλασσα πίνοντας το ένα τσίπουρο μετά το άλλο και ύστερα να λέμε καληνύχτα για να γυρίσει ο καθένας μόνος στο σπίτι του. Άλλος για να πέσει για ύπνο από νωρίς, αφού διαβάσει λίγο, άλλος για ν’ ανάψει τσιγάρο και να καθίσει μπροστά στο παράθυρο κοιτώντας προς τη θάλασσα ή να χαζέψει λίγη ώρα στη μικρή του τηλεόραση. Κι εγώ για να κάνω κάτι από αυτά ή, κάποτε, να κάθομαι στον υπολογιστή και να συντάσσω μικροΗμερολόγια και άλλα μικροΚείμενα. Να μιλάω δηλαδή κοιτώντας στην οθόνη μου για πράγματα με ελάχιστο δημόσιο ενδιαφέρον, όπως συνήθως γίνεται: για τα βιβλία που διαβάζω, για τα τραγούδια που αγαπάω, για τη θάλασσα και τις σκοτεινές νύχτες, για τις γάτες που μυρίστηκαν ανθρώπινη μοναξιά και μαζεύτηκαν να βρουν τροφή για τον χειμώνα, για τις λιακάδες που με ξαφνιάζανε τα πρωινά και βιαζόμουνα να βγάλω την καρέκλα μου στη βεράντα μη τυχόν και δεν προλάβω τον ήλιο και κρυφτεί, για την παρέα που λίγο – λίγο σχηματίστηκε και, σχεδόν, έσβησε όλα τ’ άλλα, εκτός απ’ την απόσταση και τα γλυκά της χείλη που είχα αφήσει πίσω μου.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]