25 Μαρ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΙ. Σημειώσεις από τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

Σχεδόν από τη στρατόσφαιρα

ΠΕΤΕΡ ΧΑΝΤΚΕ Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια ΜΤΦΡ.: ΣΠΥΡΟΣ ΜΟΣΚΟΒΟΥ «ΕΞΑΝΤΑΣ»

Ο Πέτερ Χάντκε ανέκαθεν φρόντιζε να εναντιώνεται στο κυρίαρχο ρεύμα, και ανέκαθεν είχε την απαιτούμενη τόλμη και την απαιτούμενη στωικότητα να μην υπαναχωρεί και να υφίσταται τις συνέπειες μιας τέτοιας εναντίωσης. Υιοθέτησε ένα φαινομενικά «ψυχρό» ύφος στα γραπτά του, κάτι μεταξύ φιλοσοφικής πραγματείας και αποστασιοποιημένης θέασης των πραγμάτων, αφήνοντας κατά μέρος τις λυρικές διαθέσεις, γράφοντας πάντα με τα μολύβια του, θέλοντας θαρρείς να αφήνει απλώς στο μεγάλο βιβλίο της ζωής ίχνη απαλά (αλλά πολλά σημαίνοντα), όπως τα ίχνη ενός πουλιού πάνω στο χιόνι - αγαπημένη, κλασική εικόνα του Χάντκε, όπως μας θυμίζει ο άριστος μεταφραστής του παρόντος έργου, ο Σπύρος Μοσκόβου. Είτε έγραφε για το τζουκ-μποξ και το ροκ'ν'ρολ είτε για ένα ανεξήγητο (με την πρώτη ματιά) φονικό, ο Χάντκε καμωνόταν ότι μένει μακριά από το θέμα του, προσεγγίζοντάς το εντούτοις με εξαιρετική αναλυτική ικανότητα και με μια μεθοδική μέριμνα για τις λεπτομέρειες. Ταυτοχρόνως, παρέμεινε πεισματικός λάτρης της ειλικρίνειας, σκανδαλίζοντας πολλές φορές με τις απόψεις του, που σχεδόν πάντα σάρκαζαν την εκάστοτε φιλολογική ή πολιτική μόδα -είναι χαρακτηριστικές οι δηλώσεις του για τον Μάη του '68 (εκείνη την εποχή απλώς έπαιζε φλίπερ και έπινε μπίρες, όπως ο ίδιος τόνισε).

Τα τελευταία δέκα χρόνια, ο Χάντκε θέλησε να παρέμβει με το μέσον που διαθέτει κάθε συγγραφέας, με τους συνδυασμούς των λέξεών του, στις δραματικές εξελίξεις που συντελούνται στα Βαλκάνια και ιδίως στη Γιουγκοσλαβία. Πέντε κείμενα, ένα εκ των οποίων το θεατρικό έργο Το ταξίδι με το μονόξυλο, σχολιάζουν με πίκρα, με οργανωμένη αγανάκτηση, και με μια βαθιά, βαθύτατη μελαγχολία, την καταστροφή όχι μονάχα ενός τόπου όσο ενός ονείρου. Οσα ξέραμε, μοιάζει να λέει ο Χάντκε, όσα ονειρευόμαστε με ανοιχτά τα μάτια, σωριάζονται σε ερείπια. Οπως το έθεσε και ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος: «Δεν βομβάρδισε ο Κάντιος τη Σερβία· ο Κάντιος βομβαρδίστηκε στη Σερβία». Ο Χάντκε αυτό λέει με κάθε τρόπο. Κι ακόμη, όντας συγγραφέας πάνω απ' όλα, θρηνεί για το πρώτο θύμα του πολέμου, επιμένοντας ότι δεν είναι η «αλήθεια», όπως λένε, αλλά η γλώσσα.

Το Ρωτώντας με δάκρυα στα μάτια είναι οι σημειώσεις που κράτησε ο συγγραφέας ύστερα από δύο αλλεπάλληλα οδοιπορικά του στη βομβαρδιζόμενη χώρα στις αρχές και στα τέλη Απριλίου του 1999. Οι παρατηρήσεις του παραμένουν ψύχραιμες, ο τόνος του απέχει πολύ από των γνωστών «στρατευμένων» έργων, η φωνή παραμένει χαμηλή ακόμη κι όταν φουντώνει η οργή. Η ματιά του Χάντκε είναι πολύτιμη, μας μαθαίνει πώς να γράφουμε σε ζοφερούς καιρούς, πώς να διατηρούμε την αξιοπρέπεια του λόγου μας. Κι αυτό γιατί πρόκειται για ένα συγγραφέα που, πριν και πάνω απ' όλα, παρατηρεί και εν συνεχεία στοχάζεται πάνω στα όσα αγγίζει το βλέμμα του: «Το βομβαρδισμένο Πάντσεβο, η βομβαρδισμένη Πρίστινα, το βομβαρδισμένο Κραγκούγεβατς (όπου στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο οι Γερμανοί είχαν οργανώσει τη μεγάλη μαζική εκτέλεση των ανήλικων μαθητών ως αντίποινα για τις επιθέσεις των ανταρτών). Μετά στην τηλεόραση αυτό που η δυτική γλωσσική χρήση χαρακτηρίζει παντού "προπαγάνδα": στρατιώτες εναλλάξ με λαϊκούς χορευτές, ποτάμια, βουνά, πεδιάδες, καπνοδόχοι, βάρκες και πάντα το ίδιο, σχεδόν απαλό γιουγκοσλαβικό-πατριωτικό τραγούδι, κι αυτό σε επανάληψη τουλάχιστον μια φορά την ώρα, διαρκώς όλες τις επόμενες ημέρες. Και για πρώτη φορά η σκέψη ότι υπάρχει ένα είδος "προπαγάνδας" που δεν έχει τίποτα το πλαστό ή πόσο μάλλον εσκεμμένο, που μπορεί να είναι πολύ περισσότερο κάτι το φυσικό, αλλά που γίνεται αντιληπτό ως "προπαγάνδα" μόνο και μόνο με τη διάδοση, με την επανάληψη. Ιδέα: αυτή η χώρα νιώθει πως απειλείται, περικυκλώνεται, περικλείεται από μια ακατανίκητη υπερδύναμη - και τι κάνει; Φορά το πιο παλιό και γιορτινό της φόρεμα και, γιατί όχι, την ωραιότερη λαϊκή της ενδυμασία, και χορεύει τους πιο παλιούς και πιο παραδοσιακούς χορούς της. Τραγουδά. Δείχνει και διηγείται, κάτω από μια τέτοια απειλή, τις πιο ειρηνικές και πιο αθώες εικόνες της - έστω κι αν οι εικόνες λένε συχνά ψέματα, τώρα, στην ανάγκη και την πίεση, λένε μια φορά την αλήθεια».

Ο Χάντκε, θυμίζοντας και αντιστρέφοντας μια πασίγνωστη διατύπωση του Αντόρνο, θα επιμείνει ότι πλέον ποιήματα και μόνο ποιήματα μπορούμε και πρέπει να γράφουμε. Μετά το Αουσβιτς και μετά τη Γιουγκοσλαβία, ύστερα από τόσους και τέτοιους ολέθρους, καθήκον του συγγραφέα είναι να πυκνώσει τη γλώσσα του, να νοηματοδοτήσει όσο περισσότερο μπορεί την «κραυγή», να της δώσει ποιητική υπόσταση, να την κάνει πηγή συγκίνησης και στοχασμού. Ο Χάντκε νοηματοδοτεί εκ νέου εκείνες τις σημασίες και εκείνες τις καταστάσεις που ακυρώνει η βαναυσότητα, νοηματοδοτεί τη φιλοξενία, νοηματοδοτεί την ανθρώπινη ζεστασιά, νοηματοδοτεί τον πλούτο των αναμνήσεων από την παιδική ηλικία, νοηματοδοτεί την απλή καθημερινή επικοινωνία (ακόμη κι αν πρόκειται για την τόσο «ασήμαντη», φαινομενικά, δραστηριότητα της αγοράς μιας τσατσάρας!). Επαναφέρει έννοιες, λέξεις και συμπεριφορές που συντρίβονται από τη στυγνή «λογική» των πολέμων, των συμφερόντων, της αποθέωσης που γνωρίζει στις μέρες μας η ιδεολογία, στα όρια της αχαλίνωτης λατρείας της λεγόμενης αποτελεσματικότητας. Ο Χάντκε φαίνεται και εδώ αποφασισμένος να αποκαταστήσει τις λέξεις, να τους προσφέρει την κονιορτοποιημένη τους ευγένεια: «Από τότε που σ' αυτό τον πόλεμο τα μέσα μαζικής ενημέρωσης προτάσσουν μπροστά από κάθε τι το πιθανό και το απίθανο τη λέξη "διήγηση"("recit"), "διηγείται" ("raconte", "tells"―), σαν αυτή και μόνο η λεξούλα να ήταν το αδιάσειστο τεκμήριο της αλήθειας, η λέξη "διήγηση", μια από τις ευγενέστερες στην ιστορία της ανθρωπότητας, κατάντησε αποκρουστική και για πολύ καιρό ακόμα άχρηστη. - Αλλά εδώ μια τελευταία ακόμα, μια διαφορετική διήγηση για τη "συμπόνια", με τους πρόσφυγες, με τους βομβαρδισμένους: διηγήθηκαν κάποτε σ' ένα παιδί πόσο υπέφερε ένα άλλο. Κι αυτό πήγε παράμερα κι αγκάλιασε τον αέρα».

Οι βόμβες έπεσαν στη Γιουγκοσλαβία από τη στρατόσφαιρα (σχεδόν), μας θυμίζει ο Χάντκε. Ηταν βόμβες που δεν διέλυσαν απλώς μια χώρα (όσο καταπιεστικό κι αν ήταν το καθεστώς της), αλλά βόμβες που διέλυσαν τα όσα ξέραμε ώς τώρα για το τι σημαίνει πόλεμος, τι σημαίνει ανθρωπιά, τι σημαίνει αντίσταση, τι σημαίνει άμυνα. Οι βόμβες έπεσαν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα, τσακίζοντας τη δυνατότητα να πολεμήσεις έναν αναγνωρίσιμο αντίπαλο, τσακίζοντας τη δυνατότητα να αμυνθείς. Οι βόμβες έπεσαν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα τσακίζοντας τις έννοιες, τσακίζοντας τις λέξεις, τσακίζοντας τις πεποιθήσεις, τις βεβαιότητες, τις προτιμήσεις, τις συμπάθειες. Οι βόμβες έπεσαν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα και μας ανάγκασαν να αλλάξουμε άρδην τον τρόπο της σκέψης μας και τον τρόπο λεκτικής μετάδοσης της σκέψης μας. Οι βόμβες έπεσαν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα, και πια δεν είμαστε ίδιοι όπως πριν. Τίποτα δεν είναι όπως πριν, όταν οι βόμβες αρχίζουν να πέφτουν σχεδόν από τη στρατόσφαιρα.
*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 16/3/2001.