22 Μαρ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/03/blog-post_15.html

ΔΙΑΒΑΣΜΑ ΜΗΤΗΡ … (microDiaries 2)

Τέλος πάντων, καθώς φαίνεται, δύσκολα ξεφεύγει κανείς από το πεπρωμένο του· άσε που πολλές φορές δεν είναι καν ανάγκη να το αποφύγεις ή δεν είναι εφικτό να το κάνεις – κι εμένα, είναι αλήθεια, μου αποκαλύφθηκε αρκετά νωρίς στη ζωή μου, ώστε να το παραδεχτώ γρήγορα και ανώδυνα για δικό μου. Ας είναι καλά οι φίλοι μου των δεκαοχτώ χρονών, που φρόντισαν γι΄ αυτό: η Έλλη και η Φρόσω, που σχεδόν μου επέβαλαν ως πρότυπο τον Ντόναλντ Ντακ και μ’ εφοδίασαν με τη φιγούρα του σε διάφορες χαρακτηριστικές θέσεις (ξάπλα στην πολυθρόνα του να διαβάζει εφημερίδα, ξάπλα στην αιώρα του να ξεκουράζεται, ξάπλα στο κρεβάτι του να ονειρεύεται, ξάπλα…), ο Βαγγέλης, που πρόθυμα συνηγορούσε και αυτός, και η Μάτα που σ’ έναν από εκείνους τους ατέλειωτους καφέδες μας με προέτρεπε να πάω να ζήσω στη Ικαρία, τον «παράδεισο όλων των τεμπέληδων και αργόσχολων», όπως μου έλεγε, γιατί περί αυτού τελικά πρόκειται, όχι για την Ικαρία, όπου κατέληξα πράγματι, μα για την τεμπελιά, την ιδιότητα αυτή του χαρακτήρα μου, που μαζί με κανά δυο άλλες ακόμη εμφανίζεται ως η πιο σταθερή σε μένα.

Ωστόσο δεν είναι η τεμπελιά γενικά που απασχολεί σήμερα τη σκέψη μου, πόσο μάλλον που θα ήθελα να της αφιερώσω κάποια στιγμή ένα μεγάλο κεφάλαιο (ποιου βιβλίου δεν ξέρω ακόμα), όπου θα ξεκαθάριζα την οπτική γωνία από την οποία την αντικρίζω και θα δικαιολογούσα και τον επιθετικό προσδιορισμό, «δημιουργική», που συνήθως της προσθέτω – δεν είναι λοιπόν για την τεμπελιά γενικά που προτίθεμαι να γράψω τώρα μα για μια ιδιαίτερη μορφή της, μια από τις τόσες στις οποίες σεμνύνομαι να επιδίδομαι με ζέση και αυταπάρνηση (και δεν είμαι ο μόνος βέβαια): το διάβασμα. Είναι ο Αιμίλιος Cioran, πιστός μου σύντροφος σε πολλές ώρες αργίας στη διάρκεια του βίου μου, που κάπου μιλάει για την ανάγνωση ως μια μορφή τεμπελιάς, μα δεν θυμάμαι τα συμφραζόμενα κι ενδεχομένως να παρερμηνεύω το νόημα της φράσης του. Αν όμως βαλθώ να ψάξω την ακριβή δική του διατύπωση, είναι βέβαιο ότι αυτό το μικρό κείμενο δεν θα τελειώσει ποτέ κι είναι αυτό ακριβώς που ώρες – ώρες με προβληματίζει.

Όλα (προς μέγιστη ευχαρίστηση τού Mallarmé, τα λόγια του οποίου επίσης παρερμηνεύω) οδηγούν τα βήματά μου σε κάποια βιβλία κι ύστερα μού είναι ιδιαίτερα δύσκολο, αν όχι ακατόρθωτο, να ξαναγυρίσω στην αρχική μου απασχόληση. Κάπως έτσι ερμηνεύεται η εμπλοκή της ανάγνωσης με την τεμπελιά που υποστηρίζω εδώ: οτιδήποτε κι αν σκεφτώ με φέρνει, αμέσως ή λίγο μετά, μπροστά στα ράφια της βιβλιοθήκης μου απ’ όπου με δυσκολία απομακρύνομαι χωρίς ένα ή και περισσότερα βιβλία στα χέρια μου. Οπότε ξεκινάω την ανάγνωση που δεν σταματάει μέχρι κάποια καινούρια ιδέα να γεννηθεί στο μυαλό μου και να με φέρει άλλη μια φορά στη βιβλιοθήκη για έρευνα και τεκμηρίωση και τούτης ή μέχρι την ώρα που κάποια άλλη ασχολία θα με αναγκάσει ν’ αφήσω στην άκρη το βιβλίο μου (δηλαδή επάνω στο γραφείο ή στο κομοδίνο μου για να περιμένει την επιστροφή μου) και να σηκωθώ.

Ξεκινάω λοιπόν αυθαίρετα την εξιστόρηση των ματαιωμένων συγγραφικών μου σχεδίων από την εποχή, όχι πολύ μακρινή, που με αποφασιστικότητα ανακοίνωσα ότι καταπιάνομαι και ήδη προχωρώ στη σύνταξη ενός κειμένου που, με τον τίτλο Οι θαυμάσια πεθαμένοι, επρόκειτο να αποτελεί μιαν (ακόμη) απολογία της αυτοκτονίας. Στην πορεία όμως ανέτρεξα προς τεκμηρίωσιν, μεταξύ άλλων, και στα Γραπτά του Γιώργου Μακρή, απ’ όπου βγήκα, αφού πρώτα διάβασα τουλάχιστον τριακόσιες σελίδες, με την ακλόνητη απόφαση να γράψω ένα κείμενο για αυτόν που αποτελεί σταθερά τα τελευταία χρόνια έναν από τους ήρωές μου. Και πράγματι, ξεκίνησα να γράφω της εισαγωγή, την οποία και, σχεδόν, ολοκλήρωσα, σκαρίφησα (υπάρχει τέτοια λέξη;) τη δομή και τα γενικά σημεία του κειμένου, κράτησα κάποιες ακόμη σημειώσεις και … βάλθηκα να γράφω μιαν (ακόμη) υπεράσπιση της ποίησης. Που σημαίνει ότι πέρασα σχεδόν δυο ευχάριστους μήνες διαβάζοντας Hölderlin, Shelley, Breton, Octavio Paz, Ελύτη και Πλάτωνα, προτού εγκαταλείψω κι αυτό μου το φιλόδοξο σχέδιο για χάρη του Παρθενώνα και της μελλοντικής του τύχης, που με απασχολεί αυτή τη στιγμή (ήδη για τις ανάγκες αυτού τού μανιφέστου έχω ανατρέξει στον Le Corbusier, στον Freud και στον φουτουρισμό και στο μυαλό μου γυρίζει έντονα εκείνη η παλιά μου ανολοκλήρωτη έρευνα για τους απόηχους των φουτουριστικών ιδεών στην ελληνική ποίηση και κυρίως σε αυτήν του Εγγονόπουλου).

Εδώ βρίσκομαι σήμερα λοιπόν, μ’ ένα σωρό ματαιωμένα, φιλόδοξα συγγραφικά σχέδια στα συρτάρια και στ’ αρχεία του υπολογιστή μου (για τον Εμπειρίκο και τον Μπάροουζ, για τα βιβλιοπωλεία και τα καφενεία, για τον Jim Morisson και το Σούνιο, για τον Ελύτη και τις αντιφάσεις μου, για να μην αναφέρω και τις αρχινισμένες μεταφράσεις μου από ένα σωρό γλώσσες που ελάχιστα γνωρίζω) κι έχοντας πλέον σχεδόν συμβιβαστεί με την προοπτική τής ολοκλήρωσης μόνο όσων γραπτών μου καταφέρνω να φέρω σε πέρας χωρίς να σηκωθώ καθόλου από τη θέση μου. Γι’ αυτό ίσως και τα μόνα γραπτά μου που έφτασαν σε μια τελική μορφή είναι κάποια μικρού μεγέθους ποιήματα και ό,τι γράφτηκε εκτός σπιτιού και μακριά από τη βιβλιοθήκη μου, σε καφενεία, σε παγκάκια, μέσα στο αυτοκίνητο, πάντα περιμένοντας κάποιον που ευτυχώς αργούσε να φανεί.

Είναι όμως ώρα να σταματήσω το γράψιμο, για να βάλω ακόμη ένα ποτό στο ποτήρι μου και να πάω προς αναζήτηση της ακριβούς διατύπωσης τού Cioran – με πρώτο κέρδος τη φράση του: Μερικές φορές σκεφτόμαστε ότι είναι καλύτερα να αυτοπραγματωθούμε από το να αφεθούμε στην τεμπελιά. Άλλοτε σκεφτόμαστε το αντίθετο. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε απόλυτο δίκιο.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]