25 Μαρ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΓΑΥΓΙΖΕΙ ο σκύλος το σκοτάδι που καθεύδεις με δρασκελιές ομίχλη.
Ούτε η πηγή που επιμένει να συγκρατεί έναν χείμαρρο στον ψίθυρό της,
ούτε τα δέντρα που διστάζουν μια θύελλα στο ανάστημά τους,
ούτε το αόρατο τριζόνι που χαράζει
δέκα δάχτυλα κομματιασμένο ύπνο στην αγρύπνια της φωνής του,
γνωρίζουν το ζεστό σου ανάμεσά μας.
Μια ορεινή φαμίλια φως κι ένα σκυλί γαλήνη σπιτική οι μέτοχοί σου.
*
ΜΕ δάκρυ χιόνι γράφεται η λήθη, αλλά ποιος
κρατάει γη και ουρανό στα δυο του χέρια, αν όχι εσύ;
Όχι εσύ. Εσύ μοιάζεις ανήλικο κραυγής,
άρνηση ούτε να ψελλίσεις.
Κάτι αμάθητο χιονίζει ανάμεσά μας.
Απλά χιονίζει. Δεν ξεχνώ κι ας ξεπαγιάσω λάθη.
*
ΑΜΑΡΤΗΣΑ κατάσαρκά σου μιαν αμέριστη ελπίδα.
Τι θέλουν πάλι οι άνθρωποι και στάζουν
ανάμεσά μας; Μήπως μου είπες· «Η ζωή
βρέχει ακούραστα μια νύχτα ως το πρωί
και το πρωί διψάμε»;
Δεν με προειδοποίησες φωτιά και θαλπωρή.
Όφειλες άραγε, πριν σβήσεις;
Αμάρτησα κατάσαρκά σου.
Μούσκεψέ με απελπισία.
*
ΦΕΡΝΕΙΣ τη νύχτα του ομώνυμου φονιά
και υποκύπτεις στ’ ανοιχτά επίθετά σου.
Συντάσσονται ένα γύρο τα βουνά
με σκοτεινές προθέσεις.
Παράκτιες σκιές και τα μεγάλα
μάτια της δύσης κουκουβάγιας
ματώνουν· «τόσο αλάτι, τόσο αλάτι
κι ούτε ένα κύμα δικαιοσύνη,
μέσα σ’ αυτή τη δολοφόνα υγρασία».
Φέρνεις τη νύχτα του ομώνυμου φονιά.
Γλώσσα δεν πρόκειται να βρέξω
στων πληγών σου τη θαλάσσια σημασία.