29 Μαρ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος


Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/03/blog-post_22.html


Ο ΑΡΘΟΥΡΟΣ ΚΡΑΒΑΝ ΚΑΙ ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΙΕΡΑΡΧΕΣ
(microDiaries 4)


Στα Κύμματα, καφενείο παρά θιν’ αλός, αλλ’ όμως με δύο “μ” ανορθογραφημένο (για να κάνει μεγαλύτερη εντύπωση στους ντόπιους και για να είναι ενδεχομένως περισσότερο ευανάγνωστο από το κατάστρωμα του πλοίου, όταν, αραιά και που, προσεγγίζει το παρακείμενο λιμάνι του νησιού), σε αυτά τα Κύμματα, λοιπόν, συνηθίζουμε καθημερινά να καθόμαστε, ιδίως νωρίς το μεσημέρι, πίνοντας ούζα και καφέδες, παίζοντας τάβλι και διαβάζοντας τις χθεσινές εφημερίδες, ενώ ποικίλοι μεζέδες και γλυκά του ταψιού δεν αποκλείονται ποτέ εκ των προτέρων. Ο αριθμός των συμμετεχόντων κυμαίνεται (με ένα μ) από δύο έως δώδεκα και εξαρτάται από τις διαθέσεις της στιγμής και τις ανάγκες της παραγωγής – κομπάρσοι εμφανίζονται συχνά να διασχίζουν το βάθος του πεδίου ή να κάνουνε υπομονή στα διπλανά τραπέζια. Όταν ο ήλιος, συχνά – πυκνά δηλαδή, κάνει εμφάνιση, μεσούντος του χειμώνα, τα τραπέζια μεταφέρονται κυριολεκτικά πλάι στα κύματα, απ’ όπου με στεντόρεια φωνή δηλώνονται προς την κουζίνα οι επιθυμίες των συνδαιτυμόνων. Ο κίνδυνος κάποιος από αυτούς, συνεπεία της μέθης ή φιλικών διαγκωνισμών, να βρεθεί μέσα στη θάλασσα δεν μπορεί ποτέ ν’ αποκλειστεί, μα ούτε και να ληφθεί σοβαρά υπόψιν. Ιδανικές από άποψη καιρικών συνθηκών και ψυχικής διαθέσεως θεωρούνται φυσικά οι πρώτες ημέρες της άνοιξης, αλλά και τα πρωινά του Ιανουαρίου, αυτά που αρχαία παράδοση ονομάζει αλκυονίδες ημέρες.

Τέτοια, αλκυονίδα δηλαδή, υπήρξε και η εφετινή εορτή των τριών Ιεραρχών, η οποία κάθε χρόνο δίνει την ευκαιρία στους πνευματικούς ανθρώπους της νήσου, αλλά και άλλων περιοχών της Ελλάδας, να συναχθούν σε ποικίλα εργαστήρια πνευματικής δραστηριότητας, όπως τα ανωτέρω αναφερθέντα Κύμματα, για να τιμήσουν ομαδόν τη μνήμη των πνευματικών και ηθικών γιγάντων που υπήρξαν αυτοί οι τρεις σύντροφοι, φίλοι και συναγωνιστές. Τριάντα Ιανουαρίου, λοιπόν, με την Propaganda 7 στο χέρι, μόλις φτασμένη από την Αθήνα (όχι βέβαια από τη συνήθη οδό), ξεκίνησα, νωρίς – νωρίς για τα δεδομένα του περιβάλλοντος Ικαρίου πελάγους, και σφυρίζοντας αδέξια μιαν άρια του Nick Cave έπιασα θέση σε παραθαλάσσιο τραπέζι και φώναξα σε πρόθυμα ώτα ακουόντων την ακριβή παραγγελία του πρώτου καφέ της ημέρας· η ώρα ήταν η δεκάτη πρωινή και ο μοναδικός δρόμος, που μπορούσα να επισκοπήσω από εκεί που καθόμουνα, όπως και η προκυμαία και τα απέναντι μαγαζιά, ήταν ακόμα τελείως έρημα.

Το έβδομο τεύχος της Propaganda είχα φέρει επτά ημέρες νωρίτερα από την Αθήνα, όταν βρέθηκα εκεί χωρίς μεγάλη ελευθερία κινήσεων και για δέκα μόνο ώρες, σε συνθήκες σαν να λέμε απολύτως αποτρεπτικές για μοναχικές περιπλανήσεις, συντροφικές ουζοποσίες και τρυφερές διαφυλικές περιπτύξεις, όπως θα επιθυμούσα, κατά τη διάρκεια των οποίων (ωρών, όχι περιπτύξεων) πρόλαβα ωστόσο να κάνω μια σύντομη βόλτα στα μέρη όπου βάδιζα όταν ήμουν έφηβος, να πιω έναν καφέ με την Πέπη και την εξαίσια Λατρευτή μου και να βαδίσω για λίγο με την δεύτερη στο λιμάνι του Πειραιά και στους πέριξ ευρισκόμενους χώρους. Τότε είναι που εκείνη που δεν παύει ούτε λεπτό να με εκπλήσσει έβγαλε επιτέλους από την τσάντα της την Propaganda 7 και με μεγάλη προσοχή, που δεν πέρασε απαρατήρητη από μέρους μου, έμεινε όμως ασχολίαστη, την τοποθέτησε μόνη της στο πράσινο σακίδιο που κρεμόταν στη συνήθη του θέση, στον αριστερό μου δηλαδή ώμο. Κι όταν ύστερα από λίγο, στο κατάστρωμα του πλοίου πια κι αφού είχα κουνήσει αρκετή ώρα το χέρι προς την προκυμαία που όλο μίκραινε στο βάθος, πήρα στα χέρια μου την αγαπημένη μου 6μηνιαία επιθεώρηση για την πραγμάτωση της Τέχνης και της Φιλοσοφίας, παραξενεμένος μα ανυποψίαστος ακόμη, βρήκα στην πεντηκοστή όγδοη σελίδα της, όπου ένα κείμενο περί Ανδρέα Εμπειρίκου τράβηξε αμέσως την προσοχή μου, μια κίτρινη χειροποίητη κάρτα μ’ ένα μεγάλο ερωτηματικό σχεδιασμένο από το τρυφερό της χέρι απ’ έξω.

Χαμογελώντας ακόμα ακούμπησα πάνω στα γόνατά μου την Propaganda 7 και άνοιξα την κάρτα για να δω κολλημένη επάνω της μια μικρή ασπρόμαυρη φωτογραφία, που δεν ήταν όπως αποδείχθηκε αμέσως φωτογραφία, μα η εκτύπωση ενός υπερηχογραφήματος που φανέρωνε (στα μάτια των ειδικών και στη φαντασία των υπολοίπων) μιαν εδώ και λίγο καιρό αρχινισμένη εγκυμοσύνη κι από κάτω με τα αναγνωρίσιμα γράμματα της παντοτινής μου Αγαπημένης γραμμένο ένα σύντομο μήνυμα και μια ημερομηνία. Η συνέχεια ήταν μάλλον η αναμενόμενη: άμεσο τηλεφώνημα από το πλοίο στην Αθήνα, υποχρεωτική (αφού το πλοίο, όπως και οι χαμένες ευκαιρίες, δεν γυρίζει πίσω) άφιξη στην Ικαρία την Πέμπτη το πρωί και νέα αναχώρηση από εκεί με το ίδιο πλοίο για Αθήνα την Παρασκευή το απόγευμα. Δευτέρα ξημερώματα πάλι στην Ικαρία και Τετάρτη στις δέκα η ώρα το πρωί, των Τριών Ιεραρχών ανήμερα, στα Κύμματα με την Propaganda στο χέρι και στο μυαλό μου να γυρίζουνε σκηνές που είχα ήδη ζήσει λίγα χρόνια νωρίτερα.

Τότε που η πιο Αγαπημένη μου απ’ όλες τις υπάρξεις και ο Νικόλας (neonato) ήταν ακόμα στο μαιευτήριο κι εγώ από εκεί γύριζα στο σπίτι αργά το βράδυ για να πιάσω θέση στη βεράντα και ν’ αποξεχαστώ ρεμβάζοντας, με το μυαλό μου να πηδάει από τα τωρινά στα περασμένα και απ’ αυτά στα μελλούμενα. Έβαζα λίγη τεκίλα με δυο – τρία παγάκια σ’ ένα χαμηλό ποτήρι, άναβα τσιγάρο, έβαζα στο κασετόφωνο Nick Cave να παίζει χαμηλά και κοίταζα το σκοτάδι με απόλαυση. Στην πραγματικότητα άκουγα ξανά και ξανά ένα μόνο τραγούδι (όπως κάνω συνήθως), με αποτέλεσμα, όταν θέλησα κάποια ώρα νυχτερινή να σημειώσω δυο – τρεις φράσεις στο τετράδιό μου για τα γεγονότα των τελευταίων ημερών, να έχουν τόσο κυριέψει το μυαλό μου το μουρμουρητό και οι σκοτεινές εκλάμψεις του βασιλιά-μελάνι, ώστε άλλο δεν έκανα τελικά παρά να μεταγράψω λίγους στίχους από εκείνο το τραγούδι φορτώνοντάς τους με νόημα και συμφραζόμενα εντελώς ξένα στο αρχικό τους. Που έτσι κι αλλιώς το ήξερα από την αρχή: όποτε βαλθώ να γράψω άμεσα για τα συμβαίνοντα το αποτέλεσμα είναι πάντα απογοητευτικό (ή επιδέχεται τόση κατοπινή επεξεργασία, που γίνεται αγνώριστο στο τέλος)· και ιδού το αποτέλεσμα, δίχως τους χρονικούς προσδιορισμούς και άλλες παραμέτρους:

Ξέρω το φάντασμα που τριγυρίζει μες στα μάτια σου,
είναι το φάντασμα των ημερών που θα ‘ρθουνε χωρίς εμάς
και δίχως την οπλή του αλόγου μας επάνω στα χαλίκια
Ξέρω τη νύχτα που ανατέλλει μες στο γέλιο σου,
είναι η θλίψη των πραγμάτων που θ’ αντέξουνε
να μείνουν ευγενή απολιθώματα
όταν θα λιώνει μες στα μαύρα έγκατα της γης
η μαύρη λάβα των αρμάτων μας

Ξέρω πολλά και μες στο βλέμμα σου διαβάζω περισσότερα
Όμως δεν ήξερα αυτή τη χλόη που πρασίνισε
μέσα στην κόρη του ματιού σου,
Όμως δεν ήξερα αυτή τη νύχτα μες στα χέρια σου,
που πλημμύρισε αστέρια, μισοφέγγαρα και απαλές Κλεΐδες
Όμως δεν ήξερα ετούτο τον στρατό από ανάσες σου
που χύθηκε απόψε απάνω μου και μου ‘καψε τη μνήμη

Με το μυαλό μου ολότελα κι ευφρόσυνα κυριευμένο από τη μάταιη νοσταλγία, αντιμετώπιζα με ελαφριά δυσφορία τις κουβέντες και τους χαιρετισμούς των πρώτων ντόπιων που έβρισκαν τον δρόμο για τα Κύμματα κι έτσι σηκώθηκα και βάδισα για πολλή ώρα πάνω – κάτω στην προκυμαία, ανάμεσα στις ισχνές γάτες του λιμανιού και στα στοιβαγμένα δίχτυα των ψαράδων, μέχρι που τα παγωμένα κρύσταλλα που ο ήλιος έσπαγε από το πρωί στην επιφάνεια της θαλάσσης μού πλήγωσαν τόσο τα μάτια που αποφάσισα να γυρίσω στο σπίτι για να φορέσω τα γυαλιά μου και να πιω μόνος μου τον δεύτερο καφέ της ημέρας. Και μετά βλέπουμε.

Βρήκα σκόρπιες τις γάτες, δεξιά κι αριστερά, ξαπλωμένες πάνω στις πλάκες που τις ζέστανε ο ήλιος, να λιάζονται ανέμελα ή να σχεδιάζουν παρεμβάσεις και επίπονες δραστηριότητες με εφαρμογή στο μακρινό μέλλον. Άλλωστε πιο επαινετό είναι να ανακαλύπτει κανείς το μυστήριο στο φως παρά στη σκιά. Είναι ο Αρθούρος Κραβάν που μιλάει κι εγώ ξέρω ν’ ακούω τα λόγια των σοφών. Η πρωινή ψύχρα του Γενάρη δεν μ’ εμπόδισε να βγάλω δυο καρέκλες στο μπαλκονάκι μου και συνετά σκεπτόμενος να τ’ αναβάλω όλα και να προσηλώσω το σώμα μου στην απόλαυση της στιγμής. Η ιδιοφυία εξάλλου είναι μια αλλόκοτη εκδήλωση του σώματος κι οι γάτες στάθηκαν πάντοτε οι πιο καλοί μου δάσκαλοι κι εγώ ο πιο καλός τους μαθητής, με το ένα μάτι να διαβάζω την Propaganda και με το άλλο να παρακολουθώ της φύσης τα κινήματα, στο ένα χέρι να κρατάω τον καφέ μου, ενώ το άλλο να στέκει άεργο προσμένοντας την ώρα κι αδιαφορώντας ταυτόχρονα αν θα ’ρθει τελικά η ώρα που θα καταγράψει τα συμβαίνοντα (όλη η λογοτεχνία είναι: τα, τα, τα, τα, τα, τα, τα. Τέχνη, Τέχνη, σκοτίστηκα για την Τέχνη, λέει ο άλλος στο αφτί μου).

Σε τούτο ακριβώς το μπαλκόνι, το πρώτο βράδυ που έφτασα στην Ικαρία, πάνε πέντε μήνες από τότε, στάθηκα καπνίζοντας και ανοίγοντας το τετράδιό μου βιάστηκα να σημειώσω, χωρίς ν’ ανάψω καν το φως μη τύχει και ένας ξένος εγώ διαταράξω άθελά μου κάποια λεπτή ισορροπία της στιγμής: έχω μια μέρα που έφτασα εδώ κι η επιστήμη ισχυρίζεται πως κάθε καινούριος τόπος εγκατάστασης χρειάζεται τρεις ημέρες τουλάχιστον προτού εμφανιστεί, ως σκηνικό ή και πρωταγωνιστής, στα όνειρα τού ύπνου. Δεν συνέχισα τη σκέψη μου (όταν γράφω στα τυφλά, γεμίζω πολύ εύκολα τις σελίδες μουντζουρώνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις), μα αυτό που ήθελα να πω το γνωρίζω πολύ καλά. Ακόμη κι αν δεν το εκφράζω ξεκάθαρα, αποτελεί μόνιμη επιδίωξή μου· επιθυμούσα να αρχίσει να εισχωρεί στα όνειρά μου η ζωή και τη ζωή μου ο ύπνος να την καθοδηγεί. Πρέπει να ονειρεύεσαι τη ζωή σου με φροντίδα περισσή Αντί να τη ζεις μονάχα σαν μια απλή αναψυχή. Είναι αυτό – υποπτεύομαι – που συνειδητά ή και ανεπίγνωστα προσπαθώ χρόνια τώρα να επιτύχω στα περισσότερα γραψίματά μου, να δημιουργήσω όνειρα που να έχουνε τη δύναμη να βαδίσουν μπροστά από την πραγματικότητα και να σχηματίσω ονειρικούς σχηματισμούς από την ίδια τη ζωή μου.

Το να διασχίσει ένας άνθρωπος αυτό τον ωραίο κόσμο (μόνο οι αποκτηνωμένοι βλέπουν το ωραίο μόνο στα ωραία πράγματα), για όσα χρόνια του μέλλεται, ονειρευόμενος τη ζωή του και να ονειρεύεται ζώντας τα όνειρά του είναι νομίζω κι ο μόνος τρόπος για να ζήσει ολόκληρος, για να πραγματώσει σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκταση αυτούς τους χίλιους περίπου ανθρώπους που ο καθένας κρύβει μέσα του. Ο άνθρωπος είναι τόσο δυστυχής επειδή χίλιες ψυχές κατοικούν σε ένα και μόνο κορμί. Στα όνειρα, όσα δημιουργεί το υποσυνείδητο ως φύλακες του ύπνου ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, αλλά και σε αυτά που συνειδητά και με ποικίλα υλικά και προθέσεις πλάθει η λογική κι η φαντασία του, στα – κάθε είδους – όνειρά του, έχει ο άνθρωπος τη δυνατότητα να ανακαλύψει ή να διακρίνει έστω αμυδρά όλες τις πλευρές του εαυτού του, όπως λέμε, και να πάρει μια γεύση από όλες τις δυνατότητες που ανοίγονται μπροστά του κι αυτός, νήπιος και μωρός, κάνει πως δεν τις βλέπει και περιορίζει τις χίλιες ψυχές του μέσα σε ένα και μόνο κορμί.

Αυτά κι άλλα τέτοια, καθώς ρέμβαζα μ’ απέναντι το πέλαγος στα τέλη του Γενάρη (αλκυονίδες μέρες, όπως είπαμε) και με τις γάτες μου στις πλάκες της αυλής και στα χορτάρια επάνω, μου ψιθύριζε, μες στο μυαλό μου, αυτός ο μυστηριώδης Αρθούρος Κραβάν και πρόσθεσε χαμηλόφωνα, για να επιτείνει το μυστήριο, όπως του άρεσε να κάνει πάντοτε: το σώμα κινδυνεύει απ’ τα πολύ μακρόχρονα όνειρα, η ανάγνωση των γραπτών μου βλάπτει σοβαρά την υγεία, οι συγκοινωνίες είναι εύκολες και, παρόλα όσα λέγονται, δεν υπάρχει κανένας φόβος. Λόγια πριν τόσες δεκαετίες γραμμένα μα θα μπορούσε να πει κάποιος (και το είπα πράγματι εκείνη την ώρα) πως ήτανε για μένα μόνο γραμμένα. Για μένα που συνηθίζω ν’ αποξεχνιέμαι ονειροπολώντας απέναντι στο πέλαγος ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, για μένα που διαβάζω Κραβάν και άλλους απροσάρμοστους δυναμιτιστές με προσήλωση και ενθουσιασμό, για μένα που οι θαλάσσιες συγκοινωνίες είναι μια μόνιμη απειλή ιδίως τις Παρασκευές εκείνες που θέλω να πηγαίνω στην Αθήνα, για μένα που, έτσι που ‘ναι τα πράγματα, ανησυχώ και φοβάμαι στην προοπτική ενός δεύτερου παιδιού. Και όμως, ύστερα απ’ όλα αυτά, κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο κι απέναντι σε αυτή τη θάλασσα, δεν φαίνεται να υπάρχει κανένας φόβος. Μπορώ ήρεμος πια να γυρίσω στα Κύμματα.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]