31 Μαρ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ίσως να το ξέρεις
κατάκαρπα πως, όταν δυσχερείς,
φεύγεις, αφήνεσαι ή σε αφήνουν.
Πολύ μετά, αρχίζει το χλοερό μαρτύριο της σοδειάς·
όταν κι η ξηρασία καταντά έστω μια κίτρινη ελπίδα.
Θα έπρεπε ίσως να ξαφνιάζεις
κατάριζα πως όταν αδρανείς,
ξεχνιέσαι, χάνεσαι ή σε χάνουν.
Θα έπρεπε ίσως να έχεις σπαρταρήσει
πως τόσο απογευματινά
μόνο σαν άνθρωπος μπορείς να μαραθείς· ποτέ σαν φύλλο.
*
ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ των γατιών καραδοκείς έναν πόθο σχεδόν γλώσσα.
Το περιστέρι που άνοιξες φτερά ένα κομμάτι στόμα τώρα κοκκινίζει.
Κοιτάς· μην παριστάνεις τη σιωπή με γρήγορες κινήσεις.
Αργείς το νόημα που αργεί κάθε ουρανός πάνω απ' το βράχο.
Δεν είχες γιο, ούτε τον έλεγαν Χουάν, δεν έγραψες ποτέ ένα στίχο.
Έχανες, έχανες στοργή, κέρδιζες μάτια.
Κυνήγα τώρα τρωκτικά στα τετράποδα όνειρά σου.
Κοίτα με, κοίτα με· δε σε καταλαβαίνω.
*
ΧΙΛΙΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ μπορούν να εκπλαγούν τον αθρόο όλεθρό σου,
γυμνά στον ήλιο, διψασμένα στη βροχή,
με δέρμα σκοτεινό στο θράσος του ανέμου,
αλλ' ούτε ένα πάτημα χορτάρι.
Στα δέντρα πάνω καμαρώνουν τα πουλιά.
Κάτω, παιδιά τρεχοβολούν μια ανάσα αθανασία
και το νερό της λίμνης λέει·
"Πέτρα γεννήθηκα βαθιά μου".
Χιλιάδες σπίτια μπορούν να ταραχτούν τον αθρόο όλεθρό σου,
γυνμά στον ήλιο. διψασμένα στη βροχή,
με σπλάχνα ανάστατα στο θράσος του ανέμου,
αλλ' ούτε ένα βήμα αυλή.
Κάθε που ανοίγει κάποιος και προβαίνει,
προβαίνεις σπάνια ξύλο κι ελάχιστα υγρό·
προβαίνεις, ο εκδρομικός θεός της εφηβίας.
*
"ΠΟΙΟ ΔΡΟΜΟ να πενθήσω στη ζωή;" αναρωτιέμαι,
γιατί σκοτάδι μέσα μου ξέρω πως ό,τι κρύσταλλο απ' το δάκρυ.
Εργάστηκα, έδωσα ζωή, στερήθηκα ζωή.
Προόδευσα, κατέκτησα τη νύχτα κι υποδουλώθηκα ύπνο.
Πήγα μακριά και βρέθηκα γκρεμούς πιο πίσω.
Πάνω, ψηλά, στην κορυφή των ημερών μου, καμαρώνει
ένα ελάφι φως. Πεινώ· ποιο δρόμο να πενθήσω στη ζωή;