1 Απρ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΙΙ. Μελωδίες στη Σκακιέρα του Κακού" - Ίκαρος Μπαμπασάκης


ΖΑΝ-ΚΛΟΝΤ ΙΖΟ "Solea" ΜΤΦΡ.: ΡΙΧΑΡΔΟΣ ΣΩΜΕΡΙΤΗΣ «ΠΟΛΙΣ»

Η λεγόμενη «τριλογία της Μασσαλίας» του Ζαν-Κλοντ Ιζό (1945-2000) είναι ένα σκληρό αλλά μελωδικότατο σχόλιο στη νοσταλγία, μια ελεγεία για έναν κόσμο που χάνεται με ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα αφήνοντας μια πικρή γεύση απώλειας, θλίψης και αγέρωχης μελαγχολίας πίσω του. «Δεν υπήρχε πια στη Μασσαλία», γράφει ο Ιζό, «άνθρωπος που να μπορούσα να ειδοποιήσω. Γνώριζα βεβαίως πολλούς ανθρώπους που τους συμπαθούσα και μάλιστα πολύ, όπως για παράδειγμα ο Ντιντιέ Περέζ και μερικοί άλλοι. Δεν ήταν όμως δυνατόν να πω σ' όλους αυτό το απλό "θυμάσαι;". Κι όμως, αυτό ήταν η φιλία η πραγματική· η δυνατότητα να βάζεις πάνω στο τραπέζι, που λέει ο λόγος, μαζί με μιαν ωραία καλοψημένη τσιπούρα, όλες εκείνες τις κοινές αναμνήσεις. Μόνον αυτό το "θυμάσαι;" σου επιτρέπει να εκμυστηρεύεσαι τα πιο δικά σου πράγματα, όλες αυτές τις περιοχές της ψυχής σου όπου, συνήθως, εκείνο που βασιλεύει είναι η σύγχυση».

Η πλοκή, το νουάρ κλίμα και οι περιπέτειες των ηρώων -κυρίως του Φαμπιό Μοντάλ, ενός Μαρσεγέζου Μάρλοου- είναι μονάχα η αφορμή, ένα εφαλτήριο, για να ξεδιπλώσει ο Ιζό τα γούστα, τις προτιμήσεις, τα όσα αγάπησε κι αυτός μέσα στα ερείπια μιας εποχής. Και δεν είναι λίγα. Και είναι πολύτιμα.

Πρόκειται για ποιήματα (του Μποντλέρ, του Ρεμπό, του Πεσόα, του Λοτρεαμόν, του Τσέζαρε Παβέζε), για τραγούδια, για πολλά τραγούδια (του Μπομπ Ντίλαν, του Λεό Φερέ, του Μπομπ Μάρλεϊ, του Πάιντοπ Πέρκινς, του Λάιτιν Χόπκινς).

Η μελέτη της τζαζ

Πρόκειται ακόμη για τη μέθεξη της τζαζ, για την αγάπη προς τον Τζον Κολτρέιν και τον Ντιουκ Ελινγκτον, τον Νατ Κινγκ Κόουλ και, πάνω απ' όλους, τον μεγάλο Μάιλς Ντέιβις - το Solea, εξάλλου, που δίνει τον τίτλο στο τρίτο και τελευταίο μυθιστόρημα με ήρωα τον Μοντάλ, είναι ένα σπαρακτικό κομμάτι του Ντέιβις από το αριστούργημα «Sketches of Spain», είναι η «σπονδυλική στήλη του φλαμένκο», όπως λέει μια ηρωίδα του μυθιστορήματος.

«Ακούγαμε Coltrane», γράφει σε ένα άλλο σημείο ο Ιζό. «Ημουνα τάπα στο μεθύσι αλλά είχα αναγνωρίσει το Out of This World. Διαρκούσε δεκατέσσερα λεπτά αλλά έφτανε για να σιγοκάψουμε μιαν ολάκερη νύχτα. Κατάλαβα πάντως ότι δεν θ' αργούσε πια ο Χασάν να κλείσει το μαγαζί του. Γιατί με τους δίσκους του Coltrane συνόδευε τον κάθε του πελάτη ώς την έξοδο. Ως τους έρωτές του. 'Η ώς τη μοναξιά του. Να έχουν τις νότες του Coltrane συντροφιά για το δρόμο».

Πρόκειται επίσης για τη φιλοποσία, τη φιλοκαπνία και τη βιβλιοφιλία, καθώς ο Μοντάλ δεν σταματάει να πίνει μπίρες, ουίσκι, παστίς και κρασί, δεν σταματάει να καπνίζει, δεν σταματάει να παραθέτει φράσεις αλιευμένες από βιβλία του Αλμπερ Καμί ή του Μπλεζ Σαντράρ. Πρόκειται για τον έρωτα και τη φιλία, καθώς ο Μοντάλ δεν παύει να παρασύρεται, μ' έναν τραχύ ρομαντισμό, από τα όμορφα μάτια ή τα περήφανα χείλη των θηλυκών πλασμάτων που συναντάει, καθώς ο Μοντάλ δεν παύει να παίζει τη ζωή του κορόνα-γράμματα εν ονόματι των παλιών και νέων του φίλων. Τέλος, πρόκειται για την άδολη αγάπη που ξεχειλίζει σε κάθε σελίδα του Ιζό, μιαν αγάπη για τις παλιές καλές συνοικίες, για τα παλιά καλά στέκια, για τα σοκάκια και την ατμόσφαιρα ενός κόσμου που ήδη έχει διαγραφεί από το χάρτη και με πυρετώδεις ρυθμούς τον εξαφανίζουν και από την κάποτε πάλλουσα πραγματικότητα.

Στο Solea, ο Μοντάλ έχει πια παραιτηθεί από την αστυνομία, ζει μέσα στο σύννεφο της σκοτεινής μελαγχολίας του, και, για τελευταία φορά, εμπλέκεται σε μια εξαιρετικά επικίνδυνη περιπέτεια. Η Μαφία τον στριμώχνει ανελέητα, δολοφονεί βάναυσα τους πιο κοντινούς του ανθρώπους, τον εκβιάζει και ξεπαστρεύει όποιον συναντάει ο Μοντάλ. Το αδιέξοδο είναι απόλυτο. Ο ήλιος είναι μαύρος. Το φεγγάρι ματώνει. Είναι η Σκακιέρα του Κακού.

Ο Ιζό έχει συγκεντρώσει στοιχεία για τη δράση της Μαφίας από πλήθος ντοκουμέντα, επίσημα έγγραφα, αναφορές και πασίγνωστα συμβάντα, κάτι που προσδίδει στο μυθιστόρημά του τη διάσταση ενός κατεπείγοντος κοινωνικού και πολιτικού σχολίου, ενός απονενοημένου σήματος κινδύνου. Στο απόλυτο αδιέξοδο αντιπαρατάσσει κάποια ενδεχόμενα γιατρικά, αλλά κυρίως αντιπαρατάσσει την περήφανη προσωπική στάση, το εγκώμιο της αξιοπρέπειας, την ιστορία των πολύτιμων χειρονομιών, την επιμονή στις εμμονές που συνιστούν την εποποιία της καθημερινής ζωής. Για μυθιστόρημα μιλάμε, κι έτσι το δοκιμιακό στοιχείο εμπλέκεται με το στοιχείο της συγκίνησης, οι κοινωνιολογικές παρατηρήσεις αναμιγνύονται, χωρίς να φαίνονται οι συναρμογές, με το προσωπικό πάθος, την προσωπική επιλογή, με ένα είδος έσχατης στράτευσης: «Σε τίποτα δεν είναι χρήσιμη η απαισιοδοξία, Μοντάλ», ακούμε μιαν ηρωίδα να λέει. «Αυτός ο νέος κόσμος έχει σφαλίσει τις πόρτες του. Εχει ολοκληρωθεί η σύστασή του. Εχει θεσπίσει μια τάξη, τη δική του, και είναι σταθερός. Δεν υπάρχει σ' αυτόν θέση για μας. Δεσπόζει μια σκέψη νέα, εβραιο-χριστιανο-ελληνο-δημοκρατική. Με την προβολή ενός νέου μύθου. Για τους σύγχρονους, νέους βαρβάρους. Δηλαδή, εμάς. Που είμαστε βεβαίως απειράριθμοι, απείθαρχοι και φυσικά νομάδες. Και επιπλέον αυθαίρετοι, φανατικοί, βίαιοι. Και ακόμα, βεβαίως, εξαθλιωμένοι. Η λογική κι ο νόμος βρίσκονται από την άλλη μεριά των συνόρων. Καθώς κι ο πλούτος».

Σ' αυτό το μυθιστόρημα, ο Ιζό επιχειρεί μια σφοδρή, γεμάτη βία, κατά μέτωπον επίθεση σε όσες δυνάμεις απεργάζονται την καταστροφή ενός κόσμου όπου δέσποζε η συγκίνηση, η ποίηση της καθημερινότητας, τα αισθήματα, το καλό γούστο. Οι ήρωές του οδηγούνται ένας ένας στο θάνατο, όχι όμως πριν μπορέσουν και πριν προλάβουν να στείλουν κάποια σήματα καπνού σε όσους επιθυμούν και πασχίζουν ακόμη να διατηρήσουν αλώβητη την ανθρωπιά και την αξιοπρέπειά τους. Ο ίδιος ο συγγραφέας προοιωνίζεται το δικό του χαμό, την εξάντλήσή του, τη φοβερή φθορά που τον ταλάνιζε. Ο βήχας του Μοντάλ είναι και ο δικός του βήχας. Ο θάνατος των ηρώων του είναι και ο δικός του θάνατος. Αλλά πριν από την ύστατη στιγμή, οι ήρωες αυτοί θα τραγουδήσουν μαζί με τον Ζαν-Κλοντ Ιζό το θλιμμένο αλλά αγέρωχο τραγούδι που, όπως έλεγε και ο Αντρέ Μπρετόν, καταφέρνει να ξεγελάσει το χρόνο, καταφέρνει να ξεγελάσει την τρομερή τροπή των πραγμάτων, καταφέρνει να ξεγελάσει τη βία που μας συντρίβει. Κι ο Ριχάρδος Σωμερίτης, μεταφράζοντας στα ελληνικά τον Ιζό, αυτό το τραγούδι καταφέρνει να τραγουδήσει, και το τραγουδάει όσο μελωδικά τού αξίζει. Ας αφεθούμε σ' αυτή τη μελωδία.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 30/3/2001.