5 Απρ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/03/blog-post_29.html

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ (microDiaries 5)

Ξαφνική (που έπρεπε ωστόσο να την περιμένω, αφού είναι αρκετά συνηθισμένο φαινόμενο, καταπώς μου λένε, κατά τους χειμερινούς μήνες σε αυτό το νησί), ξαφνική και κατακόρυφη πτώση της τάσεως του ρεύματος, διάρκειας ήδη μίας ώρας, με φέρνει στη γοητευτική αλλ’ όμως δυσχερή θέση να διαβάζω τη Φαινομενολογία του πνεύματος υπό το φως δύο κηρίων, εξορύσσοντας στην πραγματικότητα από το ημίφως της σελίδας μία – μία τις συλλαβές εν είδει λετριστικού ποιήματος και ανασυνθέτοντας στη συνέχεια όπως – όπως το νόημα στη βραχυπρόθεσμη μνήμη μου. Αν το γνωρίζειν δεν είναι όργανο της δραστηριότητάς μας, αλλά ένα είδος παθητικού μέσου, με τη βοήθεια του οποίου φθάνει σε μας το φως της αλήθειας, τότε δεν προσλαμβάνουμε την τελευταία όπως είναι καθεαυτήν, αλλά όπως είναι σε αυτό και δι’ αυτού του μέσου. Στην προκειμένη περίπτωση, το γνωρίζειν είναι, δίχως αμφιβολία, αποτέλεσμα εργώδους δραστηριότητας εκ μέρους μου, αλλά φως (της αλήθειας ή άλλο) δεν φθάνει ως εμένα.

Και πώς να φθάσει άλλωστε; Η θερμοκρασία τού διάτρητου έτσι κι αλλιώς δωματίου μου έχει αρχίσει να πέφτει επικίνδυνα με το ηλεκτρικό καλοριφέρ μου εκτός λειτουργίας, στο μυαλό μου μεγεθύνεται η ανησυχία για την τύχη του υπολογιστή μου, που για άλλη μια φορά βρέθηκε εν πλήρει λειτουργία την ώρα της πτώσεως, κι η όλη κατάσταση μού φέρνει στο νου μιαν ανάλογη, θρυλική στα προσωπικά μου χρονικά, της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας. Μια λύση είναι να ντυθώ ακόμη πιο ζεστά και να βγω έξω, με την ελπίδα πως το ρεύμα δεν θα έχει κοπεί παντού και θα βρω κάποιον για παρέα στα Κύμματα ή, έστω, θα περάσω λίγη ώρα στο πρακτορείο τού Πετράκη για να χαζέψω τις χθεσινές εφημερίδες και τα περιοδικά. Ένα μήνυμα όμως, που φτάνει εγκαίρως στο κινητό μου από τον Δημήτρη, με ενημερώνει για το μέγεθος της συσκότισης και ανοίγει τον δρόμο για τη δεύτερη λύση που υπάρχει: να γεμίσω το ποτήρι μου με κονιάκ, να ανάψω ένα τσιγάρο και, περιμένοντας τον ερχομό του φωτός ή της νύστας, να ξαναφέρω στη μνήμη μου σκηνές από την εποχή που δεν είχα υπολογιστή ώστε να ανησυχώ για την κατάστασή του, δεν είχα κινητό τηλέφωνο και δεν είχα ακούσει καν το όνομα του Χέγκελ (ίσως όμως να είχε υποπέσει στην αντίληψή μου κάτι σχετικό με τον Έγελο).

Ήμουν δεν ήμουν δώδεκα χρονών κι είχα κιόλας αποκτήσει μερικά από τα πάθη και τις προσηλώσεις που μέχρι σήμερα δεν μ’ έχουνε στιγμή εγκαταλείψει: την αγάπη για τα μακρινά θαλάσσια ταξίδια (και κάθε είδους ταξίδια), την ηδονή του ρεμβασμού με το σαγόνι ακουμπισμένο σε μια ψηλή κουπαστή και την απόλαυση της ανάγνωσης επάνω στο κατάστρωμα ενός πλοίου που έχει μακρύνει κιόλας από τη στεριά. Σ’ εκείνη την ηλικία, ταξιδεύοντας με το πλοίο από την Πάτρα για την Ιταλία, πρωτοδιάβασα Καζαντζάκη και Kierkegaard, και ήταν αυτά τα πρώτα βιβλία για ενηλίκους που διάβασα στη ζωή μου – άλλο που αργότερα κι ως σήμερα ακόμα γυρίζω και ξαναδιαβάζω κάθε τόσο με πραγματική απόλαυση τα πρώτα μου παιδικά αναγνώσματα και θλίβομαι που κάμποσα από αυτά δεν τα έχω πια στην κατοχή μου και δεν έχω αξιωθεί ή δεν μπορώ να τα ξαναποκτήσω. Και τα δύο βιβλία λοιπόν που άρχισα να διαβάζω τότε στο πλοίο τα είχε κουβαλήσει μαζί του ο αδελφός μου ο Δημήτρης και μπορεί να μην κατάλαβα, όπως ήταν αναμενόμενο, ούτε λέξη από τη φιλοσοφία του δανού φιλοσόφου, μα βρήκα τα περιστατικά και την αγωνία της ζωής του τόσο κοντινά στη μόλις έφηβη σκέψη μου που κατέβαλα υπεράνθρωπες προσπάθειες για να προχωρήσω την ανάγνωση πιο κάτω.

Όταν πια πείστηκα ότι δεν έχει νόημα να συνεχίσω την προσπάθεια με τη φιλοσοφία του Kierkegaard, πήρα στα χέρια μου το Ταξιδεύοντας: Ιαπωνία – Κίνα του Καζαντζάκη και, στα επόμενα λίγα χρόνια, διάβασα και ξαναδιάβασα πολλές φορές όλα του τα βιβλία, συμπεριλαμβανομένων των θεατρικών του έργων, πολλών μεταφράσεών του και της Οδύσσειας, 900 σελίδες, 33333 στίχοι καζαντζακικής ποίησης, γλώσσας και κοσμοθεωρίας! Κι ακόμα δεν ήμουν ούτε δεκαπέντε χρονών.

Μόνος στο σπίτι, σκοτεινό απόγευμα του χειμώνα, αφού απελπίστηκα να περιμένω να ξανάρθει το φως, κομμένο ήδη από το μεσημέρι, βγήκα στους δρόμους του Αμαρουσίου, για να γυρίσω τελικά δύο ώρες αργότερα με την Οδύσσεια του Καζαντζάκη στα παγωμένα χέρια μου και με χίλιες τετρακόσιες πενήντα δραχμές λιγότερες στην τσέπη μου, ποσό, αν όχι μυθικό, ωστόσο διόλου ευκαταφρόνητο για ένα μαθητή γυμνασίου στις αρχές της δεκαετίας του ογδόντα. Άναψα το κερί μου και στρώθηκα στο διάβασμα με ενθουσιασμό και ανεξάντλητη επιμονή. Έχω την εντύπωση ότι δεν σήκωσα τα μάτια μου από αυτόν τον ογκόλιθο των γραμμάτων μας προτού περάσουν πολλοί μήνες, κατά τη διάρκεια των οποίων τη διάβασα τουλάχιστον δύο φορές από την αρχή ως το τέλος, συνέταξα ένα γλωσσάριο δεκάδων σελίδων με λέξεις που δεν ήξερα και τα λεξικά δεν τις ανέφεραν και φρόντισα μόνος μου να βρω τη σημασία τους, προσπορίστηκα ποικίλα παράπλευρα οφέλη από αυτήν (Οδύσσεια του Ομήρου, Νίτσε, Βούδας, Φάουστ, Αγία Γραφή) και την τοποθέτησα τελικά ως ακρογωνιαίο λίθο στη βιβλιοθήκη μου, μην τολμώντας έκτοτε να την αγγίξω ξανά.

Πάνε πια δεκαπέντε χρόνια από τότε και να ‘μαι σήμερα, με αφορμή τη διακοπή του ηλεκτρικού και με τη συνδρομή του κονιάκ στο αίμα μου, που ξαναφέρνω όλην αυτή την ιστορία στον νου μου. Ήρθε καιρός αργότερα, όταν με την ίδια ένταση και προσήλωση διάβαζα Ελύτη και όλους τους υπερρεαλιστές, που σχεδόν θεώρησα όλα εκείνα τα χρόνια μάταια σπαταλημένα. Όχι πια. Ο Δημήτρης Καλοκύρης ονομάζει κάπου αυτή την Οδύσσεια αρχιπέλαγος λυρικών ευρημάτων και, επειδή συνήθως εμπιστεύομαι την κρίση του και είμαι και ευαίσθητος τόσο στα αρχιπέλαγα όσο και στα λυρικά ευρήματα, μου μπαίνουν ιδέες στο μυαλό για ένα πρόχειρο ξεφύλλισμά της (τι άλλο να τολμήσω πια;), ωστόσο αντιστέκομαι και, αφού θυμηθώ μιαν επίκαιρη φράση του Καζαντζάκη, πάντα την άγρια φλόγα μάχουμουν σε φως να λαγαρίσω, κι όπου θωρούσα φως το σύμπαινα για να το κάμω φλόγα, ξαναρίχνω το βλέμμα μου στον σκοτεινό Χέγκελ ως μέσο για τη διαφώτισή μου, γνωρίζοντας πάντως πως εκείνο που ηχεί πέρα για πέρα παράλογα είναι να κάνουμε χρήση ενός μέσου εν γένει και γνωρίζοντας ακόμα πως είναι πολύ πιθανόν ότι θα ‘ρθει καιρός που και τούτη η εποχή θα μου φαίνεται αδίκως σπαταλημένη,

μα λέω ντροπή ‘ναι πια στον άνθρωπο να ζει και να πεθαίνει
χωρίς μεγάλες έγνοιες στο μυαλό, χωρίς καημό στο σπλάχνο.

ΘΑΛΑΣΣΑ ΚΙ ΑΛΜΥΡΟ ΝΕΡΟ (microDiaries 6)

Αφήνω προσώρας το πληκτρολόγιο του υπολογιστή και τη συνήθη θέση μου κοντά στο ηλεκτρικό καλοριφέρ, όπου κάθομαι και διαβάζω ή καταγράφω στην ηλεκτρονική μου μνήμη σκέψεις και αφηγήματα, ποιήματα κι ελλειπτικά συνθήματα, που δεν ολοκληρώνονται ποτέ· αφήνω προσώρας το μέσα δωμάτιο, του οποίου το παράθυρο βλέπει προς μια απλή ξερολιθιά (καθαρή δημιουργία του πνεύματος, που λέει κι ο Le Corbusier) και με το σημειωματάριό μου στο χέρι, το ίδιο σημειωματάριο που παίρνω μαζί μου στους περιπάτους και στα καφενεία όπου συχνάζει η βραδυπορία μου, με αυτό ακριβώς στο χέρι μου και ένα συνηθισμένο μπλε στυλό εγκαταλείπω για λίγο το μέσα δωμάτιο, που το παράθυρό του απέχει ένα μέτρο μόλις από την ξερολιθιά (εδώ η αρμονία, εδώ η ανθρώπινη κλίμακα, που λέει κι ο Le Corbusier), και εγκαθίσταμαι στο μπροστινό δωμάτιο, που το ξύλινο τραπεζάκι του είναι σοφά τοποθετημένο μπροστά στο άλλο παράθυρο του σπιτιού, σ’ εκείνο που βλέπει προς τη θάλασσα (άνθρωπε ελεύθερε, πάντα θ’ αναζητάς τη θάλασσα!, που λέει κι ο Μπωντλαίρ κι η πείρα των αιώνων τον επιβεβαιώνει), σ’ εκείνο το παράθυρο που βλέπει προς το πέλαγος, αρκεί ν’ ανασηκώσεις μια στιγμή το βλέμμα σου για να γεμίσει η όραση με θάλασσα και με άνεμο η σκέψη.

Είναι μήνες τώρα που κοιτάζω το πέλαγος από αυτό το παράθυρο ή, όταν ο καιρός το επιτρέπει, από τη βεράντα που είναι ακριβώς μπροστά του. Κι όταν δεν το επιτρέπει ο καιρός και φυσάει ο αέρας με μανία ή βρέχει, ακόμα και τότε κάθομαι ορισμένες φορές και βρέχομαι κοιτάζοντας το γκρίζο μπλε μπροστά μου. Στ’ αριστερά, όταν η ατμόσφαιρα είναι σχετικά καθαρή, διακρίνεται η Χίος, στο βάθος η Τουρκία, ανύπαρκτη όμως για την όρασή μου, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, μπροστά μου κι ως τη θάλασσα μεσολαβούν λίγα μέτρα γης κι ελάχιστες στέγες που, όπως είναι χαμηλά στην κατωφέρεια που φθάνει ως τη θάλασσα, δεν εμποδίζουνε διόλου τη ματιά από την μπλε εικόνα. Σύννεφα πάνε κι έρχονται, ο ήλιος δύει και μεσουρανεί κι άνθρωπος δεν περνάει. Μονάχα γλάροι πηγαινοέρχονται πάνω από τα νερά και γάτες πηδάνε ξάφνου επάνω στο περβάζι μου και με αιφνιδιάζουν, ενώ εγώ κοιτώ τη θάλασσα, στέκομαι ώρες να κοιτώ, άλλοτε όρθιος μπρος στο παράθυρο, πολλές φορές έξω στο βεραντάκι, συχνά μ’ ένα βιβλίο ανοιχτό μπροστά μου, που δεν του ρίχνω ούτε ματιά, πάντοτε ανήμπορος να τραβηχτώ στ’ άλλο δωμάτιο (δωμάτιο εργασίας και δωμάτιο ύπνου) προτού περάσει κάμποση ώρα. Με το κύμα της και τον αφρό της, τα χρώματα, τις λάμψεις και το βουητό της, η θάλασσα δεν βάζει γλώσσα μέσα της, στον καθένα κάτι λέει – σε μένα άλλα τόσα. Κι αν είναι η ποίηση που συνεπικουρεί (γεμάτη η μνήμη μου με στίχους για τα πέλαγα και τους ωκεανούς) με παίρνει το απόγευμα κι έρχεται και το βράδυ.

Κι όμως ξεκίνησα αυτό το γράψιμο, για να πω ακριβώς τ’ αντίθετα. Αυτός είναι κι ο λόγος που πήρα το μπλοκάκι μου κι ήρθα σε τούτο ακριβώς το μπροστινό παράθυρο (που βλέπει προς τη θάλασσα), για να συντάξω ενώπιόν της δριμύ το κατηγορητήριο ενάντια στην ίδια. Γέννημα θρέμμα εγώ της πόλης και των περιχώρων της, συνηθισμένος πάει να πει να ξυπνάω με το βουητό της και να κοιμάμαι με τους ήχους της, όλα μιλάνε γύρω μου και όλα επιδέχονται ανάγνωση, όταν γυρίζω στα δρομάκια της και στέκω στις γωνιές της. Έχω περάσει ευτυχισμένες ή όχι δεκαετίες της ζωής μου να κάθομαι σ’ ένα παγκάκι, σ’ ένα πεζούλι, στα σκαλοπάτια ή στο τραπεζάκι ενός καφενείου και να κοιτάζω δρόμους και πεζοδρόμια, ανθρώπους και αυτοκίνητα, ποδηλάτες και αδέσποτα θηλαστικά κι έπαιρνε φως η σκέψη μου από αυτά και αέρα το μυαλό μου. Με όλα αυτά στη μνήμη μου, συνήθειες προσωπικών αιώνων, ερχόμουν να μεμφθώ τη θάλασσα γιατί κρατάει δέσμια τη γλώσσα μου κι ανάπηρο το χέρι, γιατί, όπως ο Κρητικός τού Σολωμού, άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου που ετρέμαν και δεν μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου. Γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται κι αυτό είναι το παράπονό μου: μπροστά στο πέλαγος, σ’ ετούτο το παράθυρο, βουβαίνεται ο μέσα μου υπαγορεύων κι η δημιουργική μου τεμπελιά χάνει τον συνήθη της επιθετικό προσδιορισμό και γίνεται μόνο ρεμβώδης (μέχρι να βρω τη δύναμη που απαιτείται για ν’ αποσυρθώ στο μέσα δωμάτιο και ν’ ανοίξω τα βιβλία μου ή να βάλω Miles Davis στο κασετόφωνο και να σκύψω στο πληκτρολόγιο – με αμφίβολα και πάλι αποτελέσματα).

Αυτά έχοντας κατά νου πήρα στο χέρι το στυλό και το σημειωματάριό μου και για να ξεκινήσω με τις καλύτερες προϋποθέσεις αντέγραψα πρώτα – πρώτα δυο αράδες του Thomas Bernhard, που συχνά τις θυμάμαι: όταν είμαι στην εξοχή και δεν έχω κανενός είδους ερέθισμα, η σκέψη μου μαραίνεται, γιατί μαραίνεται όλο το κεφάλι μου, στη μεγαλούπολη δεν διατρέχεις τον κίνδυνο τέτοιας καταστροφής. Έτσι ο Μπέρνχαρντ, πάντοτε απόλυτος μα πάντα εύστοχος και διεγερτικός και παρακάτω: από έναν πνευματικό άνθρωπο η εξοχή τα παίρνει όλα και δεν του δίνει (σχεδόν) τίποτα, ενώ η μεγαλούπολη δίνει αδιάκοπα, μόνο πρέπει να το δει κανείς και, όπως είναι φυσικό, να το αισθανθεί, αλλά εκείνοι που το βλέπουν είναι οι ελάχιστοι κι αυτοί δεν το αισθάνονται και έτσι τους τραβάει με έναν αηδιαστικό συναισθηματισμό η εξοχή, όπου σε κάθε περίπτωση αδειάζουν πάρα πολύ γρήγορα πνευματικά, εξαντλούνται και τελικά αφανίζονται.

Διέπραξα όμως το λάθος και, προτού ολοκληρώσω, προτού καν ξεκινήσω, το κατηγορητήριο ενάντια στη θάλασσα, σήκωσα το βλέμμα μου προς το παράθυρό μου και ιδού τ’ αποτελέσματα: γύρισε μόνο του το κείμενο και άλλαξε πορεία, έτσι που τώρα μένω εγώ έκθετος στη λοιδορία τού συναισθηματικού φυσιολάτρη και μένει ανεκμετάλλευτη η άλλη όμορφη φράση που εκστομίζει παρακάτω στο βιβλίο του ο ίδιος αυτός (μισ)αυστριακός συγγραφέας: ένας άνθρωπος του πνεύματος δεν μπορεί να υπάρξει σε ένα μέρος όπου δεν βρίσκει τη Neue Zürcher Zeitung. Ας είναι ωστόσο, ο λαβύρινθος παραμένει ο συνήθης χώρος μέσα στον οποίο μπορούμε να σκεφθούμε, επισημαίνει ο Στέφανος Ροζάνης και ποτέ δεν γνωρίζουμε πού θα βγούμε όποτε εισχωρήσουμε στην επικράτειά του κι εγώ χρησιμοποιώ συχνά το γράψιμο ως μίτο της Αριάδνης (όχι βέβαια ελπίζοντας να βγω ποτέ από τον λαβύρινθο, αλλά με την ελπίδα ότι θα τραβήξω κάποτε και την Αριάδνη μέσα σ’ αυτόν). Σταματώ λοιπόν εδώ και καταφεύγω άλλη μια φορά στον Κάρολο Βωδελαίρον, αφού δεν έχω πρόχειρο κοντά μου τον Κόμητα του Λοτρεαμόν και τον μεγαλειώδη χαιρετισμό του προς τον γέρο-Ωκεανό:

Άνθρωπε ελεύθερε, θ’ αναζητάς πάντα τη θάλασσα!
Η θάλασσα είναι ο καθρέφτης σου· tu contemples ton âme Dans le déroulement infini de sa lameEt ton esprit n’est pas un gouffre moins amer.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]