7 Απρ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΔΕΝ ΑΓΩΝΙΣΤΗΚΑΝ ποτέ κάτι δικό τους,
δεν έκλαψαν το τίποτε που πνίγει κλάμα στο σκοτάδι,
δεν έχασαν τα πάντα που ανοίγουν φλέβα στο φως,
δε χόρτασαν την πείνα που ευωδιάζει
αύριο ζεστό και μαλακό σαν πρωινό καρβέλι.
Ακόμη και τη φτώχια τους έτοιμη τη βρήκαν.

Άνθρωπος αδοκίμαστος στην πτώση,
πέτρα που δε λαχτάρησε ποτέ το επάνω.

Δεν έκλαψαν ποτέ κάτι αιχμηρό τους,
δεν πόνεσαν το χτύπημα που σπάζει όνειρα κοπτήρες,
δεν παραστάθηκαν τη μαχαιριά που τρέφεται με γλώσσα χώμα,
δεν έσβησαν τη δίψα που κυλάει
αύριο μούδιασμα ψυχρό σαν μπίρα μεσημεριανή.
Ακόμη και τη φτώχια τους έτοιμη τη βρήκαν.

Άνθρωπος στεγνός στην τρικυμία,
σκαρί που δεν αντέχει τα ταξίδια.
*
ΩΜΑ ΤΕΡΑΣΤΙΟ πατρίδα μοχθηρή,
όσων μου ξέφυγαν σιωπή κι όσων μου έμειναν γλώσσα.
Γυμνή ασάφεια που ονόμασα ψυχή πριν ξεψυχήσω κόσμο.

Σώμα σκοτάδι, έθνος πνιγηρό,
όσων διαύγεια έχασα κι όσων καρπώθηκα βρωμιά.
Αίμα ασφυξία που ονόμασα καρδιά πριν γονατίσω είμαι.

Σώμα εξορία, κρησφύγετο κραυγή
όσων βλαστήμησα το φως κι όσων σεβάστηκα ύπνο.
Αντίσταση παραμικρή που ονόμασα ορμή πριν καταρρεύσω υπάρχω.

Σώμα, πώς λέει στον άνεμο το φύλλο "αντέχω";
*
ΤΟΝ ΚΥΚΝΟ ύπνο σου αγρυπνώ.
Σκέπτομαι, σκέπτομαι κι επινοώ
μια νέα τεχνολογία των παθών.
Η λίμνη είναι τεχνητή πάντα και πάντα το χορτάρι
αφύσικο σαν φύσημα οχιάς σε ξυράφι.
Τα δέντρα στηλώνουν ένα ξύλινο πόδι
στον άργιλο και περιμένουν
άδικα τον παπαγάλο να κραυγάσει·
"Μη με φωνάζεις Ισμαήλ". Μονάχα
το νερό ταράζει σπλάχνα δροσερά
προσμένοντας το υπερούσιο ψάρι.
Ξάφνου γλυστρώ κατάλευκος
κι αυτό σημαίνει "στ' άδεια τα ονείρατά μου"·
αγρύπνια σ' έναν κόσμο τεχνητό,
με πάθος υπερήφανα λευκό
κι έναν θεό πανέτοιμο να τραγουδήσει.
*
ΑΝΤΕ στο διάβολο, ουρανέ· δεν πρόκειται να κλάψω
για δυο χωράφια δάχτυλα
λιγότερα, πεντέξι σπίτια δόντια
σπασμένα, ματωμένα εκεί που αγγίζει σάρκα
η ανάστροφη του φονικού.
Άντε στο διάβολο, ουρανέ, και το βαμβακερό παιχνίδι
που δίνεις δώρο στα όνειρα του βρέφους,
σαν γύπας λιμπεραλιστής κλεμμένος από κούκο.
Άντε στο διάβολο, ουρανέ·
φέγγε, δελέαζε, υποσχέσου έναν πλανήτη τσέπης.
Εγώ, εδώ κάτω, ουρλιάζω και πονώ,
κοιλοπονώ το σπιτικό θεό μου·
ένα ποτήρι ξέφωτο κρασί, λίγο ψωμί και μια κουβέρτα
(τον Μότσαρτ θα τον μουρμουρίζω)
μέσα στη μπόρα των δικτύων.