12 Απρ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/04/blog-post_05.html

ΣΚΝΙΠΑ BAR

Μετά από δύο εβδομάδες κραιπάλης μεθοδικά απροετοίμαστης (από την Έφεσο παραχορτάσαμε, μα από την Ικαρία αντέχουμε λίγες αντιφάσεις ακόμη), ξανακαθίζω τον εαυτό μου μπροστά στον υπολογιστή, για να συνδέσω όπως – όπως δύο εποχές, κοντινές μεταξύ τους εξάλλου, και να συντάξω ένα σύντομο κι ανεπαρκές χρονικό μιας παρέας, που – με ποικίλες προσχωρήσεις και αποχωρήσεις, διασπάσεις και μεταλλάξεις – σχηματίστηκε και διατηρήθηκε για κάμποσους μήνες στη σειρά, και έναν ύμνο συγχρόνως (ή, μάλλον, μιαν ωδή) στον χώρο εκείνο που φιλοξένησε τα ακανόνιστα βήματά μας. Και ήδη μαζεύτηκαν ένα σωρό φιλοδοξίες για ένα τόσο μικρό κείμενο – ευτυχώς προηγήθηκαν ένα depon, δυο καφέδες, μια χορταστική ομελέτα και μια ασπιρίνη, οπότε ας ξεκινήσουνε τα δάχτυλα να καταγράφουν την αφήγηση κι όπου μας βγάλει η γραφή κι η ελαφριά ζαλάδα. Και αν μάλιστα θελήσω, παρακινημένος από κάποια απροσδιόριστη διάθεση που όμως σπάνια με εγκαταλείπει, να χειροτερέψω λίγο ακόμη τα πράγματα, θα προσθέσω στα προηγούμενα και τον παράγοντα του τυχαίου με τη συνήθη μορφή που αυτό παίρνει στα γραπτά μου τον τελευταίο καιρό, δηλαδή με την απροσχεδίαστη παρεμβολή ξένων αποσπασμάτων στη ροή του κειμένου μου κι ό,τι γίνει.

Τη συνδρομή της τύχης δεν την αρνούμαι, μα επειδή τις τελευταίες λίγες μέρες δεν της έχω την απεριόριστη εμπιστοσύνη που συνήθιζα παλαιότερα, γι’ αυτό θα περιορίσω κάπως την εξουσία της εργαζόμενος σήμερα ως εξής: από τη βιβλιοθήκη μου διαλέγω σκόπιμα ένα βιβλίο που να μην έχει καμία, πρόδηλη τουλάχιστον, συνάφεια με όσα πρόκειται να καταγράψω και συνεπώς το αποτέλεσμα να είναι περισσότερο απρόβλεπτο και η έκπληξη ακόμη μεγαλύτερη αν μεταξύ τους δημιουργηθεί κάποια σύνδεση. Επιλέγω λοιπόν τον Λόγο περί της Μεθόδου του Descartes (αμφιταλαντεύτηκα ανάμεσα σε αυτό και τις Φιλοσοφικές έρευνες του Wittgenstein, μα προτίμησα τελικά τον γάλλο φιλόσοφο, γιατί έχω στην κατοχή μου ένα αντίτυπο της μετάφρασης του Χριστόφορου Χρηστίδη, έκδοση του 1948 από το Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών, το οποίο είχα βρει κατά τύχη σ’ ένα βιβλιοπωλείο μια βροχερή φθινοπωρινή μέρα προ αμνημονεύτων ετών, που για διάφορους λόγους έχει χαραχτεί βαθιά στη μνήμη μου) κι αποφασίζω να ανοίγω σε μια σελίδα να τη διαβάζω στα πεταχτά και να επιλέγω λίγες σειρές για να τις αντιγράφω στο γραπτό μου. Επίσης, ευθύς εξαρχής αποφασίζω πως τις τελευταίες σειρές του βιβλίου του Descartes, που το περιεχόμενό τους δεν το θυμάμαι αυτή τη στιγμή, θα της προσθέσω ως επίλογο στο τέλος και του δικού μου κειμένου. Περιορίζοντας έτσι, σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, τον ρόλο του τυχαίου ξεκινάω την αφήγηση, δηλαδή ξεκινάει ο Descartes.

Ομολογώ όμως πως χρειάζεται πολύχρονη άσκηση και συχνά επαναλαμβανόμενος στοχασμός για να συνηθίσει κανένας να τα βλέπει όλα με τέτοιο μάτι. Και νομίζω πως αυτό κυρίως ήταν το μυστικό των φιλοσόφων εκείνων που κατόρθωσαν άλλοτε ν’ απαλλαγούν από την κυριαρχία της τύχης και παρόλα τα βάσανα και τη φτώχεια τους, να παραβγαίνουν στην ευδαιμονία με τους θεούς τους.

Όπως και να ‘χει, όλοι τελικά θα καταλήξουμε στο σκνίπα bar. Μπορεί να ξεκινάμε από τα Κύμματα (ορθογραφημένα με δύο μ, για να είναι υποθέτω περισσότερο ευανάγνωστη η παρουσία τους καθώς εισέρχεται το πλοίο στο λιμάνι του νησιού, όπως έχω ήδη εξηγήσει αλλού ή όπως θα το ξανακάνω κάποτε), μπορεί λοιπόν να ξεκινάμε από εκεί, όπου παίζουμε τάβλι ή χαρτιά και συζητάμε πίνοντας ούζα ή καφέδες, μπορεί να συνεχίσουμε με ποτό και μουσική Στο περίπου ή να περάσουμε ενδιαμέσως από το μαγειρείο της χήρας ή το καφε-ταβερνάκι του Ζαχαριά, μπορεί να βρεθούμε στο Κασμίρ, για ν’ ακούσουμε Led Zeppelin, Deep Purple και άλλα αρχαιοπρεπή ακούσματα, μπορεί ν’ απέχει δεκαπέντε σχεδόν χιλιόμετρα από τη βάση μας, μπορεί να είναι ανηφορικός και γεμάτος στροφές ο δρόμος και να απαιτούνται ποικίλοι διακανονισμοί μεταξύ οδηγών και επιβατών για την εκεί μετάβασή μας, μα, όπως και να ‘χει, όλοι τελικά θα καταλήξουμε στο Σκνίπα bar. Εκεί μας οδηγούνε πάντοτε τα βήματά μας και από εκεί σπανίως φεύγουμε προτού να ξημερώσει.

1.00 π.μ. Με τη Σωτηρία κινούμαστε ήδη γύρω από το τραπέζι και κάνουμε πως παίζουμε μπιλιάρδο, ενώ ο Μιχάλης με ένα μικρό τμήμα του μυαλού του μάς υπολογίζει χτυπήματα, γωνίες και φάλτσα και με το υπόλοιπο σχεδιάζει τις κινήσεις που, πριν περάσει πολύς καιρός, θα τον οδηγήσουν σε μια γωνία να φιλιέται με τη Σωτηρία ενώ το τσιγάρο του θα καίγεται μόνο του ακουμπισμένο στο τασάκι. Η Σύλια και η Βίλμα μόλις έφτασαν και προσπαθούν να ζεσταθούν με τα χέρια απλωμένα μπροστά στο τζάκι – ο καιρός είναι ήδη Νοέμβριος, μα πιο πολύ θυμίζει Φεβρουάριο. Ο Φίλιππος όρθιος συζητάει με τη Χριστίνα και την Κωνσταντίνα, που κάθονται στα ψηλά καθίσματα της μπάρας, για την απουσία νοήματος στον πολιτισμό μας. Πλησιάζω, με μια φράση του Μπάροουζ στα χείλη, για να συνεισφέρω στη διαπραγμάτευση του θέματος, η ηρωίνη κερδίζει το παιχνίδι πάντοτε ελλείψει αντιπάλου, κι αμέσως κάνω στροφή εκατόν ογδόντα μοιρών για να παρακολουθήσω μια όμορφη κίνηση της Σωτηρίας, δια της οποίας άδειασε το αλκοολούχο περιεχόμενο ενός ποτηριού επάνω στην τσόχα του μπιλιάρδου. Ο Βαγγέλης και η Σταυρούλα ειδοποιούν από το τηλέφωνο ότι καταφθάνουν όπου να ‘ναι, ο Νίκος, ο Κυριάκος και η Ευγενία είναι ήδη εδώ και πίνουνε συζητώντας. Η πόρτα ανοίγει και μπαίνει η Βούλα με τον Λευτέρη (συστάσεις κτλ). Ο Γιάννης και η Μαίρη ήταν εδώ ήδη από τις δώδεκα κι είναι κιόλας αρκετά πιωμένοι.

Για τούτο, μόλις η ηλικία μου μού επέτρεψε να χειραφετηθώ από τους παιδαγωγούς μου, παράτησα ολότελα τη σπουδή των γραμμάτων. Και παίρνοντας την απόφαση να μην αναζητήσω πια άλλη επιστήμη εκτός από κείνη που θα μπορούσε να βρεθεί μέσα μου, ή μέσα στο μεγάλο βιβλίο του κόσμου, χρησιμοποίησα τα υπόλοιπα νιάτα μου στο να ταξιδεύω, στο να βλέπω αυλές και στρατούς, να συναναστρέφομαι ανθρώπους διάφορων ιδιοσυγκρασιών και καταστάσεων, ν’ αποκτώ διάφορες εμπειρίες, να δοκιμάζω τον εαυτό μου στις διάφορες συναντήσεις που η τύχη έφερνε μπρος μου, και παντού να κάνω τέτοιους στοχασμούς πάνω στα πράματα που μου παρουσιάζονταν, ώστε να μπορώ κάτι να ωφεληθώ απ’ αυτά.

2.00 π.μ. Ο Φίλιππος με τον Βαγγέλη έχουν αναλάβει πια τη μουσική: Animals, Rolling Stones, Doors, Janis Joplin, Bob Dylan είναι ό,τι πρέπει για την αρχή, αρκεί να είναι δυνατά και κανείς να μην κάθεται. Ο Φίλιππος εξάλλου κάνει ό,τι μπορεί γι’ αυτό: χορεύει με τα χέρια απλωμένα σαν να πετάει, γυρίζει γύρω από το μπιλιάρδο, κουνάει τα φώτα (εύκολο με το ύψος που έχει), τραβάει απ’ το χέρι όποιον δεν χορεύει μαζί του, φωνάζει, χειροκροτεί, τρέχει πίσω στα πικάπ να δώσει οδηγίες στον Βαγγέλη (λες και τις είχε ανάγκη αυτός), πίνει ακόμη μια μεγάλη γουλιά από την μπίρα του, τραγουδάει, δεν σταματάει να χορεύει με το τεράστιο γέλιο του ν’ ακούγεται παντού και το δερμάτινο μαύρο σακάκι του ν’ ανεμίζει στον αέρα, ώσπου να καταλήξει τελικά σε μια καρέκλα στη γωνία (το σακάκι του, όχι ο ίδιος που σπανίως κάθεται εξάλλου). Στο μεσοδιάστημα μπορεί ν’ ακούσεις από τα χείλη του μια φράση του Προυντόν, ένα ερώτημα για την επικαιρότητα του Νίτσε ή μια κρίση για την κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος.

Έτσι, το μεγαλύτερο κέρδος που αποκόμισα ήταν πως, βλέποντας πολλά πράματα που, όσο κι αν σ’ εμάς φαίνουνται εξωφρενικά και γελοία, δεν παύουν ωστόσο να τα παραδέχουνται και να τα επιδοκιμάζουν άλλοι μεγάλοι λαοί, μάθαινα να μη δίνω υπερβολική πίστη σε τίποτα από κείνα για τα οποία με είχαν πείσει μονάχα με το παράδειγμα και το έθιμο, κι έτσι απαλλασσόμουν σιγά –σιγά από πολλές πλάνες που μπορούν να σκοτίζουν το φυσικό μας φως και να μας κάνουν λιγότερο ικανούς να λογικευόμαστε.

3.00 π.μ. Ούτε ξέρω πια τι μουσική ακούγεται, αρκεί που είναι ροκ και όλοι τραγουδάνε τους στίχους δυνατά – κάθε τόσο κάποιος σηκώνεται και φέρνει από το αυτοκίνητο κάποια κασέτα ή εμφανίζει ως εκ θαύματος από τις τσέπες του παλτού του ολόκληρο μάτσο με cd· ο Φίλιππος και ο Βαγγέλης ευτυχώς τα βολεύουν μια χαρά εκ περιτροπής μπροστά στα πικάπ, ο κύριος Σταύρος πίσω από το μπαρ δεν προλαβαίνει να βάζει ποτά και νερά, το κρύο έξω δεν περιγράφεται, η πόρτα ανοίγει κάθε τόσο και μπαίνει κάποιος από μας (πότε είχε βγει άραγε;) κουβαλώντας μιαν αγκαλιά ξύλα για το τζάκι, μπροστά στο τζάκι η εναλλαγή προσώπων και χεριών που στρέφονται προς τη φωτιά είναι τόσο συχνή, ώστε η συζήτηση που διεξάγεται έχει απολέσει πια κάθε ειρμό, μα κανείς δεν φαίνεται να το αντιλαμβάνεται, ούτε καν η Ελένη που είναι σχεδόν μονίμως καθισμένη μπροστά στη φωτιά. Η φωτιά καίει τόσο δυνατά, τινάζοντας σπίθες παντού, στα ρούχα, στα μαλλιά μας, στο πάτωμα, μες στα ποτήρια μας, που ελπίζουμε και περιμένουμε να κάψει όλα μας τα υπάρχοντα.



Εν τω μεταξύ ο Νοέμβριος έδωσε τη θέση του στις πρώτες μέρες της άνοιξης κι ανοίγει η πόρτα άλλη μια φορά για να ξαναμπεί η Βούλα με άσπρο παντελόνι και ροζ κολλητό μπλουζάκι, με δυο κεραίες εντόμου στα μαλλιά της και δυο μαύρα, κατάμαυρα και λαμπερά, φτερά ανάμεσα στους λεπτούς της ώμους. Ο χορός της, γύρω απ’ το μπιλιάρδο, που η λάμπα του σπρωγμένη από αόρατα χέρια δεν παύει να πηγαινοέρχεται, μπροστά στο μπαρ, ανάμεσα στις καρέκλες, γύρω από τα φώτα, είναι ο χορός του λεπιδόπτερου που έλκεται από το φως και που συγχρόνως τρέχει να ξεφύγει από τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ που με την απόχη του στο χέρι και με το πάθος της επιστήμης και την υπομονή της ποίησης το κυνηγά για να το προσθέσει στην ήδη πλούσια συλλογή του.

Πίσω της, από την ίδια πόρτα, μπαίνει ξανά και η Σύλια με ρούχα μαύρα μάγισσας και όψη δαιμονικής νεράιδας και με το ραβδί της απειλεί να μας μεταμορφώσει όλους σε βατράχια και να κάνουμε βρεκεκέξ κουάξ κουάξ (όπως ο Νικόλας κάνει πηδώντας πάνω κάτω), ώσπου τελικά μια ευφυής πρωτοβουλία τοποθετεί ανάμεσα στα δάχτυλα με τα μακριά μαύρα νύχια το ποτό της, μια βότκα με κάτι, οτιδήποτε, και αποφασίζει να μετατρέψει εμάς σε αείμαχους ροκάδες και το ραβδί της, που ήτανε συγχρόνως και ιπτάμενη σκούπα, σε ηλεκτρική κιθάρα, για να συνοδεύσει τους Ten Years After που χύνονται τώρα από τα ηχεία, περνάνε πάνω από τους ώμους μας και τη λάμψη της φωτιάς που κατατρώει τα μάγουλά μας και καταλήγουνε στα ψηλά σκαμπό του μπαρ, εκεί που κάθεται μεταξύ άλλων και ο Χριστόφορος και κοιτάζει γύρω του μ’ επιμονή προσπαθώντας κάτι ν’ ανακαλύψει.

Από τότε όμως, είχα άλλους λόγους που μ’ έκαναν ν’ αλλάξω γνώμη και να σκεφτώ πως έπρεπε αλήθεια να εξακολουθήσω να γράφω όλα όσα θα έκρινα κάπως σημαντικά, ενόσω θ’ ανακάλυπτα την αλήθεια γι’ αυτά, και να το κάνω με την ίδια επιμέλεια που θα έβαζα αν ήθελα να τα τυπώσω. Τόσο για να έχω περισσότερη ευκαιρία να τα εξετάσω καλά – γιατί αναμφίβολα κοιτάζει πάντα κανένας από πιο κοντά ό,τι πιστεύει πως πρόκειται να το δουν πολλοί παρά ό,τι κάνει μονάχα για τον εαυτό του, και συχνά όσα μου φάνηκαν αληθινά όταν άρχισα να τα διανοούμαι, μου φάνηκαν ψεύτικα όταν θέλησα να τα βάλω στο χαρτί.

4.00 π.μ. Ο μόνος που είχε ακόμη τσιγάρα, ο Χριστόφορος, δεν μπορεί να τα βρει. Εδώ και ώρα έχουμε εξαντλήσει ό,τι καπνό υπήρχε στο μαγαζί, χύμα για στριφτό ή σε τσιγάρο, με φίλτρο ή χωρίς, και τώρα βρισκόμαστε όλοι να ψάχνουμε για το γεμάτο πακέτο του Χριστόφορου, από το οποίο είναι σίγουρος ότι μόνο ένα τσιγάρο είχε καπνίσει και ότι κάπου θα έχουν παραπέσει τα υπόλοιπα. Πάνω στην ώρα, αφού δηλαδή πέρασε σχεδόν μισή ώρα ερευνών, που σημαίνει ότι χωρίς να σταματήσουμε ό,τι κάναμε ως εκείνη τη στιγμή δεν πάψαμε επίσης, συζητώντας και χορεύοντας, πίνοντας και παραγγέλνοντας ξανά ποτά και νερά, δεν πάψαμε ούτε λεπτό να ρίχνουμε ματιές στον γύρω χώρο, στις τσέπες όποιου ρούχου βρίσκαμε ακουμπισμένου, κάτω από τα τραπέζια και τις καρέκλες, πίσω από τα ηχεία, στις τρύπες του μπιλιάρδου, στην τουαλέτα και στα δυο πικάπ, πάνω στην ώρα μπουκάρισε ο Στέφανος (είναι η ακριβής έκφραση, που χρησιμοποιείται πάντα όταν μιλάμε γι’ αυτόν) φέρνοντας μαζί του ένα πακέτο με δύο τσιγάρα κι ακόμη ένα γεμάτο, που πολύ γρήγορα, χωρίς καμία πρόνοια για το μέλλον, κάηκαν όλα μπροστά στα χείλη μας.

Κι έτσι, δίχως να ζω, φαινομενικά τουλάχιστον, με τρόπο διαφορετικό από κείνους που, μη έχοντας άλλη ασχολία από το να περνούν ζωή ήσυχη κι αθώα, πασχίζουν να ξεχωρίζουν τις απολαύσεις από τις ακολασίες, και που, για να χαρούν δίχως ανία τον ελεύθερο καιρό τους, χρησιμοποιούν όλες τις τίμιες διασκεδάσεις, δεν έπαυα να εμμένω στον σκοπό μου και να προκόβω στη γνώση της αλήθειας, περισσότερο ίσως παρά αν είχα περιοριστεί να διαβάζω βιβλία ή να συναναστρέφομαι ανθρώπους των γραμμάτων.

5.00 π.μ. Αν είναι η ενεργητικότητα, όπως λένε τα λεξικά, η τάση για διοχέτευση ή εκτόνωση των φυσικών, ψυχικών και πνευματικών δυνάμεων του ανθρώπου, τότε η πέμπτη πρωινή είναι η ώρα που πάντα παρατηρείται, ανάμεσα στους τελευταίους εναπομείναντες, μια μικρή πτώση αυτής της τάσης, η ώρα που ακόμη και ο αεικίνητος Φίλιππος, για λίγο έστω, κάθεται και κοιτάζει τη φωτιά, τον τοίχο επάνω από το μπαρ ή έξω από το παράθυρο τη νύχτα που, το ξέρουμε, θ’ αρχίσει να υποχωρεί, για να δώσει τη θέση του στο γαλαζωπό ξημέρωμα. Όχι ακόμη πάντως· γιατί είμαστε ακόμη εκεί όπου πάντοτε μας οδηγούν τα βήματά μας κι από εκεί σπανίως φεύγουμε προτού να ξημερώσει. Είναι η ώρα που από τα ηχεία θα ξεχυθεί και θα φτάσει μέχρι εμάς, γλιστρώντας αργά επάνω στο μπαρ, στο ξύλινο πάτωμα και στους τοίχους, ένα κύμα funky jazz και θα σηκώσει πρώτα τη Βούλα, ύστερα τη Σύλια και στη συνέχεια όλον τον κόσμο για μια τελευταία ώρα χορού, όπου θ’ ανακατευτεί τελικά ακόμα και ο Manu Chao με τον Bob Marley – και τα κινήματά της, που ξεκινάνε από χαμηλά και υψώνουν το κορμί της προς το φως, στέλνουνε σκοτεινά μηνύματα στον νου μου, που στα όνειρά μου αργότερα θα τα αποκρυπτογραφώ.

Και να μιμηθώ σ’ αυτό τους ταξιδιώτες που, όταν χαθούν μέσα στο δάσος, δεν πρέπει να περιπλανιόνται τριγυρνώντας πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, μήτε ακόμα λιγότερο να σταματούν στην ίδια θέση, αλλά πρέπει να τραβούν αδιάκοπα όσο μπορούν ολόισια προς την ίδια κατεύθυνση και να μην την αλλάζουν για ασήμαντους λόγους, έστω κι αν στην αρχή η τύχη μονάχα τους έκανε ίσως να τη διαλέξουν. Γιατί μ’ αυτό τον τρόπο, αν δεν πάνε εκεί ακριβώς όπου επιθυμούν, τουλάχιστον θα φτάσουν στο τέλος κάπου, όπου θα είναι πιθανότατα καλύτερα παρά στη μέση ενός δάσους.

6.00 π.μ. Το τελευταίο cd έφτασε στο τέλος του κι αυτό και πέρασε πολλή ώρα προτού κάποιος σηκωθεί για να το αλλάξει και να βάλει το επόμενο, χαμηλώνοντας συγχρόνως την ένταση. Αμετάκλητα χωρίς τσιγάρα πια και δίχως διάθεση για άλλο ποτό, με ποτήρια γεμάτα νερό να πηγαίνουν και να έρχονται και κανείς πια να μη βγαίνει έξω για να φέρει ξύλα για τη φωτιά που και αυτή σβήνει σιγά – σιγά, χαιρετάμε και βγαίνουμε έξω στα ψυχρά χαράματα για να μοιραστούμε όπως – όπως στα αυτοκίνητα και να πάρουμε τον δρόμο της επιστροφής. Είκοσι λεπτά διαδρομή, κατήφορος με στροφές και τον ήλιο στο πρόσωπο που μόλις ανατέλλει, κλειστά παντζούρια στο δωμάτιο και τραβηγμένες τις κουρτίνες μέχρι το μεσημέρι. Το ραντεβού της επομένης, που δεν χρειάζεται να το ορίσουμε, είναι στα Κύμματα, με ζεστό καφέ, τοστ και τυρόπιτες, παυσίπονα για τον πονοκέφαλο και χθεσινές εφημερίδες στο χέρι, όπως πάντοτε σε τούτο το νησί.

Και θα προσθέσω πως η κλίση μου με απομακρύνει τόσο πολύ από κάθε είδους άλλα σχέδια – προπάντων από κείνα που δεν θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα σε μερικούς δίχως να ζημιώσουν τους άλλους – που αν ορισμένες περιστάσεις μ’ εξανάγκαζαν να καταγίνω με τέτοια, δεν πιστεύω καθόλου πως θα ήμουν ικανός να τα καταφέρω. Κάνω έτσι εδώ μια δήλωση που, το ξέρω, δεν μπορεί να συντείνει στο να με κάνει σπουδαίο στον κόσμο, ούτε όμως κι έχω καμιάν όρεξη να γίνω σπουδαίος. Και θα θεωρώ πάντα τον εαυτό μου περισσότερο υποχρεωμένο σε κείνους που θα μου κάνουν τη χάρη να μ’ αφήσουν να χαίρουμαι ανεμπόδιστα τον καιρό που διαθέτω, παρά σε κείνους που θα μου προσφέρουν τα τιμητικότερα αξιώματα του κόσμου.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]