14 Απρ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


Ο ΑΠΟΣΠΕΡΙΤΗΣ, σαν σκυλί
που έφυγε τη μετέωρη αυλή σου και γυρίζει
στις γειτονιές των αστεριών, μια φλούδα
φεγγάρι εργατικό μυρίζει.
Είναι γλυκά, είναι όμορφα
(συν το συν μεθυστικό του γιασεμιού).
Καλά πού φώλιασες το εξοχικό σου εκεί πάνω!
Έτρεξα δυο και τρεις ζωές απελπισία·
ούτ' ένα δέντρο στη βροχή δεν έχω κατορθώσει.
Νυχτώνει· ο αποσπερίτης σου αγριεύει. Δε γαυγίζει...
*
ΣΥΓΧΩΡΕΣΕ τους, πορφυρέ, με τη μεγάλη δύση των βουνών σου.
Νεκρώνονται κατάσπλαχνα, όταν χυμούν σε σπλάχνα άλλων.
Γυρίζουν από τη σφαγή, να ξαποστάσουν νικητές τον όλεθρό τους.
Καθένας ζει πολλούς νεκρούς, για να μη θάψει το νεκρό του.

Συγχώρεσέ τους, δροσερέ, με το βαθύ γαλάζιο των νερών σου.
Ξεσχίζονται κατάσαρκα, όταν χυμούν στις σάρκες άλλων.
Γυρίζουν από τη σφαγή, για να σαπίσουν παρατημένοι στα πεδία των ονείρων.
Καθένας ξενυχτάει πολλούς νεκρούς, για να μην κλάψει το νεκρό του.

Συγχώρεσέ τους, ανθηρέ, με το μεγάλο ίσκιο των δασών σου.
Από τη μάχη των εμπόρων, κανείς δε βγαίνει ζωντανός.
Νεκρό το θύμα και ο θύτης δυο ζωντανές φορές νεκρός.
*
ΠΕΦΤΟΥΝ ΒΥΘΙΖΟΝΤΑΙ αποχωρούν,
ψάχνουν μες στο σκοτάδι
ένα δέντρο να χάσουν τα ρούχα τους,
ένα δάσος ν' απαλλαγούν τη σάρκα τους,
μια γωνιά να πυρώσουν τα σπλάχνα τους.
Πέφτουν, βυθίζονται, αποχωρούν, τελειώνουν.

Α, ρε μπουρδέλο γη· πόσο μαύρο διανυκτερεύεις.

Σηκώνονται, αναδύονται, προσέρχονται,
ζητούν μέσα στο φως
λίγον αέρα να κερδίσουν τα φύλλα τους,
μια θύελλα ν' αποκτήσουν τη φλούδα τους,
μια γωνιά να δροσίσουν τις ρίζες τους.
Σηκώνονται, αναδύονται, προσέρχονται, αρχίζουν.

Α, ρε μπουρδέλο γη· πόσο πράσινο εφημερεύεις.

Άνθρωποι και πλατάνια.
*
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΙΔΕΡΟ αλλά τρελαίνονται σκουριά,
όταν ο θάνατος ισχύει ανάμεσά τους,
ορθώνοντας ατσάλινες προβλέψεις,
προτείνοντας ορείχαλκες επενδύσεις,
αποφέροντας θάνατο, θάνατο, προσεκτικά
καθαρισμένα γυαλιά, επιμελείς
γραβάτες, άψογα
σιδερωμένα πουκάμισα, σάβανα,
σάβανα, σκουριά ο λάκκος που χορταίνει
την ξύλινη φιλοδοξία.

Καύσιμα θηλαστικά σε κατάσταση αποσύνθεσης.
*
ΠΑΡΕ ΤΑ ΔΩΡΑ σου χρόνε
κι εκείνο το ξυλάλογο της προσδοκίας,
εκείνο το ξυλάλογο γνώριμο τέχνασμα,
σχεδόν απρέπεια, σχεδόν ασχήμια
και οπωσδήποτε αλητεία.

Η μια ψυχή ζητάει το γίγαντά της,
η άλλη ρωτάει καθρέφτες την ψυχή της.
Τρίτη αφήνει όνειρα σημάδια
για να επιστρέψει δυσανάγνωστη
στο φτωχοκείμενό της.

Με παραμύθια λιγοστεύουμε μεγάλοι,
με παραμύθια αυξάνουμε παιδιά.
Συμμορφώσου, συμμορφώσου,
χρόνε αδέξιε παραμυθά.

Σηκώνεται, πλένει το πρόσωπο,
ντύνεται κατάσαρκα τον κήπο
και διεκδικεί το θάνατο
με άνθη και πάθη και σώμα και ψυχή.

Χρόνε παράδοξε φονιά, η φτώχια ζώο παραφυλάει.