15 Απρ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧΙV. Έρωτας και Αλκοόλ Ενάντια στον Πόλεμο" - Ίκαρος Μπαμπασάκης


ΕΡΝΕΣΤ ΧΕΜΙΝΓΟΥΕΙ Αποχαιρετισμός στα όπλα ΜΤΦΡ.: ΕΛΕΝΗ ΡΟΥΦΑΝΗ «ΕΡΑΤΩ»

Ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ ήταν μεγάλος συγγραφέας. Και, παρ' όλα όσα λένε -εκείνοι που δεν ξέρουν να γράψουν επειδή δεν ξέρουν να διαβάσουν και δεν ξέρουν να διαβάσουν επειδή δεν ξέρουν να ζήσουν- ήταν μεγάλος συγγραφέας ακριβώς επειδή ήταν μεγάλος άνθρωπος. Πάντα εν κινήσει και πάντα σε αναζήτηση ενός χαμένου χρόνου, που όφειλε να τον ξανακερδίσει δίνοντας αλλεπάλληλες μάχες με τη φθορά, ο Χέμινγουεϊ δεν θέλησε να κάνει παραχωρήσεις, δεν θέλησε να κολακέψει, δεν θέλησε να απαρνηθεί τη μοίρα (και τις υποχρεώσεις) του μεγάλου ανθρώπου και μεγάλου συγγραφέα. Η ζωή και το γράψιμο έσμιξαν, το πάθος και το ταλέντο σφιχταγκαλιάστηκαν και τα λιτά, αδρά, γεροδεμένα και συναρπαστικά αριστουργήματα κατέφθαναν το ένα μετά το άλλο, δώρισμα σε πάνω από δέκα γενιές γερών αναγνωστών.

Ο «Αποχαιρετισμός στα όπλα» αντλεί το υλικό του από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, από το Πρώτο Παγκόσμιο Μακελειό, όπως θα έλεγε και ο άλλος μεγάλος, ο Σελίν. Ο Χέμινγουεϊ βρέθηκε στην Ιταλία, εθελοντής στον Ιταλικό Ερυθρό Σταυρό, οδηγός ασθενοφόρου. Τον Ιούλιο του 1918, ενώ βρίσκεται με αποστολή στην περιοχή Φοσάλτα ντι Πιάβε, στο ιταλο-αυστριακό μέτωπο, τραυματίζεται στα πόδια. Νοσηλεύεται επί τρεις μήνες στο Μιλάνο, όπου ερωτεύεται μια νοσοκόμα, την Αγκνες φον Κουρόφσκι. Η Κουρόφσκι, όπως πολλές γυναίκες, θα φανεί δύσπιστη απέναντι στην ιδιοφυΐα και ο Χέμινγουεϊ, όπως πολλοί άντρες, θα πνίξει στο ποτήρι του ουίσκι άλλον έναν ανεκπλήρωτο, άλλον ένα ματαιωμένο έρωτα. Αυτό το περιστατικό θα τον σημαδέψει ανεξίτηλα και θα αποτελέσει τον κεντρικό πυρήνα του θαυμάσιου «Αποχαιρετισμού στα όπλα».

Ηρωας του μυθιστορήματος είναι ο Αμερικανός Φρέντερικ Χένρι, ένας έντιμος, καλοζωιστής, καλότροπος νέος άντρας, επίσης εθελοντής στον Ιταλικό Ερυθρό Σταυρό, υπολοχαγός και υπεύθυνος ενός μικρού στόλου ασθενοφόρων. Περνάει τις όποιες ελεύθερες ώρες του παρέα με Ιταλούς συναδέλφους του, πίνοντας και σουλατσάροντας, συχνάζοντας σε κάποια γοητευτικά κακόφημα στέκια. Θα γνωρίσει την Εγγλέζα νοσοκόμα Κάθριν Μπάρκλεϊ, εξαιρετικά ευαίσθητη, ντελικάτη και μια ιδέα ιδιόρρυθμη - και ύστερα από μια-δυο προπαρασκευαστικές συναντήσεις, εκείνη θα ενδώσει στον έρωτά του· και στην ευπρόσδεκτη -για την Κάθριν, όπως και για όλους μας- καλή συνήθειά του να πίνει και να ξέρει καλά να πίνει.

Με σκηνικό καθημαγμένες συνοικίες, αντιαεροπορικά πυρά, προβολείς ανίχνευσης, βομβαρδισμούς, συσκοτίσεις και συναγερμούς, οι δύο νέοι προσπαθούν να ζήσουν όσο πιο έντονα μπορούν τον έρωτά τους, απολαμβάνουν με ένα συνδυασμό γαλήνης και μανίας την κάθε τους στιγμή, καβγαδίζουν, φιλιώνουν, απομακρύνονται και σμίγουν, πιστοί στη χορογραφία που εμπνεύστηκε ειδικά γι' αυτούς ο μεγάλος συγγραφέας.

Κάποια στιγμή, ο Χένρι τραυματίζεται από ένα βλήμα όλμου, συντρίβεται το γόνατό του, μεταφέρεται σ' ένα νοσοκομείο, χειρουργείται και νοσηλεύεται. Η Κάθριν θα βρεθεί στο πλευρό του. Θα του φέρνει κρυφά από τους γιατρούς κονιάκ, κρασί και γκράπα και θα περνάνε τις νύχτες τους μαζί στο θάλαμο του νοσοκομείου.

Μετά την ανάρρωσή του, ο Χένρι φεύγει πάλι για το μέτωπο. Ο ιταλικός στρατός υποχωρεί και ο νεαρός Αμερικανός θα εμπλακεί σε ένα περιπετειώδες περιστατικό μιλιταριστικής βαναυσότητας, ακατανοησίας και χάους. Οι άντρες της στρατιωτικής αστυνομίας θέλουν να τον εκτελέσουν, αυτός το σκάει την τελευταία στιγμή, ρίχνεται στα παγωμένα νερά ενός ποταμού, ενώ οι σφαίρες βουίζουν γύρω του, περιπλανιέται στα δάση, κυνηγημένος. Λίγο πριν, έπινε και συνομιλούσε παρέα πότε με σοσιαλιστές και πότε με αναρχικούς Ιταλούς, που εξέφραζαν με τον καλύτερο τρόπο τα αντιπολεμικά τους αισθήματα:

«Μα τον Θεό, είναι ωραίο μέρος, κύριε υπολοχαγέ. Ελάτε μετά τον πόλεμο και θα σας δείξουμε όλη την περιοχή».«Είστε όλοι σοσιαλιστές;».«Ολοι».«Είναι όμορφη πόλη;».«Υπέροχη. Δεν έχετε ξαναδεί τέτοια πόλη».«Πώς γίνατε σοσιαλιστές;».«Είμαστε όλοι σοσιαλιστές. Ολοι. Πάντα ήμασταν».«Να 'ρθείτε, κύριε υπολοχαγέ. Θα σας κάνουμε κι εσάς σοσιαλιστή».

Και ακολουθεί μία από τις καλύτερες, από τις πιο λιτές και αδρές παραγράφους του μυθιστορήματος, το απόγειο του στιλ για το οποίο έγινε πασίγνωστος ο Χέμινγουεϊ. Ιδού: «Μπροστά μας ο δρόμος έστριβε αριστερά. Αντικρίσαμε ένα μικρό λόφο κι έναν κήπο με μηλιές πίσω από μια πέτρινη μάντρα. Μόλις ο δρόμος άρχισε να σκαρφαλώνει στο λόφο σταματήσαμε την κουβέντα. Συνεχίσαμε να περπατάμε όλοι μαζί προχωρώντας γρήγορα ενάντια στο χρόνο».

Αυτό είναι το απόλυτο κλίμα που κατάφερνε ο Χέμινγουεϊ, με την εύστοχη επιλογή απλών λέξεων και με τον πότε μελαγχολικό και πότε καταιγιστικό συνδυασμό τους, να μεταφέρει στον αναγνώστη και να τον καθηλώνει έως ότου διαβάσει και την τελευταία του σελίδα.

Ο ήρωας του «Αποχαιρετισμού», αφού συνειδητοποιήσει τη φρίκη, την ανοησία και τον παραλογισμό του πολέμου και αφού παραδοθεί ολότελα στον έρωτα για την Κάθριν -έναν έρωτα που βλέπουμε να μετασχηματίζεται γοργά σε βαθιά αγάπη- αποφασίζει να εγκαταλείψει την εμπόλεμη ζώνη και να διαφύγει, μαζί με την αγαπημένη του, στην ουδέτερη Ελβετία. Πράγματι, το εγχείρημα πετυχαίνει. Ο Χέμινγουεϊ δεν παραλείπει ούτε τώρα να παρεμβάλει αντιπολεμικές νύξεις στις σελίδες του, χωρίς ωστόσο να ξεπέσει σε έναν ανόσιο και ελάχιστα πειστικό, πομπώδη και ψευτοπροπαγανδιστικό τόνο. Τα λόγια των ηρώων του ακούγονται αβίαστα, φυσικά, και γι' αυτό ακριβώς βαθιά ανθρώπινα. Ο αφηγητής μιλάει για τον έρωτα και για το αλκοόλ, μιλάει για τις ωραίες χαρές της ζωής, κάνοντας έτσι να τονιστεί πιο αποκρουστικά ακόμη η φρίκη του αλληλοσκοτωμού.

Ο Φρέντερικ και η Κάθριν έχουν πια καταφύγει σ' ένα φιλόξενο ξενοδοχείο, στην Ελβετία. Απολαύστε πάλι τον αβίαστο λόγο του Χέμινγουεϊ:

«Η Κάθριν βγήκε από το δωμάτιο κι έκλεισε την πόρτα. Ξαναγύρισα στις εφημερίδες και στις ειδήσεις για τον πόλεμο ρίχνοντας αργά τη σόδα πάνω στον πάγο μες στο ποτήρι με το ουίσκι. Ας τον έφερναν χωριστά. Μόνον έτσι μπορείς να καταλάβεις πόσο ουίσκι υπάρχει στο ποτήρι και δεν κινδυνεύεις να το νερώσεις περισσότερο απ' όσο πρέπει με τη σόδα. Θα αγόραζα ένα μπουκάλι ουίσκι και θα τους ζητούσα να μου σερβίρουν πάγο και σόδα από δω κι εμπρός. Αυτό ήταν το σωστότερο. Ενα ουίσκι είναι πολύ ευχάριστο πράγμα. Είναι μια από τις απολαύσεις της ζωής».

Αυτός ήταν -αυτός είναι- ο Ερνεστ Χέμινγουεϊ. Ξέρουμε ότι θανάτωσε τον ίδιο του το θάνατο, πριν από σαράντα χρόνια. Στις 2 Ιουλίου του 1961. Εμείς ακόμη συγκλονιζόμαστε από τα μυθιστορήματά του. Ακόμη συγκλονιζόμαστε από τον «Αποχαιρετισμό στα όπλα».