5 Μαΐ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΜΑ, ΝΑ! Βγάζεις περίπατο μια πρόσχαρη βροχή,
και τέλος όλα τα δεινά αμμουδερά βαθιά μου.
Το δέρμα του φεγγίτη κάποτε ήταν τζάμι
κι αυτά τα δάχτυλα σκουριά οι μεντεσέδες.
Ω, τι φαράγγι γηρατειά που σφύζουν τη βροχή σου!
Ω, τι λαγκάδι φυλλωσιά λάμπει στο βλέμμα της φωλιάς σου!
Η γάτα έρχεται σιγά, χαϊδολογιέται
μυριάδες ασυνείδητα στα χέρια μου, σωπαίνει
την ακατάβλητη σιωπή των ερχομών σου.

Αν δεν μπορούσες να δακρύσεις μια βροχή,
ποιος θα σε είχε καταφύγει;
*
ΚΑΘΕ που ανθίζεις δέντρο, αναστενάζει·
εργατικός, μελετηρός και συνεπής
κάποιος παλιός κομμουνιστής
που έκαψε τα νιάτα του
πασχίζοντας ν' ανάψει ένα φιτίλι ελευθερία.

Κάθε που ανθίζεις δέντρο, αναστενάζει·
φιλόπονος, ευθύς κι ενοχικός
κάποιος γέρος μοναχός
που έκαψε τα νιάτα του
πασχίζοντας ν' ανάψει ένα φιτίλι ελπίδα.

Κάθε που ανθίζεις δέντρο, περιμένει·
μνησίκακο, εκδικητικό και πρόστυχο της γης το κατακάθι,
τα γηρατειά που γλίτωσαν κάποιοι να πυρπολήσει.
Νομοταγείς πολίτες, σκυλοόι κι αρχοντολόι,
το δέντρο που ανθίζεις τριγυρίζουν.

Κάθε που ανθίζεις δέντρο, αναστενάζει
κάποιος κι ακούγεται, από μακριά
ο Μάρκος Μπότσαρης να κράζει·
"Τούρκοι, Ρωμιοί, Αρβανίτες, Βλάχοι, ενθάδε τι με νοιάζει;"
*
ΤΟΝ ΠΛΑΤΥΦΥΛΛΟ βυθό σου ξημερώνομαι.
Ήλιος εύοσμος το μαξιλάρι
και δέκα δάχτυλα αγωνία
στων σεντονιών τη θηλασμένη νηνεμία.
Με συγχωρείς που δεν μπορώ να επιπλεύσω
τον ύπνο ενός κλαδιού.
Με συγχωρείς που απαιτώ
καρπούς κι απ' των ονείρων το χαλίκι.
Με συγχωρείς· θα βρίσκεσαι μια πέτρινη ζωή βαθιά μου,
εσύ και ό,τι ασφυκτικά σου ανήκει.
*
ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΚΡΙΝΕΙΣ με μιαν άβυσο οργή.
Μια βρύση ευτυχία προσπαθούν κι είναι πλασμένοι άμμος.
Ιδρώνουν λάσπη, ρίζα και βροχή,
διψάνε πέτρα, φύλλο και τσακμάκι,
κοιμούνται ολόκληρα βουνά κακοτυχία.

Εργάτης άνθρωπος· δυο χούφτες δυστυχία.

Μην τους κρίνεις μ' ένα ορίζοντα θυμό.
Ένα χωράφι ευδαιμονία προσπαθούν κι είναι πλασμένοι πέτρα.
Ιδρώνουν καύσωνα, φωτιά και στάχτη,
διψάνε κάρβουνο, άμμο και σκόνη,
κοιμούνται απέραντες ερήμους πανικό.

Εργάτης άνθρωπος· δυο βήματα ερπετό.

Μην τους κρίνεις με μιαν απουσία βουνό.
Μια κατηφόρα ονειρεύονται θεό, ένα δέντρο,
μια καταπρόσωπο δροσιά κι ένα κατάστηθο χωριό.

Μην τους κρίνεις· σκοτεινιάζεις, θα νυχτώσουν.