10 Μαΐ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/04/blog-post_12.html

ΘΑ ΛΕΙΠΕΙΣ ΚΑΙ … (microDiaries 7)

Κατευθυνόμουνα προς το ασπροβαμμένο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, που χρησιμοποιώ για γραφείο (όταν δεν είμαι αναπαυτικά μισοξαπλωμένος στο κρεβάτι μου για να διαβάζω ή άβολα σκυμμένος πάνω από το πληκτρολόγιο και μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή για να γράφω), όταν έπεσε το βλέμμα μου στο ράφι, που φιλοξενεί στενάζοντας από το ασυνήθιστο βάρος όσα βιβλία μπόρεσα να έχω μαζί μου στο νησί. Είδα εκεί τον τόμο με τα ποιήματα τού Σολωμού και δίπλα τού Καρούζου, τα ποιήματα τού Hölderlin και δίπλα τού Ελύτη, τα ποιήματα τού Γιώργου Σαραντάρη και δίπλα τού Δημήτρη Παπαδίτσα. Εδώ αίφνης σταμάτησε το βλέμμα μου και δίχως να το πολυσκεφτώ άπλωσα το χέρι και παίρνοντας το βαρύ βιβλίο ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο κάνοντας σιωπηρή συμφωνία κυρίων με τον εαυτό μου ότι θα διαβάσω έτσι στα όρθια μόνο ένα ή δύο ποιήματα και ύστερα θα συνεχίσω τον δρόμο μου προς το ασπροβαμμένο ξύλινο τραπέζι της κουζίνας, που χρησιμοποιώ για γραφείο (όταν δεν είμαι κτλ κτλ), για να αρχίσω – και να τελειώσω επιτέλους – αυτή την εργασία που μέρες τώρα κατά πάγια τακτική μου, με διάφορες προφάσεις και αφορμές, όλο αναβάλλω και καθυστερώ.

Όταν όμως στην τύχη άνοιξα τον τόμο με τα ποιήματα του Παπαδίτσα, που, αν και τ' αγαπάω πολύ, είχα ίσως και μήνες να τ’ αγγίξω, στη σελίδα τριακόσια ενενήντα πέντε και διάβασα ανυποψίαστος και δυνατά τη μαγική φράση Θα λείπεις και φυσάει απ’ τη μεριά που λιγοστεύω, και ύστερα την ξαναδιάβασα και την ξαναδιάβασα, πάλι και πάλι, ήταν πια πολύ αργά για να κάνω πίσω. Διάβασα ολόκληρο το ποίημα, Αυτή που ήρθε ή που έφυγε, ένα ποίημα για την απουσία, για την παρουσία και για τον ερχομό, το αντέγραψα ολόκληρο σε μια κόλλα χαρτί και το ακούμπησα πάνω στον υπολογιστή, για να το βρω εκεί και να το διαβάσω την επόμενη φορά που θα πάω να τον ανοίξω για να γράψω ένα δικό μου ποίημα για την απουσία της και για την παρουσία της, πήρα πάλι το βιβλίο στα χέρια μου, κάθισα σε μια καρέκλα μες στη μέση του δωματίου και πέρασα την επόμενη ώρα διαβάζοντας μεγαλόφωνα (όλοι οι γείτονες λείπουνε σε ταξίδι για δουλειές) όσα ποιήματα ήδη γνώριζα και όσα ποιήματα ή και μόνους στίχους με την πρώτη ματιά που έριχνα σε μια σελίδα μού τράβαγαν την προσοχή – και βρέθηκαν, για άλλη μια φορά, πολλοί.

Πάντα η ίδια ιστορία. Αρκεί ν’ ανοίξω έναν τόμο με ποιήματα, αρκεί, πολλές φορές, έστω να θυμηθώ και από μνήμης μου ν’ αναπαράγω έναν στίχο ποιήματος αγαπημένου (κι είναι γεμάτη η μνήμη μου από τέτοια θραύσματα), για να ξεστρατίσει ολότελα πια η προσοχή μου από οποιαδήποτε άλλη μέριμνα βιοτική, απ’ οποιαδήποτε σκέψη ή προβληματισμό, ανησυχία ή πρακτική αναγκαιότητα και σαν τον άνεμο του Εκκλησιαστή να επιστρέψω στον εαυτό μου, αφού θα έχω προηγουμένως περιπλανηθεί σε όλες τις κατευθύνσεις ταυτόχρονα, χωρίς στιγμή να εγκαταλείψω το κέντρο του κόσμου. Γιατί η ποίηση, κρίνω και ομολογώ εξ ιδίων τα αλλότρια, επενεργεί με αυτό τον μαγικό τρόπο στο πνεύμα του ανθρώπου: έχει τη δύναμη με μία μόνο φράση (Θα λείπεις και φυσάει απ’ τη μεριά που λιγοστεύω) να δημιουργεί ένα κύμα ανέμου τέτοιου που λιγοστεύει την πραγματικότητα από τη μια μεριά για να την προσφέρει πιο συνταρακτικά μετασχηματισμένη από την άλλη, όμορφη σαν τα μαλλιά της που τα παρασύρει μονομιάς ένα αεράκι προς τ’ αριστερά, όμορφη σαν τα τρεμάμενα χέρια ενός αλκοολικού.

ΑΝΑΦΟΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ
ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΜΟΥ
ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΑ
ΜΕ ΤΗΝ ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΘΕΡΟΥΣ
(microDiaries 8)


Δεκαπέντε Μαΐου (ή μήπως είναι ακόμα δεκατέσσερις;) έφερα στο σπίτι, μέσα σε μια νάιλον μπλε σακούλα, το πρώτο μπουκάλι τζιν του καλοκαιριού κι έντεκα παρά είκοσι βραδινή ώρα φέρνω το ποτήρι στα χείλη μου για την πρώτη διερευνητική γουλιά, την οποία συνοδεύει μια έκφραση επιδοκιμασίας και ικανοποίησης στο πρόσωπό μου – έτσι φαντάζομαι τουλάχιστον, αφού δεν πίνω βέβαια το ποτό μου μπροστά σε καθρέφτη (όπως κάνανε στα παλιά σαλούν που βλέπουμε στα γουέστερν) και γράφω στον υπολογιστή κι όχι σε χαρτί, το οποίο, σύμφωνα με τον Σεφέρη, είναι σκληρός καθρέφτης κι επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν. Σεφέρης είπα (πιπέρι στο στόμα!) και θυμήθηκα που είχα δηλώσει κάποτε, ο φανατικός, πως δεν θα ξαναδιαβάσω ποτέ πια τίποτε δικό του. Μα μήπως το ίδιο δεν είχα πει και για τον Heidegger και για τον Βάρναλη ή τον Σικελιανό; Ή τάχα δεν είχα ορκιστεί κάποτε πως στο εξής δεν θα διάβαζα τίποτε άλλο εκτός από την Ιλιάδα και τα ποιήματα του Ελύτη; Πάει καιρός ωστόσο από τότε και, έτσι κι αλλιώς, στην πραγματικότητα δεν άνοιξα και τώρα κανένα βιβλίο του Σεφέρη – πως θα μπορούσα άλλωστε, αφού δεν έφερα μαζί μου τα ποιήματά του; Θυμάμαι όμως λίγους στίχους του απ’ έξω κι αυτό είναι που θα ‘πρεπε ίσως να με ανησυχήσει περισσότερο, όπως εκείνον που λέει ταξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια, πολλούς ήλιους / ζωή σου είναι ό,τι έδωσες και μερικούς ακόμη. Κι είναι κι η Αρχοντή από την άλλη που τις προάλλες, μια Τετάρτη, μού πληκτρολόγησε και μου ‘στειλε ένα ποίημά του με τον τίτλο Τετάρτη κι εγώ το διάβασα μεν, μα της απάντησα, ως όφειλα, με ένα του Ελύτη, Τετάρτη, 15 β:

Άνοιγε τον αέρα του κήπου κι έβλεπες τα μαλλιά της να φεύγουν αριστερά. Ύστερα μετατοπιζότανε πάνω στο τέμπλο, λυπημένη, κρατώντας στην αγκαλιά της πολλές μικρές άσπρες φλόγες.

Ήταν μια εποχή γεμάτη επαναστάσεις, ξεσηκωμούς, αίματα. Θα 'λεγες ότι μόνη αυτή συντηρούσε τη διάρκεια των πραγμάτων από μακριά.

Όμως από κοντά ήταν απλώς μια ωραία γυναίκα που μύριζε κήπο

Τέτοιες σκέψεις κι άλλες παρόμοιες περνάν από το μυαλό μου καθώς μπαίνει πια το καλοκαίρι και καταπίνω την πρώτη γουλιά από το ποτό μου, η οποία αμέσως ακολουθείται από μια δεύτερη, πιο χορταστική αυτή τη φορά, προτού ακουμπήσω το ποτήρι επάνω στο τραπέζι, μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, στην κατάλληλη υποδοχή του οποίου έχω ήδη τοποθετήσει και ακούω τώρα το Land της Patti Smith, που εδώ και λίγες μέρες αποτελεί σχεδόν μόνιμο soundtrack των ασήμαντων γεγονότων του βίου μου. Όπως, τώρα που το σκέφτομαι, έγινε και προ αμνημονεύτων χρόνων, τότε που έγραψα τα πρώτα μου ποιήματα, κι ο συμμαθητής μου ο Ντένις, από σοφό ένστικτο παρακινημένος, μου χάρισε ένα βιβλίο για τον Βάρναλη, που βρίσκεται ακόμη και σήμερα στη βιβλιοθήκη μου με τα φύλλα του να παραμένουν άκοπα, και μια κασέτα της Patti Smith, την οποία (κασέτα) χρειάστηκε πολύ σύντομα να την αντικαταστήσω, καθώς έλιωσε από τις παρατεταμένες ακροάσεις. Έτσι έγινε και με το τζιν· κάπου τότε ή ίσως λίγο αργότερα πρωτοδοκίμασα τζιν με sprite κι έκτοτε, μόνος ή με τον ξάδελφό μου τον Ηλία, ήπια μεγάλες ποσότητες από αυτό που, ακόμη και σήμερα, είναι το αγαπημένο μου καλοκαιρινό αναψυκτικό (κάποιες φορές και με tonic, αντί για sprite). Όλο νομίζουμε ότι αλλάζουμε κι όλο τα ίδια κάνουμε.

Επειδή όμως αυτό που σήμερα με ενδιαφέρει περισσότερο είναι μια σχετικά ακριβής αναφορά (που δεν αποκλείεται τελικά να είναι μια σχετικά ακριβής καταγραφή) της παρούσας κατάστασής μου, αφήνω προσώρας κατά μέρος το παρελθόν, αντιγράφω, για να πάρω φόρα και να βρω την ευκαιρία να πιω απερίσπαστος δυο – τρεις γουλιές από το ποτό μου, μια μεγάλη (και αξιοπρόσεκτη) φράση του Ζαν Πιερ Βουαγιέ, από ένα βιβλίο του οποίου παίρνω παραλλαγμένο και τον τίτλο τού σημερινού γραπτού μου, και μπαίνω στο θέμα μου. Αυτό που ξεχωρίζει τον άνθρωπο απ’ το ζώο είναι ακριβώς ότι η τροφή, το νερό, τα ρούχα, η κατοικία δεν είναι πια αυτοσκοπός αλλά έχουν σκοπό την επικοινωνία, δεν είναι παρά προφάσεις για επικοινωνία. Το πρώτο ιστορικό γεγονός δεν είναι η παραγωγή της υποτιθέμενης υλικής ζωής αλλά της επικοινωνίας. Η αλήθεια είναι ότι πάντα έχω μεγάλη δυσκολία να μπω στο θέμα μου (ή ακόμη και να εντοπίσω το θέμα μου, έτσι που κάθομαι κάθε τόσο μπροστά στον υπολογιστή και ξεκινάω το γράψιμο χωρίς να ξέρω τι θέλω να πω και σε ποιον) και γι’ αυτό ίσως καταφεύγω τόσο συχνά σε αντιγραφή αγαπημένων μου φράσεων ή σε καταγραφή των υπαρχόντων μου – συνήθεια που τη διατηρώ από τα παιδικά μου χρόνια, όπως και τη συναφή συνήθεια να χάνω, συχνά-πυκνά, αυτά μου ακριβώς τα υπάρχοντα. Δεν αποκλείεται εξάλλου όλα αυτά να μην είναι σε τελική ανάλυση τίποτε άλλο παρά προφάσεις για επικοινωνία

Έχουμε και λέμε λοιπόν: μετά τις διακοπές του Πάσχα επέστρεψα από την Αθήνα στο νησί (η επιστροφή από ένα νησί γεμίζει με έννοιες την ησυχία, παρατηρεί ο Δημήτρης Παπαδίτσας και σπεύδω βέβαια να το αναφέρω υποθέτοντας ταυτόχρονα ότι εγώ γύρισα πάλι στην ξένοιαστη ησυχία) φέρνοντας μαζί μου το Εκ περάτων του Βύρωνα Λεοντάρη κι έτσι έχω πια τέσσερα δικά του βιβλία στην εδώ μικρή βιβλιοθήκη μου. [7,19 λεπτών σιγή, για ν’ ακουστεί, όπως αρμόζει, το Higher learning από τα ηχεία] Έτσι λοιπόν αδιέξοδα μπλεγμένος σε αίματα και ποέματα τοποθέτησα στον σάκο μου, επανερχόμενος στην Ικαρία, και Το χρονικό της εποχής μας του Νόρμαν Μέιλερ, του οποίου τις εκατό πρώτες σελίδες, εν μέρει για να περάσω την ώρα μου, εν μέρει για να εξακριβώσω μιαν εποχή, διάβασα στο πλοίο που με έφερε χθες το βράδυ εδώ και υπογράμμισα την ακόλουθη ενδιαφέρουσα φράση: είτε η ζωή είναι εγκληματική είτε όχι, η απόφαση είναι να ενθαρρύνεις τον ψυχοπαθή μέσα σου, να εξερευνήσεις αυτόν τον χώρο εμπειριών, όπου η ασφάλεια είναι πλήξη άρα αρρώστια, και να υπάρξεις μέσα στο παρόν, σ’ αυτό το απέραντο παρόν που είναι δίχως παρελθόν ή μέλλον, μνήμη ή προσχεδιασμένη πρόθεση, και πάει λέγοντας.

Και πλάι σ’ αυτό, για να επιτείνω, θα έλεγε κανείς, ακόμη περισσότερο τη σύγχυση τού νου μου, αν υπήρχε λόγος να το κάνω, κουβάλησα και το Βιβλίο της Ανησυχίας του Πεσσόα. Αφήνω όμως προς το παρόν σκοτεινή τη συγκυρία που με οδήγησε να το έχω μαζί μου, γιατί σκοπεύω να την εκθέσω σε άλλο κείμενο με τον αινιγματικό τίτλο Σφαγή στο Δήλεσι κι έτσι προαναγγέλλω τη δημιουργία ενός γραπτού, πράξη που ποτέ ως σήμερα δεν μου βγήκε σε καλό. Ας είναι όμως. Θα δηλώσω ωστόσο από τώρα ότι κάποιες από τις μέρες που έλειπα από το νησί τις πέρασα στο Δήλεσι και όχι στην Αθήνα, όπου ήταν βέβαιο ότι παρατεταμένες, απολαυστικές και θυελλώδεις συναντήσεις και συζητήσεις θα με αποσπούσαν από την προγραμματισμένη για τις μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας ενδοσκόπηση και διασάφηση της πορείας μου που επιθυμούσα να κάνω.

Ακόλαστος, φιλήδονος και άθεος, αυτός ο εραστής της απόλαυσης και της ζωής ήταν ένας από τους μανιώδεις υλιστές της εποχής του. Όταν αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν αναφέρονται στον Μαρκήσιο ντε Σαντ, δεν μπορεί παρά να τραβήξουν το ενδιαφέρον του μαυροντυμένου μέσα στο βιβλιοπωλείο περιπατητή, που τους συναντάει στο οπισθόφυλλο ενός μικρού βιβλίου, στο εξώφυλλο του οποίου διαβάζει το (ακουσμένο κάποτε, μα ξεχασμένο πια) όνομα La Mettrie και τον ερεθιστικό τίτλο Η τέχνη της απόλαυσης. Όταν μάλιστα, στην έβδομη σελίδα του, προσέξει το όνομα του μεταφραστή, δεν μπορεί παρά να συγκομίσει το τομίδιο αυτό με τα υπόλοιπα που έχει στα χέρια του (όπως και έκανε πράγματι) και να σχεδιάζει ήδη στο μυαλό του το οργίλο μήνυμα που θα στείλει στον εν λόγω μεταφραστή, ο οποίος ενώ υποστηρίζει ότι είναι φίλος με τον εν λόγω μαυροντυμένο, δεν φρόντισε να τον ενημερώσει εγκαίρως, ως όφειλε, για τούτο το τελευταίο του μεταφραστικό πόνημα. Ας είναι όμως, άλλη μια φορά.

Αν και (επανέρχομαι) ο ίδιος αυτός Γιάννης Δ. Ιωαννίδης εδώ και μήνες βομβαρδίζει φίλους και γνωστούς με την είδηση της μετάφρασης από αυτόν του βιβλίου του Άσγκερ Γιορν Περί μορφής, λες και υπήρχε περίπτωση, ακόμη κι αν δεν μας το έλεγε, να περνούσε απαρατήρητη από εμάς και τους ομοίους μας η ύπαρξη ενός τέτοιου φλογοβόλου στη συχνά άνυδρη, και γι’ αυτό εύφλεκτη, εγχώρια βιβλιογραφία. Έτσι λοιπόν, μαζί με την Τέχνη της απόλαυσης, έφτασε στην Ικαρία και το πρώτο – βάσιμα υποθέτω – αντίτυπο αυτού του παράδοξου, εν πολλοίς, σημειωματαρίου ενός πειραματικού διαβήματος, για να τονώσει ακόμη περισσότερο τη διάθεση για πειραματισμό που χρόνια τώρα με διατρέχει, αν και – ομολογώ – χωρίς πάντα να υπάρχουν τα επιδιωκόμενα και αναμενόμενα αποτελέσματα. Εκτός βέβαια και αν παραδεχτούμε πως το μοναδικό αποτέλεσμα που έχει αξία είναι αυτή ακριβώς η έξαψη που διακατέχει τον πειραματιστή, αυτό ίσως που αξίζει τελικά να ονομάζουμε ποίηση. Για να μην ξεχνάμε κι ότι το πείραμα στην τέχνη και την τεχνική είναι σαν τη μαγιά στο ψωμί: παρόλο που δεν προσθέτει κάτι στο ίδιο το έργο, το εμπνέει και το μεγεθύνει σε δραματική κλίμακα.

Κι αφού μήνες τώρα ένας Μαρξ σταθερά επανέρχεται στο αναγνωστικό μου προσκήνιο, ας προσθέσω στην προηγούμενη καταγραφή και τον Εμφύλιο πόλεμο στη Γαλλία, για να ολοκληρωθεί η εικόνα της παρούσας κατάστασης του πνεύματός μου, που θέλησα να καταγράψω, όσο αυτή τουλάχιστον διαφαίνεται από τις αναγνωστικές επιλογές που κατέγραψα. Αφήνω ασχολίαστα αυτή την ώρα κάποια μεσημέρια και κάποια πρωινά και κάποια βράδια με τη μικρή μου Λατρεμένη, αφήνω κάποιες (πολλές) βόλτες με τον Νικόλα, αφήνω κάποιες (πολλές) μπύρες με φίλους και συγγενείς, αφήνω αυτή την ώρα ασχολίαστη μια μεγάλη διαδρομή με το αυτοκίνητο στη νοτιοδυτική Πελοπόννησο, αφήνω ακόμη και κανά δυο διαβάσματα με ξεχωριστό ενδιαφέρον, τον Νεωτερικό Οδυσσέα (Έζρα Πάουντ) του Ροζάνη, για παράδειγμα, και τα αφήνω όλα αυτά προς το παρόν ασχολίαστα, γιατί το θέμα μου σήμερα είναι η παρούσα μου κατάσταση, η οποία με συντομία αυτή τη στιγμή περιγράφεται ως εξής: μετά από δυο – τρία απανωτά ξενύχτια (αντιπροχθές το γλέντι του Τάκη στην Αθήνα, προχθές ολονύχτιο ταξίδι με το πλοίο, χθες το πανηγύρι στον Άη Ισίδωρο) και με δυο δυνατά ποτά ήδη στο αίμα μου, το πνεύμα μου και η παρούσα του κατάσταση αρχίζουν πια να μου φαίνονται ως θέματα ελάχιστα ενδιαφέροντα για διαπραγμάτευση και το μόνο που με απασχολεί είναι η κατάσταση του σώματός μου. Που σημαίνει πως είναι ώρα για ποίηση και όχι για πεζές καταγραφές, αφού, ως γνωστόν, ο ποιητής δεν γράφει τίποτε άλλο παρά την ιστορία του σώματός του. Καληνύχτα σας!

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]