12 Μαΐ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΒΟΗΘΗΣΕ με μια καρδιά μονομάχο.
Στάσου το θάρρος μου λεπίδα στο μάτι της κερκίδας.
Στήσου το ύψος μου αιχμή στα σπλάχνα του θηρίου.
Ακόνισε, ακόνισε την αντοχή μου.

Βοήθησέ με ένα θυμό επαναστάτη.
Τόλμησε την εκδίκηση στο μάτι του δημίου.
Μάτωσε τη δικαίωση στα σπλάχνα της πλατείας.
Ατσάλωσε, ατσάλωσε την τελευταία κραυγή μου.

Κινούμαι αργά, πολύ αργά και από λίγο ρόγχος.
Χτυπώ αργά, πολύ αργά και από λίγο πτώση.
Βοήθησέ με να ξεφύγω μια τέτοια ειρήνη
εγκληματία πολέμου.
*
ΕΡΧΟΝΤΑΙ μέσα στα δάση με βήμα κάστανο αρματωμένο,
όχι ομίχλη, όχι σκιές, ούτ' άλλο
χτύπημα καρδιάς στη γλώσσα.

Σέρνονται μέσα στα δάση με γόνατα ρίζα αρπακτική,
όχι σιωπή, όχι ψίθυροι, ούτ' άλλο
σπαρτάρισμα νεύρου στα χείλη.

Έρχονται δάση απ' τα δάση,
ζητώντας κοιμητήριο των δασών.
Κατεβαίνουν, κατεβαίνουν!

Θα τρυπήσουν τα στήθη των σπιτιών,
θα ξεσκίσουν τη σάρκα των δρόμων,
θ' αναπαυτούν την ξύλινη καρδιά τους
στη λάσπη που παλέψαμε μια πόλη.

Χαίρε, το πράσινο, πρωτοπαλήκαρό τους!
*
ΤΟ ΠΑΘΟΣ που πετάγεται μέσα μου φύλλο,
μοσχοβολάει να με συντρίψει όταν νυχτώνει.
Μετρώ τα χέρια μου και περισσεύουν
δέκα λαγκάδια αηδόνια σκοτεινά.
Μετρώ τα λόγια μου και λείπουν
είκοσι τέσσερα φεγγάρια ξάγρυπνες αυλές.
Πάντα πιο λίγος λίγο πάντα παραπάνω
άνθρωπος, ζώο ή κραυγή,
νυχτώνω εδώ το φωτεινό πέρα ενός φύλλου·
λυγίζω όπως πετάγομαι
να φτάσω ένα βαθύριζο χωριό.
*
ΤΟ ΠΑΘΟΣ που χειμάζεται μέσα μου θλίψη
ένα τσιγάρο μνήμη ως τον κήπο
που είναι φλέβα κι είναι ρίζα
που είναι άνθος κι είναι σάρκα.
Πονάω ένα σώμα καταδίκη,
δυο χέρια θάνατο, δυο πόδια φόνο·
αυτή η ποινή επιθυμία με σωφρονίζει.
Το πάθος που χειμάζεται μέσα μου πίκρα
ένα ποτήρι απόδραση ως τον κήπο
που είναι βλέμμα κι είναι χώμα
που είναι βλαστός κι είναι σκουλήκι.
Πονάω μια ψυχή φυλακισμένη.
Αυτή η ποινή σκοτάδι με αθωώνει.