17 Μαΐ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Τα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/05/blog-post_10.html

SINGLE FATHER (microDiaries 9)

Όταν γράφω απευθείας στον υπολογιστή, όπως τώρα καλή ώρα, δεν αφήνω πίσω μου ίχνη και σημάδια της πορείας μου. Στα τετράδια ωστόσο και στα ποικίλα σημειωματάρια, όπου όχι σπάνια καταγράφω σκέψεις και στιγμιότυπα του βίου μου (με στενό πάντοτε διάφραγμα), γίνεται φανερή η προσπάθειά μου να ξεκινήσω, με τον τρόπο που κάθε φορά κρίνω ως πιο κατάλληλο και ταιριαστό. Κι έτσι η πρώτη σελίδα είναι γεμάτη σβησίματα και διορθώσεις, μέχρι να βρω τη σωστή λέξη κι από εκεί και ύστερα κυλάνε οι φράσεις μου σχεδόν αναίμακτα, ως την τελευταία πρόταση, όπου πάλι σημειώνονται μικρές αψιμαχίες, ανάμεσα στην αδιευκρίνιστη πρόθεση του γράφοντος και στις επιταγές της γραφής, η οποία συχνά πυκνά έχει την τάση να αυτονομείται και να ξετυλίγει μόνη τα επιχειρήματά της, έτσι που θα νόμιζε κανείς πως στ’ αλήθεια ο θάνατος του συγγραφέα είναι αληθινός – ενώ η μόνη αλήθεια είναι πως ο ρυθμός του λόγου και η αναπνοή του συγγραφέα είναι που επιτάσσουν τη συνέχιση του γραψίματος με αυτόν ή τον άλλον τρόπο, με κείνη ή τούτη τη λέξη.

Και η γραφή συνεχίζει το έργο της. Όπως η σελήνη που κάθε βράδυ, αψηφώντας ποιητές και επιστήμονες, συνεχίζει να ξαφνιάζει την όραση και τη νοημοσύνη του αθώου νυχτερινού παρατηρητή και όπως ο Thelonious Monk που δεν παύει χρόνια τώρα να συνοδεύει με τα πλήκτρα του τις ώρες που εγώ συνεχίζω να καμώνομαι τον δημιουργό χτυπώντας σε άλλον ανάκουστο ρυθμό τα δικά μου πλήκτρα. Ή όπως το τζιν με sprite που χρόνια τώρα συμπληρώνει τις νύχτες του καλοκαιριού με φεγγάρι που μ’ αρέσουν (και δεν είναι και λίγες). Οπότε έχουμε πια και τα συστατικά της σημερινής βραδιάς: χθεσινή πανσέληνο στον ουρανό, blue Monk ν’ ακούγεται στα ηχεία, τζιν με sprite να λιγοστεύει και να ξαναγεμίζει στο ποτήρι μου και ένα κείμενο που ακόμη δεν κατάφερε να βρει τον δρόμο του.

Κι όμως λίγες ώρες νωρίτερα, το απόγευμα, ο δρόμος ήταν στρωτός και ξεκούραστος. Στον πηγαιμό τουλάχιστον, γιατί στον γυρισμό, με τον Νικόλα αποκαμωμένο στην αγκαλιά μου και τον ανήφορο να μου κόβει τα γόνατα, ομολογώ πως τα βρήκα σκούρα. Στην κάθοδο πάντως όλα είναι εύκολα· ο ήλιος αυτή την ώρα ζεστός στην πλάτη μας δεν ενοχλεί την όραση, που κοιτάζει πέρα μακριά το πέλαγος και το απογευματινό καράβι που έρχεται από τη Σάμο, και το αεράκι δροσερό πάνω στα μέτωπό μας, ενώ ο Νικόλας κρατάει σφιχτά το χέρι μου και δεν βάζει γλώσσα μέσα: Γιατί ο ήλιος δεν έχει μάτια και στόμα; Αφού εμείς του ζωγραφίζουμε. Πως περπατάνε τα δέντρα, αφού δεν έχουν πόδια; Πώς τη λένε αυτή τη γάτα; Της δίνουμε ένα όνομα; Θα μου πάρεις ένα μεγάλο καράβι; Γιατί το φεγγάρι φαίνεται και μέσα στη θάλασσα; Πού πάει εκείνος ο δρόμος; Από πού έρχεται ο άνεμος; Θυμάμαι τον Ντύλαν Τόμας να ρωτάει επίμονα τις ίδιες ερωτήσεις και να παίρνει πάντοτε σκοτεινές απαντήσεις:

Γιατί φέρνει την παγωνιά ο βοριάς και τη δροσιά το μελτέμι
Δεν πρόκειται να μαθευτεί ώσπου να στεγνώσει το πηγάδι των ανέμων
Και να μην πλημμυρίζουν πια τη δύση
Άνεμοι φορτωμένοι με καρπούς και φλούδες
Από χιλιάδες πτώσεις.
Γιατί ‘ναι το μετάξι απαλό γιατί η πέτρα πληγώνει
Δεν θα πάψει ποτέ να ρωτάει το παιδί,
Γιατί η βροχή της νύχτας και του στήθους το αίμα
Τα δυο σβήνουν τη δίψα του σκοτεινή θα ‘ναι η απάντηση.

Χωρίς να πάψει ούτε στιγμή να ρωτάει το παιδί φτάνουμε ανάλαφροι στο επίπεδο της θάλασσας, για να βρούμε εκεί ήδη καθισμένους την Κωνσταντίνα και τον Αργύρη (να στέλνει μηνύματα από το κινητό του τηλέφωνο) και για να εμφανιστούν λίγο αργότερα ο Σάκης (στρίβοντας αιωνίως τσιγάρο) και η Ζωή, ο Νίκος και ο Κυριάκος (με την Ελευθεροτυπία, όπως πάντα, στο χέρι) και να αρχίσουνε σιγά – σιγά να καταφθάνουνε οι μεζέδες και τα ουζάκια της Βαγγελιώς, ενώ ο Νικόλας χαζεύει γύρω εκεί κοιτάζοντας τους αχινούς στα ρηχά της θάλασσας και περιμένει τη μικρή Ζωή για να εξαφανιστούνε παίζοντας μέχρι να πεινάσουνε ή να κουραστούνε. Οπότε τότε πια παίρνουμε τον ανήφορο για το σπίτι, λέμε δυο λόγια με τη Ρεβέκκα, που συνέρχεται από ερωτική απογοήτευση βλέποντας τηλεόραση (που πολύ γρήγορα πάντως θα συνέλθει και θα μου κουβαλήσει την τηλεόραση στο δωμάτιό μου), και βαθύς ύπνος μέχρι το πρωί, για τον Νικόλα.

Δέκα η ώρα και ξεκινάει η υπόλοιπη βραδιά για μένα. Τα έχουμε ήδη πει, μα η επανάληψη είναι, ως γνωστόν, η μήτηρ της μαθήσεως (γι’ αυτό εξάλλου διαβάζω και ξαναδιαβάζω μια ζωή ολόκληρη Καρούζο κι Εγγονόπουλο): Monk στο κασετόφωνο, τζιν με sprite στο ποτήρι μου και χαρτί με μολύβι στο αμήχανο δεξί μου χέρι. Μια βδομάδα single father στην Ικαρία δεν τα πήγα και άσχημα – και μέλλει ν’ ακολουθήσουν αρκετές ακόμα. Ο Νικόλας καλοπερνάει εξάλλου βολτάροντας και παίζοντας όλη τη μέρα κι εγώ επίσης: τα πρωινά τού διαβάζω Νικόλα Κάλας (το υπέρτατο μήνυμα της τέχνης – όπως μεταδίδεται από εκείνους που έχουν «βάλει τη μεγαλοφυΐα τους» στη ζωή τους είναι να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε ότι η αποτυχία να λύσουμε το αίνιγμα της ζωής είναι πιο σημαντική από το να βρούμε επιτυχημένες απαντήσεις) και ακούμε Courtney Love και Duke Ellington. Τα μεσημέρια, που ο Νικόλας κοιμάται, εγώ διαβάζω Νόρμαν Μέιλερ εναλλάξ με Κώστα Παπαϊωάννου, τα απογεύματα ούζα στο καφενείο και παιχνίδι στην παιδική χαρά και στον μόλο (ο καθένας πολεμάει το ανείπωτο με τα όπλα που διαθέτει) και τα βράδια Thelonious Monk Quartet, τζιν με sprite και τα πλήκτρα του υπολογιστή στην άκρη των δαχτύλων μου ή/και ψιλή κουβέντα με τη Ρεβέκκα, τσιγάρα και ανομολόγητες εκμυστηρεύσεις μέχρι αργά τη νύχτα. Κι αν η ποίηση κερδίζει με εμάς, τόσο το καλύτερο ή τόσο το χειρότερο. Μα το θέμα δεν είναι αυτό (που λέει και ο Μπρετόν).

Η ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΗ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ

Αν, όπως συχνά υποψιάζομαι, όλα μου τα γραψίματα, που με ακατάστατη επιμονή κι ανυποχώρητη ραθυμία επιχειρώ, δεν είναι παρά νήματα που δένουν το παρόν μου με το παρελθόν ή, στις πιο εμπνευσμένες και σπάνιες στιγμές, και με το μέλλον, τότε ο υπολογιστής, στον οποίο τώρα δα καταγράφω τις σκέψεις μου, δεν μπορεί παρά να είναι ένα είδος ραπτομηχανής, δια της οποίας χειρίζομαι όπως-όπως τα εν λόγω χρονονήματα. Επειδή όμως αυτό που πάντα επιχειρώ πάνω στο σώμα του καιρού μοιάζει πιο πολύ με χειρουργική δουλειά, μπορώ κάλλιστα να φανταστώ το γραφείο μου σαν ένα τραπέζι ανατομίας και αν, για να τελειώνουμε με τα σχήματα λόγου, προσθέσω σε αυτή τη σύνθεση και τη βιβλιοθήκη που βρίσκεται πίσω και πάνω από το κεφάλι μου ως προστατευτική ομπρέλα, τότε το φάσμα του Λοτρεαμόν, περί του οποίου ποτέ δεν αμφέβαλλα ότι από κάπου με παρακολουθεί διακριτικά, έχει κάθε λόγο να χαμογελάει ειρωνικά, καθώς βλέπει την ωραία και αναπάντεχη συνάντηση μιας ραπτομηχανής και μιας ομπρέλας επάνω σ’ ένα τραπέζι ανατομίας, που πρώτος αυτός φαντάστηκε και γοητεύτηκε από αυτήν, να συνεχίζει να προκαλεί τέτοιες εύκολα αμφισβητήσιμης ποιότητος πολύπλοκες εμπνεύσεις. Κι εγώ, ένας καθόλου επιμελής μιμητής τού γερμανού γιατρού-καλλιτέχνη Γκίντερ φον Χάγκενς, βρίσκομαι τότε στη θέση του ανατόμου και αδιακρίτως εκτελώ τομές αμφιβόλου ακριβείας στα, νεκρά ή ζωντανά, υπαρκτά ή ανύπαρκτα, δευτερόλεπτα που υποπίπτουν στην αντίληψή μου· και καμία ελπίδα δεν υπάρχει να βρεθεί τουλάχιστον ένας Ρέμπραντ (ή οποιοσδήποτε άλλος) για ν’ απαθανατίσει με τον χρωστήρα του τα τεκταινόμενα.

Είναι παράξενος ο μηχανισμός που, πάντοτε αιφνιδιαστικά και ανεξέλεγκτα, μπαίνει σε λειτουργία και ζωντανεύει σκηνές του παρελθόντος χρόνου μαζί με άλλες που μέλλει να συμβούν και όλες μαζί τις θέτει επί τάπητος και απαιτεί, με οποιοδήποτε τίμημα, μια επεξεργασία τους. Είναι μεσημέρι Δεκεμβρίου και, καθώς πλησιάζει το τέλος του τρέχοντος ημερολογιακού έτους κι είναι εποχή πρόσφορη σε ποικίλους απολογισμούς, επιχειρώ κι εγώ, με τη Γερμανική Ιδεολογία ανά χείρας, έναν προσωπικό μου απολογισμό πράξεων και παραλείψεων. Ξεκινάω, όπως είναι πρέπον και επιτάσσει και η διαλεκτική, από τον πρωτόγονο κομμουνισμό, περνώντας κατόπιν στην εποχή της δουλείας και, μέσω της φεουδαρχίας, φτάνω και στον καπιταλισμό. Από εκεί όμως, χωρίς να το περιμένω και ενώ έξω βρέχει ακάθεκτος ο ουρανός και δίπλα μου λαγοκοιμάται η Μικρή μου Αγαπημένη, φτάνει αυθαίρετα από κάποια βάθη της μνήμης μου μια εικόνα του εαυτού μου κατά τρία χρόνια νεότερου να κάθομαι μπροστά σ’ ένα τραπέζι και να πίνω μαρτίνι σημειώνοντας ταυτόχρονα σ’ ένα ανοιχτό μπροστά μου σημειωματάριο στίχους και παραγράφους ανολοκλήρωτες (όπως γίνεται συνήθως).

Μπορώ εύκολα να θυμηθώ τις περιστάσεις που με οδήγησαν εκείνη τη μέρα, και κάθε Πέμπτη πάλι με έφερναν, σε αυτή την ίδια πάντα θέση ενός ζαχαροπλαστείου στα Βριλήσσια για περισσότερο από δύο ώρες κάθε φορά. Επιρρεπής όπως είμαι πάντα στο, με τα συνήθη κριτήρια, χάσιμο χρόνου, είχα φροντίσει εκείνη τη δύσκολη χρονιά να διαμορφωθεί έτσι το πρόγραμμά μου (διατηρούσα ακόμη τότε κάτι που έμοιαζε κάπως με πρόγραμμα), ώστε μια φορά την εβδομάδα, και ενώ κανονικά έπρεπε να εργάζομαι, να βρίσκομαι για δυο-τρεις απογευματινές ώρες εντελώς απαλλαγμένος από οποιαδήποτε υποχρέωση (όπως συνέβαινε και με όλα μου τα πρωινά, εξάλλου). Έτσι λοιπόν, ανάλογα με τη διάθεση της στιγμής, άφηνα το αυτοκίνητο και έκανα μακρινούς και άσκοπους περιπάτους στους άγνωστους για μένα δρόμους του προαστίου αυτού ή οδηγούσα τα βήματά μου σε ένα μικρό και συμπαθητικό βιβλιοπωλείο της περιοχής, όπου μια επίσης μικρή και συμπαθητική βιβλιοπώλισσα μου πρόσφερε ευχάριστη και ενδιαφέρουσα συντροφιά, όπως και δύο ιδιότυπα βιβλιαράκια με συνταγές σε σχήμα πιπεριάς και ντομάτας και μ’ ένα μικρό μαγνήτη στη ράχη τους για να κολλάνε επάνω στο ψυγείο. Από εκεί, αν δεν με ξεγελάει η μνήμη μου, αγόρασα το Αρχαίο ερωτικό και συμποσιακό λεξιλόγιο (και έμαθα, μεταξύ άλλων, τη δεύτερη σημασία της λέξης σκύλαξ, που είναι η στάση του σώματος εκείνου που γλείφει κατά την αιδοιολειχία), αγόρασα τους Στοχασμούς (εκδόσεις Στιγμή) του Σοπενχάουερ και το Δοκίμιο με θέμα το γούστο του Μοντεσκιέ, γιατί, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε και το εξηγεί και ο γάλλος διαφωτιστής, η ψυχή αγαπά τη συμμετρία, χαίρεται όμως και τις αντιθέσεις.

Τις περισσότερες φορές ωστόσο, ιδίως τα παγωμένα και βροχερά απογεύματα του χειμώνα, προτιμούσα να χωθώ σ’ ένα ζαχαροπλαστείο που γρήγορα εντόπισα και το οποίο είχε το πλεονέκτημα σε σχέση με άλλα γειτονικά του καταστήματα να έχει στο βάθος μια αίθουσα υπερυψωμένη και ήσυχη (κι έναν μικρό εγκαταλειμμένο κήπο ακόμα πιο πίσω), όπου δεν υπήρχε άμεση επαφή με τους συνήθεις πελάτες των ζαχαροπλαστείων και όπου μόνο λίγοι σιωπηλοί θαμώνες ερχόντουσαν και ελάχιστοι παρεπίδημοι. Μια φορά μόνο οι μετέχοντες σ’ ένα μνημόσυνο έδωσαν για λίγη ώρα έναν διαφορετικό τόνο στον χώρο και την ευκαιρία στους παρόντες, για λίγο έστω, να παρακολουθήσουν το μνημόσυνο ενός αγνώστου και έτσι να πληρούν στο εξής έναν τουλάχιστον από τους ρομαντικούς όρους που θέτει ο Νίκος Καρούζος (ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ) για την καλύτερη ανάγνωση των ποιημάτων του (μη με διαβάζετε όταν δεν έχετε παρακολουθήσει κηδείες αγνώστων ή έστω μνημόσυνα). Ένας από τους θαμώνες, που πάντα ερχόταν τις Πέμπτες που ήμουν κι εγώ εκεί, ήταν ένας γέρος που καθόταν κάθε φορά στο ίδιο τραπέζι, έπινε ένα ουίσκι με πάγο, που δεν χρειαζόταν να το παραγγείλει, γιατί του το έφερναν αμέσως μόλις τον έβλεπαν, καθόταν είκοσι λεπτά περίπου και έφευγε. Θυμόμουν μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του Ελύτη, στην οποία έλεγε πως πίνει πια μόνο ένα ποτήρι Ballantines κάθε βράδυ, γιατί τόσο του επιτρέπουν οι γιατροί, και θυμόμουν τον Μπουνιουέλ που στα στερνά του ζητούσε από τον Μεφιστοφελή να του δυναμώσει το συκώτι και τους πνεύμονες, για να μπορεί να πίνει και να καπνίζει περισσότερο.

Εγώ έπινα συνήθως μαρτίνι, αν και κάποιες φορές προτιμούσα έναν καφέ ή μια ζεστή σοκολάτα. Σκυμμένος πάνω από το τραπεζάκι μου προαλειφόμουν για τον ρόλο του homme des lettres, ή, πιο σωστά, του ανθρώπου των βιβλίων, που μου καλάρεσε εκείνη την εποχή, διαβάζοντας το βιβλιαράκι της Anne Fadiman Ex libris, Confessions of a common reader και άλλα παρόμοιου περιεχομένου και γράφοντας εγώ ο ίδιος μικρά κείμενα βιβλιοφιλικού προσανατολισμού, με τίτλους όπως Χωροταξία της ανάγνωσης, Καφέ-αναγνώστες, Το ένα βιβλίο της ζωής σου, Επιθυμίες αναγνώστου κλπ. Η διάθεση μου να μιλάω για βιβλία δεν έπαψε ποτέ να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου, μα το συγγραφικό μου σχέδιο έμεινε τελικά ανολοκλήρωτο εξαιτίας ενός άλλου σταθερού επίσης χαρακτηριστικού μου, της τάσης μου να πετάγομαι από το ένα στο άλλο και τίποτε τελικά να μην ολοκληρώνω. Αυτή τη φορά ήταν η φιλοσοφία που με συνεπήρε και μάλιστα ένας από τους πιο δύσβατους για μένα κλάδους της, που ελάχιστα γνώριζα από τα χρόνια του πανεπιστημίου, η γνωσιοθεωρία· έπεσα λοιπόν με τα μούτρα τις επόμενες μέρες εκείνου του έτους στον Σέξτο τον Εμπειρικό και τους άλλους σκεπτικούς φιλοσόφους, στον Descartes και τον Berkeley, στον Hume και τον Popper, για να μη βγω από εκεί παρά μόνο μετά από αρκετές εβδομάδες.

Η μόνη παραχώρηση που έκανα εκείνες τις Πέμπτες ήταν όταν μια φορά έφερα μαζί μου, για να ξεσκάσω κι εγώ λιγάκι, βρε αδελφέ, τα ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου και τα διάβασα πολύ ευχαρίστως άλλη μια φορά. Τα ποιήματα αυτά τα πρωτοδιάβασα, αν δεν κάνω λάθος, το 1991, όταν κυκλοφόρησαν μεταφρασμένα στα γαλλικά, με το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο στ’ αριστερά και με πρόλογο του Jacques Lacarriere. Κατά τύχη είχα πέσει πάνω τους μια μέρα που χάζευα στο παλιό βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Νεφέλη – ελληνική έκδοσή τους μάλλον δεν κυκλοφορούσε τότε ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα εγώ. Ας θυμίσω μόνο πως όταν είχε περιληφθεί το Σώμα, πρώτο από τα ποιήματα του τόμου, στην ύλη του θρυλικού περιοδικού Τραμ, εκδότες και ποιητής είχαν καταδικαστεί από τη χουντική δικαιοσύνη σε πρόστιμο και φυλάκιση, λόγω στίχων όπως Ω, αοίδιμον αιδοίον· ω, σχισμή αμφίστομη με την αργυρή υγρασία. Ενώ ο Πετρόπουλος συνεπής σε ό,τι από τότε ήδη δήλωνε, η κάθε μέρα που σβήνει, η κάθε αυγή που έρχεται, δυναμώνει την ασέβειά μου, συνέχισε να γράφει ποιήματα απερίφραστου ερωτισμού κι εγώ τέτοια διαβάζοντας παρασύρθηκα, όπως κάθε φορά παθαίνω, και, για μια ώρα περίπου, σκυμμένος στο τραπεζάκι μου και πίνοντας τα μαρτίνια μου έπιασα και έγραψα μια σειρά ποιημάτων πετροπουλικής εμπνεύσεως και εμπνευσμένης αθυροστομίας, για τα οποία ένιωθα πολύ υπερήφανος όση ώρα τα σημείωνα. Και καθώς δεν είχε διαφύγει της προσοχής μου το βλέμμα της όμορφης σερβιτόρας που συνεχώς κρυφοκοίταζε με περιέργεια προς το σημειωματάριό μου, όταν ήρθε η ώρα να σηκωθώ για να φύγω, έσκισα τις πέντ’-έξι σελίδες που είχα γράψει, μάζεψα τα πράγματά μου και αποχώρησα αφήνοντας το προϊόν της εμπνεύσεως μου σκόπιμα επάνω στο τραπεζάκι, για να το μαζέψει και να το διαβάσει εκείνη μόλις θα έβγαινα από την πόρτα.

Την Πέμπτη της επόμενης εβδομάδας εισέβαλα γεμάτος προσδοκίες στο μαγαζί, έπιασα τη συνήθη μου θέση στη γωνία της αίθουσας και με μεγαλύτερο ενθουσιασμό από την περασμένη φορά βάλθηκα για άλλη μια φορά να συνθέτω ποιήματα με παρόμοιο περιεχόμενο και έκφραση – είχε προηγηθεί η ανάγνωση της ακόλουθης παραίνεσης του Ηλία Πετρόπουλου κι εγώ την είχα πάρει τοις μετρητοίς και την εφάρμοσα εκείνη τη μέρα για μια ώρα περίπου:

Χτίζε το ποίημα, καθώς χτίζουν ένα σπίτι.
Γράφε ποιήματα με το ζόρι,
και, μάλιστα, τις μέρες που δε θε να γράψεις ποιήματα.
Καθόρισε, εκ των προτέρων, το θέμα και τη φόρμα των στίχων.
Σκάρωνε ποιήματα παίζοντας.
Άσε την Ποίηση των Ιδεών και των Συμβόλων και των Χρωμάτων.
Να προτιμάς τις Καθημερινές Εικόνες
και τα ασήμαντα διαδοχικά Στιγμιότυπα·
τουτέστιν, την Φτωχή Ποίηση.
Γεια σου, Γκίνσμπεργκ, γεροπούστη!

Δεν ήταν ποτέ αυτή η αντίληψή μου για την ποίηση, μα ακριβώς αυτό έκανα εκείνη την ώρα και όσο έβλεπα, αντί για την όμορφη αναγνώστριά μου, να με σερβίρει ο συνονόματος μου συνάδελφός της, με αυξανόμενο εκνευρισμό πέταγα λέξεις στο χαρτί, που αυτή τη φορά πήρα μαζί μου φεύγοντας. Κόντευε καλοκαίρι πια και από την επόμενη Πέμπτη ξανάρχισα τους μακρινούς περιπάτους μου στα περίχωρα αντί να κλείνομαι στο άχαρο ζαχαροπλαστείο και να ανταλλάσσω αδιάφορους χαιρετισμούς με τον γέρο-ένα-ουίσκι και την κυρία-εκατό-κιλά στο ταμείο.

Μια εποχή είχε τελειώσει και μια καινούρια ξεκινούσε· η γνωσιοθεωρία έδωσε τη θέση της στον Μαρξ και τον ρομαντισμό και ο Πετρόπουλος υποχώρησε χάριν του Hölderlin και του Shelley (πώς αλλιώς θα μπορούσε να γίνει, εξάλλου;), ενώ τα Βριλήσσια έγιναν πολύ γρήγορα Ικαρία και η ώρα που ήταν αφιερωμένη στα μαρτίνια και στις ζεστές σοκολάτες αφιερώθηκε στο εξής στα κονιάκια (όπως τα έλεγε η Ρεβέκκα) και όχι σπάνια στα ούζα και τους μεζέδες της Βαγγελιώς. Κι όταν πια κόντευε κι αυτή η περίοδος να φτάσει στο τέλος της, έπιασα πάλι στο χέρι μου τα ποιήματα του Πετρόπουλου. Ήταν ένα από τα τελευταία ταξίδια που έκανα προς την Ικαρία, ίσως το τελευταίο, και, καθώς άρχιζε σιγά-σιγά η τουριστική περίοδος, είχαν αλλάξει και οι ώρες αναχωρήσεων των πλοίων, μα δεν είχα φροντίσει εγκαίρως να ενημερωθώ κι έτσι βρέθηκα στο λιμάνι του Πειραιά τρεις-τέσσερις ώρες νωρίτερα απ’ ό,τι έπρεπε. Γνώριζα ήδη τα καφενεία που υπάρχουν μέσα στον χώρο του λιμανιού και γι’ αυτό προτίμησα να πιάσω θέση στον πάνω όροφο ενός άλλου που είναι μέσα στον σταθμό του ηλεκτρικού, να παραγγείλω φραπέ και να κοιτάζω απ’ το παράθυρο τα πλοία που γεμίζανε φορτίο κι επιβάτες. Μες στο σακίδιό μου είχα τρία βιβλία με ποιήματα του Πετρόπουλου κι ένα βυσσινί, σχεδόν άγραφο σημειωματάριο· απέναντί μου καθόταν μια παρέα ένστολων αστυνομικών κι, αφού δεν μπορούσα με άλλο τρόπο να αποφύγω τη θέα τους, άνοιξα και ξεφύλλισα για μισή ώρα περίπου τα βιβλία που είχα μαζί μου.

Γρήγορα όμως και χωρίς καλά – καλά να το συνειδητοποιήσω, άφησα κατά μέρος τα βιβλία, άνοιξα το σημειωματάριό μου, κι αφού προσπέρασα μια φράση του Νίτσε που βρίσκεται με μαύρο μελάνι στην πρώτη σελίδα (και που θα ταίριαζε, εδώ που τα λέμε, γάντι και στην περίπτωση του Ηλία Πετρόπουλου), το γκρέμισμα των ειδώλων (η λέξη μου για τα «ιδεώδη») αυτό ταιριάζει καλύτερα στη δουλειά μου, έπιασα από την επόμενη σελίδα να γράφω λίγα πρόχειρα σχόλια για την ποίηση του Πετρόπουλου. Κι όταν γέμισα έτσι πέντε περίπου σελίδες, χωρίς να αλλάξω καθόλου διάθεση και ταχύτητα γραφής, άρχισα να καταγράφω πια στίχους που δεν ήταν παρά η συνέχεια των προηγούμενων εγγραφών, ποιήματα εμπνευσμένα από τον ποιητή Πετρόπουλο ή γραμμένα με τον τρόπο εκείνου, όπως τον φαντάζομαι συχνά να κάθεται σ’ ένα καφέ στο Παρίσι και να κοιτάζει τις γυναίκες που περνάνε από μπροστά του. Καθόμαστε σε ψάθινες καρέκλες μπρος στην Palette / και κοιτάζομε τα πόδια των γυναικών, εξηγεί ο ίδιος σ’ ένα από τα ποιήματά του κι ο Ανδρέας Εμπειρίκος πενήντα χρόνια νωρίτερα βάζει τα πράγματα στη θέση τους διευκρινίζοντας: εκ πρώτης όψεως, ο άνθρωπος με το βελούδινον καπέλλο εφαίνετο να ρεμβάζη μέσα στην τύρβην της φθινοπωρινής βραδιάς. Ωστόσο δεν ερέμβαζε. Κρατούσε στο αριστερόν του χέρι το ωρολόγιόν του και μετρούσε πόσες ξανθές και πόσες μελαχροινές εδιάβαιναν κατά λεπτόν ενώπιόν του, και μόλις παρήρχοντο εμπρός από την διαφημιστικήν στήλην, εσημείωνε την κάθε μια, σύμφωνα με την απόχρωσιν της κόμης της, σε ένα κυτίον σιγαρέττων.

Με παρόμοια στοχαστική διάθεση κι εγώ εκείνη την ημέρα, μα δίχως ρολόι, κοίταζα ως συνήθως γύρω μου και σημείωνα στίχους στο τεφτέρι μου, ενώ το μυαλό μου γύριζε στα περασμένα και μάλιστα σ’ εκείνες ακριβώς τις Πέμπτες που καθόμουνα στο ζαχαροπλαστείο των Βριλησσίων και διάβαζα Ηλία Πετρόπουλο και φιλοσοφία. Έτσι δεν είναι καθόλου παράδοξο που έβαλα σε στίχους αυτή μου την ανάμνηση και που αυτή η διάθεση συνεχίστηκε και τις επόμενες ώρες, αφού δηλαδή είχα πια επιβιβαστεί στο πλοίο και είχα πιάσει θέση στο κατάστρωμα με τον ήλιο απέναντί μου σε μεγαλοπρεπή δύση. Επτά τέτοιου τύπου ποιήματα γεννήθηκαν τελικά έτσι και πιθανότατα θα ακολουθούσαν κι άλλα, αν δεν με εντόπιζε ο Φίλιππος, που με γύρευε από νωρίτερα, και μαζί του κι η Ευγενία φορώντας μια μαύρη φαρδιά μπλούζα, χωρίς μανίκια και χωρίς σουτιέν από μέσα, οπότε όλοι μαζί κατευθυνθήκαμε προς το μπαρ του καραβιού και πήραμε παγωμένες μπίρες για να πιάσουμε την κουβέντα και να βγάλουμε το ταξίδι.

Κι αν από κάτω παραθέτω εκείνα τα ποιήματα (παρόλο που η θέση τους δεν είναι εδώ πέρα) το κάνω μόνο και μόνο γιατί δεν μπορώ να τα εντάξω σε καμία άλλη ποιητική ενότητα και δεν μου πάει να τα πετάξω και αυτά, όπως αστόχαστα είχα κάνει παλιότερα, μα κυρίως επειδή θέλω κάπως να εκφράσω την αγάπη μου για τα ποιήματα του Πετρόπουλου και δεν νομίζω να καταφέρω σύντομα να ολοκληρώσω εκείνα τα σχόλια που είχα ξεκινήσει να γράφω γι’ αυτόν. Ιδού λοιπόν αντιγραμμένα από το βυσσινί μου σημειωματάριο Τα ποιήματα εκείνης της ημέρας:


Κυρίως αυτό

Πώς είναι δυνατόν να μην προτιμώ το καλοκαίρι από τις άλλες εποχές του χρόνου, αφού είναι τότε που οι γυναίκες και τα κορίτσια (κυρίως αυτά) φοράνε τα λιγότερα ρούχα, τα πιο διάφανα ρούχα, τα πιο ελάχιστα ρούχα (κυρίως αυτό)

κι αφήνουνε απ’ όλες τις πλευρές σχισμές και ανοίγματα για να κοιτάζουμε με ευγνωμοσύνη και με θαυμασμό (με σεβασμό) τα στήθη και τη μέση τους, τους ώμους και τα πόδια τους, τις στρογγυλές κοιλίτσες και τον κώλο τους (κυρίως αυτόν);

Ακόμη μετανιώνω

Πάνε τέσσερα – πέντε χρόνια πια που, δύο διαδοχικές Πέμπτες, από δημιουργική ζήλια παρακινημένος (διάβαζα ποιήματα του Πετρόπουλου εκείνες τις μέρες, όπως και πάντα) καθόμουνα σ’ ένα μικρό καφενεδάκι κι έγραψα μια σειρά ποιημάτων εμπνευσμένης αθυροστομίας που όμως πια δεν τα έχω κι ακόμη μετανιώνω.

Την πρώτη φορά, φεύγοντας τα άφησα στο τραπεζάκι που καθόμουνα, για να τα μαζέψει και να τα διαβάσει η όμορφη μικρή σερβιτόρα που όλη την ώρα κρυφοκοίταζε πάνω από τον ώμο μου για να δει τι σημειώνω μα δεν ξαναγύρισα, ο ανόητος κι ακόμη μετανιώνω.

Την άλλη φορά, φεύγοντας από το ίδιο μαγαζί, τα πήρα μαζί μου και, μήνες αργότερα, παρακινημένος ποιος ξέρει από ποια κριτική διάθεση, τα κατέστρεψα – δικαίως ή αδίκως, δεν γνωρίζω, μα ακόμη μετανιώνω.

Woman in uniform

Φαίνεται τελικά πως υπάρχει κάποια αλήθεια στην άποψη, η οποία είναι κι αρκετά διαδεδομένη άλλωστε, που υποστηρίζει πως από κάποια οπτική γωνία μια γυναίκα με στολή μπορεί να είναι ερεθιστική ακόμη κι αν φοράει τη στολή του μπάτσου (που χειρότερή της μόνο αυτή του στρατιωτικού είναι).

Αλλιώς πώς να εξηγήσω την τάση του βλέμματός μου που χωρίς να το επιδιώκω στρέφεται διαρκώς προς την αστυνομικίνα που πίνει καφέ απέναντί μου εν πλήρει εξαρτύσει;

Ίσως επειδή προκαλεί τη διάθεση να της πετάξεις πέρα το καπέλο και ξεσχίζοντας τα ρούχα της ν’ αποκαλύψεις τα βαριά βυζιά της κι αυτό, δίχως αμφιβολία, μπορεί να είναι ερεθιστικό.

Τα τρία αγαπημένα μου βιβλία

Να πάρει ο Διάολος! Ήρθα στην Ικαρία χωρίς να πάρω μαζί μου την όμορφη έκδοση του Μεγάλου Ανατολικού του Εμπειρίκου (έναν τόμο τουλάχιστον). Ευτυχώς, δεν ξέχασα τα Αξιώματα του La Rochefoucauld και την Ιλιάδα

– τα τρία αγαπημένα μου βιβλία (αυτή την εποχή).

Στο πλοίο

Στο κατάστρωμα του πλοίου τα καθίσματα είναι λευκά, γεμάτα αλμύρα από τη θάλασσα κι αντικριστά το ένα στ’ άλλο· στο ένα κάθομαι εγώ κι αποτυπώνω στο χαρτί μου στιγμιότυπα και σκέψεις της στιγμής· απέναντί μου μια καστανόξανθη ελληνικής καταγωγής μ’ ένα μικρό ασημένιο χαλκά στ’ αριστερό ρουθούνι γράφει τα δικά της σ’ ένα μικρό καφέ τετράδιο και κάθε τόσο πιάνω το βλέμμα της λαθραία να κοιτάζει στο τεφτέρι μου (καθόμαστε αρκετά κοντά άλλωστε)·

και αυτή υποθέτω κάπου – κάπου θ’ αντιλαμβάνεται τα μάτια μου να στρέφονται σ’ εκείνη,

μα εγώ δεν κοιτάζω το πράσινο τετραδιάκι της.

Μέσα από το φαρδύ της ρούχο παρατηρώ το πόδι της, που μαυρισμένο αστράφτει ψηλά σχεδόν ως το εσώρουχο, και την κοιλίτσα της που φαίνεται γυμνή κάτω απ’ την κοντή της μπλούζα.

Παράδοξο

Καθώς είμαι ξαπλωμένος ανάσκελα στο κατάστρωμα του πλοίου που με φέρνει στην Ικαρία, και πήρε πια να νυχτώνει κι ανάψανε τριγύρω τα φώτα, μια ξανθιά μακριά τρίχα ήρθε και στάθηκε για μια στιγμή πάνω στο πρόσωπό μου προτού ο αέρας την παρασύρει πάλι μακριά.

Παραδόξως δεν σήκωσα το κεφάλι να δω από πού ήρθε· συνέχισα να κοιτάζω τ’ αστέρια.

8.00 – 9.30 μ.μ.

Για να ξορκίσω μια γαμημένη μελαγχολία και ανεξήγητη, που απ’ το πρωί με τυραννάει (που από δεκαεπτά χρονών, εδώ που τα λέμε, με τυραννάει) ξαναδιάβασα, από τις οχτώ η ώρα το απόγευμα κι ως τις εννέα και μισή το βράδυ, όλα τα ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου που έχω στη βιβλιοθήκη μου.

Τι άλλο μου μένει να κάνω τώρα;
[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]