19 Μαΐ 2008

"Ανέκδοτα Ποιήματα" - Γιώργος Μπλάνας


ΑΓΩΝΙΟΥΝ να σε εικονίσουν αγαθό
και προσπαθούν να σ' εννοήσουν μόχθο.
Δεν ξέρουν και δε νοιάζονται αν η σάρκα
φυλάει τους δρόμους της ζωής
μ' εκατομμύρια μαχαίρια αίμα.

Ε, ναι λοιπόν! Αίμα αν δε στάξει
δε γίνεται εμπόρευμα η μορφή σου.
Ε, ναι λοιπόν! Μαχαίρι αν δεν ουρλιάξει
δε γίνεται δουλειά το νόημά σου.

Αδημονούν να σε χορτάσουν δυνατό
κι αργούν να σε μοχθήσουν σκέψη.
Δε βλέπουν και δε σκέφτονται αν ο ύπνος
φυλάει τα λιμάνια της ζωής
μ' εκατομμύρια νάρκες δάκρυ.

Ε, ναι λοιπόν! Δάκρυ αν δεν τρέξει
δε γίνεται εξουσιά η δύναμή σου.
Ε, ναι λοιπόν! Νάρκη αν δεν γαυγίσει
δε γίνεται τροφή το φάντασμά σου.

Δίδαξέ μου, την πολιτική οικονομία των δασών.
Γνώρισέ μου, την ιστορία των σπηλιών.
Δείξε μου την πάλη των χεριών και των φιλιών.
Αμήν.
*
ΨΥΧΗ θρασύτατη δεν ξέρεις τίποτε από δέντρο.
Τολμάς κορμό με ρίζα καν μια δρασκελιά.
Τολμάς καρπό με φύλλωμα καν χούφτα.
Ψυχή, ψυχή θρασύτατη διδάξου δάσος·
πώς υπομένει η πέτρα κατεπάνω στη βροχή,
πως ισχυρίζεται η πλαγιά τ’ αντίστροφα του ανέμου,
πως αποδέχεται το πράσινο τον πάγο.
Ψυχή, λογίσου την ορμή
που μαστιγώνει το άλογο στα βράχια.
Ψυχή, ισχυρίσου την οργή
που απειλεί τον θάμνο η πέτρα.
Ψυχή θρασύτατη, μάθε ν' ανθίζεις.
*
ΟΙ ΚΕΡΑΣΙΕΣ ανηφορίζουν μιαν απόγνωση βουνό.
Αρπάζουν πέτρες, ρίζες, κούτσουρα, κλαδιά και προσπαθούν
πόσο κόκκινο μπορεί να λαχανιάσει το λευκό.
πόση σάρκα το ρόδινο, πόσο χάδι ο πυρίτης.
Το μήνα Μάη δεν μπορείς να κοιμηθείς από τ' αηδόνια
και τα κεράσια βάφουν σαν τη νύχτα
ολόκληρα όνειρα πορφύρα.
Ωστότε οι κερασιές μπαίνουν στα σπίτια,
αναστατώνουν τις αυλές, τρομάζουν ζώα και παιδιά.
Μαζεύονται όλες στην κορφή και παριστάνουν
ένα λευκό παράδεισο επιστροφή.
Όταν βλέπεις ανθισμένη κερασιά,
είναι μια απόγνωση βουνό που προσπερνάει.
*
ΩΡΥΕΣΑΙ τον ύπνο της ελιάς, μέσα στη νύχτα·
μαύρος καρπός, χυμός καθηλωμένος
σε τέσσαρων ανέμων φυλακή.
Αυτή η γαλήνη λέγεται ερπετό
κι αυτή η σιωπή γεράκι.
Κοιμάται αιώνες σκόνη το ερπετό
κι ασφυκτιά χρόνια αιθέρα το γεράκι.
Σκοτάδι έγκλειστο· πιο πέρα μια πλαγιά·
δυο βράχια δρόμος προς το φως
που αγκομαχά ένα χωριό να σε προφτάσει.
Βιάζεσαι, βιάζεσαι, ψυχή,
αυτή την πολυσύχναστη σιωπή του ελαιώνα·
στοιχειά, νεράιδες, ποιητές,
νεκροί, τρελοί κι οργανοπαίχτες
κρύβονται πίσω απ' τους κορμούς,
παρατηρούν πώς πέφτεις στην ελιά,
πώς κομματιάζεις τον καρπό της μεσημέρι.
Κοιτάζονται με φλόγες σκοτεινές·
«Ό,τι προλάβουμε τη νύχτα που ξυπνάει
θεός βρικόλακας λυκάνθρωπο τον κόσμο.
Σε λίγο ξημερώνει συνήθεια κι ανία!»
*
ΑΧ, ΟΝΕΙΡΑ βουβά των αφανών
και ύπνε 'αλαλε των ανωνύμων·
σφόδρα τριγμών καταφυγή,
επέραντο άσυλο σιωπή
μιας ακατέργαστης ελευθερίας.

Δεδομένου ότι ο άνεμος, φυσάει δε φυσάει,
τα σύμβολα εργάζονται
κλαδιά και φύλλα στους αδένες,
κάποιος περνάει και προσπερνάει
και κάποιος στέκει εδώ το σκέλεθρό του.

Διάσημοι και αφανείς,
ανώνυμοι καιευτραφείς με τα ονόματά τους,
κορμοί όσων δέντρων έχασαν
το δρόμο για τη γλώσσα των βουνών.

Άλλο σκοτάδι ο κάμπος καθενός,
ίδιο το χώμα που εγκλείει.