24 Μαΐ 2008

"Μικρά Ικαρία" - Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

Tα προηγούμενα μέρη εδώ : http://vakxikon.blogspot.com/2008/05/blog-post_17.html

ΠΑΤΑ ΤΟ ΧΑΜΟΥ (microDiaries 10)

Σπίθες τινάχτηκαν από την πέτρα του αναπτήρα μου κι άξαφνο φως πολύ κοντά στο πρόσωπο μού θάμπωσε τα μάτια μες στο απόλυτο σκοτάδι όπου βγήκα για να καπνίσω ακόμη ένα τσιγάρο. Ανάβω άλλη μια φορά, λίγο πιο μακριά αυτή τη φορά από τα μάτια μου, τον αναπτήρα που κρατάω στα χέρια μου και τον κοιτάζω στο φως από την ίδια του τη φλόγα (όπως οι ερωτευμένοι κοιτάζουν ο ένας τον άλλο μες στο δικό τους φως λουσμένοι)· είναι ένας συνηθισμένος μικρός bic, μπλε χρώματος από αυτούς που προτιμώ, γιατί ποτέ δεν μένουν για πολύ στην κατοχή μου, μα διαρκώς χάνονται και διαρκώς άλλοι βρίσκονται ακουμπισμένοι επάνω στο πακέτο μου, για να έρθει μετά από μέρες (και νύχτες) ξανά στα χέρια μου εκείνος που ίσως να ήτανε δικός μου τις προάλλες – μια κοινοκτημοσύνη της φωτιάς που δεν με αφήνει ασυγκίνητο, ιδίως αν έχω πιει λιγάκι παραπάνω. Που δεν είναι ωστόσο η σημερινή περίσταση.

Όλο το απόγευμα το πέρασα στην καρέκλα μου, μπροστά στο παράθυρο μ’ απέναντι το πέλαγος, διαβάζοντας, δεύτερη φορά μετά από δεκαπέντε και βάλε χρόνια, το βιβλίο του Φίσερ για τον Μαρξ (τι είπε πραγματικά ο Μαρξ – το είχε δανείσει κάπου τότε ο Στεφάτος στον αδελφό μου κι είχα προσπαθήσει κι εγώ να το διαβάσω, αλλά, θα ‘μουν δεν θα ‘μουν δεκαπέντε χρονών, δεν νομίζω να έφτασα καν ως το τέλος του ή να κατάλαβα οτιδήποτε, εκτός ίσως από εκείνο το σαφές και ξεκάθαρο Πρέπει να δηλώσουμε στις κυβερνήσεις: ξέρουμε ότι είσαστε η ένοπλη δύναμη που κατευθύνεται ενάντια στο προλεταριάτο. Θα προχωρήσουμε εναντίον σας με ειρηνικά μέσα, όπου είναι δυνατόν, και με τη δύναμη των όπλων, όπου είναι αναγκαίο. Και πώς αλλιώς να γίνει; Τα τραγούδια που άκουγα δεν έλεγαν τίποτε διαφορετικό κι η εφηβεία που με διέτρεχε απ’ άκρη σ’ άκρη δεν φώναζε τίποτε διαφορετικό.

Έτσι τότε μεθούσαμε εύκολα χωρίς κρασί. Και τόσα χρόνια μετά νηφάλιος και νοήμονας, κάνοντας ένα διάλειμμα ανάμεσα στο πρόβλημα της αυξανόμενης αθλιότητας και τη θεωρία της επανάστασης, με ελαφρά μελαγχολική διάθεση και Billie Holiday που τραγουδάει τα μπλουζ κι ακούγεται απ’ τα ηχεία μου ως έξω στη βεράντα, βγήκα κι απόψε να καπνίσω και ν’ αφουγκραστώ το σκοτάδι (από το οποίο όχι σπάνια λαμβάνω ενδιαφέρουσες πληροφορίες και ανταποκρίσεις). Αφού εξάλλου δεν γίνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, ν’ ακούσω και να δω ολίγη αγαπημένη πολιτεία – και παραξενεμένος συνειδητοποιώ και σημειώνω εδώ ότι αυτή είναι η δεύτερη φορά ετούτη την εβδομάδα που φτάνει ως τα χείλη μου, παρεφθαρμένος ή αυτούσιος, κάποιος στίχος του Καβάφη, του οποίου, χωρίς να έχω πάψει να τον εκτιμώ, έχω χρόνια να διαβάσω τα ποιήματα (ίσως επειδή θυμάμαι απ’ έξω αρκετές ποιητικές φράσεις ή θραύσματά του, ίσως ακόμη επειδή κυκλοφορεί τόσο πολύ με τη μορφή ποιητικής κοινοτοπίας και λόγιας καραμέλας στα χείλη και στα πλήκτρα πολιτικών και δημοσιογράφων, ώστε διαρκώς να τον βρίσκω μπροστά μου και μάλιστα με ενοχλητικά συμφραζόμενα).

Τα βιβλία του Εμπειρίκου αντιθέτως βρίσκονται συχνά πυκνά στο κομοδίνο και στα χέρια μου κι αν το αναφέρω εδώ είναι γιατί είναι αυτός ακριβώς ο ποιητής που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή, καθώς τα μάτια μου συνηθίζουν σιγά – σιγά στο σκοτάδι κι ετοιμάζομαι να ονομάσω τη νύχτα σκοτεινή αυλαία του τετραχώρου και με αυτή τη φράση στα χείλη να περάσω την υπόλοιπη βραδιά. Γιατί του Εμπειρίκου τα βλέφαρα είναι αυλαίες διάφανες: όταν τ' ανοίγει βλέπει εμπρός του ό,τι κι αν τύχει, όταν τα κλείνει βλέπει εμπρός του ό,τι ποθεί. Έτσι κι η νύχτα για μένα, που την ανοιγοκλείνω ανάλογα με τις διαθέσεις μου. Σαν σήμερα για παράδειγμα, που την θέλησα ορθάνοιχτη, γεμάτη φωτεινές πινέζες να την στηρίζουν στο στερέωμα και τον ήχο ενός βενζινοκάικου να συνοδεύει από μακριά την κυρία που τραγουδάει τα blues – που είναι εξάλλου (το βενζινοκάικο) ο μόνος μηχανικός ήχος που ανέχεται η φύση, σύμφωνα με τη γνωμάτευση του Ελύτη, τον οποίο ξέρω καλά και εμπιστεύομαι όταν πρόκειται για το Αιγαίο ή τη Μεσόγειο θάλασσα (για τον Ατλαντικό Ωκεανό προτιμώ βεβαίως, άλλη μια φορά, τον Εμπειρίκο και τα ωραία υπερωκεάνια που διαπλέουν προς όλες τις κατευθύνσεις τα ποιήματά του).

Πιάνω λοιπόν πρώτη θέση στο αστεροσκοπείο Ικαρίας και στρέφω το βλέμμα μου προς το στερέωμα. Αν και θεωρούνται αμέτρητα και παρόλο που παλαιά πρόληψη απαγορεύει την καταμέτρησή τους, θεωρώντας την αιτία τής εμφάνισης εξανθημάτων στο πρόσωπο, οι επιστήμονες εν τούτοις έχουν υπολογίσει τον αριθμό των αστεριών, που είναι ορατά από τους παρατηρητές του βορείου ημισφαιρίου, σε περίπου τρεις χιλιάδες, από τα οποία τα μισά σχεδόν, αν υπολογίζω σωστά, πρέπει να τα βλέπω αυτή τη νυχτερινή ώρα. Το μόνο ωστόσο που ξέρω να ξεχωρίσω με βεβαιότητα και να ονομάσω είναι ο σχηματισμός της Μεγάλης Άρκτου, για την οποία μπορώ να προσκομίσω και λίγες πληροφορίες γλωσσικού ως επί το πλείστον ενδιαφέροντος. Γνωρίζω λοιπόν ότι η λέξη άρκτος κατάγεται από τον υποθετικό ινδοευρωπαϊκό τύπο rksos που σημαίνει καταστροφέας, ενώ οι παλαιότεροι την έλεγαν αλετροπόδι. Η Ρεβέκκα μια νύχτα που πίναμε στη βεράντα κοιτάζοντας τ' αστέρια μού την είπε τηγάνι και ο Σίλερ την ονόμαζε Πλοιάριο του Αγίου Πέτρου. Εδώ πια έχουν θέση φαντάζομαι και λίγοι στίχοι από την Ursa minor (ήτοι Μικρή Άρκτος) του Τάκη Παπατσώνη, οι οποίοι μάλιστα συνδέονται κάπως και με όσα εδώ συμβαίνουνε:

Έπεσε αναμμένη στάχτη στα μάτια
και είδαμε το φως
ασημόσκονη έφτασε από τις συστροφές
και τους νεφελοειδείς και μας στόλισε
σταλαγματιά μάς έσταξε
γάλα του γαλαξία
και μας εύφρανε.

Κατά τ' άλλα, μπορώ να διακρίνω στα δεξιά μου φώτα ψηλά και φώτα χαμηλά, που, αν ήδη δεν το γνώριζα, δεν θα μπορούσα να πω με βεβαιότητα αν πρόκειται για αστέρια ή για σπίτια υποφωτισμένα. Όπως και να ‘χει πάντως, τα αστέρια στον ουρανό, τα φώτα των σπιτιών και των δρόμων στην πλαγιά δεξιά μου, τα φώτα, σχεδόν αόρατα, της Τουρκίας και της Χίου στο βάθος μπροστά μου και τα φώτα από τα ψαροκάικα μέσα στη σκοτεινή μαύρη θάλασσα δημιουργούν ως σύνολο ένα δίχτυ φωτός μέσα στο οποίο πιασμένος ο νυχτερινός παρατηρητής μπορεί να νιώσει ηδονικά αιχμαλωτισμένος. Δημιουργούν ένα πεδίο δημιουργικής ονειροπόλησης για τον μοναχικό καπνιστή, εντελώς διαφορετικό, αν μάλιστα συνυπολογίσουμε και την απόλυτη ησυχία της ώρας, από όποιο άλλο συναντάει στην κατάφωτη πόλη. Και παρόλο που θεωρώ πάντα δευτερεύοντα παράγοντα για τη δημιουργική εργασία τον φυσικό περίγυρο, δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι αυτός ο χώρος, θέλοντας και μη, παρεμβάλλεται ανάμεσα στη συνείδηση και στο χέρι που καταγράφει τα – εσωτερικά και εξωτερικά – γεγονότα και τελικά υπεισέρχεται αποφασιστικά στο παραγόμενο προϊόν.

Που σημαίνει πως το ερώτημα από εδώ και πέρα είναι για μένα (και πρέπει πια να το θέσω και να το αντιμετωπίσω, όπως μπορώ) τι επακολουθεί τώρα που ετοιμάζομαι να αφήσω οριστικά την υποφωτισμένη, αλλά πλήρη αστέρων, Ικαρία για τη υπερφωτισμένη Αθήνα και για την επόμενη άγνωστη πόλη λίγο αργότερα. Το ερώτημα εν τούτοις δεν μπορεί παρά να μείνει για την ώρα αναπάντητο και τα μελλούμενα όπως πάντα σκοτεινά, όμως ο Ελύτης μπορεί να κλείσει ωραιότατα ετούτο το γραπτό κι εγώ να σβήσω το τσιγάρο μου και να γυρίσω στο δωμάτιό μου:

ψάξαμε ψάξαμε όσο γίνεται
να ‘μαστε άνθρωποι σωστοί
(to be men not destroyers, το λέει στα στερνά του με πικρή πείρα ετών ο σιωπηλός Πάουντ)
σε μια ταράτσα πάνου από τη θάλασσα
κοίταξε:
σπαν τ' αστέρια ένα – ένα
και το ύστερο πάει φωσάκι του τσιγάρου σου
κι εκείνο σώνεται
πάτα το χάμου
αντίο.

Ο φάρος ανάβει μια στιγμή, για να μείνει σβηστός πάλι μέχρι να μετρήσω ως το εφτά και να ανάψει, ξανά και ξανά, στο πιο προωθημένο σημείο της στεριάς μέσα στη θάλασσα, στο πιο προωθημένο σημείο του παρόντος μέσα στο μέλλον. Πάτα το χάμου. Αντίο.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Εκτός από τους δυο μας δεν υπάρχει άλλος στο κατάστρωμα. Φυσάει πολύ εδώ πάνω κι ένα μόνο σημείο κατάφερα να εντοπίσω όπου ο αέρας εμποδίζεται να φτάσει ορμητικός· εκεί ακριβώς καθόμαστε, πλάτη με πλάτη και άγνωστοι μεταξύ μας, εγώ, επιστρέφοντας για τελευταία φορά από την Ικαρία στον Πειραιά, κι αυτή αγγλόφωνη μ’ ένα μαντήλι σκούρο μπλε επάνω στα μαλλιά της, που αφήνει ελάχιστα από αυτά, καθώς φυσάει ο άνεμος, να ξεφεύγουν ολόξανθα και να αγγίζουνε την πλάτη μου. Στα χέρια της White teeth το βιβλίο που διαβάζει, κοιτάζοντας την περισσότερη ώρα τη θάλασσα στ’ αριστερά, ενώ στα δεξιά μας έχει κιόλας φανεί ο βράχος του Σουνίου. Στα χέρια μου ανοιγμένος ο πρώτος τόμος του Δον Κιχώτη, από τον οποίο λίγες λέξεις στην τύχη επιλεγμένες, όπως είναι η συνήθεια, υπεισέρχονται κι εδώ για να επηρεάσουν τη συνέχεια: την κοιτούσε αντί να της μιλά, και στοχαζόταν πόσο άξιζε να την αγαπούν.

Αγνοώντας τα συμφραζόμενα, αφού στην τύχη γυρίζω τις σελίδες του βιβλίου μου, και με καμία διάθεση να βρω ποιος έμενε στοχαστικός αντί να της μιλά, αναρωτιέμαι εντούτοις για ποιαν άραγε γίνεται λόγος εδώ πέρα. Ένας νεαρός, που πέρασε από κοντά καπνίζοντας, παραμέρισε προσώρας το ερώτημα, καθώς έμεινα να κοιτάζω τον καπνό που έβγαινε απ’ το στόμα του κι αμέσως χανότανε στο παρελθόν από τον δυνατό αέρα διαλυμένος, μα στριφογύριζα για ώρα μες στο νου μου τη διατύπωση την κοιτούσε αντί να της μιλά, όπως γίνεται τις περισσότερες φορές δηλαδή, και στοχαζόταν πόσο άξιζε να την αγαπούν. Ποια είναι αλήθεια; Μήπως αυτή με τα λευκά της δόντια και τα μαύρα πέδιλα, που καθισμένη στον πάγκο πίσω μου αφήνει τα μαλλιά της να ερίζουν με τον άνεμο; Η θάλασσα άραγε με τα γαλάζια ρούχα της, όπως έλεγα κάποτε, και τα λευκά εσώρουχα – και με θυμάμαι ώρες ατελείωτες να την κοιτώ αμίλητος και να την αγαπώ, στη Ρόδο, στην Κόρινθο, στον Ωρωπό, στην Ικαρία. Κάθε ερμηνεία, για ν’ αποσπάσει απ’ αυτό που λένε οι λέξεις εκείνο που θέλουν να πουν, πρέπει αναγκαστικά να χρησιμοποιήσει τη βία, προτείνει ο Heidegger κι ούτε ξέρω πώς το θυμήθηκα τώρα, μα ωστόσο ασκώντας κι εγώ στον Θερβάντες (που ήδη στη ζωή του έχει δεχτεί αρκετή) όση βία απαιτείται γυρίζω άλλη μια φορά με το μυαλό στην Ικαρία, όπως την άφησα οριστικά λίγες ώρες νωρίτερα.

Έχοντας ξεκινήσει πριν από τις δώδεκα το μεσημέρι με τσίπουρο στο καφενείο κι ύστερα μπύρες και ούζα, μεζέδες και αποχαιρετισμούς, ούτε θυμάμαι πια ποιοι πέρασαν από εκεί και σε ποια κατάσταση ο καθένας (η Ρεβέκκα πάντως έλειπε, το θυμάμαι αυτό), έφτασε η ώρα τρεις νυχτερινή, ώσπου, μετά από άλλα κρασιά κι άλλους μεζέδες και άλλους αποχαιρετισμούς με τον Δημήτρη και τον Ζαχαρία, να περάσω για τελευταία φορά από το Περίπου για άλλη μια τεκίλα (ήταν κι ο Άγγελος εκεί) και να βαδίσω ύστερα προς το λιμάνι να σταθώ στην πιο σκοτεινή γωνιά του μόλου και να κοιτάω αμίλητος προς το νησί, που κρέμεται από πάνω του κίτρινο το φεγγάρι. Στο πλάι μου εξίσου σιωπηλή αγγίζει τον ώμο μου η Κωνσταντίνα, μα δεν γνωρίζουμε εκείνη την ώρα το χρυσό φως της σελήνης που λούζει τα πρόσωπά μας. Κοιτάζουμε τη θάλασσα, τα σπίτια και τον δρόμο πιο ψηλά, λίγα δέντρα κι ακόμη πιο πάνω το βουνό και το φεγγάρι, καρφωμένο θα ‘λεγες επάνω απ’ το νησί, σαν να μην έριχνε το ίδιο φως παντού στον κόσμο ετούτο. Έμενα αμίλητος και στοχαζόμουνα πόσο άξιζε να την αγαπώ. Νοσταλγώ την Ικαρία πριν ακόμη την αφήσω, που θα ‘λεγε και ο Ηλίας Πετρόπουλος (που στ’ αλήθεια το έχει πει σ’ ένα του ποίημα, μιλώντας όμως για το Βερολίνο, αν θυμάμαι καλά), ενώ ο Θερβάντες, στον οποίο καταφεύγω άλλη μια φορά, προτείνει: ας τους αφήσουμε όμως εδώ, γιατί σίγουρα θα εμφανιστεί κάποιος να τους βοηθήσει – άλλωστε, ας έχει υπομονή κι ας σιωπά όποιος καταπιάνεται με πράγματα πάνω απ’ τις δυνάμεις του.

Όπως και έγινε εξάλλου, γιατί φάνηκε από την άλλη πλευρά της θάλασσας το πλοίο να έρχεται ολόφωτο και λύθηκαν τα μάγια του φεγγαριού. Της Ικαρίας όμως; Όπως και αλλού, όπως και άλλοτε, όπως πάντοτε, αναρωτιέμαι αν πιο πολύ αγάπησα όλες εκείνες τις ανηφοριές που έκοβαν την ανάσα μου, τους κακοφωτισμένους δρόμους και τον μικρό φακό που είχα πάντα σε κάποια τσέπη μου, μα που μονίμως ξεχνούσα την ύπαρξή του, όταν νύχτα και με αμφισβητούμενη νηφαλιότητα περπατούσα, τον άνεμο που δεν έπαυε να φυσάει και να παρασύρει την ομπρέλα μου και τα ρούχα που άπλωνα στο μπαλκόνι μου, το μπαλκόνι μου που έβλεπε μίλια ανοιχτής θαλάσσης ως πέρα στον μακρινό ορίζοντα και τα φευγάτα σύννεφα, τα δεκαπέντε-είκοσι χιλιόμετρα διαδρομή που έκανα για ν’ ανέβω στις Ράχες, τις στροφές και τα αλκοτέστ, που με ανάγκαζαν να περιμένω το ξημέρωμα για να γυρίσω στο σπίτι, τα μαγαζιά που φιλοξένησαν τις νύχτες και τα μεσημέρια μας, τα πρωινά και τ’ απογεύματα, το Περίπου, το Σκνίπα-bar, τα Κύμματα, το ταβερνάκι της Αγγελικής, τη Φωλιά του κούκου. Είναι αυτά, αναρωτιέμαι, που αγάπησα ή είναι οι άνθρωποι που συντροφεύανε τις ώρες που περνούσαν;

Κι αν έτσι πράγματι γίνεται, ο Αντώνης και ο Φίλιππος, η Σύλια και ο Δημήτρης, η Ευγενία και η Ρεβέκκα, η Βούλα και ο Θανάσης, όλοι αυτοί που γνώρισα στην Ικαρία και αγάπησα θα είναι και αλλού οι ίδιοι, θα είναι πάλι ο Αντώνης και ο Φίλιππος, η Σύλια και ο Δημήτρης, η Ευγενία και η Ρεβέκκα, η Βούλα και ο Θανάσης, που γνώρισα και αγάπησα ή μήπως, όταν ξανά τους συναντήσω, στην Αθήνα ή στη Λάρισα, στη Μυτιλήνη ή στο Παρίσι θα είναι κάποιοι άλλοι; Κι αν δεν τους δω ξανά κι αν μείνουν μόνο ονόματα, που θα ‘ρχονται και θα ξανάρχονται στο νου ή που θα ξεχαστούν μετά από λίγο καιρό, τι θα έχει απομείνει τότε πια από την Ικαρία; Είναι αρκετά τα χώματα και οι κακοφωτισμένοι δρόμοι για να υπάρξει η δεκάμηνη μικρή Ικαρία μου ή όλα αυτά κηρύσσονται ανυπόστατα δίχως ανθρώπους που αγάπησα;

Ο καπνός που ο αέρας λίγο πρωτύτερα τον είχε διαλύσει επιστρέφει συμπαγής και αρωματικός, το στόμα, που λίγο νωρίτερα τον είχε φυσήξει προς τα έξω, ανοίγει πάλι για να τον δεχτεί ως βαθιά στα πεισιθάνατα πνευμόνια, ο ίδιος νεαρός, βαδίζοντας ανάποδα, σαν τα καρέ του κινηματογράφου να πηγαίνουν προς τα πίσω, ξαναπερνάει κι εγώ, άλλη μια φορά, έμεινα να κοιτάζω, μα στριφογύριζα για ώρα μες στο νου μου τη διατύπωση την κοιτούσε αντί να της μιλά και στοχαζόταν πόσο άξιζε να την αγαπούν. Που, χωρίς αμφιβολία, σημαίνει ότι μπορώ, με τον νου ακόμη μια φορά στην Ικαρία, ν’ ανοίξω το βιβλίο που κρατάω στα χέρια μου κι ενώ βλέπω κιόλας, πέντε η ώρα το ξημέρωμα, τα πρώτα πορτοκαλιά φώτα του Πειραιά, λάμπες του δρόμου, φωτεινές επιγραφές και διαφημίσεις, να κλείσω αυτό το μικρό χρονικό της επιστροφής ως εξής: Δε θα μου αρνηθείς όμως ένα πράγμα, Σάντσο: όταν τη ζύγωσες, δεν κατάλαβες μια μοσχοβολιά, μιαν αρωματική γλύκα, κάτι όμορφο που δεν μπορώ να του βρω όνομα;
Αυτό που μπορώ να πω, αποκρίθηκε ο Σάντσο, είναι ότι κατάλαβα μια μυρωδιά ανθρωπίλας. Ίσως αυτό.

[Τα αποσπάσματα του μυθιστορήματος "Μικρά Ικαρία" είναι ευγενικές παραχωρήσεις στο "Βακχικόν" του συγγραφέα, ποιητή και μεταφραστή Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου. Η "Μικρά Ικαρία" κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ηλέκτρα από τον Σεπτέμβριο του 2005.]