14 Μαΐ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧVI. Το Παιχνίδι του Πολέμου" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ANDREW HUSSEY The Game of War [ΤΗΕ LIFE AND DEATH OF GUY DEBORD] «JONATHAN CAPE», ΛΟΝΔΙΝΟ, ΙΟΥΛΙΟΣ 2001
CHRISTOPHE BOURSEILLER Vie et mort de Guy Debord «PLON», ΠΑΡΙΣΙ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 1999

ANSELM JAPPE Guy Debord «DENOEL», ΠΑΡΙΣΙ, ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2001

Υστερα από δεκαετίες γεμάτες παρεξηγήσεις, ανυπόστατες φήμες και ανενδοίαστη κατασυκοφάντηση, ο βίος και το έργο του Guy Debord γίνονται αντικείμενο συστηματικής και μεθοδικής μελέτης. Τρία έργα είδαν το φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό, ενώ αναμένονται κάμποσα άλλα, τα οποία ήδη έχουν αναγγελθεί από εκδοτικούς οίκους όπως ο Pluto Press, στη Μεγάλη Βρετανία, και η Librairie Fayard στη Γαλλία. Επίσης, από τη Librairie Fayard, εκδίδεται η Αλληλογραφία του Debord (κυκλοφόρησαν, το 1999 και το 2001, ο πρώτος και ο δεύτερος τόμος, ενώ αναμένονται άλλοι τέσσερις), με τις φροντίδες της τελευταίας γυναίκας του, της Alice Becker-Ho, και του συγγραφέα Patrick Mosconi.

Αυτή η διαδικασία θα συμβάλει στην άρση των παρεξηγήσεων, στη διάλυση των μύθων και στο τέλος των διαστρεβλώσεων. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι τα εν λόγω πονήματα προέρχονται από μελετητές και συγγραφείς αρκετά νέους αλλά και αποφασιστικά ώριμους ώστε να γνωρίζουν τις απαιτήσεις που εγείρει το εγχείρημά τους. Το βιβλίο του Christophe Bourseiller έχει την αρετή να είναι η πρώτη απόπειρα συγκροτημένης βιογράφησης του ιδρυτή της Καταστασιακής Διεθνούς [Internationale Situationniste]. Ο Bourseiller (γενν. 1958) φρόντισε να αναζητήσει όλους όσοι γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν με τον Debord, να συνομιλήσει ή να αλληλογραφήσει με σημαίνουσες προσωπικότητες της περιπέτειας των πρωτοποριακών κινημάτων που έδρασαν μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, να συλλέξει ένα πλούσιο υλικό, και να οργανώσει στρωτά την αφήγησή του. Είναι πράγματι ένα σημαντικό βήμα, αν αναλογιστούμε ότι προηγουμένως είχαν κάνει την εμφάνισή τους βιβλία που καμώνονταν ότι είναι «βιογραφίες», ενώ επρόκειτο για φαιδρότατα σκαριφήματα, αδέξιες συγκολλήσεις κειμένων, συνήθως λεηλατημένων από πηγές που δεν αναφέρονταν καν (π.χ. το βιβλίο Guy Debord - Revolutionary: Α Critical Biography του Len Bracken, ή τα ασήμαντα ψευδοπονήματα Pour Guy Debord της Cecile Guilbert και Guy Debord, L'Atrabilaire του Frederic Schiffterr).

Η ποίηση του αρνητικού

Αντίθετα, ο Bourseiller είναι αν μη τι άλλο φιλότιμος και φιλόπονος ως προς την προκαταρκτική έρευνά του. Αν διέθετε κι ένα γερό συγγραφικό ταλέντο, θα κατάφερνε να συνδυάσει τις πάμπολλες λεπτομέρειες που καταγράφει με έναν τρόπο ο οποίος θα αναδείκνυε καλύτερα την προσωπικότητα και, κυρίως, το χαρακτήρα του Debord, ενώ, ταυτόχρονα, θα έδειχνε πόσο οι λεπτομέρειες του βίου συνδέονται με κρίσιμες, αποφασιστικές στιγμές του έργου - αυτού που ήδη έχει αποκληθεί «η ποίηση του αρνητικού». Οπως και να 'χει, μπορεί ο αναγνώστης να επιχειρήσει τους απαραίτητους συνδυασμούς ώστε να εμπλουτίσει νοερά τα όσα παραλαμβάνει και μαθαίνει από τον Bourseiller.

Μπορούμε, φέρ' ειπείν, να καταλάβουμε πολλά από τον τρόπο με τον οποίο συνδέθηκε για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο Debord με την ομάδα Socialisme ou Barbarie του Κορνήλιου Καστοριάδη και του Κλοντ Λεφόρ, και από το γιατί και, κυρίως, από το πώς φρόντισε να αποχωρήσει. Επίσης, μπορούμε να μάθουμε πολλά από το πώς δεχόταν και πώς έκανε δώρα ο Debord, πώς άσκησε στην καθημερινότητά του, στην πραγματική ζωή, και όχι μονάχα στις σελίδες των κειμένων, την πρακτική του potlatch, που συνίσταται σε μια απόλυτα παιγνιώδη και απόλυτα αντι-οικονομική προσφορά (δίχως προσδοκίες ή υπολογισμούς ανταπόδοσης). Τέλος, μπορούμε πολλά να αντιληφθούμε από το ποια ήταν η συνεισφορά του Debord στην κοινωνική κριτική των καιρών του (και των καιρών μας, φυσικά). Και, βέβαια, όχι μονάχα στο θεωρητικό πεδίο, αλλά και σε αυτό της πρακτικής - έτσι ώστε, για τον Debord, και για τους καταστασιακούς [situationnistes], να δικαιούται κανείς να μιλάει για μίαν απολύτως επιτυχή διαλεκτική θεωρίας και πρακτικής, να μιλάει για θεωρία της πρακτικής και για πρακτική της θεωρίας.

Το βιβλίο του Andrew Hussey συμβαίνει να είναι οργανωμένο με έναν τρόπο σχεδόν όμοιο μ' εκείνον του Bourseiller. Και ο ένας και ο άλλος μίλησαν με την Michele Bernstein και την Alice Becker-Ho, τις δύο συζύγους του Debord, και με όλες σχεδόν τις μορφές του λετριστικού και καταστασιακού κινήματος (Ralph Rumney, Constant, Jacqueline de Jong, Isidor Isou, κτλ.). Ο Hussey (γενν. 1963) ταξίδεψε όσο περισσότερο μπόρεσε προκειμένου να συλλέξει ένα, πραγματικά εντυπωσιακό, υλικό και επιχείρησε να το συνθέσει με έναν τρόπο που να είναι θελκτικός και να μην προδίδει το θέμα του. Οι προθέσεις του είναι καλές και το αποτέλεσμα όντως πλούσιο και καλοφροντισμένο. Ο αναγνώστης παρασύρεται, απορροφάται από την αφηγηματική δεινότητα του Hussey, συναρπάζεται από τις περιγραφές και τις επισημάνσεις του. Μαθαίνουμε πολλά - όχι πολύ περισσότερα από όσα μας κοινολογεί ο Bourseiller, πάντως -, και πρόκειται πράγματι για μία βιογραφία.

Στη σκακιέρα των ημερών

Μολαταύτα, και πάλι, ο βίος και το έργο του Debord δεν συνδυάζονται έτσι ώστε να έχουμε τη διαύγαση του ενός από το άλλο, και αντιστρόφως. Ο αναγνώστης υποχρεώνεται και εδώ να προβεί μόνος του σε σχολιασμούς, συνδυασμούς και αλληλεπιδράσεις. Κάθε περιστατικό, από τα όσα έχει φροντίσει να μας αφηγηθεί ο Hussey, μπορεί κάλλιστα να παραπέμψει σε μια θεωρητική ψηφίδα του Debord, σε μία αποφασιστική κίνηση πάνω στην αχανή σκακιέρα των ημερών και των νυχτών, στη σκακιέρα όπου διεξήχθη επί τέσσερις δεκαετίες μια συγκλονιστική αναμέτρηση - η αναμέτρηση ανάμεσα σ' εκείνους που «εργάζονται για τη διατήρηση του συστήματος της θεαματικής κυριαρχίας» και σε εκείνους που «θα επιμείνουν μανιωδώς στην επίτευξη του εντελώς αντίθετου», όπως έγραψε ο Debord στις αρχές του 1988 (βλ. «Σχόλια πάνω στην Κοινωνία του Θεάματος», μτφρ. Πάνος Τσαχαγέας, εκδ. Ελεύθερος Τύπος). Και εδώ, βλέπουμε το θρίαμβο της πρακτικής του potlatch, βλέπουμε έναν Debord που ποτέ δεν δίσταζε να ριχτεί σε ερωτικές περιπέτειες γεμάτες ποίηση, ευγένεια και πάθος, μακριά από κάθε μικροαστική σύμβαση. Εναν Debord που φρόντισε να λαβώνει επί του πρακτέου την κυρίαρχη νοοτροπία της εποχής του, είτε οργανώνοντας σκάνδαλα στο Αμστερνταμ και στις Βρυξέλλες είτε ενοποιώντας προσωπικότητες και δυνάμεις της πρωτοπορίας σε ένα κοινό σχέδιο, είτε ξεκόβοντας από όσους δυσκολεύονταν να κατανοήσουν την πρωτοτυπία, το βάθος και τον πλούτο του εγχειρήματός του. Βλέπουμε έναν Debord αριστοκράτη της σπατάλης, βαθύ γνώστη της Ιστορίας - αλλά και του πώς μπορούμε να παρέμβουμε στην Ιστορία -, έναν Debord που ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει χρήση του χρόνου, τι σημαίνει διαλεκτική της διάρκειας, τι σημαίνει τακτική και στρατηγική.

Το βιβλίο του Anselm Jappe, το οποίο επανεκδόθηκε προσφάτως, επιχειρεί και καταφέρνει να αναδείξει ακριβώς τις ιστορικές, θεωρητικές και στρατηγικές ικανότητες του Debord. Ο Jappe (γενν. 1962) συνδέει, ορθότατα, τον Debord με τον Hegel, τον Marx και τον Lukacs: όλοι αυτοί θέλησαν να ασκήσουν κριτική στο σχηματισμό της σύγχρονης κοινωνίας, και μπόρεσαν πράγματι να αναλύσουν την έκπτωση του «είναι» σε «έχειν», και τη διολίσθηση του τελευταίου σε «φαίνεσθαι».

Οι έννοιες που επεξεργάστηκαν αυτοί οι μεγάλοι διαλεκτικοί είναι ακριβώς οι έννοιες που μας επιτρέπουν μίαν επακριβή και πλήρη κατανόηση των απαρχών και της πορείας, που συνετέλεσαν στο να είναι ο κόσμος μας αυτός που είναι και να λειτουργεί ο κοινωνικός μηχανισμός με τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Σήμερα πια, και ασχέτως του τι διατείνεται ο καθένας, ουδείς παραγνωρίζει το ρόλο αυτών των εννοιών, ουδείς αρνείται ότι αυτή την πορεία ακολούθησαν τα πράγματα. Απλώς πολλοί το κρύβουν, γιατί έτσι τους συμφέρει, και γιατί αυτό επιβάλλουν τα όσα έχουν αποφασίσει να υπηρετούν. Ο Jappe το δείχνει αυτό με καλομελετημένη ακρίβεια, ιδίως όταν αναλύει το opus magnum του Debord, το βιβλίο «Η Κοινωνία του Θεάματος» (1967), και την έννοια «θέαμα» σε όλες τις πτυχές της.

Αν έχει κάποιο μικρό ψεγάδι το πόνημα του Jappe, τούτο είναι το ότι δεν τονίζει επαρκώς την επίδραση που άσκησε στον Debord το έργο ενός άλλου, αρκετά παραγνωρισμένου θεωρητικού, του Karl Korsch (βλ. «Γιατί είμαι Μαρξιστής;» μτφρ. Γιάννης Ιωαννίδης, και «Μαρξισμός και Φιλοσοφία», μτφρ. Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος και Μάριος Λαμπρίδης, εκδ. Υψιλον, αμφότερα), καθώς επίσης και τη συμβολή του Debord στην πρωτοποριακή τέχνη του δευτέρου ημίσεως του εικοστού αιώνα - μια συμβολή εξαιρετικά σημαντική, για την οποία είναι σίγουρο ότι θα γραφτούν πολλά στο άμεσο μέλλον.

Πράγματι, με έξι κινηματογραφικές ταινίες (Ουρλιαχτά για χάρη του Σαντ, Σχετικά με το πέρασμα ορισμένων προσώπων μέσα από μια σχετικά μικρή μονάδα χρόνου, Κριτική του Διαχωρισμού, Η Κοινωνία του Θεάματος, Κατάρριψη όλων των κριτικών είτε επαινετικών είτε εχθρικών που έγιναν μέχρι τώρα σχετικά με την ταινία «Η Κοινωνία του Θεάματος», και In girum imus nocte et consumimur igni), με δύο πειραματικά βιβλία («Απομνημονεύματα» και «Το Τέλος της Κοπεγχάγης»), με τα δώδεκα τεύχη της επιθεώρησης Internationale Situationniste, και με τους δύο τόμους της αυτοβιογραφίας του (Πανηγυρικός Ι και Πανηγυρικός ΙΙ), ο Debord αναδεικνύεται ως η κορυφαία και πιο ακραία μορφή της πρωτοπορίας του εικοστού αιώνα.

Πέρα από αυτές τις δύο μικρές ανεπάρκειες, το μελέτημα του Jappe είναι ό,τι καλύτερο έχει γραφτεί για τον Debord μέχρι σήμερα. Ο Debord έπαιξε καλά το «παιχνίδι του πολέμου», μάλιστα ο ίδιος επινόησε ένα τέτοιο παιχνίδι και συνέταξε τους κανόνες του -, και ο Jappe μπόρεσε να διαισθανθεί ότι, πάνω απ' όλα, ο Debord ήταν ένας άνθρωπος της περιπέτειας και ένας στρατηγός. «Θέλησε μια περιπετειώδη ζωή», γράφει ο Jappe, και αντί να την αναζητήσει στην εξερεύνηση των σπηλαίων ή στις οικονομικές κερδοσκοπίες, επέλεξε να οργανώσει την επίθεση ενάντια στην υφιστάμενη κοινωνία, ως την πλέον σαγηνευτική περιπέτεια. Πραγματοποίησε για τον εαυτό του αυτό που, σύμφωνα με τη θεωρία του, είναι στο εξής εφικτό σε παγκόσμια κλίμακα: να ζήσει τη ζωή του σαν ιστορική περιπέτεια».

Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη "Βιβλιοθήκη" της Ελευθεροτυπίας στις 2/11/2001.