21 Μαΐ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧVIΙ. Όπλα, Ποίηση και Κάμερα" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΝΤ. ΓΚΑΡΣΙΑ - ΟΣΚΑΡ ΣΟΛΑ Che, Εικόνες μιας ζωής
ΜΤΦΡ.: ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ»

- Πού είσαι, ιππότη, πιο αγνέ, ιππότη εσύ, καλύτερε ιππότη;

- Ανάβω την αντάρτικη λαμπάδα, μες στο σκοτάδι, κυρά, μες στο σκοτάδι.

Μίρτα Αγίρε, «Παλιό τραγούδι στον Τσε Γκεβάρα»

Ξεκινάς από την ποίηση, από τον Baudelaire, από τους μπίτνικς, από τη διάθεση της περιπλάνησης, της περιπέτειας, και, πληγωμένος από το άσθμα (ίσως η ασθένεια των επαναστατών, όπως η φυματίωση ήταν η ασθένεια των συγγραφέων), ανθίστασαι σε ό,τι χαμηλώνει τη ζωή, σε ό,τι την ευτελίζει, σε ό,τι την καθηλώνει. Ξεκινάς από το γράψιμο, γράφεις έστω και σπασμωδικά, αδέξια έστω, την ιστορία του σώματός σου, το υπερβαίνεις, υπερβαίνεις τη λογοτεχνία, προκρίνεις την ίδια τη ζωή, την παθιασμένη αναζήτηση μιας ζωής υποδειγματικής, μιας ζωής που να είναι, όπως έλεγε ο δικός μας ποιητής, «πλήρης εν τέλει». Ξεκινάς από ολιγάριθμους, μικρούς, παράνομους πυρήνες, για να θριαμβεύσεις, και ύστερα εγκαταλείπεις το θρίαμβο, εγκαταλείπεις την παγιωμένη κατάσταση, για να ξαναβρεθείς στην παρανομία, να ξαναστήσεις μικρούς παράνομους πυρήνες.

Αυτή ήταν η περιπέτεια του Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, μιας από τις εμβληματικότερες μορφές του δεύτερου μισού του εικοστού αιώνα, μιας μορφής που άγγιξε τα όρια του θρύλου. Η περιλάλητη φωτογραφία που του τράβηξε ο Αλμπέρτο Κόρντα έχει κάνει εκατοντάδες φορές το γύρο του κόσμου, τυπωμένη όπου μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Ακόμη κι έτσι, ο Τσε παρέμεινε ένα διεθνές σύμβολο (αποστομώνοντας όσους δολίως έχουν προσπαθήσει να τον εμπλέξουν με βδελυρές απόπειρες οικειοποίησης, -προσφάτως, και στη χώρα μας). Αργεντινή, Κούβα, Βολιβία: οι τόποι του επαναστάτη. Ποίηση, σκάκι, φωτογραφία: Οι τρόποι του Τσε. Και μαζί, το αδιάκοπο κάπνισμα, οι έρωτες, η ακόπαστη κίνηση, η εναντίωση σε κάθε στασιμότητα, είτε πολιτική είτε κοινωνική. Ενας άνθρωπος που, με τους τόπους και τους τρόπους του, διαλαλεί ότι δεν ανήκει πουθενά και σε κανέναν, ότι το πάθος που τον συγκλονίζει είναι η επανάσταση ως υποδειγματική ζωή, ως εκείνο το «τραγούδι που ξεγελάει το χρόνο», όπως έλεγε ο Andre Breton, ως η αέναη προσπάθεια άρσης των καταπιέσεων, των εξουσιών, των βαναυσοτήτων.

Πολλά σημαντικά κείμενα έχουν γραφτεί για τον Τσε. Θυμίζουμε ότι έχουν γράψει γι' αυτόν και ο ρομαντικός μαρξιστής Michael Lowy και ο θαυμάσιος μυθιστοριογράφος Paco Ignacio Taibo, μεταξύ τόσων άλλων. Το λεύκωμα που μας πρόσφερε το «Μεταίχμιο» είναι διπλά πολύτιμο: Το κείμενο ρέει, σε μαγεύει η αφηγηματική δεινότητα της Ματίλδε Σάντσες και οι φωτογραφίες που το κοσμούν κατ' ουσίαν αποτελούν ένα θελκτικό ντοκουμέντο όσων ιστορεί η Σάντσες. Παρακολουθούμε την τεθλασμένη διαδρομή του Τσε, από την παιδική του ηλικία, από τα χρόνια της φλεγόμενης νιότης και από τις πρώτες επαναστατικές ενοράσεις, έως τη θρυλική απόδραση στη Σιέρα Μαέστρα, την αλληλουχία των μαχών μέχρι την επικράτηση των επαναστατών στην Κούβα, τις προσπάθειες οικοδόμησης του σοσιαλισμού εκεί, τη φυγή στη Βολιβία, την ενέδρα και την εκτέλεση στο Λα Ιγέρα. Και, ενδιαμέσως, η καταγραφή πολιτικών κειμένων, ημερολογιακών σημειώσεων, ρήσεων του ίδιου του Τσε, αλλά και ιστορική τεκμηρίωση, σχολιασμός, πολιτικές αναλύσεις.

Είναι πολύ ενδιαφέρουσα η αντιπαραβολή του ύφους των νεανικών κειμένων του Τσε, όπου φαίνεται να φυσάει ένας κόκκινος άνεμος παραληρηματικού λυρισμού, και του μεστού ύφους των σημειώσεων στα διαλείμματα ανάμεσα σε δύο μάχες των ανταρτών με τον εκάστοτε τακτικό στρατό ή ανάμεσα στις πολιτικές δραστηριότητες μετά τη νίκη των επαναστατών.

Στα είκοσι τέσσερά του χρόνια ο Γκεβάρα, φλεγόμενος από ενθουσιασμό, γράφει: «Θα είμαι με το μέρος του λαού και ξέρω, γιατί το βλέπω χαραγμένο στη νύχτα, ότι εγώ, ο εκλεκτικιστής ανατόμος δογμάτων και ψυχαναλυτής θεωριών, ουρλιάζοντας σαν δαιμονισμένος, θα ορμήσω στα οδοφράγματα και τα χαρακώματα, θα βάψω τα όπλα μου στο αίμα... τεντώνω κιόλας το κορμί μου, έτοιμο για μάχη, και προετοιμάζω την ύπαρξή μου σαν ιερό τέμενος, για να αντηχήσει εντός του με νέους παλμούς και νέες ελπίδες η μεγαλύτερη κραυγή του θριαμβεύοντος προλεταριάτου».

Λίγα χρόνια αργότερα, το ύφος αλλάζει ριζικά. «Για τον αντάρτη πιο σημαντική είναι η μπότα παρά το τουφέκι του», θα γράψει ο Τσε, θυμίζοντας εντυπωσιακά τη ρήση του Βοναπάρτη, «Στον πόλεμο ξεμένεις από μπότες». Ή κάποια άλλη στιγμή, ύστερα από μια δραματική αψιμαχία κι έχοντας νιώσει την καυτή ανάσα του θανάτου, σημειώνει, αναφερόμενος στις εφτά ζωές της γάτας: «Μάνα, έχω φάει τις δύο και μου μένουν πέντε».

Κι ακόμη, με ψύχραιμο ύφος, εν είδει απολογισμού, ο Τσε θα σημειώσει, το 1959: «Από εκείνη την εποχή και μετά, εμείς, δεχόμενοι πολύ λιγότερες επιδρομές λόγω της ελάσσονος πολιτικής μας σημασίας, μπορέσαμε να εγκαθιδρύσουμε τις βάσεις των πρώτων βιομηχανικών κατασκευών και των εμπέδων στρατοπέδων και να τελειώνουμε με τη νομαδική ζωή». Ετσι μπόρεσαν να στηθούν οι πρώτες βάσεις ενός τρόπου ζωής που ήθελε να υπερασπίζεται την ελευθερία, την αξιοπρέπεια και την προκοπή: να εγκατασταθεί ένα σχολείο, για να μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή οι επαναστάτες, ένα σαγματοποιείο, ένα οπλουργείο με έναν τόρνο, φούρνοι για ψωμί, μια φάμπρικα για παπούτσια και ούτω καθεξής.

Οι φωτογραφίες που κοσμούν το κείμενο (ας σημειωθεί ότι είναι επιδέξια μεταφρασμένο από τη Χριστίνα Θεοδωροπούλου) λένε πολλά για τους τόπους και τους τρόπους τού Τσε. Βλέπουμε τον νεαρό Γκεβάρα με το ποδήλατό του, έτοιμο για μιαν ακόμη περιπλάνηση. Βλέπουμε την Τίτα Ινφάντε, συμφοιτήτρια κι έμπιστή του. Βλέπουμε τη γοητευτικότατη Τσιτσίνα Φερέιρα να διαβάζει μιαν επιστολή -μια φωτογραφία που μιλάει εύγλωττα για το τι σημαίνει γυναικεία ομορφιά, μελαγχολία, πείσμα και ευφυΐα. Βλέπουμε τον Τσε να σημαδεύει πότε με μια καραμπίνα και πότε με μια φωτογραφική μηχανή. Τον βλέπουμε να καπνίζει πούρο, τον βλέπουμε να γελάει πλατιά, να δημηγορεί, να συμμετέχει στο Τουρνουά Ψαρέματος Χέμινγουεϊ, να ανταλλάσσει χειραψίες με ηγέτες όπως ο Μάο Τσε-Τουνγκ ή ο Νικήτας Κρούτσεφ. Και τον βλέπουμε, πάμπολλες φορές, σε διάσελα, ξέφωτα, ποτάμια, σκοτεινές ατραπούς, σκαρφαλωμένο σε ψηλά δέντρα, έφιππο σε μουλάρια, να οδηγεί τους άνδρες του σε μίαν ακόμη σύγκρουση, με τον κλασικό πια μπερέ και το αστέρι τού κομαντάντε. Ο Τσε που όλοι ξέρουμε. Με το αμπέχονο, τα άρβυλα και το αγέρωχο (αλλά πάντα μελαγχολικό) βλέμμα.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας στις 10/05/2002.