28 Μαΐ 2008

"Αγαπημένα Κείμενα : ΧVIΙΙ. Στο Μεταίχμιο του Μοντερνισμού" - Ίκαρος Μπαμπασάκης

ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΡΟΖΑΝΗΣ Ezra Pound, Ενας νεωτερικός Οδυσσέας «ΡΟΕΣ»

Ισως αποτελεί κοινό τόπο, μπορούμε όμως να το επαναλάβουμε: ανέκαθεν οι ποιητές μιλούσαν και έγραφαν για τους ομότεχνούς τους με πιο διεισδυτικό και ενδιαφέροντα τρόπο απ' ό,τι οι κριτικοί και οι φιλόλογοι. Ισως γιατί μονάχα ένας ποιητής μπορεί να νιώσει τη θερμοκρασία, την υγρασία και το σχέδιο αποδιάρθρωσης και εν συνεχεία επανασυναρμολόγησης του κόσμου, που αποτελεί πάθος και καθήκον της ποίησης. Ισως γιατί μονάχα ένας ποιητής διαθέτει τον απαιτούμενο θελκτικό κι επικίνδυνο ερασιτεχνισμό που επιτρέπει την εξιχνίαση ποιητικών μυστηρίων και την αναμόχλευση ποιητικών παθών.

Στον παρόντα τόμο, ο Στέφανος Ροζάνης (δοκιμιογράφος, ποιητής κι εδώ και δεκαετίες μέλος της ομάδας των «Σημειώσεων» και του «Ερασμου») συγκεντρώνει δοκίμια γραμμένα και δημοσιευμένα ανάμεσα στα 1970 και 1980, συν ένα γραμμένο πιο πρόσφατα, το 1996. Τα δοκίμια αυτά καταπιάνονται με την ανάγνωση του έργου ενός μυθικού, για πολλούς λόγους, ποιητή, του Ezra Pound, και φαίνεται να αποτελούν μια καλή αφορμή να θυμηθούμε τι θαύματα μπόρεσε να κάνει ο Pound με τα είκοσι κάτι γράμματα μερικών αλφαβήτων. Αξίζει, πράγματι, να θυμηθούμε, τριάντα χρόνια μετά το θάνατο του «μεγάλου τεχνίτη» (το 1972), ότι ο Pound ώθησε στα ακραία του όρια το μοντερνισμό, κάτι που έκανε, στη σφαίρα του μυθιστορήματος, και ο James Joyce με το «Finnegans Wake».

Αναγιγνώσκοντας, με πάθος έλλογο και μεθοδικό, τον Pound, ο Ροζάνης καταφέρνει να μιλήσει για την ίδια την ποίηση μετά το μοντερνισμό, για την ουσία της ποιητικής δημιουργίας αμέσως μετά τον κατατεμαχισμό της, το σπαραγμό της μέσα σε μια κατατεμαχιζόμενη πραγματικότητα και μια σπαρασσόμενη κοινωνία.

«Η ποίηση», γράφει ο Ροζάνης, προγραμματικά, «είναι ο τρόπος να βλέπει κανείς τα πράγματα, να γεμίζει τις λέξεις όχι με ένα νόημα, μα με μια παρουσία. Παρόντα τα πράγματα, αναπνέοντας τη μοναδική ουσιαστική ύπαρξή τους, δεν μιλούν, υποβάλλουν. Κι εκείνος που έμαθε να τα κοιτάει, καθώς ο βοτανολόγος πίσω απ' το φακό του τα βότανα, έμαθε και να τα ανακαλύπτει, έμαθε να τα συνταιριάζει σε μίαν αρμονία που δεν βρίσκεται μέσα στα ίδια τα πράγματα, μα που ο ποιητής την είδε να βγαίνει μέσα από τη σχέση που δημιούργησε».

Σύμφωνα με τον Ροζάνη, ο Pound μεταμορφώνει τις ιδέες, τη συγκίνηση, τις στιγμές, τα όσα βλέπει, αισθάνεται, στοχάζεται και φαντάζεται σε μύθο, ωθεί τις λέξεις σε συνδυασμούς απίστευτης λιτότητας, που όμως, συνάμα, αποτελεί πύκνωση μεγάλη και περίτεχνη κρυστάλλωση. Ωθεί τη συγκίνηση προς τη μεριά του μύθου με μια τέτοια στρατηγική, που θα του επιτρέψει την έκρηξη της πράξης, έστω τη νύξη ότι μπορεί να μετασχηματιστούν σε πράξη. Οι πηγές της έμπνευσης του Pound ανάγονται στον τόπο της ποίησης, μεταστοιχειώνονται μέσω του θρύλου, γίνονται μεγαλειώδεις, καίτοι πολυδιασπασμένες και πολύπτυχες, μπαλάντες, πολυφωνικά τραγούδια, βυθίζονται στην ιστορία των πράξεων και στην ιστορία των γλωσσών, μολονότι αυτό που πάνω απ' όλα ενδιαφέρει τον ποιητή δεν είναι οι «αρχέτυπες ανθρώπινες καταστάσεις», αλλά, όπως τονίζει ο Ροζάνης, «αυτά τα ίδια τα πράγματα, ο κόσμος ο ζωντανός, ο περιβάλλων, ο κόσμος της αίσθησης... Το άδραγμα της συγκεκριμένης στιγμής ήταν ό,τι τον συγκλόνιζε».

Ο Pound ζει σε έναν καθημαγμένο κόσμο, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εποχής του, μιας εποχής του χαμού, της απώλειας, της βαναυσότητας, του κατακερματισμού. Και δεν αποδρά. Οσο οδυνηρό κι αν είναι, παραμένει εντός αυτού του κόσμου, εντός αυτής της εποχής, και επιχειρεί σπαρακτικά να εκφράσει αυτόν τον κόσμο και αυτήν την εποχή. Τα «ταξίδια» του στο παρελθόν -των μύθων, των κοινωνιών, των γλωσσών- δεν αποτελούν φυγή, αλλά γίνονται προκειμένου να αποσπαστεί από αυτό το παρελθόν πολύτιμο υλικό, που θα ενσωματωθεί, κατακερματισμένο κι αυτό, στο έργο του, στο εκάστοτε ποίημα, για να καταδειχθεί ποιητικά ο κατακερματισμός, η ιστορία των χειρονομιών που οδηγούν στον κατακερματισμό, στη βαναυσότητα, στο σπαραγμό.

Ο κόσμος είναι κόσμος του χαμού, είναι κόσμος που ψυχορραγεί στο κατώφλι της εξουσίας, η πόλη είναι κατεστραμμένη πόλη, ο μεσοπόλεμος είναι ο χρόνος των ουτοπιών και της απελπισίας που γεννά η βεβαιότητα ότι οι ουτοπίες θα μείνουν τέτοιες, δεν θα πραγματωθούν, γιατί η απειλή του επόμενου ολέθρου είναι κάτι παραπάνω από ορατή, «καθώς το κλάμα του φωνόγραφου τσακίζει τα κόκαλα και η τζάζμπαντ, ο τελευταίος ερωτικός σπασμός μιας μεσοπολεμικής ουτοπίας, σφυροκοπά και σφυροκοπά», σημειώνει ο Ροζάνης.

Η ποιητική του Pound εκφράζει την τάση προς τη συντριβή μιας κοινωνίας που συντρίβει το χρόνο, αφού προηγουμένως έχει καταφέρει, ολέθρια, να συντρίψει το χώρο. Εκφράζει τη συντριβή (και συνάμα τη θεαματοποίηση, τον ψευτοεκθειασμό) του παρόντος, ενός παρόντος αποκομμένου από το παρελθόν και ενός παρόντος χωρίς μέλλον, χωρίς όραμα, ενός παρόντος εγκλωβισμένου στην κενότητα και τη φρίκη του, για την οποία κενότητα και για την οποία φρίκη σχεδόν μας απαγορεύεται πια να μιλάμε. Η ποιητική τού Pound, παίζοντας δημιουργικά, αναπλασιακά, με το παρελθόν, μπορεί να στηλιτεύσει το παρόν και να διαισθανθεί την απελπισία που προκαλεί στον καθένα η απουσία οράματος για το μέλλον.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο του Pound, τα περιλάλητα Cantos, είναι μια μεγαλειώδης προσπάθεια σηματοδότησης του τέλους μιας ποίησης που εκκινεί από τον Ομηρο. Ο κύκλος κλείνει. Από τα Cantos και μετά, η ποίηση δεν μπορεί να είναι παρά ο υπομνηματισμός του χαμού της, και, συνάμα, η αναγγελία μιας νέας κοινωνίας που, ενδεχομένως, θα μπορέσει να γεννήσει μια νέα ποίηση. Ορθά επισημαίνει ο Ροζάνης ότι «η ποίηση και οι ενοράσεις τού Pound αποτελούν ένα όριο και συγχρόνως μια αφετηρία για την παγκόσμια λογοτεχνική τοπογραφία». Μετά τον Pound και τα Cantos, όπως ακριβώς μετά τον Joyce και το Finnegans Wake (ήγουν, μετά την άκρη, μετά το όριο, στο οποίο οδήγησαν οι αναζητήσεις του μοντερνισμού και των λεγόμενων ιστορικών πρωτοποριών), δεν μπορούμε να γράφουμε όπως πριν, δεν μπορούμε καν να διαβάζουμε όσο αθώα συνηθίζαμε να διαβάζουμε. Ας πάμε λίγο πιο μακριά: μετά τα Cantos δεν μπορούμε καν να διαβάζουμε ποίηση χωρίς, συνάμα, να διαβάζουμε πολιτική θεωρία, οικονομία, εφημερίδες, προκηρύξεις -μετά τα Cantos δεν μπορούμε να διαβάζουμε ποίηση χωρίς να ξέρουμε ότι η ποίηση, όπως την ξέραμε, πέθανε, γιατί πέθαναν οι κοινωνίες που μπορούσαν να παράγουν την ποίηση όπως την ξέραμε- μετά τα Cantos δεν μπορούμε να διαβάζουμε ποίηση χωρίς να οραματιζόμαστε μιαν άλλη κοινωνική οργάνωση του υπάρχειν, ριζικά διαφορετική από την τόσο, μα τόσο παρατεταμένη παρούσα οργάνωση του υπάρχειν.

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε στη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπιας στις 31/5/2002.