13 Ιουν 2008

"Ξεχασμένοι στην Πόλη" - Ν.Ι. Πουλάκος

Κι όταν ξημέρωσε, τα σώματά τους σα δυο μεγάλα ψαροκόκαλα ξεβρασμένα στην όχθη ενός καινούριου πρωϊνού

- Τάσος Λειβαδίτης -


Η βροχή έπεφτε δυνατά στις σκουρόχρωμες πλάκες του πεζόδρομου της Τζαβέλα. Άδειος, νεκρός από οποιαδήποτε αναρχική ψυχή της περιοχής, χωρίς μπύρες πεταμένες, γυαλιά σπασμένα και καδρόνια να αιωρούνται, ο κίτρινος φωτισμός από τους δημοτικούς στύλους, έδινε μια αίσθηση εγκατάλειψης, βαθιάς μελαγχολίας, σαθρής και διεφθαρμένης, όπως θα έλεγε και ο ποιητής. Το γωνιακό μπαρ, στο οποίο κάθονταν από ώρα και έπιναν τα ποτά τους, εκείνος ουίσκι με πάγο κι εκείνη λευκό κρασί, κατέβαζε ρολά, έκλεινε για μια ακόμη νύχτα. Εκείνοι, κατηφόριζαν τον πεζόδρομο αμίλητοι, πιασμένοι αγκαλιά, με τα κεφάλια κατεβασμένα.

Πρωτοχρονιά στην πόλη που αγάπησαν και που μισήθηκαν από τους ανθρώπους, μυαλά άρρωστα, σακατεμένα από τη μιζέρια του όχλου, την κακομεταχείριση της μάζας. Ρατσισμός, πόλεμος, μίσος οδηγούν στην απόγνωση, στον εξευτελισμό, στην αυταπάτη της ευτυχίας, που ποτέ δεν έρχεται, μα είναι πάντα μπροστά τους. Ιλαροτραγικά αποφθέγματα ζωών λιωμένων από τη λάβα του ηφαιστείου της άψυχης ανάγκης για λεφτά, ζωή, επιτυχία. Αναγνώριση και ματαιοδοξία οδήγησαν την καρδιά τους στην ανάγκη της φυγής, της διαφυγής από σύμπαντος κόσμου.

Μιλούσαν για όλα αυτά ώρες ολόκληρες, πίνοντας, καπνίζοντας, βρίζοντας, ευνουχίζοντας τον εαυτό τους. Ερωτευμένοι χρόνια, παραδομένοι στο πάθος της συνεύρεσης, στον πόθο της αγάπης, στο θέλω τους ο ένας για τον άλλον, πιάνονταν, φορές, χέρι χέρι και προχωρούσαν στο δρόμο, προτάσσοντας τα στήθη τους, έτοιμοι να αντιμετωπίσουν, όποιον τολμούσε να τους σταθεί εμπόδιο στην ολοκλήρωση της ευτυχίας τους. Σε αυτούς που θα τολμούσαν να τους χωρίσουν με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο. Διψούσαν να ζήσουν αιώνες ολόκληρους, αγκαλιασμένοι, αποστασιοποιημένοι από τον κόσμο, παραδομένοι στο άγνωστο εμείς, ακούγοντας αγαπημένες μουσικές, βλέποντας καουμπόικες ταινίες, που ο καλός είναι τελικά κακός, αλλά και ευαίσθητος, πεισματάρης και ονειροπόλος.

«Όσο ζω θα επιμένω να ερωτεύομαι», έγραψαν με κόκκινο σπρέι στον τοίχο Τζαβέλα και Μπενάκη γωνία, κι έφυγαν τρέχοντας προς άγνωστη κατεύθυνση.

Στην Ιωάννα

*Το διήγημα δημοσιεύτηκε στο τεύχος 10 του διμηνιαίου περιοδικού Bang (Ιανουάριος - Φεβρουάριος 2008).